Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

Ναυπάκτου Ιερόθεος: «Η πνευματική υπέρβαση των σύγχρονων προβλημάτων»

Τήν Κυριακή 15 Ὀκτωβρίου στήν αἴθουσα τοῦ ἱεραποστολικοῦ Συλλόγου ὁ «Μέγας Βασίλειος» στήν Ἀθήνα, πραγματοποιήθηκε ἡ ἔναρξη τῶν ἐργασιῶν τοῦ τομέως ἐπιστημόνων. Κεντρικός ὁμιλητής τῆς πνευματικῆς αὐτῆς σύναξης, κατόπιν προσκλήσεως τοῦ Ἀρχιμανδρίτου π. Ἀστερίου Χατζηνικολάου, Προϊσταμένου τῆς Ἀδελφότητος Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ», ἦταν ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερόθεος, μέ θέμα τῆς ὁμιλίας του: «Ἡ πνευματική ὑπέρβαση τῶν σύγχρονων προβλημάτων».
Ὁ Σεβασμιώτατος στήν ἀρχή τῆς ὁμιλίας του ἀνέφερε ὅτι ἡ ἀποδοχή τῆς πρόσκλησης νά ὁμιλήση, ἀποτελεῖ ἔκφραση εὐγνωμοσύνης, καθώς ὁ ἴδιος ὑπῆρξε πνευματικό τέκνο τοῦ Μητροπολίτου Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καί Κονίτσης κυροῦ Σεβαστιανοῦ, ἀλλὰ καὶ λόγω τῶν ἀγαθῶν ἀναμνήσεων του ἀπό τά Χριστιανικά Οἰκοτροφεῖα πού πέρασε.
Ἀρχικά διευκρινίστηκε ὅτι τό πνευματικό νόημα τῆς ὑπέρβασης καί τῆς πνευματικῆς ἐλευθερίας δίνει τήν δυνατότητα στόν Χριστιανό, ἀκόμα καί ἄν ζῆ στίς πιό δύσκολες καταστάσεις, νά τίς ὑπερβαίνη μέ τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ καί τόν τρόπο τῆς ζωῆς του. Τό θέμα διαιρέθηκε σέ τρία σημεῖα:
Ἀρχικά δόθηκε ὁ ὁρισμός τῆς ἔννοιας «ὑπέρβαση» ἀπό πλευρᾶς φιλοσοφικῆς καί κυρίως μέσα ἀπό τήν «ὑπερβατολογική λογική» τοῦ Κάντ καί τονίστηκε ὅτι ὁ φιλόσοφος αὐτός κρίνει μέν τήν λογικοκρατία, ἀλλά παραπέμπει σέ ἕνα ἀκαθόριστο «πνεῦμα-δύναμη» πού ὑπάρχει μέσα στόν ἄνθρωπο. Ὁ Σεβασμιώτατος ὅμως ἐπεσήμανε ὅτι ἡ ἔννοια τῆς πνευματικῆς ὑπέρβασης ὑποδηλώνει τήν ἀναγκαιότητα τῆς ἀντιμετώπισης τῶν προβλημάτων τῆς ζωῆς μέσα ἀπό τόν φωτισμό τοῦ ἀνθρώπινου νοῦ ἀπό τήν Θεία Χάρη.
Στό β΄ μέρος τῆς ὁμιλίας του ἀναφέρθηκε σέ τρία ἐπίκαιρα ζητήματα πού ἐπηρεάζουν τόν ἐκκλησιαστικό χῶρο:
α) Στόν σχετικισμό, πού εἶναι ἡ θεωρία σύμφωνα μέ τήν ὁποία δέν ὑπάρχουν καθολικές ἀλήθειες. Συνιστᾶ πρόβλημα ὅταν εἰσάγεται στόν χῶρο τῆς πίστεως, ὁπότε τό θέμα τοῦ Θεοῦ ἐξετάζεται μέσα ἀπό τόν ἀνθρώπινο ὑποκειμενισμό, γεγονός πού ὁδηγεῖ στόν συγκρητισμό καί στόν οἰκουμενισμό,
β) στά πορίσματα τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης, ὅταν αὐτά ἑρμηνεύωνται μέσα ἀπό μιά κλειστή θεώρηση τῆς ζωῆς ἡ ὁποία θεοποιεῖ τήν ἐπιστήμη, καί
γ) στά ἀνθρώπινα δικαιώματα, ὅταν αὐτά ὑπερτονίζωνται καί ἐν ὀνόματι αὐτῶν ὑπονομεύεται ἡ πίστη στόν Θεό καί τά βιολογικά χαρακτηριστικά τοῦ ἀνθρώπου.
