Πέμπτη, 28 Δεκεμβρίου 2017

Σημαντικοί Άγιοι που εορτάζουν σήμερα

Ο Όσιος Σίμων ο Μυροβλύτης, Κτίτωρ της Σιμωνόπετρας, ο Άγιος Νήφων ο Κοινοβιάρχης που ασκήθηκε στους Λειψούς και την Πάτμο και άλλοι σημαντικοί Άγιοι που εορτάζουν σήμερα
Προς Πέτρον έσχε κοινά κλήσιν και πέτραν,
Yπερτερεί μύρω δ’ ο της πέτρας Σίμων.
Σίμων ὑπερβὰς ἀστεροσκόπων θέαν.
Τὴν Βηθλεὲμ παρῆκε πρὸς πόλον θέων,
Εἰκάδι ὀγδοάτη βίοτον λίπε λυγρὸν ὁ Σίμων.
Βιογραφία
Ο Όσιος Σίμων ο Μυροβλύτης ήταν ο κτήτορας της τολμηρότερης αρχιτεκτονικά αγιορείτικης μονής, της Σιμωνόπετρας. Υπήρξε θαυμάσιος ασκητής, θαυματουργός και μυροβλύτης.
Υποτάχθηκε σε αυστηρό Γέροντα και τόσο τον αγάπησε, ώστε την ώρα πού κοιμόταν ασπαζόταν τα πόδια του και κατά την απουσία του τον τόπο της κατακλίσεώς του.
Πίστευε ότι δίχως αυτόν δεν θα μπορούσε ν΄ ανεβεί στον ουρανό. Η υποταγή του έδωσε την υψοποιό ταπείνωση και αυτή τη διάκριση. Με την ευλογία του Γέροντα του κατοικεί σε σπήλαιο, πού σώζεται μέχρι σήμερα κοντά στη μονή του, για να δοθεί όλος στην προσευχή, δίχως να φοβάται τις συχνές επιθέσεις των δαιμόνων. Οι επισκέψεις των ανθρώπων τον σύγχυζαν και ετοιμαζόταν ν΄αναχωρήσει σ΄ ερημικότερο τόπο, όταν άκουσε προσευχόμενος ουράνια φωνή· «Σίμων, φίλε πιστέ, και λάτρη του Υϊού μου, μη αναχωρεί των ώδε, ότι εις φως τέθεικά σε μέγα, και μέλλω να δοξάσω τον τόπον τούτον με το όνομα σου». Πιστεύοντας στην αναξιότητά του ο άξιος, θεώρησε τη φωνή τέχνασμα του πονηρού. Τη νύκτα των Χριστουγέννων προσευχόμενος είδε αστέρα να κατεβαίνει από τον ουρανό και να στέκεται πάνω στην πέτρα, όπου σήμερα η μονή, και η φωνή της Θεοτόκου να του λέγει· «Εδώ πρέπει να θεμελίωσης, ω Σίμων, το κοινόβιόν σου, και να σώσης ψυχάς, και πρόσεχε καλώς· μη απιστήσης, ως πρότερον, εγώ θέλω είμαι βοηθός σου».
Θαυματουργικά προχώρησε στην ανοικοδόμηση της μονής ο όσιος. Την εκκλησία αφιέρωσε στο όνομα της κατά σάρκα Γεννήσεως του Κυρίου και τη μονή ονόμασε Νέα Βηθλεέμ. Με θεάρεστη πολιτεία τελείωσε τον βίο του σε προχωρημένη ηλικία στις 28 Δεκεμβρίου 1257 μ.Χ. Ανάμεσα στους τελευταίους λόγους, πού είπε στους υποτακτικούς, λίγο πριν το τέλος του, ήταν και οι εξής· «Θέλω να σας επισκέπτομαι πάντοτε, και θέλω σας φυλάττω από κάθε πειρασμόν ορατόν και αόρατον... να ήστε ειρηνικοί· φιλόξενοι· να επιτελήτε τας εορτάς πνευματικώς... να ευλαβήσθε και τον Ηγούμενον με όλην σας την δύναμιν. Αυτά εάν φυλάττητε και μετά τον θάνατον μου, καθώς και ζώντος μου τα εφυλάττετε, θέλω είμαι νοερώς μαζί σας πάντοτε...». Ονομάσθηκε μυροβλύτης, γιατί «τοις πάσιν εφαίνετο μύρον αναβλύζον από του τάφου αυτού». Δυστυχώς και το χαριτόβρυτο λείψανο του και ο τάφος του μένουν σήμερα κρυμμένα και άγνωστα. Ο Σέρβος δεσπότης Ιωάννης Ούγγλεσης (+1371 μ.Χ.), ύστερα από θαυματουργική επέμβαση του οσίου στη θεραπεία του τέκνου του, μεγάλωσε τη μικρή μονή και την πλούτισε με δωρεές και αφιερώματα.
Ο όσιος Ησαΐας έγραψε τον βίο του, τον όποιο μετέγραψε ο όσιος Νικηφόρος ο Χίος. Οι μοναχοί Θεόφιλος και Ραφαήλ συνέθεσαν κανόνες, ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης Χαιρετισμούς και Εγκώμιο, ο μακαριστός αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης οκτώηχο κανόνα και εξέδωσε την ακολουθία του το 1924 μ.Χ.
Περισσότερες λεπτομέρειες για το θαυμαστό βίο και τα θαύματά του μπορεί κανείς να δει εδώ
Σημείωση: Οι Πατέρες της Σιμωνόπετρας μας διηγήθηκαν ότι είχαν ερωτήσει το σύγχρονο χαρισματούχο Γέροντα Αμβρόσιο Λάζαρη περί του Ι. Λειψάνου και του τάφου του Οσίου Κτίτορός τους. Ο Γέρων τους είπε πως το Λείψανο βρίσκεται ενταφιασμένο κατά την επιθυμία του Οσίου, κάτωθεν της θύρας που χωρίζει τη Λιτή από το Καθολικό της Μονής τους, έτσι ώστε να τον πατούν συμβολικά οι Πατέρες καθημερινώς και να ταπεινώνεται! Τους πληροφόρησε όμως πως ο Όσιος δεν τους δίνει την ευλογία του να το βγάλουν διότι τα θαύματα που θα επιτελούνταν από το Χαριτόβρυτο Μύρο του θα ήταν τόσα πολλά που η αθρόα εισροή των Προσκυνητών θα τους δημιουργούσε επιπρόσθετες μέριμνες που θα ήταν επιζήμιες για το Μοναστικό τους αγώνα.
Η τοποθεσία επιβεβαιώθηκε αρκετά χρόνια μετά, καθώς οι Πατέρες σκάβοντας κάτω από το Καθολικό για να φτιάξουν αποθήκη, χτύπησαν την κορυφή ενός θολωτού τάφου αλλά στάθηκε αδύνατο να σκάψουν πιο κάτω αφού έπαυε η λειτουργία των τα μηχανημάτων!

Φωτογραφίες της Παλαίστρας (Σπηλαίου) του Οσίου Σίμωνος του Μυροβλύτου εδώ

 Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ΄.
Τὸν περιλάλητον πιστοὶ Μυροβλύτην, καὶ πανυπέρτιμον Χριστοῦ μαργαρίτην, καὶ μοναζόντων ἔρεισμα, καὶ θεῖον ἀσκητήν, πάντες εὐφημήσωμεν, πρὸς αὐτὸν ἐκβοῶντες· Σίμων μάκαρ φύλαττε, ἐξ ἐχθρῶν ἐπηρείας· ἣν ἐδομήσω νέαν Βηθλεέμ, ὁδηγηθεὶς δι’ ἀστέρος τρισόλβιε,
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῇ ἀσκήσει ἐκλάμψας ἐν Ἄθῳ Ὅσιε, ὡς καθαρθεὶς τὴν καρδίαν τῶν ἀρετῶν τῷ φωτί, ἐδοξάσθης θαυμαστῶς Σίμων μακάριε· διὸ καὶ βλύζειν κρουνηδόν, μύρα εὔοσμα ἡμῖν, ἠξίωσαι μετὰ τέλος. Ἀλλὰ μὴ παύσῃ πρεσβεύων, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς τῶν Ὁσίων ἀνυμνοῦμέν σε ἀκρέμονα καὶ Ἀποστόλων ὀπαδόν καὶ ἰσοστάσιον καὶ τοῦ Ἄθω σεμνολόγημα καὶ φωστῆρα· Δὸς οὖν Πάτερ καὶ ἡμῖν τὴν σὴν ἀντίληψιν Ὑπέρ πάντων ἐξαιτούμενος τὸν Κύριον Τῶν βοώντων σοι, χαίροις Σίμων τρισόλβιε.
Μεγαλυνάριον (ακούστε το στο παρακάτω βίντεο από τη χορωδία της Μονής)
Σίμωνα τον Μέγα, εν ασκηταίς, και τον εν τω Άθω,
μοναζόντων υπογραμμον. Τον τας πανουργίας εχθρού καταβαλόντα.
Τον θείον Μυροβλύτην, ύμνοις τιμήσωμεν.
 *****
Όσιος Ιωάσαφ Σιμωνοπετρίτης (14ος αι.)
Κατά παράδοση, που υπάρχει στη Μονή Σίμωνος Πέτρας, ο όσιος Ιωάσαφ ήταν υιός Σέρβου ηγεμόνος. Νέος αρνήθηκε τη ματαιότητα των προσκαίρων τιμών και ήλθε να κοινοβιάσει σε αυτή τη Μονή δίχως να δηλώσει την αρχοντική του καταγωγή. Με απλότητα και αγάπη διακόνησε τη μετάνοιά του σε ταπεινά διακονήματα μέχρι του τέλους του. Μετά την κοίμησή του έγινε γνωστή η κοσμική του ιδιότητα.
Η μνήμη του είναι άγνωστη στους συναξαριστές, καθώς και η χρονολογία ακμής του. Εικόνες του υπάρχουν στη Μονή Σίμωνος Πέτρας νεώτερης τέχνης. Μοναχοί της Μονής, που έφεραν το όνομα αυτό, εόρταζαν στις 28 Δεκεμβρίου, όπου και η μνήμη του κτήτορος Σίμωνος του Μυροβλύτου. Στην ασματική ακολουθία του αγίου Σίμωνος γίνεται μνεία και του ονόματος του οσίου Ιωάσαφ.
Στα αρχεία της Σιμωνόπετρας υπάρχει η εξής διήγηση:
 "Εἰς τὸν καιρὸν τούτου τοῦ βασιλέως Ἰωάννου Οὔγγλεσι, εἶχον οἱ Τοῦρκοι τὴν καθέδρα τῆς ἐξουσίας τους εἰς τὸ Ἰκόνιο, πόλιν τῆς Ἀνατολῆς, καὶ ἔκαμναν εἰς τοὺς τόπους τῶν Ῥωμαίων βασιλέων μεγάλους ἀφανισμούς· ἀφ᾿ οὗ δὲ ἔκαμαν ἀγάπην μὲ αὐτούς, ἦλθον καὶ εἰς τὰ μέρη τῆς Σερβίας, καὶ ἀφάνιζαν καὶ ἐκείνους τοὺς τόπους καὶ ὥρμησαν νὰ πολεμήσουν τοῦτον τὸν Ἰωάννη καὶ λοιπὸν ἐξ ἀνάγκης ἐκινήθη καὶ αὐτὸς ἐναντίον τους, ὁμοῦ μὲ τὸν αὐταδέλφων του Κράλην, καὶ εἰς μὲν τὴν ἀρχὴν τοὺς νίκησαν, ὕστερον δὲ λαβόντες θάρρος ἀπὸ τὴν προτέρα νίκη ἀμερίμνησαν, καὶ τοῦτο παρατηρήσαντες οἱ Τοῦρκοι, ὥρμησαν ἔξαφνα κατ᾿ αὐτῶν μίαν νύκτα, καὶ ἄλλους μὲν φόνευσαν, ἄλλοι δὲ ἀπὸ τὴν σάστισίν τους ἔπεσαν μέσα εἰς τὸν ποταμὸν Ταίναρο, τὸν νῦν λεγόμενο Τούντζαν, καὶ ἀθλίως πνίγηκαν. Μετὰ δὲ τῶν ἄλλων ἐθανατώθη καὶ ὁ ἴδιος βασιλεὺς Ἰωάννης, καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ὥρμησαν πλέον ἀνεμπόδιστος οἱ Τοῦρκοι εἰς τοὺς τόπους τῆς Σερβίας, καὶ ἔκαμαν ἀνεκδιήγητα κακά. Ὁ δὲ υἱὸς τοῦ βασιλέως Ἰωάννου, ἢ ἀπὸ τοὺς μεγάλους φόβους, ἢ ἀπὸ τὴν καλήν του γνώμην διὰ τὴν σωτηρίαν του, ἄφησε τὰ βασίλεια, καὶ πῆγε ὡς εἰς λιμένα σωτήρων εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ προσκυνήσας ἀγνώριστος τὰ ἐκεῖ μοναστήρια καὶ ἀσκητήρια, ἦλθε τέλος πάντων καὶ εἰς τὸ δικό του μοναστήριον τοῦ ἁγίου Σίμωνος· ἐκεῖ δὲ ἐλθῶν ἔστειλε τὸν πορτάρη πρὸς τὸν ἡγούμενον, νὰ τοῦ φανερώσῃ πὼς ἔχει νὰ τοῦ εἰπῇ λόγον καὶ ἀπελθὼν ἐκεῖνος ἀνήγγειλε εἰς τὸν ἡγούμενον, ὅτι ἕνας νεανίας, τὴν ὄψιν ὡραῖος, τὸ σχῆμα φοβερός, κατὰ τὰ φορέματα πτωχός, κατὰ τὸν λόγον εὔτακτος, κατὰ τὰς ἀποκρίσεις φρόνιμος, καὶ κατὰ τὸ φαινόμενο θεοφοβούμενος καὶ δοῦλος Χριστοῦ, ζητεῖ νὰ συνομιλήσῃ μὲ τὴν ἁγιωσύνην σου· ὁ δὲ ἡγούμενος εἶπε εἰς τὸν πορτάρη, ἂς ἔλθη· καὶ εἰσελθὼν καὶ εἰπὼν ἐκεῖνο ὁποῦ ἤθελε, Ἔμεινε εἰς τὸ μοναστήριον ἰκανὰς ἡμέρας· καὶ ἰδὼν τὴν εὐταξία τῶν μοναχῶν, τὴν ταπείνωσιν, τὴν εὐτέλεια τῶν φορεμάτων, τὴν ὑπακοὴ κατὰ πάντα εἰς τὸν ἡγούμενον, τὴν προθυμία εἰς τὰς ἀκολουθίας, τὴν σιωπή, τὴν τάξιν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ λοιπά, δόξασε τὸν Θεὸν καὶ τότε προσκαλεστεὶς ἀπὸ τὸν ἡγούμενον ἐρωτᾶται, ἐὰν τὸν ἀρέσει τὸ μοναστήριον καὶ οἱ τάξες του· ὁ δὲ νέος ἀπεκρίθη, πολλὰ καλά μου ἀρέσουν, πάτερ. Λοιπὸν (τὸν ἐρωτῶ πάλιν), μένεις καὶ ἐσὺ ἐδῶ, ὡς καὶ οἱ λοιποί, διὰ τὴν ἐλπιζομένην βασιλείαν τοῦ Χριστοῦ; Ναί, ἀπεκρίθη, μένω μὲ τὴν ἁγίαν σου εὐχήν. Τὸν ἐρωτῶ πάλιν ὁ ἡγούμενος· ποῖον ἐργόχειρο ἠξεύρεις νὰ κάμνῃς, τέκνον; Ὁ δὲ ἀπεκρίθη, κηπουρὸς εἶμαι, πάτερ· καὶ λοιπὸν μένεις ἕως τέλους τῆς ζωῆς σου, νὰ σκάπτῃς, νὰ φυτεύῃς, νὰ ποτίζῃς καὶ νὰ κοπιάζῃς χειμῶνα καὶ καλοκαῖρι εἰς τὸν κῆπο διὰ τὴν ἀδελφότητα, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν διὰ τὸν Χριστόν; Ὑπόσχομαι, τοῦ ἀπεκρίθη, ὅλα αὐτὰ νὰ τὰ κάμνω· καὶ βαλὼν μετάνοιαν, ἐδιωρίσθη εἰς τὸν κῆπο μετὰ δὲ τριῶν χρόνων δοκιμασία, ἔγινε μοναχός, προκόπτων καθ᾿ ἑκάστην, καὶ ἀναβάσεις τιθέμενος ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, κατὰ τὸν Δαβίδ, ταπεινούμενος καὶ ὑπακούων εἰς ὅλους τοὺς ἀδελφούς.
