Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

π. Θεόδωρος Ζήσης, Η παλαιά συνεργασία μου με το Οικουμενικό Πατριαρχείο

o-p-theodoros-zisis-se-mathites-gumnasiou-kai-lukeiou.jpg
1. Παραβιάζουν ἀνοικτὲς πόρτες
Ἐπειδὴ πολλοὶ κακοπροαίρετοι «καλοθελητές», στὴν προσπάθειά τους νὰ μειώσουν τοὺς ἀγῶνες μου ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, νομίζουν ὅτι θὰ πλήξουν τὴν ἀξιοπιστία μου ἐπικαλούμενοι τὴν παλαιότερη συνεργασία μου μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, τὴν ὁποία ποτὲ δὲν ἀπέκρυψα, οὔτε καὶ θὰ μποροῦσα νὰ τὴν ἀποκρύψω, ἀκόμη καὶ ἂν τὸ ἤθελα, παρουσιάζω ἐδῶ μερικὰ στοιχεῖα αὐτῆς τῆς συνεργασίας, γιὰ νὰ ὑπάρχει πληρέστερη, καὶ ἀντικειμενικότερη εἰκόνα.
Ἀπὸ τὰ παρατιθέμενα στοιχεῖα προκύπτει ὅτι ἐθεωρούμην ὡς ἐπίλεκτο στέλεχος τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, τὴν ὁποία μὲ κόπους καὶ θυσίες προσπαθοῦσα νὰ βοηθήσω ὡς Μητέρα Ἐκκλησία καὶ τροφὸ καὶ προστάτιδα τοῦ Γένους τῶν Ρωμηῶν. Ἡ διάρρηξη τῶν σχέσεών μου ἐπισυνέβη, ὅταν διεπίστωσα ἐκ τῶν ἔσω, μετὰ τὴν χειροτονία μου μάλιστα σὲ κληρικὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου (1990), ὅτι ἡ πορεία τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως πρὸς τὸν Οἰκουμενιστικὸ Συγκρητισμὸ ἔπρεπε νὰ ἀνακοπεῖ ἢ τουλάχιστον νὰ μὴν εἶμαι καὶ ἐγὼ συνυπεύθυνος γιὰ τὴν παρέκκλιση ἀπὸ τὴν ὁδὸ τῶν Ἁγίων Πατέρων, μὲ ὅλες τὶς σωτηριολογικὲς συνέπειες γιὰ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἔχω ὑποσχεθῆ ὅτι, ἂν τὸ ἐπιτρέψει ὁ Θεός, θὰ παρουσιάσω πιὸ ἀναλυτικὰ τοὺς λόγους ποὺ μὲ ὁδήγησαν στὴν ἔξοδο ἀπὸ τὸ οἰκουμενιστικὸ περιβάλλον τοῦ Φαναρίου.
Ὑπάρχουν κάποιοι ὑστερόβουλοι ὑποστηρικτὲς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, οἱ ὁποῖοι οὐσιαστικὰ δὲν ἐπιθυμοῦν τὸ συμφέρον τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, δὲν θέλουν νὰ σταθεῖ στὸ ὕψος τῆς παραδοσιακῆς της αἴγλης, τοῦ ἀληθινὰ ὀρθοδόξου ἱστορικοῦ της μεγαλείου. Ἁπλῶς ἐπιδιώκουν νὰ ἀποκτήσουν  πρόσκαιρα ὀφέλη, θέσεις, ἀξιώματα, διακρίσεις· καὶ στερούμενοι ἀντιστοίχων δυνατοτήτων συκοφαντοῦν ὅσους, ἀπὸ ἀληθινὴ ἀγάπη καὶ ὀρθόδοξα κίνητρα, ἐπικρίνουμε τὴν οἰκουμενιστική της πορεία. Γιὰ νὰ μὴ κουράζονται λοιπὸν καὶ ψάχνουν νὰ βροῦν εἰς βάρος μας στοιχεῖα, ἐπικαλούμενοι τὴν παλαιὰ συνεργασία μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, καὶ γιὰ νὰ ἀντιληφθοῦν ὅτι «παραβιάζουν ἀνοικτὲς πόρτες» καί «κομίζουν γλαῦκα εἰς Ἀθήνας», τοὺς προσφέρουμε περισσότερα ἀπὸ ὅσα γνωρίζουν. Ἐλπίζουμε μὲ αὐτὰ νὰ συνειδητοποιήσουν ὅτι, ἂν ὁ π. Θεόδωρος ἤθελε νὰ ἐκμεταλλευθεῖ τὶς καλές του σχέσεις καὶ νὰ ἀποκτήσει κέρδη καὶ ὀφέλη, τοῦ ἦταν πολὺ εὔκολο νὰ παραμείνει στὸ περιβάλλον τοῦ Φαναρίου, ὁπότε, ἀντὶ νὰ διώκεται καὶ νὰ συκοφαντεῖται, θὰ ἦταν μεταξὺ τῶν τὰ πρῶτα φερόντων, ἐπαινούμενος, προβαλλόμενος, τιμώμενος, ἀρεστὸς στοὺς δυνατούς, φίλος τοῦ κόσμου, ἀλλὰ ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν Ἁγίων.
