Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

Σχόλιο της επιστολής του επιτ. προέδρου του Αρείου Πάγου Νικόπουλου προς τον π. Ζήση

Το σχόλιό μας για την επιστολή του επιτίμου προέδρου του Αρείου Πάγου Βασ. Νικόπουλου προς τον π. Θεόδ. Ζήση, όπου ο έγκριτος νομικός καταδικάζει την Ψευτοσύνοδο της Κρήτης:
Διαβάζοντας κανείς τα παρακάτω σταχυολογήματα από την εξαιρετική ομολογιακή επιστολή του επιτίμου προέδρου που κι εμείς δημοσιεύσαμε (εδώ), και προσέχοντας ιδιαίτερα τα σημεία που χρωματίσαμε και υπογραμμίσαμε, κατανοεί ότι:
(α) αν και πρέπει να μιλούμε με κοσμιότητα όταν ασκούμε κριτική, εν τούτοις είναι επιβεβλημένο να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους όπως κάνει και ο σοβαρός και έγκριτος Νομικός (που μάλιστα έχει χρηματίσει διδάσκαλος στην Εθνική Σχολή Δικαστών και Πρόεδρος του Αρείου Πάγου!),
(β) ως εκ τούτου δεν είναι ασέβεια και ύβρις αλλά ούτε και φανατισμός να χαρακτηρίσουμε τους Αρχιερείς που συμμετείχαν στη Σύνοδο της Κρήτης ως «Αιρεσιάρχες» ή «ἐπιλήσμονες τῆς ἱερωσύνης τους» κ.α., αφού αυτό δικαιολογείται από τις πράξεις τους και είναι χαρακτηρισμοί που και ο ίδιος ο κ. Νικολόπουλος χρησιμοποιεί!
Τα σταχυολογήματά μας από την επιστολή:
Ἐμεῖς οἱ ἁπλοὶ χριστιανοὶ αἰσθανόμαστε προδομένοι ἀπὸ τήν «Διοικοῦσα» Ἐκκλησία, ἐννοῶ τὰ διοικητικά της ὄργανα, ὅπως τὴν Ἱερὰ Σύνοδο, τὸν Ἀρχιεπίσκοπο καὶ τοὺς ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι στὴν συντριπτική τους πλειοψηφία εἶναι ἐπιλήσμονες τῆς ἱερωσύνης τους […]
[…] καταπατώντας ἔτσι ἀπροκάλυπτα ὄχι μόνο τοὺς ἀπαγορευτικοὺς ὅλων αὐτῶν τῶν βδελυρῶν ἐκδηλώσεων θείους καὶ ἱεροὺς κανόνες τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἀκόμη τὸ Ἅγιον καὶ ἱερὸν Εὐαγγέλιον, τὸ ὁποῖον παραγγέλλει ρητῶς «αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει..» (Τίτ. γ´10). Καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, ὁ μαθητὴς τῆς ἀγάπης, λέγει ὅτι ἐκεῖνος ποὺ ἀθετεῖ τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ καὶ δὲν μένει πιστὸς σ᾽ αὐτὴν τηρώντας την μὲ ἀκρίβεια, δὲν ἔχει τὸν Θεὸν μέσα του, ἀλλὰ εἶναι χωρισμένος ἀπὸ αὐτόν, καὶ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο, δηλαδὴ τὸν αἱρετικό, «μὴ λαμβάνετε εἰς οἰκίαν καὶ χαίρειναὐτῷ μὴ λέγετε» (Β´ Ἰω. 10). Αὐτοὶ ὅμως οἱ πατριάρχες, οἱ ἀρχιεπίσκοποι καὶ ἐπίσκοποι, ὅσοι ἀκολουθοῦν τὴν παναίρεση τοῦ οἰκουμενισμοῦ, ὄχι μόνο ἀνταλλάσσουν χαιρετισμὸν μὲ τὸν ἀρχιαιρεσιάρχη Πάπα, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ὀρθοδόξους ναοὺς τὸν ὑποδέχονται καὶ συμπροσεύχονται μαζί του καὶ ἐναγκαλίζονται ὡς ἀδελφοὶ περιπόθητοι καὶ ἐπιπόθητοι! […]
[…] Ὅλοι αὐτοὶ οἱ «κύριοι», (διότι πῶς ἀλλιῶς νὰ τοὺς πεῖ κανείς, ἀφοῦ ὡς αἱρεσιάρχες ἀπώλεσαν πλέον τὴν χάρη τῆς ἱερωσύνης καὶ δὲν θεωροῦνται ὡς ἐκ τούτου ἐπίσκοποι καὶ πατριάρχες), ἐξακολουθοῦν νὰ συμπεριφέρονται ὡς ἐπίσκοποι, νὰ εἰσέρχονται εἰς τοὺς ἱεροὺς ναούς, ἀκόμη δὲ καὶ εἰς τὸ θυσιαστήριον ἐντὸς τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, […]
[…] Αὐτὲς τὶς στοιχειώδεις βασικὲς γνώσεις τῆς πίστεώς μας εἶμαι βέβαιος, πατέρα Θεόδωρε, ὅτι τὶς ἐγνώριζαν καλλίτερα ἀπὸ ἐμένα καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ συμμετεῖχαν στὴν ψευτοσύνοδον τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης, καὶ παρόλα αὐτὰ προχώρησαν στὴν ἐπαίσχυντη πράξη τῆς ἀναγνώρισης τοῦ παπισμοῦ ὡς Ἐκκλησίας, προδίδοντας, ὅπως προεῖπα, μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν τὴν ὀρθόδοξη πίστη μας. Ὀρθῶς λοιπὸν καὶ δικαίως Ἐσεῖς, πάτερ Θεόδωρε, τοὺς κατηγορεῖτε ὡς αἱρεσιάρχες καὶ διακόψατε τὴν μνημόνευση ὅλων ἐκείνων ποὺ δέχονται τὴν ἀπόφαση αὐτὴ τῆς ψευδοσυνόδου τοῦ Κολυμπαρίου, κολυμπώντας στὰ λασπόνερα τῆς αἱρέσεως καὶ τῆς πλάνης.