Τί τὸ ἐντεῦθεν; Δὲν ὑπέφερεν ὁ ἐχθρός της σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων διάβολος, νὰ βλέπει τοῦ βασιλέως τὸν υἱὸν κηπουρό, μὲ τόσους κόπους καὶ μὲ τόση ταπείνωσιν λοιπὸν ἀρματώνεται κατ᾿ αὐτοῦ μὲ ὅλην του τὴν πανοπλία καὶ πρῶτον μὲν ἔσπειρε εἰς αὐτὸν πονηροὺς λογισμούς, καὶ ἄρχισε νὰ μετανοῇ διὰ τὸ ἔργον ὁποῦ ἐκαταπιάσθη, καὶ νὰ συλλογίζεται, ὅτι δὲν τελειώνει ὀγλήγορα, ἀλλὰ ἔχει νὰ περάσῃ μὲ αὐτὸ ὅλη του ἢ ζωή· ἔπειτα καὶ εἰς μῖσος τῶν ἀδελφῶν τὸν ἐκίνησε, καὶ εἰς ἀμέλεια τῆς προσευχῆς καὶ τῶν ἄλλων τῆς ἀσκήσεως ἔργων τὸν ἔφερε, καὶ ἄλλα πολλὰ τοῦ προξένησε ὅμως δὲν εὐχαριστεῖται νὰ τὸν πολεμῇ ἀπὸ ἕνα μέρος μόνον, ἀλλὰ κινεῖ καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τοὺς ἀδελφοὺς νὰ ὀργίζονται καὶ νὰ θυμώνουν κατ᾿ αὐτοῦ, καὶ νὰ τὸν ὑβρίζουν, πὼς εἶναι ἀνάξιος τοῦ ἔργου ὁποῦ ὑπεσχέθη, πὼς ἐν ἀμελείᾳ ἐργάζεται τοὺς κήπους, πὼς ἔγινε πρὸς αὐτοὺς αἴτιος σκανδάλων καὶ ταραχῶν καὶ ταῦτα μὲν ὁ ἐχθρός. Ὁ δὲ μακάριος εἰς μὲν τοὺς ἀδελφοὺς ἄλλον λόγον δὲν ἔλεγε, παρὰ τοῦτον μόνον, συγχωρήσατέ μοι, πατέρες, καὶ θέλω βάλω τώρα ἀρχὴν καλὴν τοῦ ἔργου· πρὸς δὲ τὸν διάβολο ἀρματώθη μὲ τὸ ἀνίκητο ἅρμα τοῦ Χριστοῦ, τὸ Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με· μὲ τοῦτο τὸ βέλος πλήγωνε, κάθε ὥραν τὸν σατανᾶ, καὶ ἔδιωχνε εἰς ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς του πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ· καὶ τοιουτοτρόπως ἀγωνιζόμενος, νίκησε κατὰ κράτος τὸν ἀντίπαλο διάβολο, καὶ ἔγινε εἰς ὅλον τὸ ὕστερον δοχεῖον τῶν ἀρετῶν καὶ σκεῦος ἐκλεκτὸν τοῦ ἁγίου Πνεύματος· τόσον ὁποῦ ἠξιώθη καὶ ἀποκαλύψεως θείας περὶ τοῦ τέλους καὶ τῆς πρὸς Θεὸν ἐκδημίας του· διότι ἐφάνη εἰς αὐτὸν ὁ Κύριος ἡμῶν, καὶ τὸν προσκάλεσε νὰ ὑπάγῃ νὰ κληρονομήση τὴν οὐράνιον βασιλεία, ἀντὶ τῆς πρόσκαιρου βασιλείας ὁποῦ καταφρόνησε. Ὅθεν ἀσθενήσας ὀλίγον, ἀπέστειλεν ἕνα τῶν ἀδελφῶν, νὰ εἰπῇ εἰς τὸν ἡγούμενον νὰ τοῦ εἰπῇ λόγον μυστικὸν ὁ δὲ ἐλθὼν πρὸς αὐτὸν εἶπε· Τί ἔχεις, τέκνον; Διὰ Τί μὲ προσκάλεσες; Σὲ προσκάλεσα, πάτερ, ἀπεκρίθη, ὅτι ὁ Χριστὸς μὲ προσκαλεῖ νὰ ὑπάγω πρὸς αὐτὸν μετὰ λίγη ὥραν, νὰ ἀπολαύσω τὸν μισθό μου κατὰ τὰ ἔργα μου· ἤξερε λοιπόν, πάτερ, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ βασιλεὺς καὶ κτίτωρ ταύτης τῆς ἱερᾶς μονῆς· ἐγὼ εἶμαι ὁ υἱὸς τοῦ βασιλέως