Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

Το Παγκόσμιο Συμβούλιο του Εωσφόρου (Π.Σ.Ε.) και η αιρετική δύση

Ο Άγιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος (1647-1707) υπήρξε φωνή αληθεστάτη διά μέσου τών αιώνων διά τήν Αγίαν Ορθόδοξον Εκκλησίαν.
Εις τό έργον τού «ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ» στή σελ. 4 γράφει: «Τέσσερα μεγάλα θηρία εγέννησεν ο ΙΣΤαιών: Τήν αίρεσιν τοῦ Λουθήρου, τήν αίρεσιν τοῦ Καλβίνου, τήν αίρεσιν τῶν Γιεζουβιτῶν (Ιησουïτῶν: Τάγμα θανάτου τού πάπα· σκοπός του η διάδοσις τοῦ παπισμοῦ καί η υποταγή όλων υπό τόν πάπα) καί τήν αίρεσιν τοῦ Νέου Καλενδαρίου. Κατά δέ τῆς αιρέσεως τοῦ Νέου Καλενδαρίου απεφάνθη η εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλη Οικουμενική Σύνοδος τώ 1593» (Εκκλησιολογικά Θέματα Αθήναι 1980, Τόμος Α, σελ. 61).
Τά κριτήρια γιά τήν επανένωση τῶν διηρημένων Χριστιανῶν δέν μπορεί νά είναι διαφορετικά απ’ όσα ισχύουν γιά τήν ένωση τῶν σωματείων καί οργανώσεων τῶν διαφόρων επιστημονικῶν κλάδων. Οι αστρονόμοι θά συγκλονίζοντο στήν ιδέα ότι θά έπρεπε νά ενωθούν μέ τούς αστρολόγους. Οι τελευταίοι θά πρέπει νά γίνουν αστρονόμοι, ώστε νά μπορέσουν νά γίνουν δεκτοί. Τά μέλη ενός συγχρόνου ιατρικού σωματείου θά συγκλονίζοντο εξ’ ίσου μέ τήν σύσταση, ότι πρέπει νά γίνουν ένα μέ τούς κομπογιαννίτες καί σφετεριστές τοῦ ιατρικοῦ επαγγέλματος. Μέ τόν ίδιο τρόπο οι Πατέρες θά κατεπλήσσοντο μέ τήν ιδέα μιάς ενώσεως τῆς παραδόσεώς των μέ ομολογίες, πού έχουν ελάχιστη ή καμμία κατανόηση γιά τήν Θεραπεία, τῆς Καθάρσεως, ελλάμψεως καί δοξασμοῦ καί έχουν παράσχει ιδρυματική αυθεντία στά χέρια ψευδοθεραπευτῶν. Τό αίτημα τῆς επανενώσεως είναι αίτημα επιτυχίας τῶν ομολογιῶν στό νά παραγάγουν τα αποτελέσματα γιά τά οποία υποτίθεται, ότι υπάρχει τό « Μακάριοι οι καθαροί τή καρδία, ότι αυτοί τόν Θεόν όψονται ».
Πιστεύουμε λοιπόν ότι η διαφορά τῆς Ορθοδοξίας από άλλες ομολογίες καί άλλες θρησκείες βρίσκεται, κυρίως στό θέμα τῆς θεραπείας. Η Ορθοδοξία έχει τέλειο θεραπευτικό σύστημα. Γνωρίζει τήν υγεία, βλέπει μέ ειλικρίνεια τά τραύματα τοῦ ανθρώπου καί συνιστά τέλειο θεραπευτικό τρόπο αγωγής. Έτσι ισχυριζόμαστε ότι, όταν αλλοιώνεται η πίστη, τότε αλλοιώνεται καί η θεραπεία τοῦ ανθρώπου. Οι Άγιοι Πατέρες υποδεικνύουν καί παρουσιάζουν αυτήν τήν θεραπευτική αγωγή. Οι αγώνες γιά τήν διαφύλαξη τῆς πίστεως έγιναν γιά νά διασωθή η μέθοδος θεραπείας.
Παραθέτω κατωτέρω ντοκουμέντα για την συγγένεια τῆς αιρετικῆς Δύσεως και τοῦ Παγκοσμίου Εωσφορικοῦ Συμβουλίου (Π.Σ.Ε.).
