Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

«Μηδέν ελαττωθήναι ποιήσαντι την αλήθειαν εν τη προδοσία των δήθεν υπερκρατούντων»

(Μ. Βασίλειος – Επιστολή (17) προς Ωριγένην)
ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ
Αναμφίβολα, υπάρχει δυσκολία στην προσπέλαση των αγιολογικών κειμένων των Πατέρων, λόγω πνευματικής πενίας. Την πνευματική πενία συμπληρώνει, πολλές φορές, κα η αμάθεια. Στη ζωή της Εκκλησίας, δεν υπάρχουν μόνο τα μυροβόλα λείψανα των αγίων. Η ζωντανή χάρη του Θεού υπάρχει και στα «κεκρυμμένα» των κειμένων των Πατέρων.
Έτσι και στα κείμενα του Μ. Βασιλείου υπάρχουν, μέσα σε λίγες γραμμές τα «αεί διαρρέοντα» και τα «μη ορώμενα». Άβυσσος αγιότητος και πνευματικής σοφίας κρύβονται και στην επιστολή αυτή (17) προς Ωριγένην.
Ο Άγιος Βασίλειος δεν ήταν μόνο ένας σοφός – οξυδερκής παρατηρητής των ανθρωπίνων πραγμάτων αλλά, το κυριότερο ήταν βαθύς ερμηνευτής των νόμων του Θεού και της Αγίας Γραφής. Οι πνευματικοί νόμοι λειτουργούν αδιάκοπα, σύμφωνα πάντα με την κρίση του Θεού, στη ζωή των ανθρώπων και στο χώρο της Εκκλησίας.
Για την επιστολή αυτή γράφει ο σχολιαστής – μεταφραστής (Ε.Π.Ε. – τόμος 2): «Εγράφη κατά την βασιλείαν του Ιουλιανού (361-363). Εις την Καππαδοκίαν ανεδείχθη τότε ο Ωριγένης αυτός, ο οποίος ετόλμησε να υπερασπισθή την Χριστιανικήν θρησκείαν με ομιλίας και συγγράμματα. Ο Βασίλειος τον συγχαίρει δια τούτο». (Ε.Π.Ε. – τόμος 2).
Στην επιστολή συνοψίζεται με σαφήνεια – ευκρίνεια ένα πολυεπίπεδο σύμπλεγμα πνευματικών ή, καλύτερα, Εκκλησιαστικών αληθειών.
Ο Ιουλιανός με τον έκδηλο ειδωλολατρικό ορθολογισμό του, έβλεπε την Ορθοδοξία υπό το πρίσμα του ισχυρού ατομικισμού του αρχαίου Ελληνισμού στα όρια της αποστασίας από την αληθινή πίστη των Ορθοδόξων.
Στη φιλοσοφική του θεώρηση περί Κράτους – Εξουσίας δεν αναγνώριζε το διακονικό ρόλο της εξουσίας (Ρωμ. 13, 1-6). Τον ρόλο των εξουσιών ο Ιουλιανός δεν τον αναζήτησε στην αυθεντία και στο αλάθητο της Εκκλησίας αλλά στην κατά άνθρωπο φιλοσοφία. Η ειδωλολατρική οπτική γωνία του Ιουλιανού τον παρέσυρε σε κατασκευή κανόνα εξουσίας με ανθρώπινη βεβαιότητα, που είχε στόχο την κατάλυση του Χριστιανισμού. Ασφαλώς δεν είχε συνειδητοποιήσει – πιστέψει, ότι ο Χριστός είναι το κλειδί της ιστορίας. Δεν είναι τυχαίος ούτε αστήρικτος ο χαρακτηρισμός του Μ. Βασιλείου περί «δήθεν υπερκρατούντων», περί δυνάμεων δηλ. εξουσίας που νόμιζαν ότι υπερτερούσαν της δύναμης της παγκόσμιας ιστορίας, που είναι ο Χριστός!
Ομόλογες και ομογενείς είναι και εκείνες οι εκκλησιαστικές ηγεσίες, οι οποίες με αφετηρία αλήθειες της πίστεως προχωρούν με τα βήματα της νόησης σε πεποιθήσεις, που δημιουργούν υποκειμενικές (προσωπικές) σχέσεις με το Θεό σε κατεύθυνση αιρετική.
Έτσι προδοτικά ως προς την πίστη λειτουργούν οι ηγεσίες, πολιτικές ή εκκλησιαστικές, όταν αποδεσμευθούν από την αλήθεια της Ορθοδοξίας, ως «δήθεν υπερκρατούντες».
Η πτώση του ανθρώπου δημιούργησε και το αλαζονικό φρόνημα, ότι είναι κυρίαρχος του κόσμου.
Η διαστροφή της θεϊκής αποστολής των εξουσιών, ως θεσμών, είναι γεγονός βεβαιωμένο ιστορικά, κοινωνιολογικά, Γραφικά. Αν μελετήσουμε το διάλογο της ερήμου μεταξύ Χριστού και διαβόλου (Λουκ. 4, 5-7), αντιλαμβανόμαστε την εισβολή του δαιμονικού στοιχείου στο μυαλό της ανθρώπινης εξουσίας, το οποίο δημιούργησε τους δυνάστες, τους ισχυρούς, τους τυράννους, τα αντίχριστα κοινωνικά συστήματα, τους πολέμους, την φτώχεια, την εξαθλίωση, τους «δήθεν υπερκρατούντες» κατά το Μ. Βασίλειο. «Ο φθόνος του διαβόλου έφερε το θάνατο στη Γη», αναγράφεται στη Σοφία Σολομώντος (2,24).