2. Ἐπίλεκτο στέλεχος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου
Ἂς παρακολουθήσουμε λοιπόν, ὡς μέρος τοῦ Βιογραφικοῦ του, τὶς σχέσεις τοῦ π. Θεοδώρου πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο:
Διετέλεσε ἐπιστημονικὸς συνεργάτης, ἀμέσως μόλις ἱδρύθηκε, τοῦ Πατριαρχικοῦ Ἱδρύματος Πατερικῶν Μελετῶν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βλατάδων, συντάκτης καὶ γραμματεὺς τοῦ ἐπιστημονικοῦ-θεολογικοῦ περιοδικοῦ τοῦ Ἱδρύματος «Κληρονομία» (1968-1972), μετὰ δὲ τὴν ἐκλογή του ὡς ὑφηγητοῦ (1973) καὶ ὡς καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς (1980) διορίσθηκε ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο Ἔφορος (=ἀναπληρωτὴς διευθυντής) τοῦ Ἱδρύματος, συνδιευθύνων αὐτὸ μετὰ τοῦ καθηγητοῦ Π. Χρήστου ἐπὶ ἐννέα ἔτη (1977-1986). Ἐκτὸς τῶν πολλῶν ἄρθρων, βιβλιοκρισιῶν, χρονικῶν ποὺ ἐδημοσίευσε στὸ περιοδικό «Κληρονομία», στὴν γνωστὴ σειρὰ ἐπιστημονικῶν μονογραφιῶν τοῦ Ἱδρύματος «Ἀνάλεκτα Βλατάδων» ἐδημοσιεύθησαν τρεῖς μονογραφίες του: Ἡ διδακτορική του διατριβὴ μὲ τίτλο: «Ἄνθρωπος καὶ κόσμος ἐν τῇ Οἰκονομίᾳ τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν ἱερὸν Χρυσόστομον» (Ἀνάλεκτα Βλατάδων 9, Θεσσαλονίκη 1971), ἡ ἐπὶ ὑφηγεσίᾳ διατριβή του μὲ τίτλο «Τέχνη Παρθενίας. Ἡ ἐπιχειρηματολογία τῶν Πατέρων περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ἀγαμίας καὶ αἱ πηγαὶ αὐτῆς» (Ἀνάλεκτα Βλατάδων 15, Θεσσαλονίκη 1973) καὶ ἡ μεγάλη μονογραφία πρὸς ὑποστήριξη τῆς ἐκλογῆς του ὡς καθηγητοῦ μὲ τίτλο «Γεννάδιος Β´ Σχολάριος. Βίος-Συγγράμματα-Διδασκαλία» (Ἀνάλεκτα Βλατάδων 30, Θεσσαλονίκη 1980).