Ἰωάννου. Καὶ ταῦτα ἀκούσας ὁ ἡγούμενος κατεπλάγη, καὶ θαύμασε τὴν τελείαν αὐτοῦ ὑπακοὴ καὶ ταπείνωσιν καὶ πῶς, τέκνον μου, τοῦ λέγει, δὲν μᾶς τὸ ἐφανέρωσας, μόνον τὸ ἀπεσιώπησας; Πῶς δὲν μοῦ τὸ ἀνήγγειλας κατὰ μυστικὸν τρόπον, ὅτι ἐσὺ εἶσαι ἐκεῖνος, ὁποῦ διὰ μέσου σου κατοικοῦμε ἡμεῖς ἐδῶ; Ὁ δὲ ἀπεκρίθη, καὶ ἀνίσως σᾶς τὸ ἔλεγα, ὅτι εἶμαι ὁ βασιλεύς, δὲν ἤθελα κερδίσω τὸν Κύριον καὶ Θεόν μου Ἰησοῦν Χριστόν, διότι διὰ μέσου τῆς τιμῆς ποὺ θέλετέ μου ἀποδίδετε, κινδύνευα νὰ χάσω τὴν σωτηρίαν μου· καὶ ταῦτα εἰπών, ἐκοιμήθη. Ποιήσαντες δὲ ἀγρυπνία ὁλονύκτιο οἱ ἀδελφοί, ἔθαψαν τὸ πρωὶ ἐκεῖνο τὸ πολύαθλο σῶμα τοῦ βασιλέως μὲν πρότερον, ὕστερον δὲ κηπουροῦ γενομένου διὰ τὸν Κύριον, μετὰ ὑμνῳδιῶν, θυμιαμάτων τε καὶ φωτοχυσίας μεγάλης, ἐν τῷ κοιμητηρίῳ τῶν ἀδελφῶν, καθὼς αὐτὸς παρήγγειλε, δοξάζοντες τὸν Θεὸν ὁποῦ τὸν ἐνεδυνάμωσεν οὕτω καλῶς νὰ ἀγωνισθῇ, καὶ ἀντὶ τῆς ἐπιγείου βασιλείας ὁποῦ ἄφησε, νὰ γένῃ κληρονόμος τῆς οὐρανίου βασιλείας."
 *****
Ο Όσιος Νήφων ο Νέος Κοινοβιάρχης (28/12/1809) προστάτης νήσου Σκιάθου
του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου
ΓΕΝΙΚΑ: Ο Όσιος Νήφων, που δίκαια ονομάστηκε νέος κοινοβιάρχης, συνέβαλε στην ανάπτυξη του μοναχισμού με την ίδρυση ησυχαστηρίων και μοναστηριών σε νησιά του Αιγαίου, αγωνιζόμενος μαζί και με τους άλλους κολλυβάδες πατέρες για τη διάσωση του ορθοδόξου φρονήματος, την πνευματική αναγέννηση του λαού και την επιστροφή στην αρχαία εκκλησιαστική παράδοση.
ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣΓεννήθηκε το 1736 στα Πατρικά της Χίου. Ενώ ήταν ακόμη νήπιο έχασε και τους δύο γονείς του από επιδημία πανούκλας. Έτσι την ανατροφή του ανέλαβε μια θεία του και όταν έγινε έφηβος αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη, όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο. Παράλληλα ανέπτυξε βαθιά φιλία με έναν συμπατριώτη του έμπορο. Όμως το συνταρακτικό γεγονός της δολοφονίας του φίλου του από κάποιον γενίτσαρο, γεμίσε την ψυχή του με θλίψη και απόγνωση. Μετά από αυτό εγκατέλειψε την Κων/λη και αναχώρησε για το Άγιο όρος, πρώτα στην Ι.Μ. Μεγίστης Λαύρας και έπειτα στη Σκήτη του Παντοκράτορα (Καψάλα), όπου εκάρη μοναχός με το όνομα Νήφων και αργότερα χειροτονήθηκε ιερέας, ενώ κατά τον Παπαδιαμάντη ασκήτεψε έπειτα στη σκήτη του Αγίου Βασιλείου.