Στό τελευταῖο σκέλος τῆς ὁμιλίας ὑπογραμμίστηκε ἡ χριστιανική ἀντιμετώπιση τῶν συγχρόνων προβλημάτων. Ὁ Σεβασμιώτατος παρουσίασε μερικά μηνύματα ἀπό τήν «πρός Φιλιππησίους» ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τονίζοντας ὅτι μέσα στίς ἐπιστολές του κρύβεται ὅλη ἡ ἡσυχαστική καί θεοπτική ζωή τῆς Ἐκκλησίας:
α) Ἡ πίστη τοῦ Ἀποστόλου στόν Χριστό καί ἡ δύναμη πού ἀποκτᾶ διά τῆς ἐπικλήσεως τοῦ ὀνόματός Του. Συνεπῶς καμμιά σχετικότητα δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη σέ θέματα πίστεως.
β) Ἡ ἀπόκτηση τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ διά τῆς θεοπτικῆς ἐμπειρίας τήν ὁποία ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀξιώνεται νά δεχθῆ καί γι΄ αὐτόν τόν λόγο «πάσχει» γιά τόν Χριστό. Θέλει νά δοξασθῆ ὁ Χριστός στό σῶμα του, εἴτε μέ τήν ζωή εἴτε μέ τόν θάνατο, γεγονός πού συνιστᾶ βίωση τοῦ Μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ καί τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ.
γ) Ὁ Χριστιανός ἐμπνέεται ἀπό τό οὐράνιο πολίτευμα, πού εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ καί ἡ μετοχή αὐτῆς τῆς δόξης, ὁπότε μπορεῖ νά ζῆ αὐτό τό πολίτευμα καί μέσα στίς μαστιγώσεις, τό μαρτύριο, τήν φυλακή.
δ) Προτροπές στούς Χριστιανούς: «Μόνον ἀξίως τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ πολιτεύεσθε». Ἡ παράδοση πού παρέλαβαν οἱ Χριστιανοί ὀφείλει νά μετατραπῆ σέ ζωή, ἀφοῦ αὐτοί ἔχουν τήν περιτομή τῆς καρδίας, δηλαδή τήν λατρεία τοῦ Χριστοῦ μέσα στήν καρδιά τους. Συνεπῶς ἡ ἀγωνιώδης μέριμνα δέν ἔχει θέση στήν ζωή τοῦ Χριστιανοῦ, ἡ ὁποία πρέπει νά εἶναι ἕνα εὐῶδες θυμίαμα εὐχαριστίας πρός τόν Θεό καί ὄχι μεμψιμοιρία.
Κλείνοντας τήν ὁμιλία του ὁ Σεβασμιώτατος ὑπογράμμισε ὅτι ἡ ἀνθρώπινη κοινωνία ἀποτελεῖ φυλακή τῶν αἰσθήσεων καί τῶν αἰσθητῶν, ὅμως οἱ Χριστιανοί ὡς ἀετοί ὀφείλουν νά ζοῦν τό οὐράνιο πολίτευμα, νά μήν ἀπογοητεύωνται ἀπό τά προβλήματα πού συναντοῦν, ἀλλά ἀντίθετα νά τά ὑπερβαίνουν μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, βιώνοντας μέ χαρά τήν ἐν Χριστῷ ἀναγέννησή τους.
Ὁ ἐμπνευσμένος λόγος τοῦ Σεβασμιωτάτου προσέδωσε στήν ὅλη ἐκδήλωση τόν χαρακτήρα τῆς μυσταγωγίας, ὅπως ἀκριβῶς ἀναφέρθηκε ἀπό τόν π. Ἀστέριο, ὁ ὁποῖος εὐχαρίστησε θερμά τό Σεβασμιώτατο καί ἐξέφρασε τήν εὐχή καί τήν παράκληση νά τούς προσφέρη καί στό μέλλον τέτοιες εὐκαιρίες πνευματικοῦ ἀνεφοδιασμοῦ.
Ε.Π.-Γ.