Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2016

Θρησκεία, Αλάθητο και Πολιτισμός


του Απόστολου Σαραντίδη
Η Θρησκεία, σε αντίθεση με την Εκκλησία δεν γεννάει πολιτισμό. Πολιτισμό γεννά η αναζήτηση «νοήματος» αιτίας και σκοπού της ύπαρξης και της συνύπαρξης. Αναζήτηση όχι μερικευμένα νοητική αλλά καθολικά εμπειρική – να στοχεύει στη σχέση, στην αμεσότητα της ψηλάφησης, στη δυναμική της πληρότητας που ποτέ δεν πληρούται. H ορμέμφυτη ψυχολογική θρησκευτικότητα επιζητά αλάθητα δόγματα, πατερναλιστικές αυθεντίες, νομική πρόβλεψη για κάθε ενέργημα.

H μεταφυσική δίψα σε αντίθεση αναζητά τη μέθη της γνώσης που χαρίζεται μόνο στη σχέση, μόνο με την ελευθερία από το εγώ. H γεύση της πληρότητας επαληθεύεται ως πρόγευση, όχι ως ιδιοκτησία. H πρόγευση αναρριπίζει τον πόθο και ο πόθος γίνεται γλώσσα. Γλώσσα αμεσότητας της σχέσης δηλαδή γλώσσα του μουσουργού, του ζωγράφου, του ποιητή, του αρχιτέκτονα, του γλύπτη, γλώσσα ποιητική θεσμών, οργάνωσης του βίου από ταλαντούχο ηγέτη μα ποτέ γλώσσα ιδεολογίας, λόγος εξουσίας, κήρυγμα χρηστικής ωφελιμότητας. H εμπειρία της πρόγευσης, όταν γίνεται γλώσσα, είναι μαρτυρία κλητική σε συμμετοχή, σε συνάθληση.
Το λήμμα «πολιτισμός» είναι κατά λέξη μετάφραση των «Κοραϊστών» από το γαλλικό «civilisation». Στην αρχαία ελληνική γραμματεία αναφέρεται μόνον από τον Διογένη Λαέρτιο (Δ39 Αρκεσίλαος) «το παν δη διέτριβεν εν τη Ακαδημία τον πολιτισμόν εκτοπίζων», όπου η ερμηνεία είναι ότι απέφευγε την πολιτική. Στην αρχαία ελληνική γλώσσα η αντίστοιχη λέξη για τον «Πολιτισμό» ως σημαίνον και σημαινόμενο ήταν «Παιδεία». «Τὸ τῶν Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκε μηκέτι τοῦ γένους ἀλλὰ τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι, καὶ μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας παρά τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας». (Ισοκράτης Πανηγυρικός 53-56). Ο Δ. Δημητράκος στο «Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης», σημειώνει μετά από το λήμμα: μτγν., νεωτ. κ. δήμο. Ο Σκαρλάτος Δ. του Βυζαντίου το ερμηνεύει ως «το πολιτεύειν ή πολιτεύεσθαι». Ο Ι. Σταματάκος δεν το εμπεριέχει, όπως βεβαίως και το «Μέγα Ετυμολογικόν Λεξικόν». Οι δε, Liddel - Scott, το ερμηνεύουν ως «τα πολιτικά πράγματα» κι ο Σουίδας απλώς αναφέρει τη φράση του Δ. Λαέρτιου. Τα παραπάνω, ως προς τις πηγές.  Μετά από τον Καποδίστρια και μέχρι σήμερα στο μεταπρατικό ελληνικό κρατίδιο, η αλλοίωση του νοήματος είναι προφανής. 
Οι αρχαιοελληνικές ψηλαφήσεις μαρτυρούν την ταύτιση του πραγματικά αχρόνως και αφθόρως υπαρκτού με τη λογικότητα της αρμονίας των σχέσεων που συγκροτούν τη συμπαντική κοσμιότητα – τον «ξυνόν (κοινό) λόγον». Και την ψηλάφηση επαλήθευε η κοινωνία της εμπειρίας: η έμπρακτη μετοχή στο προτεινόμενο «νόημα». Μετοχή στο άθλημα της «πόλεως», στην «εκκλησία του δήμου». Mέθεξη στην αποκαλυπτική δραματουργία της τραγωδίας. Στην αγαλλίαση που γεννάει το «άγαλμα», πρόκληση θεωρίας του αθανάτου λόγου της «ουσίας». Αιτία της ύπαρξης, όχι η απρόσωπη λογική ανάγκη αλλά η ακραιφνέστερη ελευθερία, αυτή της αγάπης. Και η ελευθερία του Δημιουργού ψηλαφείται στην ενανθρώπησή Του. Ελεύθερος από κάθε λογικά αναγκαίο προκαθορισμό της ύπαρξής του ο Θεός, γίνεται Θεάνθρωπος και συμμετέχει στο πολιτισμικό γίγνεσθαι μέσα στον χρόνο και την Ιστορία.
Από την άλλη, η σύγχρονη συλλογικότητα αποκομμένη από τη βιωματική της παράδοση μοιάζει συνειδητά και ανεπίγνωτα να έχει υιοθετήσει την άκριτη αλογία ενός αμοραλιστικού γίγνεσθαι άκριτου ενσαρκωτή της απόλυτης αυθεντίας, του κωμικά επηρμένου πολίτη και ηγέτη που μεταγγίζει αράγιστες δογματικές βεβαιότητες χωρίς ίχνος επιφύλαξης ή περιθώριο αμφιβολίας. Στην τελεσίδικη και οριστική απόφανση από την ειδωλοποιημένη καθέδρα του που σε όλα απαντά, βρίσκονται παρόντα όλα τα του επιστητού και του απροσπέλαστου. Κριτική, συγκριτική και διαλογική αντιμετώπιση προβλημάτων φαντάζουν τόσο απρόσιτα που μόνο η αυθεντία  ομοιάζει με μονόδρομο σε μια ιστορική πορεία σαν προκαθορισμένη χωρίς αναφαινόμενη ανάσχεση των δήθεν προνομίων του. Η ιδιοτέλεια της κολακείας και των χειροκροτημάτων σε συνδυασμό με το χρηστικό δεδομένο της ωφελιμιστικής πραγματικότητας, της αναχρονιστικής ανάγνωσής της με την προκλητική αυθαιρεσία και αναίδεια που επενδύεται με ιδεολογικές θρησκευτικές, διπλωματικές και πολιτικές γενικότητες να οδηγούν προς την κατάρρευση πρώτιστα των αξιών και πολύ αργότερα των οικονομικών δεικτών και τραπεζικών ομολόγων, ένα ασυγκράτητο ντόμινο διαδοχικών και οδυνηρών νομοτελειακών εναλλαγών δίχως την εμφανή προσμονή ελπίδας.
Στην αντίπερα όχθη μιας πολιτιστικής Θρησκείας, το Εκκλησιαστικό Γεγονός. Η Αγαπητική  Κοινωνία των Αγίων. Η ανάγνωση του παρελθόντος. Όταν αφήνεται ο Εκκλησιαστικός Λόγος ελεύθερος να λειτουργήσει και να καλλιεργηθεί σε ένα καθαρά παιδευτικό περιβάλλον με γνώμονα την αλήθεια και βασικό όργανο και μέσο επικοινωνίας τη γλώσσα, κατακτά το ένα μετά το άλλο πολιτιστικά επίπεδα και χώρους οραμάτων και αξιών όσο μακρινά και απρόσιτα κι αν φαίνονται, μέσα στα οποία το αλάθητο αποτελεί γελοία αναπαράσταση μιας τερπνής εικονολογίας.