Α. Ο Μακαριστός Καθηγητής μου Ιωάννης Κορναράκης ονομάζει το Π.Σ.Ε. ως ένωση και πανσπερμία τῶν προτεσταντικῶν ομάδων πάσης φύσεως και παντός σκοποῦ (Ορθ. Τύπος).
Το Π.Σ.Ε. ο Πατριάρχης Κων/λεως, το θεωρεῖ ως τεταγμένο εις την εμβάθυνση τοῦ πνεύματος τοῦ Ευαγγελίου και γέφυρα για την ένωση «τῶν διηρημένων εκκλησιῶν». Επίσης, στην 60η επέτειο από τῆς ιδρύσεως τοῦ Π.Σ.Ε. (17 Φεβρουαρίου 2008) θεωρεῖ το Σύμβολο τῆς Πίστεως ξεπερασμένο, διότι οι 340 αιρετικές ομάδες τοῦ Π.Σ.Ε. δεν έχουν ανάγκη την ορθή Πίστη, Παράδοση και Αποστολική Διαδοχή, αλλά το κάθε είδους «βάπτισμα». Οι κακοδοξίες και πλάνες τοῦ Π.Σ.Ε. είναι «διαφορετικοί τρόποι διατυπώσεως τῆς ίδιας πίστεως και ποικιλία χαρισμάτων τοῦ Αγίου Πνεύματος.» (Ορθ. Τύπος 19 Φεβρουαρίου 2008).
Επίσης ομιλεῖ για «μεγάλη ποικιλία θεολογικῶν, δογματικῶν και εκκλησιολογικῶν παραδόσεων», εγκωμιάζοντας την παναίρεση τοῦ Οικουμενισμοῦ, η οποία διέστρεψε την Αγία Γραφή και το μήνυμα τῆς Σωτηρίας. Θεωρεῖ απαραίτητη την κοινωνίαν τῶν ομολογιῶν με κοινή πίστη, κοινή δογματική διδασκαλία, κοινό ευχαριστιακό τραπέζι, που είναι το άκρον άωτον τοῦ παραλογισμοῦ και τοῦ δογματικοῦ «τραυματισμοῦ τοῦ Τριαδικοῦ Μυστηρίου».
Η Πατραρχική Εγκύκλιος τοῦ 1920 που συνετέλεσε στην γέννηση τῆς αντιχρίστου Παναιρέσεως τοῦ Οικουμενισμοῦ αποτελεῖ για τον Πατριάρχη «ιστορικό γεγονός» και θεωρεῖ τους αιρετικούς και τις ομολογίες τους ως Εκκλησία.
Τις παραπάνω αιρετικές κακοδοξίες τοῦ Οικ. Πατριάρχου εδέχθησαν και οι άλλοι προκαθήμενοι που συμμετεῖχαν στην ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης.
Β. Ιερομάρτυς Ιλαρίων Τρόϊτσκι:
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΑΛΛΟΙΩΣΕΙΣ
ΠΑΠΙΣΜΟΥ – ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟΥ
Του Πρωτ. Ιωάννη Φωτόπουλου
O Διάβολος καθημερινά πανηγυρίζει βλέποντας σε πόσες σέχτες διαιρέθηκαν οι «πιστοί» του Ιησού.
Η αλήθεια της Εκκλησίας διεστράφη πολύ στη Δύση μετά την έκπτωση της Ρώμης από την Εκκλησία και η Βασιλεία τού Θεού άρχι­σε να μοιάζει εκεί με κάποια επίγεια βασιλεία. Ο Λατινισμός με τους γήινους υπολογισμούς των «καλών έργων», με τη μισθωτή σχέση προς τον Θεό, με την παραχάραξη της σωτηρίας, συσκότισε στη συνείδηση των μελών του τη χριστιανική αντίληψη της Εκκλησίας.