᾽Εξελίχθηκε σὲ ἐπίλεκτο στέλεχος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, πρὸ τῆς χειροτονίας του εἰς κληρικόν. Ἐνῶ ἦτο ἀκόμη ὑφηγητής (1973-1980), ἐκτὸς τοῦ διορισμοῦ του ὡς Ἐφόρου στὸ Πατριαρχικὸ Ἵδρυμα, τοῦ ἀνετέθησαν ἐκπροσωπήσεις τοῦ Πατριαρχείου ἢ εἰσηγήσεις σὲ συγκαλούμενα συνέδρια. Ὅταν δέ, μετὰ τὴν ἐκλογή του σὲ τακτικὸ καθηγητὴ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς (1980), λόγῳ τῶν ἐκεῖ ὑποχρεώσεών του, ὑπέβαλε τὴν παραίτησή του ἀπὸ τὴν θέση τοῦ Ἐφόρου, ἡ παραίτηση δὲν ἔγινε δεκτὴ συνοδικῶς, διότι, ὅπως ἐγράφετο στὸ σχετικὸ ἔγγραφο τῆς ᾽Αρχιγραμματείας, «Ἡ Αὐτοῦ Θειοτάτη Παναγιότης καὶ ἡ Ἁγία καὶ Ἱερὰ Σύνοδος μετὰ λύπης πολλῆς ἔλαβον γνῶσιν τῆς ὑποβληθείσης ταύτης παραιτήσεως, ἥτις, καί, ἐν ἐκτιμήσει τῆς ἄχρι τοῦδε πολυτίμου προσφορᾶς τοῦ εἰρημένου Καθηγητοῦ πρὸς τὸ Ἵδρυμα, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἐφόρου, οὐκ ἐγένετο ἀποδεκτή, τῆς παρουσίας αὐτοῦ ἐν τῇ ὑπευθύνῳ καὶ ἐπικαίρῳ ταύτῃ θέσει κρινομένης ὡς ἀπαραιτήτου καὶ πολλαχῶς χρησίμου, ἰδία κατὰ τὴν δύσκολον ταύτην περίοδον ἣν διέρχεται τὸ Ἵδρυμα, ἀπεφασίσθη δὲ ὁμοφώνως ὅπως διαβιβασθῆ ἔκκλησις τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν αὐτοῦ ἐντιμολογιότητα, ὅπως ἀνακαλέσῃ τὴν ὑποβληθεῖσαν αὐτοῦ παραίτησιν καὶ συνεχίσῃ τὰ ἐν τῷ Ἱδρύματι λίαν εὐόρκως ἐκτελούμενα καθήκοντα αὐτοῦ» (19-11-1985).
Τὴν ἴδια περίοδο ὁρίζεται μέλος τῆς πατριαρχικῆς ἀντιπροσωπείας, ὡς εἰδικὸς θεολόγος-σύμβουλος, στὴν Διορθόδοξη Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ στὴν ἀκολουθήσασα Γ´ Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξη Διάσκεψη (Γενεύη 1986), μετὰ τὶς ἐργασίες τῶν ὁποίων μὲ συνοδικὸ καὶ πατριαρχικὸ γράμμα ἐκφράσθηκε ἡ εὐαρέσκεια τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας «περὶ τῆς λίαν ὠφελίμου καὶ ἀξιολόγου συμβολῆς καὶ τῆς ὑμετέρας ἀγαπητῆς ἡμῖν ᾽Εντιμολογιότητος εἰς ἐπιτυχίαν τῆς ἀνατεθείσης αὐτῇ ἀποστολῆς, μὴ φεισθείσης κόπων προκειμένου ἵνα ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ὡς εἰδικοῦ θεολόγου-συμβούλου τῆς Πατριαρχικῆς ἡμῶν Ἀντιπροσωπείας ὑποχρεώσεις αὐτῆς καὶ στηρίξῃ τὴν γραμμὴν καὶ τὸ ἔργον αὐτῆς».
Τοὺς ἐπαίνους ἐπίσης δέχεται, καὶ ὅταν ἐξεπροσώπησε μόνος τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν συνελθοῦσαν ἐν Γενεύῃ Διορθόδοξη Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου (10-17 Νοεμβρίου 1990), ἐπειδὴ τὸ ὁρισθὲν ἀρχιερατικὸ μέλος, ὁ τότε μητροπολίτης Ἀλεξανδρουπόλεως Ἄνθιμος, νῦν Θεσσαλονίκης, δὲν ἠδυνήθη νὰ παραστεῖ. Σὲ «Ἔκθεση» ποὺ ὑπέβαλε πρὸς τὸν πατριάρχη Δημήτριο ἡ τριμελὴς ἐξ ἀρχιερέων ἀντιπροσωπεία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου (26 Ἰανουαρίου 1991), ἀποτελούμενη ἀπὸ τοὺς Χαλκηδόνος Βαρθολομαῖο, Γαλλίας Ἱερεμία καὶ Περγάμου Ἰωάννη ἐλέγοντο καὶ τὰ ἑξῆς: «Σημειοῦμεν, ὅτι κατὰ τὰς δυσχερεῖς συζητήσεις ἐπὶ θεμάτων καιρίας σπουδαιότητος διὰ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, σημαντικὴ ὑπῆρξεν ἡ συμπαράστασις καὶ ὑποστήριξις ἐκ μέρους τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀλεξανδρείας, Ἱεροσολύμων, Γεωργίας, Κύπρου καὶ Ἑλλάδος», τῆς τελευταίας ἐκπροσωπουμένης