Ο Νήφων, ενώ ουδέποτε φοίτησε σε σχολείο, κατανοούσε την Αγία Γραφή και τα συγγράμματα των Μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας, ενώ ευλαβείτο ιδιαίτερα την Θεοτόκο. Όμως εξαιτίας της ταραχώδους περιόδου του πνευματικού κινήματος των Κολλυβάδων1 ο Νήφων συνταράχθηκε από την όξυνση των προβλημάτων, που είχαν προκύψει και οδήγησαν σε θλιβερά επεισόδια. Βλέποντας τη θλιβερή αυτή κατάσταση αποφασίζει να εγκαταλείψει το Άγιο Όρος, στο οποίο γνώρισε μεταξύ άλλων και τον Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο (1721 -1813), ο οποίος αναδείχθηκε λαμπρός εκπρόσωπος του λεγομένου κολλυβαδικού κινήματος.
ΣΤΑ ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ: Έτσι ο Νήφων αναγκάζεται να καταφύγει σε διάφορα νησιά του Αιγαίου. Αφού πρώτα επισκεφθεί την ιδιαίτερή του πατρίδα, Χίο, θα κατευθυνθεί μαζίμε άλλους συμμοναστές στη Σάμο. Εκεί έμειναν λίγους μήνες στην εγκαταλελλειμένη Μονή της Α. Κυριακής. Από τη Σάμο ο Όσιος μαζί με τους ιερομονάχους Γρηγόριο Νισύριο, Αθανάσιο εξ Αρμενίας και Αρσένιο Μωραΐτη φτάνουν στη Νάξο, όπου διέμειναν στο μοναστήρι της Παναγίας Φανερωμένης. Εκεί γνωρίστηκαν με τον Νικόλαο Καλιβούρτζη, τον μετέπειτα μεγάλο φιλοκαλικό πατέρα και φωτεινό διδάσκαλο, Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, ο οποίος, χάρη σ’ αυτούς μάλιστα, αποφάσισε να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο στο Άγιο Όρος. Έπειτα μετέβησαν στην ιερή νήσο, Πάτμο, όπου γνωρίστηκαν με τον ιεράρχη της Κορίνθου και νέο Πατέρα της Φιλοκαλίας, Άγιο Μακάριο Νοταρά (1731- 1805). Στη συνέχεια ο Όσιος Νήφων μαζί με τον Γρηγόριο επισκέφθηκει τους Λειψούς, όπου στο Ρωμάνι έκτισε το εκκλησάκι –ησυχαστήριο του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Εκεί ο Όσιος έμεινε, παρά την επιθυμία του, λίγους μήνες, διότι οι πειρατικές επιδρομές τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει το νησί και να μεταβεί στους γειτονικούς Φούρνους Ικαρίας (1775), όπου και εδώ οικοδόμησε ναϋδριο προς τιμήν του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Το ίδιο έτος ξεκίνησε και η ανέγερση της ιεράς μονής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Λευκάδα και του Αγίου Κηρύκου, την πρωτεύουσα της Ικαρίας. Σημαντική ήταν και η συμβολή του Αγίου Μακαρίου του Νοταρά, που έμεινε μαζί με τον Νήφωνα για αρκετό χρονικό διάστημα. Σήμερα σώζονται ερείπια από το κελλί, στο οποίο διέμενε, καθώς και το ανεγερθέν παρεκκλήσιο επ’ ονόματι του Αγίου Μακαρίου μετά την κοίμησή του, 17/4/1805. Η Μονή του Ευαγγελισμού στην Ικαρία υπήρξε το ευλογημένο πνευματικό καταφύγιο των θεοφόρων κολλυβάδων ασκητών και κατέστη ένα υποδειγματικό κοινόβιο, αφού επί των ημερών του Οσίου Νήφωνος ο αριθμός των μοναχών έφθασε τους εικοσιπέντε. Μάλιστα, πλήθος κόσμου κατέφθανε στο μοναστήρι για να καθοδηγηθεί πνευματικά από το διακριτικό και διορατικό Γέροντα Νήφωνα, που αναδείχθηκε οδηγός των ασκητών, και κατέστησε το μοναστήρι κέντρο παιδείας και πνευματικής άσκησης για τους υποψήφιους κληρικούς.
