Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Χριστούγεννα χωρίς Χριστό;

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου
Ἡ περίοδος τῆς νηστείας εἶναι μία περίοδος, στὴν ὁποία ὁ Χριστιανὸς ἀσχολεῖται ἰδίαιτερα μὲ τὴν πνευματική του κατάσταση. Μία κατάσταση πού —συνήθως καὶ ἀνάλογα μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση— εἶναι ἐλλατωματικὴ καὶ χρειάζεται μία πολύπλευρη καὶ πολύπτυχη καλυτέρευση, ἔτσι ὥστε ὁ Χριστιανὸς νὰ ἀνέβει ἀκόμα ἕνα σκαλοπάτι στὴν κλίμακα ποὺ ὁδηγεῖ στοὺς οὐρανούς. Ἡ περίοδος τῆς νηστείας εἶναι ὅμως καὶ μία περίοδος, στὴν ὁποία ὁ Χριστιανὸς μοιράζεται μὲ τοὺς ἀδελφούς του τὶς σκέψεις του καὶ τὶς ἀγωνίες του. Μία περίοδος ὅπου ὁ ἕνας προσπαθεῖ νὰ βοηθήσει καὶ νὰ στηρίξει τὸν ἄλλον, διότι ἡ σωτηρία μας δὲν ἐξαρτᾶται μόνο ἀπὸ τὴν ἀπὸ τὴν προσωπική μας βελτίωση ἀλλὰ ἔχει ὡς γνώμονα καὶ τὴν βελτίωση καὶ τὴν σωτηρία τοