Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

«Αναγκαίως ήλθον εις το ανανεώσασθαι τους των Πατέρων κανόνας»

(Μ. Βασίλειος – Επιστολή (54) προς Χωρεπισκόπους)
ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ
Στην επισκοπική διαδρομή του Μ. Βασιλείου, κρίσιμες ήταν οι στιγμές – διαδικασίες στις οποίες προωθούσε το Ορθοδόξως σκέπτεσθαι και πράττειν. Κινήθηκε πάντα στα όρια που έθεταν οι Πατέρες«αναγκαίως ήλθον εις το ανανεώσασθαι τους των Πατέρων κανόνας», υπογραμμίζει στην επιστολή του δηλ. «απεφάσισα ν’ ανανεώσω το κύρος των κανόνων των Πατέρων». 
Ακολουθεί ο Ι. Πατήρ την κατεύθυνση της διαδοχής των Πατερικών παραδόσεων – κανόνων σε συγχρονισμό με το παρελθόν της Εκκλησίας και όχι σε τροχιά διαμόρφωσης αποφάσεων αναιρετικών της Ορθοδοξίας, όπως συνέβη στη «σύνοδο» της Κρήτης.
Οι Πατέρες σε κρίσιμες εκκλησιολογικά περιστάσεις διαφύλαξαν, όπως ο Μ. Βασίλειος, την ιερά παρακαταθήκη των Ι. Κανόνων. Μέσα στην Εκκλησία δεν έχουν θέση οι οικουμενιστές επίσκοποι, διότι δεν εκτίμησαν την ιερότητα του αμπελώνος της Ορθοδοξίας και τον παρέδωσαν σε καλλιέργεια «νέου τύπου λαχανικών και σταφυλιών» (Γ΄ Βασ. 20, 2-3).
Ο Ναβουθαί όμως, όπως διαβάζουμε στο Γ΄ Βασιλειών, αρνήθηκε να πουλήσει το αμπέλι του στον βασιλιά της Συρίας Αχαάβ, διότι ήτο κτήμα ιερό των προγόνων του. «Μη γένοιτο μοι παρά Θεού μου δούναι κληρονομίαν πατέρων μου σοι» (Γ΄ Βασιλ. 20, 2-3).
Μεγίστη η πρόκληση – αποστασία των καιρών μας με τη «συνοδική» αναγνώριση του οικουμενισμού. Η ψευδοενότητα, η αναγνώριση εκκλησιαστικότητας στις αιρέσεις και ο συγκρητισμός, είναι τα «νέα λαχανικά και σταφύλια» προς καλλιέργεια στον αμπελώνα Ναβουθαί!
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄, έχει διακηρύξει: «Όσα μεν κατά τους θείους θεσμούς και τους ιερούς Αποστολικούς και Συνοδικούς Κανόνας τυγχάνει διακυβερνώμεθα, πολλήν έχουσιν την χάριν παρά Θεού και κλέος μέγιστον· όσα δε τουναντίον παραβαίνει των όρων εκτρεπόμενα, εν τούτοις προφανής η ακοσμία, κατάδηλος η φθορά και επί πάσιν η των ψυχών απώλεια».
Ερώτημα: Η Εκκλησία της Ελλάδος και η Ι. Κοινότητα του Αγίου Όρους, πως ανέχθηκαν τις «νέες καλλιέργειες» στον αμπελώνα της Ορθοδοξίας, όπως αποφασίσθηκε στη «σύνοδο» της Κρήτης;
Χρήσιμες απαντήσεις παίρνουμε, αν διαβάσουμε την επιστολή του Αγ. Νικοδήμου προς τον εκπεσόντα μοναχόν Θωμάν. Γράφει ο άγιος Νικόδημος: «Ούτω και η ελλογιμότης σου, αδελφέ, αδύνατον είναι να φυλάξης ορθά και απαράτρωτα της πίστεώς μας τα δόγματα, και ορθοδόξως να λατρεύης τω ζώντι Θεώ, εν όσω ευρίσκεσαι εις αυτά τα μέρη. Ο απόστολος Πέτρος δεν εδύνατο να μετανοήση και να κλαύση την αμαρτίαν του, εν όσω ήταν εις την αυλήν του αρχιερέως, αλλά τότε μόνον ηδυνήθη να το κάμη, αφ’ ού ευγήκεν έξω· «Εξελθών γαρ, φησίν, έξω, έκλαυσε πικρώς» (Ματθ. κς΄,75).
Είναι αυτονόητο αίτημα της Εκκλησιολογικής σκέψης, όπως το διατυπώνει και ο αγ. Νικόδημος, η διακοπή μνημονεύσεων των αιρετικών επισκόπων, έξωθεν δηλ. της «αυλής του Αρχιερέως» και όχι της αυλής της Εκκλησίας, όπως τα συγχέουν θεληματικά ορισμένοι «αμαθείς και φλύαροι» κατά τους Πατέρες.
Ο π. Αυγουστίνος Καντιώτης ήταν μία διαρκής, εποικοδομητική – προφητική φωνή υπέρ των ι. κανόνων, η οποία κρυσταλλώθηκε στα κείμενά του με συγκεκριμένες συνοδικές προτάσεις και πράξεις. Όταν ο π. Αυγουστίνος διατύπωνε μία Εκκλησιολογική – Θεολογική θέση, είχε συλλάβει όλες τις πατερικές παραμέτρους του θέματος, τις οποίες φανέρωνε βαθμηδόν.
Ως επίσκοπος και θεολόγος οι απαντήσεις του δεν ήταν θεωρητικά κατασκευάσματα, αλλά θεολογικές απαντήσεις με ιστορική βάση (κυρίως). Η θεωρία ως θεωρία είναι πολύ απλούστερη από την ιστορική της έκφραση. Γράφει, λοιπόν, ο π. Αυγουστίνος ως απάντηση στον Κ. Παπακωνσταντίνου (Υπουργό δικτατορίας): «Θα έπρεπε να λάβωμεν ένα έκαστον εκ των διακωμωδουμένων υπό του κ. Παπακωνσταντίνου Ι. κανόνων και ερμηνεύοντες ορθώς τούτους, κατά το πνεύμα της Αγίας Γραφής και των Πατέρων, ν’ αναστυλώσωμεν αυτούς ως στύλους και εδραιώματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας» (ΣΠΙΘΑ, ΙΟΥΛΙΟΣ 1973). Παρηγορείται το πλήρωμα της Εκκλησίας από την Πατερική συνέχεια που εκφράζει ο π. Αυγουστίνος.
Η διαλεκτική του είναι μια μετάβαση συνέχειας από τον Μ. Βασίλειο στο σήμερα. «Αναγκαίως ήλθον εις το ανανεώσασθαι τους των Πατέρων κανόνας», ήταν η πνευματική βάση του π. Αυγουστίνου, ως συγχώνευση αυστηρής Πατερικής επεξεργασίας και εμβριθούς Αγιογραφικής ανάλυσης. Τα κείμενά του για τους Ι. κανόνες είναι είδος αναβλύζουσας θερμοπηγής πίστεως, που σκορπάει θερμότητα πίστεως για το Θεό και αγάπη για τον άνθρωπο.
Θεωρεί τους Ι. κανόνες όπως ο Μ. Βασίλειος, μεταδότη πνευματικής ζωής, που συντηρεί, αυξάνει και ολοκληρώνει τη ζωή της Εκκλησίας. Γράφει σχετικά (ΣΠΙΘΑ, ΙΟΥΛΙΟΣ ‘73):
«Και οι κανόνες; Δεν είναι αυτός ούτος ο πνευματικός ήλιος. Είναι όμως οι ακτίνες του πνευυματικού ήλιου, αι οποίαι, κατερχόμεναι μέχρι των λεπτομερειών της ανθρωπίνης ζωής προς καθαγιασμόν, διαθλώνται εις τα χρώματα των ποικίλων αρετών. Φωτειναί ακτίνες οι Ι. κανόνες, απαύγασμα του Ευαγγελικού ηλίου. Οποιονδήποτε κανόνα και εάν εξετάσης, θα ιδης ότι δεν είναι αυθυπόστατος, αλλά στηρίζεται επί τίνος θεοπνεύστου λόγου της Αγίας Γραφής, την οποία θέλει να εφαρμόση εις ωρισμένην περίπτωσιν της ανθρωπίνης ζωής».
Για την εφαρμογή των Ι. κανόνων ο Μ. Βασίλειος συνιστά σύνεση, πνευματική επιείκεια: «Πάντα δε ταύτα γράφομεν, ώστε τους καρπούς δοκιμάζεσθαι της μετανοίας· ου γαρ πάντως τω χρόνω κρίνομεν τα τοιαύτα αλλά τω τρόπω της μετανοίας προσέχωμεν» (Επιστολή 217 – προς Αμφιλόχιον).
Για τις κρίσιμες όμως (Εκκλησιολογικά) στιγμές της Εκκλησίας, εφαρμόζουμε την ακρίβεια των κανόνων. Γράφει ο Μ. Βασίλειος προς τον επίσκοπο Αμφιλόχιον: εάν δε εκείνοι (Εγκρατίτες) φυλάσσουν το ιδικόν μας βάπτισμα, αυτό ας μη μας συγκινήση· διότι δεν έχομεν χρέος να τους κάμωμεν χάριν, αλλά να υπηρετώμεν εις την ακρίβειαν των κανόνων» (Επιστολή 188).
Η ακρίβεια των κανόνων είναι ασφαλές κριτήριο και εγγυημένος γνώμονας πορείας της Εκκλησίας.
Στην εκκλησιολογική αυτή βεβαιότητα του Μ. Βασιλείου και ο π. Αυγουστίνος, ως επίσκοπος, θεμελίωνε την ποιμαντική του. Στο βιβλίο του «Η ΘΑΛΑΣΣΑ» υπάρχει θεματική ενότητα με τίτλο «Πηδάλιον». Γράφει σχετικά: «Έχουσα τους Ι. κανόνας η Ορθόδοξος Εκκλησία πλέει εν ασφαλεία αποφεύγουσα τους υφάλους και τους σκοπέλους της απιστίας και της διαφθοράς». Στην ίδια ενότητα γράφει: «Αλλά δεν είνε μόνον η ιδική μου Εκκλησία ένοχος δια την παράβασιν των Ι. κανόνων ή δια την έλλεψιν γενναίας υπερασπίσεως των Ι. κανόνων έξωθεν προσβαλλομένων. Ένοχοι παραβάσεως των Ι. κανόνων είνε κατά το μάλλον ή ήττον όλαι αι αυτοκέφαλοι Εκκλησίαι της Ορθοδοξίας. Εντεύθεν και η μεγάλη διαταραχή, η οποία επικρατεί εις τον Ορθόδοξον κόσμον».
Αυτή την διαχρονική διαταραχή, που προκαλεί η παραβίαση των Ι. κανόνων, περιγράφει ο Μ. Βασίλειος στην επιστολή (135), προς Διόδωρον πρεσβύτερον Αντιοχείας: «Απέψυκται η αγάπη, πορθείται η των πατέρων διδασκαλία, ναυάγια περί την πίστιν πυκνά, σιγά των ευσεβούντων στόματα, λαοί των ευκτηρίων οίκων εξελαθέντες εν τω υπαίθρω προς τον εν ουρανοίς Δεσπότην τας χείρας αίρουσι. Και αι μεν θλίψεις βαρείαι, μαρτύριον δε ουδαμού δια τους κακούντας ημάς την αυτήν έχειν προσηγορίαν».
Πολλά χαρακτηριστικά της ζωής των αγίων Ιωάννου Προδρόμου, Ι. Χρυσοστόμου και Μ. Βασιλείου, βρίσκουν πνευματική εφαρμογή στον π. Αυγουστίνο. Όλος ο ευσεβής λαός διατυπώνει την συνειδησιακή σκέψη – μαρτυρία, ότι η θέση του είναι στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ίσως, η επίσημη θεσμική Εκκλησία να δυσκολεύεται, λόγω της αντι-οικουμενιστικής δράσης του, να τον συμπεριλάβει στο Αγιολόγιο. Αν αυτό συμβαίνει, είναι απόδειξη της οικουμενιστικής διάβρωσης της επισήμου Εκκλησίας.
Ο π. Αυγουστίνος ως νέος Πατέρας:
- Ακολούθησε Ορθόδοξη ποιμαντική, αντιπαπική, αντιοικουμενιστική στα ίχνη μεγάλων Πατέρων (Αγ. Μάρκος Ευγενικός, Μ. Βασίλειος, Χρυσόστομος)
- Οδήγησε σε μετάνοια πολλούς ανθρώπους
- Για λόγους πίστεως συγκρούσθηκε με τους ισχυρούς της ζωής
- Ήταν ταπεινός και ασκητικός
- Ζητήθηκε η κεφαλή του «επί πίνακι» (διώξεις)
- Αποκεφαλίσθηκε (συκοφαντίες, κατηγορίες)
- Δεν ήταν άστατος και ευμετάβολος (όπως το καλάμι)
- Δεν δικαιολογούσε τις εκτροπές των ισχυρών της γης
- Δεν συμβιβαζόταν με αντιχριστιανικούς νόμους, έστω κι αν θυσίαζε τον θρόνο του
- Δεν είχε πολυτελή στέγη, αυτοκίνητα και χρήματα
- Φοβόταν μόνο το Θεό
«Ου δε Θεός το κινδυνευόμενον και προκείμενον τάλλα περιφρονούντες, προς αυτόν μόνο βλέπομεν», ήταν η θεμελιώδης πνευματική βάση του π. Αυγουστίνου (Γρηγορίου Θεολόγου, Επιτάφιος στον Μ. Βασίλειο).
ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ
ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