ΣΤΗ ΣΚΙΑΘΟ: Το 1778 ο σκιαθίτης απόφοιτος της Πατμιάδας Γρηγόριος Χατζησταμάτης πληροφορήθηκε για τον ενάρετο Γέροντα Νήφωνα και το περίφημο μοναστήρι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Ικαρία και αποφασίζει να εγκαταλείψει την Πάτμο, όπου βρισκόταν, και να καταφύγει στην κολλυβαδική μονή. Εκεί εκάρη μοναχός και πρότεινε στον Νήφωνα να φύγουν από την Ικαρία και να εγκατασταθούν στη Σκιάθο, όπου ο πατέρας του Γρηγορίου διέθετε μεγάλη κτηματική περιουσία. Έτσι το 1794 έφθασαν στη Σκιάθο, όπου ανήγειραν ιερά μονή επ’ ονόματι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Το 1797 η νέα αυτή μονή κατέστη πατριαρχικό σταυροπήγιο. Το επόμενο έτος ο παπά-Γρηγόρης Χατζησταμάτης δώρισε την πατρική του περιουσία στο μοναστήρι. Το μοναστήρι αυτό της Σκιάθου αναδείχθηκε πνευματικό κέντρο και καταφύγιο για τους κατοίκους του νησιού κατά τη σκοτεινή περίοδο της Τουρκοκρατίας. Τον Σεπτέμβριο του 1807 έφτασαν εκεί καταδιωκόμενοι από τους Τούρκους 1.400 κλεφταρματολοί από όλη την Ελλάδα. Στη μεγάλη αυτή σύναξη των καπεταναίων και αγωνιστών ο Γέροντας Νήφων ευλόγησε την πρώτη ελληνική σημαία, η οποία στην Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου το 1823 ορίστηκε ως ο επίσημος τύπος της σημαίας του έθνους μας.
ΣΤΙΣ ΟΥΡΑΝΙΕΣ ΜΟΝΕΣ: Τον Δεκέμβριο του 1809, προαισθανόμενος ο όσιος Νήφων το επίγειο τέλος του, κάλεσε έξι υποτακτικούς του και τους όρισε να πάνε στην Ικαρία για να ανακαινίσουν το ιστορικό μοναστήρι, το οποίο τόσο πολύ αγάπησε και στο σκόπευε να αφήσει την τελευταία του πνοή. Όμως, δεν πρόλαβε να μεταβει στην Ικαρία. Την 28η Δεκεμβρίου 1809 ο Όσιος Νήφων εγκατέλειψε την επίγεια ζωή λαμβάνοντας τον στέφανο της δόξης από τον Κύριο. Ενταφιάστηκε στο κοιμητήριο της μονής του Ευαγγελισμού της Σκιάθου και όλοι οι συμμοναστές του Οσίου έγιναν μάρτυρες του πρώτου θαύματος: ένας μοναχός, ο οποίος για πολλά χρόνια ήταν παράλυτος, θεραπεύτηκε, αφού ασπάσθηκε με ευλάβεια το τίμιο σκήνωμα του μακαριστού Γέροντος. Το 1812 πραγματοποιήθηκε η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του Οσίου, τα οποία εξέπεμψαν άρρητη ευωδία, γεγονός που αποτέλεσε ένδειξη και πιστοποίηση της αγιότητος και θαυματουργικότητός του. Ο Όσιος Νήφων υπήρξε εκ των κορυφαίων του κολλυβαδικού κινήματος,που στις μέρες μας καθίσταται επίκαιρο όσο ποτέ.
Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του συγχρόνου μας Μωυσή του Αγιορείτη: «Το κολλυβαδικό κίνημα καθίσταται λίαν επίκαιρο, όταν ξανά θέλουν πολλοί να προσφέρουν μέσα στην Εκκλησία άνεση δίχως άσκηση, χαρά δίχως αγώνα, ευφροσύνη δίχως χαρμολύπη, καινοτομίες δίχως γνώση της αυστηρής ακρίβειας της αγιοπατερικής και ευαγγελικής Παραδόσεως».
1. Βασική αιτία της διένεξης ήταν η άρνηση των κολλυβάδων πατέρων να τελέσουν μνημόσυνα την Κυριακή, η οποία είναι η ημέρα της Αναστάσεως του Κυρίου μας. Μάλιστα το 1772 οι κολλυβάδες συνέταξαν αναφορά προς την Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, την οποία μαζί και με την ομολογία πίστεως απέστειλαν στην Κωνσταντινούπολη με τον μοναχό Νήφωνα. Ο Πατριάρχης Θεοδόσιος Β΄ εξέδωσε συνοδική απόφαση, με την οποία δικαίωνε και τις δύο (;) αντιμαχόμενες πλευρές.
Για τους Άγιους Δισμύριους (20.000!) Μάρτυρες τους εν Νικομηδεία καέντες αλλά και τους άλλους Αγίους που εορτάζουν σήμερα πατήστε εδώ