Όλοι οι μεγάλοι Πατέρες όρθωσαν το πνευματικό τους ανάστημα στη λογική των «υπερκρατούντων», στους αγώνες για την πίστη, για την ελευθερία, για την κοινωνική δικαιοσύνη, είτε οι «υπερκρατούντες» είχαν έκφραση πολιτική είτε εκκλησιαστική. «Υπερκρατούντες» και διαστρέβλωση της αλήθειας είναι (ιστορικά) διαλεκτικά δεμένα, με ακραία έκφραση, κορύφωση, τον διωγμό της αλήθειας.
Η αλήθεια της Ορθοδοξίας που διατηρήθηκε αναλλοίωτη από την εποχή του αρχέγονου Χριστιανισμού, χωρίς αλλαγές και διαστρεβλώσεις, ήταν το επίκεντρο της σωτηριολογικής ελπίδας των Πατέρων. Χωρίς δηλ. ορθή (εκούσια) δογματική συνείδηση δεν υπάρχει αγιασμός – σωτηρία.
Γι’ αυτό, ο επαινετικός λόγος του Μ. Βασιλείου για τον Ωριγένη στην επιστολή του (17), φανερώνει την κύρια βάση της Εκκλησίας, που είναι η προστασία της Αλήθειας.
«Ωφείλεται δε μεγάλη χάρις εις τον αγαθόν Θεόν, ο οποίος έκαμεν ώστε να μη ελαττωθή η αλήθεια λόγω της προδοσίας των δήθεν ανωτάτων αρχόντων, αλλ’ αναπλήρωσε με σας την συνηγορίαν υπέρ του λόγου της ευσεβείας», σημειώνει κατηγορηματικά ο Ι. Πατήρ. Είναι φανερό, ότι ο Μ. Βασίλειος αναδεικνύει την ενότητα της πνευματικής ζωής ή, καλύτερα, υπενθυμίζει ότι Ομολογία και Άσκηση είναι αλληλοσυμπληρούμενα πνευματικά μεγέθη, παρ’ όλες τις σημερινές προσπάθειες των «δήθεν υπερκρατούντων», των μετα-πατερικών, να οδηγήσουν το πλήρωμα σε «νέα ανάγνωση της Ορθοδοξίας» όπως αναγράφεται, δυστυχώς, και στο νέο βιβλίο του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου.
Ο Μ. Βασίλειος υπενθυμίζει έναν αξονικό πνευματικό νόμο της Εκκλησίας, στον οποίο αναφέρεται και ο Απ. Παύλος: «Ενώ κακοπαθώ μέχρι δεσμών ως κακούργος· αλλ’ ο λόγος του Θεού ου δέδεται» (Β΄ Τιμ. 2,9).
Όποια στένωση και αν δημιουργηθεί στη ροή της Ευαγγελικής Αλήθειας, όποια ανθρώπινη θεολογική ερμηνεία και αν καταλάβει τον δημόσιο, πολιτικό ή εκκλησιαστικό χώρο, η Αλήθεια του Χριστού, η Αλήθεια της Ορθοδοξίας, βρίσκει πάντα διέξοδο ώστε «μηδέν ελαττωθήναι», όπως υπογραμμίζει κατηγορηματικά ο Μ. Βασίλειος.
Διαυγέστατη η γραμμή του Μ. Βασιλείου, θεμελιώδης βάση στη ζωή της Εκκλησίας η ομολογία, αναπότρεπτη ανάγκη ο βηματισμός στην γραμμή της Γραφής, εμφανής η γραμμή των αγίων Πατέρων όταν κινδυνεύει η Αλήθεια.
Δόξα τω Θεώ, που υπάρχει και σήμερα προσπάθεια ανάσχεσης του πολυεπίπεδου συμπλέγματος των αιρέσεων, που ακούει στο όνομα «Οικουμενικότης – Οικουμενισμός».
Ιδιαίτερα σήμερα, όπου οι «δήθεν υπερκρατούντες» προωθούν πολυεθνική, πολυθρησκευτική, πολυγλωσσική και οικουμενιστική Ελλάδα, πιστεύοντες πως είναι μη ελεγχόμενοι από καμία δύναμη. Αγνοούν ή θέλουν να αγνοούν, ότι η ιστορία βαδίζει στους ρυθμούς του θελήματος και της οικονομίας του Θεού, όπως αυτή εκφράστηκε στην διαχρονική Ορθόδοξη Εκκλησία.
Η συνθηματολογία των οικουμενιστικών «υπερκρατούντων», περί αγάπης, ειρήνης και ενότητας είναι (ακουστικά) ελκυστική. Γι’ αυτό και μεγάλο τμήμα των Ορθοδόξων δεν θέλει το Πατερικό πέρασμα στις περιπέτειες μιας ομολογίας της Πίστεως.
Ο έπαινος του Μ. Βασιλείου στον Ωριγένη αποτελεί στηλίτευση και αποδοκιμασία της διασπάσεως Ομολογίας και Ασκήσεως, διότι στην πράξη την ακολουθεί ελάττωση της αληθείας και αναίρεση του λόγου της ευσεβείας.
Για την ομολογία του Ωριγένη ο Μ. Βασίλειος υπογραμμίζει: «Υμίν δε ανθηρόν και αεί νέον ο Κύριος τον μισθόν τον υπέρ του ονόματος αυτού λαληθέντων παρέξει» δηλ. με απλά λόγια: «Εις σας δε θα παράσχη ο Κύριος ανθηρόν και πάντοτε νέον μισθόν δι’ όσα εκηρύξατε υπέρ αυτού».
ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ
ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