ὑπὸ τοῦ λαϊκοῦ εἰσέτι καθηγητοῦ Θεοδώρου Ζήση, λόγῳ μὴ παρουσίας τοῦ ἀρχιερατικοῦ μέλους, ὅπως προαναφέραμε. Τὸ ἐπίμαχο θέμα αὐτῆς τῆς Διορθόδοξης Προπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς ἦταν τὸ θέμα τῆς Διασπορᾶς, καὶ ἰδιαίτερα τὸ θέμα τοῦ ποιὸς θὰ προήδρευε στὶς προταθεῖσες «Ἐπισκοπικὲς Συνελεύσεις». Τὰ ἀποτελέσματα τῶν συζητήσεων ἀνετέθη νὰ τὰ παρουσιάσει σὲ κείμενο Συντακτικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ὡς λέγει ἡ μνημονευθεῖσα «Ἔκθεση» «τελοῦσα ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Μητροπολίτου Περγάμου, ἀπετελέσθη ἐκ τῶν Δρος Albert Laham, ὡς γραμματέως, τοῦ ἐπισκόπου Βρότσλαβ Ἱερεμίου τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου V. Vorovoy καὶ τοῦ Καθηγητοῦ Θ. Ζήση, ὡς μελῶν, ἐργασθεῖσα δὲ εἰς ἐπανειλημμένας συνεδρίας κατήρτισε τὸ ὑπὸ στοιχεῖον Δ´ ὑποβαλλόμενον κείμενον».
Ἀπὸ τὶς πολλὲς ἄλλες ἀναθέσεις ἀποστολῶν, καὶ ἐκπροσωπήσεων μνημονεύουμε τὶς ἀκόλουθες:
Τὸ 1981 μὲ πατριαρχικὸ γράμμα καὶ συνοδικὴ ἀπόφαση, ὁρίσθηκε ὡς μέλος τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὴν Διορθόδοξη Θεολογικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ Διαλόγου μὲ τοὺς Παλαιοκαθολικούς, ἡ ὁποία συνῆλθε εἰς Ζαγκόρσκ τῆς Μόσχας ἀπὸ 15-23 Σεπτεμβρίου τοῦ 1981, ἀντικαθιστώντας τὸν Καθηγητὴ τῆς Χάλκης Ἐμμανουὴλ Φωτιάδη, παρέμεινε δὲ στὴ θέση αὐτὴ μέχρι πέρατος τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου, τοῦ μόνου ποὺ εἶχε καλὰ ἀποτελέσματα γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους. Τὸ 1986 ἐστάλη ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὸ ὀργανωθὲν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας Συνέδριο στὸ Κίεβο ἀπὸ 21-29 Ἰουλίου, στὸ ὁποῖο ἀνέπτυξε τὸ θέμα «Ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως ὡς παράγων ἑνότητος τῶν ὑπ᾽ αὐτῆς ἐκχριστιανισθέντων Ρώσσων». Τὸ 1991, ἔτος τῆς χειροτονίας του εἰς πρεσβύτερον, τοῦ ἀνετέθη νὰ ἐκπρωσωπήσει μαζὶ μὲ τὸν μητροπολίτη Περγάμου Ἰωάννη, τὸ συγκληθὲν στὴν Ὀρθόδοξη Ἀκαδημία Κρήτης Συνέδριο ἀπὸ 5-12 Νοεμβρίου μὲ θέμα τὸ φυσικὸν περιβάλλον. Κατὰ τὸ ἴδιο ἔτος ὁ πατριάρχης Δημήτριος ἀπήντησε θετικὰ σὲ αἴτημα, ποὺ ὑπέβαλε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος διὰ τοῦ ἀρχιεπισκόπου Σεραφείμ, νὰ συνεχίσει νὰ χρησιμοποιεῖ τὸν κληρικὸ πλέον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Πρωτοπρεσβύτερο Θεόδωρο Ζήση, Καθηγητὴ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης «ἔν τε τῇ Διορθοδόξῳ Ἐπιτροπῇ, τῇ διεξαγούσῃ τὸν μετὰ τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας Θεολογικὸν Διάλογον, καὶ ἐν ἄλλοις διορθοδόξοις καὶ διαχριστιανικοῖς συνεδρίοις». Ἀπαντώντας θετικὰ ὁ πατριάρχης Δημήτριος ἔγραφε: «Εἰς ἀπάντησιν εὐχαρίστως παρέχομεν τὴν ἀδελφικὴν ἡμῶν συγκατάθεσιν πρὸς χρησιμοποίησιν ὑπὸ τῆς ὑπὸ τὴν Ὑμετέραν ἔμφρονα πηδαλιουχίαν Ἁγιωτάτην Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τοῦ μνημονευθέντος ἐκλεκτοῦ στελέχους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, γνωρίζοντες συγχρόνως ὅτι καὶ ἡμεῖς μέλλομεν ἵνα χρησιμοποιῶμεν τοῦτον, ὁσάκις αἱ ἀνάγκαι τῆς Ἐκκλησίας τὸ ἀπαιτοῦσι» (13 Αὐγούστου 1991).