Ο Λατινισμός στο πρόσωπο του Προτεσταντισμού γέννησε ένα εντελώς νόμιμο, αν και πολύ ατίθασο, πνευματικό τέκνο. Ο Προτε­σταντισμός δεν ήταν μια διαμαρτυρία της πρωτοχριστιανικής εκκλησιαστικής συνειδήσεως ενάντια σ’ αυτές τις παραχαράξεις της αλή­θειας, τις οποίες είχε κάμει παραδεκτές ο μεσαιωνικός Παπισμός. Μ’ αυτόν τον τρόπο, όχι σπάνια, έχουν την τάση να παρουσιάζουν τη Διαμαρτύρηση οι προτεστάντες θεολόγοι. Όμως, όχι! Ο Προτεσταντι­σμός ήταν διαμαρτυρία μιας ανθρώπινης ιδέας εναντίον μιας άλλης. Δεν αποκατέστησε τον αρχαίο ΧριστιανισμόΤο μόνο που έκανε ήταν να αντικαταστήσει την παραχάραξη τού Χριστιανισμού με μιαν άλλη παραχάραξη κι αυτό το νέο ψεύδος ήταν πικρότερο από το πρώτο.
Ο Προτεσταντισμός είπε τον τελευταίο λόγο τού Παπισμού, έβγα­λε το τελευταίο λογικό του συμπέρασμα.
Η αλήθεια και η σωτηρία είναι δοσμένα από την αγάπη, δηλ. από την Εκκλησία. Τέτοια είναι η εκκλησιαστική συνείδηση. Ο Λατινισμός, αφού εξέπεσε από την Εκκλησία, άλλαξε αυτή τη συνείδηση και διεκήρυξε: Η αλήθεια δίδεται από το ξεχωριστό πρόσωπο τού Πάπα, από ένα ιδιαίτερο πρόσωπο χωρίς την Εκκλησία, και ο Πάπας έχει την ευθύνη της σωτηρίας όλων.
Ο Προτεσταντισμός μόνο αυτό εξέφρασε: Γιατί η αλήθεια να δίδεται μόνο από έναν Πάπα; Και πρόσθεσε: η αλήθεια και η σωτηρία αποκαλύπτονται σε κάθε ξεχωριστό πρόσωπο ανεξάρτητα από την Εκκλησία. Έτσι κάθε ένας άνθρωπος προβιβάστηκε σε αλάθητο πάπα. Ο Προτεσταντισμός φόρεσε την παπική τιάρα σε κάθε Γερμανό καθηγητή-θεολόγο και με τους αμέτρητους αυτούς πάπες κατέστρε­ψε τελείως την ιδέα της Εκκλησίας.
Υποκατέστησε την πίστη με τη λογική του ατόμου και τη σωτηρία εν τη Εκκλησία με την ονειροπόλο βεβαιότητα για τη σωτηρία μέσω τού Χριστού χωρίς την Εκκλησία, σε μια φίλαυτη απομόνωση από όλους. Για τον προτεστάντη αλήθεια είναι μόνο ό,τι του αρέσει, ό,τι νομίζει αυτός ως αλήθεια.
Στην πράξη βέβαια και οι προτεστάντες από την αρχή, με πλάγιους τρόπους, λα­θραία θα λέγαμε, επέβαλαν κάποια στοιχεία δόγματος σχετικά με την Εκκλησία αναγνωρίζοντας κάποιες αυθεντίες, μόνο όμως στην περιοχή της διδασκαλίας της πίστεως. Όντας όμως ουσιαστικά εκκλησιαστικός αναρχισμός, ο καθαρός Προτεσταντισμός, όπως κάθε αναρχισμός, στην πραγματικότητα αποδείχτηκε τελείως μη πραγματοποιήσιμος κι έτσι μας έδωσε φανερή μαρτυρία γι’ αυτή την αναμφισβήτητη αλήθεια ότι η ανθρώπινη ψυχή είναι από τη φύση της εκκλησιαστική.
Όμως ο Προτεσταντισμός ταίριαξε στο γούστο με την ανθρώπινη φιλαυτία και την αυθαιρεσία κάθε είδους. Η φιλαυτία και η αυθαιρεσία μέσα στον Προτεσταντισμό, όπως ειπώθηκε, κατά κάποιον τρό­πο «εξαγιάσθηκαν» και «ευλογήθηκαν» και τώρα αυτό φανερώνεται στην ατέλειωτη διαίρεση και τον θρυμματισμό πρώτα απ’ όλα του ίδιου τού Προτεσταντισμού.
Συγκεκριμένα, ο Προτεσταντισμός διεκήρυξε ανοιχτά αυτό το μέγιστο ψεύδος: Μπορείς να είσαι χριστιανός χωρίς να αναγνωρίζεις καμία Εκκλησία. Συνδέοντας όμως τα μέλη του με κάποιου είδους υποχρεωτικές αυθεντίες και εκκλησιαστικούς κανόνες, ο Προτεσταντισμός περιπλέκεται σε αδιέξοδες αντιφάσεις: Ο ίδιος απελευθέρωσε το κάθε πρόσωπο από την Εκκλησία και ο ίδιος θέτει κάποια όρια αυτής της ελευθερίας. Από δω ξεκινάει η ανταρσία των προτεσταντών εναντίον των λίγων και οικτρών υπο­λειμμάτων εκκλησιαστικότητος, τα οποία ακόμη φυλάσσονται από τους επίσημους εκπροσώπους των Ομολογιών τους.
Είναι ευνόητο ότι ο Προτεσταντισμός έχει αντιστοιχία προ πάντων με τη γενική διάθεση που κυριαρχεί στη Δύση. Εκεί πέτυχαν μια πολύ καλή οργάνωση της εξωτερικής ζωής και οι άνθρωποι κατέχονται από αλαζονεία γι’ αυτή την επιτυχία και αγάπησαν τον εαυτό τους σε τέτοιο βαθμό που λησμόνησαν τον Θεό και τον πλησίον. Αυτή την αμαρτωλή φιλαυτία, την περιφρόνηση προς τον πλησίον, τη διακηρύτ­τουν και η μοντέρνα φιλοσοφία και η λογοτεχνία. Πως ο υπερήφανος ευρωπαίος να δεχθεί τη διδασκαλία περί Εκκλησίας, όταν γι’ αυτό θα πρέπει πριν απ’ όλα να απαλλαχθεί από τη φιλαυτία και την αυθαιρεσία, να υποταχθεί στην Εκκλησία και να μάθει να αγαπά τους ανθρώπους, βάζοντας τον εαυτό του ταπεινά κάτω από τους άλλους;
(Μικρό ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ «Αρχιεπίσκοπος Ιλαρίων Τρόϊτσκι (1886-1929) Ιερομάρτυς και πρόμαχος της Εκκλησίας του Χριστού» του Πρωτ. Ιωάννη Φωτόπουλου
Γ. Ιερομάρτυς Ιλαρίων Τρόιτσκι: Ο θρυμματισμός του Προτεσταντισμού
Μ’ αυτή την ίδια νέκρα ρεζιλεύεται και η προτεσταντική ψευδοδιδασκαλία. Τι κατάφεραν οι προτεστάντες ατιμάζοντας με τις σοφιστείες τους την ιδέα της Εκκλησίας; Κατάφεραν μόνο τον διαμελισμό και μάλιστα ένα διαμελισμό χωρίς καμιά ελπίδα.
Ο Προ­τεσταντισμός συνεχώς θραύεται σε σέκτες. Εκκλησιαστική προτε­σταντική ζωή δεν υπάρχει. Υπάρχει κάποια «μισο-ζωή» χωρισμένων σεκτών και κοινοτήτων. Την κοινή εκκλησιαστική ζωή, για την οποία προσευχήθηκε ο Κύριος Ιησούς Χριστός στην Αρχιερατική προσευ­χή, ο Προτεσταντισμός τη φόνευσε. Πράγματι, οι ακραίοι «ορθό­δοξοι» προτεστάντες στέκονται πολύ εγγύτερα στους ορθοδόξους χριστιανούς παρά στους προτεστάντες των ακραίων ορθολογιστικών ομάδων, οι οποίες τίποτε κοινό δεν έχουν μεταξύ τους εκτός από αυθαίρετη, και χωρίς καμιά βάση, ιδιοποίηση απ’ αυτούς της ονο­μασίας «προτεστάντες» μιας και γι’ αυτό κανείς δεν θα τους διώξει δικαστικώς. Ποια ενότητα είναι δυνατή μεταξύ τους; Ποια κοινή ζωή μπορεί να υπάρχει  σ’ αυτούς;
Αυτά που λέμε δεν είναι δικά μας. Σε στιγμές ειλικρίνειας αυτά τα ίδια και με ακόμα μεγαλύτερη οξύτητα τα λέγουν και οι ίδιοι οι προτεστάντες. «Η χώρα», γράφει ένας απ’ αυτούς, «η οποία ήταν η κοιτίδα της Μεταρρυθμίσεως, έγινε ο τάφος της πίστεως της Μεταρρυθμίσεως. Η προτεσταντική πίστη είναι ετοιμοθάνατη. Όλες οι νεότερες εργασίες για τη Γερμανία καθώς και όλες οι προσωπικές εκτιμήσεις είναι σύμφωνες μ’ αυτό»«Δεν παρατηρείται στη θεολο­γία μας το γεγονός ότι οι εκπρόσωποί της έχασαν κάθε απόλυτο;», ρωτάει κάποιος άλλος.