Τὸ 1992 (26 Ὀκτωβρίου) ὁ νέος πατριάρχης Βαρθολομαῖος τοῦ ἀνέθεσε νὰ ἐκπροσωπήσει τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο στὸ συγκαλούμενο στὴν Θεσσαλονίκη ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μητρόπολη μεταξὺ 10ης καὶ 13ης τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου ΙΓ´ Θεολογικὸ Συνέδριο μὲ θέμα «Ὁ Ἐπουράνιος Πατήρ». Ἀμέσως μετὰ ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος διὰ πατριαρχικοῦ γράμματος (23 Δεκεμβρίου 1992) ἀνακοίνωσε στὸν π. Θεόδωρο ὅτι ὁρίσθηκε μέλος τῆς πατριαρχικῆς Συνοδείας κατὰ τὴν ἐπίσημη ἐπίσκεψη «πρὸς τὰς ἐν Γερμανίᾳ Ἐκκλησίας Εὐαγγελικὴν καὶ Ρωμαιοκαθολικὴν καὶ πρὸς τὴν ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ ἐπαρχίαν τοῦ καθ᾽ ἡμᾶς Θρόνου», ἡ ὁποία ἐπραγματοποιήθη μεταξὺ 22 καὶ 29 Ὀκτωβρίου τοῦ 1993. Ἦταν ἡ τελευταία συνύπαρξη καὶ συνεργασία μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Εἰς τὸ ἑξῆς ἡ θεολογικὴ πορεία τοῦ π. Θεοδώρου ἄλλαξε κατεύθυνση, διότι διέγνωσε ὅτι ἡ πορεία ποὺ ἀκολουθοῦσε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο βρισκόταν ἐκτὸς τῆς ὁδοῦ τῶν ῾Αγίων Πατέρων, στὴν ὑπηρεσία τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ὁ ἴδιος χαρακτηρίζει τὴν ἀλλαγὴ στάσεως ὡς «ἔξοδο ἀπὸ τὸ οἰκουμενιστικὸ περιβάλλον τοῦ Φαναρίου» καὶ ἔχει ἐξαγγείλει ὅτι θὰ ἀναλύσει ἐκτενῶς τοὺς λόγους αὐτῆς τῆς καλῆς ἀλλαγῆς σὲ βιβλίο ποὺ θὰ ἑτοιμάσει.
3. Ζηλωτὴς τῶν Πατριαρχικῶν Παραδόσεων
Κατὰ τὴν διάρκεια πάντως τῶν καλῶν του σχέσεων πρὸς τὴν Μητέρα Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, «ζηλωτὴς ὑπάρχων τῶν πατρικῶν καὶ πατριαρχικῶν παραδόσεων[1]», δὲν ἐφείσθη κόπων καὶ προσπαθειῶν γιὰ τὴν ἐνίσχυση καὶ ὑποστήριξή της. Μνημονεύουμε ἐνδεικτικῶς χαρακτηριστικὲς ἐνέργειες καὶ ἐκδηλώσεις: Τὴν μεγάλη του μονογραφία γιὰ τὸν πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο, ἡ ὁποία καὶ προσδιόρισε ἀποφασιστικὰ τὴν μετέπειτα θεολογική του πορεία, τὴν ἀφιέρωσε «Τῇ κοινῇ πατρίδι, Μητρὶ καὶ τροφῷ τῶν Ὀρθο- δόξων· τῇ Νέα Ἱερουσαλήμ· τῇ Μεγάλῃ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίᾳ Κωνσταντινουπόλεως». Τὸ βιβλίο του ἐπίσης «Κωνσταντινούπολη καὶ Μόσχα» (Θεσσαλονίκη 1989) τὸ ἀφιέρωσε «Στὸν πρωθιεράρχη τῶν Ὀρθοδόξων, Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη κ.κ. Δημήτριο, γιὰ τὰ δεκαπέντε ἔτη τῆς πατριαρχίας του (1972-1987). Μὲ τὴν ταπείνωση καὶ καλωσύνη του μίλησε στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἔδειξε τὸ μεγαλεῖο τῆς Ὀρθοδοξίας». Σχεδὸν καθ᾽ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς πατριαρχίας τοῦ Δημητρίου συνέταξε ἑκατοντάδες πατριαρχικῶν λόγων, ἐκφωνηθέντων κατὰ τὶς ἐπίσημες πολυάριθμες ἐπισκέψεις τοῦ πατριάρχου σὲ διάφορες χῶρες· ἂν τὰ κείμενα αὐτά, τῶν ὁποίων ἡ σύνταξη ἀπαιτεῖ πολλὴ προσοχή, διάκριση καὶ γνώση, ἐδημοσιεύοντο ὡς ἰδικός του ἐπώνυμος κόπος, θὰ κατελάμβαναν ἑκατοντάδες σελίδων. Παρεκλήθη καὶ ἀπὸ τὸν νέο πατριάρχη Βαρθολομαῖο νὰ συνεχίσει νὰ συντάσσει καὶ τοὺς ἰδικούς του λόγους, ἡ προαναφερθεῖσα ὅμως διάρρηξη τῶν σχέσεων ἀνέκοψε κάθε συνεργασία. Ἐκτὸς τῶν πατριαρχικῶν λόγων συνέταξε, κατόπιν συνοδικῆς ἀποφάσεως, καὶ ἐπίσημα συνοδικὰ κείμενα, ὅπως τὸ συνοδικὸ κείμενο γιὰ τοὺς ἐπίσημους ἑορτασμοὺς στὴν Πάτμο τῶν 1200 ἐτῶν ἀπὸ τὴν σύγκληση τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (787-1987).
Ἡ σύζυγος τοῦ π. Θεοδώρου, Χριστίνα Μπουλάκη-Ζήση, τώρα μοναχὴ Νεκταρία, διατελέσασα ἐπίκουρη καθηγήτρια τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς στὴν ἕδρα τῆς «Ἱστορίας τῶν Σλαβικῶν καὶ λοιπῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν» συνέταξε ἐκτενῆ μονογραφία (230 σελίδων) μὲ τίτλο «Ὁ ἐχριστιανισμὸς τῶν Ρώσων» (Θεσσαλονίκη 1989), στὴν ὁποία ὑποστηρίζει ἐπιστημονικὰ τὶς θέσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Στὸν Πρόλογο τοῦ βιβλίου γράφει: «Ἡ παροῦσα μελέτη ὀφείλει τὴ γένεσή της σὲ ἐπιστημονικὰ ἐρεθίσματα ποὺ προῆλθαν ἀπὸ τὸν ἑορτασμὸ τῆς χιλιετηρίδας (=τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ τῶν Ρώσων) καὶ προσπαθεῖ νὰ φωτίσει, τὶς διάφορες ἐκκλησιαστικοπολιτικὲς τάσεις γύρω ἀπὸ τὸ κοσμοϊστορικὸ γεγονὸς τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ. Ὀφείλει, ἐπίσης, πολλὰ στὴν περὶ τὰ θέματα αὐτὰ εὐαισθησία τοῦ συζύγου μου, καθηγητοῦ κ. Θ. Ζήση, καὶ στὸ ἀκοίμητο ἐνδιαφέρον του γιὰ τὴν κατοχύρωση τῶν δικαίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, δοκιμασμένου θεσμοῦ στὴν διαφύλαξη τῆς ἑνότητος τῶν Ὀρθοδόξων, ποὺ στηριζόταν πάντοτε στὴν αὐστηρὴ καὶ ἀπαρέγκλιτη τήρηση τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστεως τῆς “φίλης Ὀρθοδοξίας”» (Μάϊος 1989).
4. Ἡ κριτικὴ στὸν Ἅγιο Ἰουστῖνο Πόποβιτς
Δὲν πρέπει ἀκόμη νὰ παραλείψουμε νὰ ἀναφέρουμε τὴν αὐστηρὴ ἀλλὰ εὐγενικὴ καὶ σεβαστικὴ κριτικὴ ποὺ ἤσκησε ὁ π. Θεόδωρος πρὸς τὸν μεγάλο Γέροντα καὶ τώρα Ἅγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Σέρβο ἱερομόναχο π. Ἰουστῖνο Πόποβιτς, διότι ἐθεώρησε ὅτι σὲ μελέτη του «Ὑπόμνημα Πρὸς τὴν Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Σερβικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», σχετικὰ μὲ τὴν προετοιμασία τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, μεροληπτοῦσε καὶ ἀδικοῦσε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Τὴν ἴδια ἐκτίμηση γιὰ ἄδικη κριτικὴ ἐξέφρασε καὶ ὁ γνωστὸς Γέρων ῾Αγιορείτης, λογιώτατος καὶ σοφώτατος μοναχός, μακαριστὸς Θεόκλητος Διονυσιάτης, ὁ ὁποῖος μεταξὺ ἄλλων ἔγραψε πρὸς τὸν Γέροντα Ἅγιο Ἰουστῖνο, μὲ ἐπαινετικὴ ἀναφορὰ καὶ στὴν κριτικὴ τοῦ π. Θεοδώρου: «Ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ μακρηγορῶ καὶ Σᾶς κουράζω, σεβαστὲ Γέροντα, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι μετὰ τὴν λήψη τῆς ἐπιστολῆς Σας ἔλαβα μία «ἀπάντηση» στὸ Β´ Ὑπόμνημα, ποὺ ἔγραψε ὁ Ὑφηγητὴς τῆς Πατρολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Θ. Ζήσης. Ἐξεδόθη πρὸ ἔτους σχεδὸν καὶ μόλις τελευταῖα ἔλαβα γνώση. Εἶναι ἀπίθανο νομίζω νὰ μὴ ἐλάβατε τὴν ἀπάντηση αὐτή, ποὺ ἐδημοσιεύθη στήν «Κληρονομία» 9 (1977). Πρόκειται γιὰ μία ταχεῖα ἀντίδραση, ὅπως ἀνεμένετο, κυρίως στὰ σημεῖα ποὺ ἐπισημάναμε, γεγονὸς ποὺ βεβαιώνει πιὸ πολύ, ποιὲς ἐντυπώσεις παράγει ἡ ἀνάγνωση τοῦ β´ Ὑπομνήματός Σας. Τὸ μελέτημα αὐτὸ τοῦ κ. Ζήση μὲ τὸν τίτλο «Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ ὁ ἀρχιμ. Ἰουστῖνος Πόποβιτς», ὑποθέτω ὅτι θέτει τὰ πράγματα στὴ θέση τους. Καὶ δὲν θὰ δυσκολευόμουνα νὰ τὸ ὑπογράψω, ἂν δὲν εἶχα κάποιες ἐπιφυλάξεις σὲ ὡρισμένα (1-2) σημεῖα. Πάντως ὁ κ. Ὑφηγητὴς εἶναι ἄξιος συγχαρητηρίων γιὰ τὴν εὐαισθησία του, τὴν ὁποία θὰ περίμενε κανεὶς νὰ ἐκδηλωθεῖ καὶ ἀπὸ ἄλλους «ἐπαΐοντες», ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἐμβρίθεια μὲ τὴν ὁποία ἀναιρεῖ τὸ β´ Ὑπόμνημα καὶ προσφέρει ἔτσι στοιχεῖα ποὺ εὐρύνουν τοὺς ὁρίζοντες».
Ὅλα αὐτὰ τὰ εὑρίσκει κανεὶς συγκεντρωμένα στὸ μνημονευθὲν βιβλίο τοῦ π. Θεοδώρου «Κωνσταντινούπολη καὶ Μόσχα» (Θεσσαλονίκη 1989) τὸ ὁποῖο, ὅπως γράψαμε προηγουμένως, εἶναι ἀφιερωμένο στὸν πατριάρχη Δημήτριο, καὶ στοῦ ὁποίου τὸν Πρόλογο γράφεται ὅτι «μὲ τὸ βιβλίο αὐτὸ προβάλλεται τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, τὸ ὁποῖο κατὰ τὸν Ἰωσὴφ Βρυέννιο, εἶναι “τῆς Ὀρθοδοξίας ἡ βάσις, ἡ κορυφὴ τῶν δογμάτων, ἡ τῆς Θεολογίας ἀκρώρεια”». Ἦταν ὄντως τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, μέχρι καὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνος, αὐτὸ ποὺ περιγράφει ὁ Ἰωσὴφ Βρυέννιος. Τώρα ὅμως ἔπαυσε νὰ εἶναι, καὶ φαίνεται ὅτι ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος ἔβλεπε εὐκρινέστερα τὰ πράγματα ἀπὸ ὅλους, ὅσοι ἀπὸ σεβασμὸ καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν θεσμὸ δὲν ἐντοπίζαμε τὰ διαπραττόμενα λάθη. Τώρα ἀκολουθοῦμε τὴν γραμμὴ τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου, καὶ λυπούμαστε γιὰ τοὺς καλοὺς κάποτε μαθητάς του καὶ τὴν Σερβικὴ Ἐκκλησία ποὺ ἀκολουθοῦν ἀντίθετη πρὸς τὸν Ἅγιο Ἰουστῖνο καὶ τοὺς λοιποὺς Ἁγίους πορεία, συμπορευόμενοι στὸν οἰκουμενιστικὸ κατήφορο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας.