Ακόμη θλιβερότερα λόγια ενός τρίτου: «Η ζωτική δύναμη του Προτεσταντισμού εξαντλείται στη σύγχυση των δογματικών σχολών, των θεολογικών ερίδων, των εκκλησιαστικών δι­ενέξεων… Η Μεταρρύθμιση λησμονείται ή περιφρονείται. Ο λόγος του Θεού, για τον οποίο πέθαναν οι Πατέρες αμφισβητείται. Ο Προ­τεσταντισμός είναι σκόρπιος, ασθενής, αδύναμος».
Και ο ορθόδοξος ερευνητής του Λουθηρανισμού τελειώνει την εργασία του μ’ αυτό το λυπηρό συμπέρασμα: «Εγκαταλελειμμένοι στην τύχη τους, στην υποκειμενική τους λογική και πίστη οι λουθηρανοί προχώρησαν τολ­μηρά σε λαθεμένο δρόμο. Ο αυτονομημένος και αυτοδίδακτος ατομισμός διέστρεψε τον Χριστιανισμό, διέστρεψε την ίδια τη συμβολική διδασκαλία της πίστεως και έφερε τον λουθηρανισμό στο χείλος της καταστροφής. Όλο και περισσότερο απορρίπτονται στον λουθηρανι­σμό οι αυθεντίες των πρώτων μεταρρυθμιστών, όλο και περισσότερο εξαφανίζεται το κοινό πιστεύω, όλο και περισσότερο πλησιάζει ο λουθηρανισμός στον πνευματικό του θάνατο»[1].
Τον τελευταίο καιρό προέκυψαν στον Προτεσταντισμό όχι και λίγα φαινόμενα τα οποία αποκάλυψαν όλη την καταστροφικότητα και την ψευτιά του χωρισμού χριστιανισμού και Εκκλησίας που ο ίδιος προκάλεσε. Μεταξύ των παστόρων εμφανίστηκαν κάποιοι οι οποίοι στους πιστούς τους όχι μόνο δεν εκήρυτταν Χριστόν εσταυρωμένον, αλλά αρνούνταν ακόμη  και την ύπαρξη προσωπικού Θεού. Κάποιοι άλλοι εξέφρασαν ανοιχτά τη συμπάθειά τους σε κάποιον κακόβου­λο εχθρό του χριστιανισμού[2], ο οποίος καλυπτόμενος πίσω από την επιστήμη, «απέδειξε» ότι ο Χριστός ποτέ μα ποτέ δεν έζησε στη γη, ότι, επομένως, όλο το Ευαγγέλιο είναι μόνο μύθος. Σ’ εμάς υπάρχουν πολλοί που έχουν την τάση να ονομάζουν τους προτεστάντες χρι­στιανούς. Γι’ αυτούς είναι δύσκολο να υποθέσουμε ότι έχουν υγιή τον νου τους (δες παραπάνω τους λόγους του Μ. Αθανασίου).
Πράγματι, τώρα είναι στον καθένα σαφές ότι χάνοντας την Εκκλησία οι προτε­στάντες χάνουν και τον Θεάνθρωπο Χριστό. Σήμερα οι προτεστάντες παραδέχονται ανοιχτά ότι στη Γερμανία αναγνωρίζει τη θεότητα του Χριστού όχι περισσότερο από το ένα τρίτο των παστόρων. Αυτό δεν είναι τίποτε άλλο από πνευματικός θάνατος διότι «ο μη έχων τον υιόν του Θεού, την ζωήν ουκ έχει» (Α Ιω. 5,12).
__________________
[1] ΤΕΡΕΝΤΙΕΦ Ν., Τό σύστημα τής λουθηρανικής ομολογίας πίστεως στά συμβολικά βιβλία τοϋ λουθηρανισμού, Καζάν σ. 460 (έπ. ρωσ. έκδ.).
[2] Paul Drews (1858-1912): Γερμανός προτεστάντης θεολόγος