5. Στὸ οἰκουμενιστικὸ στρατόπεδο καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος
Ἡ ἴδια λύπη ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν ἄλλοτε παραδοσιακὴ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία μετὰ τὴν ἀνάρρηση στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο Ἀθηνῶν τοῦ ἀπὸ Δημητριάδος μητροπολίτου κυροῦ Χριστοδούλου συντάχθηκε στὸ οἰκουμενιστικὸ στρατόπεδο καὶ ἐξακολουθεῖ μέχρι σήμερα τὴν συμπαράταξη, μὲ ἀποκορύφωμα τὴν συμμετοχή της στὴν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης καὶ τὴν ὑπογραφὴ τῶν κειμένων της. Περισσότερα στοιχεῖα γιὰ τὴν ἀλλαγὴ πορείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἴχαμε παρουσιάσει σὲ ὁμιλία μας στὸν Βόλο, παρόντος καὶ τοῦ μητροπολίτου Δημητριάδος Ἰγνατίου, ποὺ ἔγινε στὸ Πνευματικὸ Κέντρο τοῦ Δήμου Βόλου, στὶς 25-1-2007 μὲ θέμα: «Κινδυνεύει τώρα σοβαρὰ ἡ Ὀρθοδοξία». Ἐκεῖ δείξαμε μὲ ἀδιάψευστα στοιχεῖα τὴν ἀθρόα μεταβολὴ τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀπὸ διστακτικὴ καὶ συγκρατημένη συμπαραστάτις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, περισσότερο λόγω φιλογενείας, μετατράπηκε σὲ τολμηρὴ πρωτοπόρο καὶ πρωτεργάτη τῶν οἰκουμενιστικῶν ἀνοιγμάτων, συμπορευόμενη πλήρως μὲ τὸ Φανάρι[2]. Αὐξήθηκαν ἔτσι οἱ κίνδυνοι γιὰ τὴν ἅλωση τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπὸ τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀλλὰ καὶ οἱ εὐθύνες τῶν ποιμένων γιὰ τοὺς πιστούς, οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀγνοοῦν τὰ τεκταινόμενα καὶ ἐφησυχάζουν. Οἱ δικοί μας ἀγῶνες ἀποβλέπουν στὴν προφύλαξή τους ἀπὸ τὴν αἵρεση καὶ στὴν παραμονή τους μέσα στὴν σώζουσα ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων. Ἀκολουθοῦμε τοὺς ὁμολογητὰς Ἁγίους, καὶ δὲν μᾶς φοβίζουν οἱ μικροπρεπεῖς σχεδιασμοὶ καὶ οἱ ὑστερόβουλες συκοφαντίες καὶ ὕβρεις κάποιων φθονερῶν καὶ κακοβούλων ἀνθρώπων. Γνωρίζουμε, ὅπως λέγει ὁ ψαλμωδός, ὅτι «ὁ κατοικῶν ἐν βοηθείᾳ τοῦ Ὑψίστου ἐν σκέπῃ τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσεται», ὁ Ὁποῖος θὰ μᾶς γλυτώσει «ἐκ παγίδος θηρευτῶν καί ἀπό λόγου ταραχώδους»[3], καί θά πατάξει «πάντας τούς ἐχθραίνοντας ἡμῖν ματαίως»[4].


[1]. Πρβλ. Γαλ. 1,14
[2]Ὅλο τὸ κείμενο τῆς ἀποκαλυπτικῆς ὁμιλίας βλ. εἰς Θεοδρομία 9 (2007) 89-128.
[3]Ψαλμ. 90, 1-3.
[4]Ψαλμ. 3,8.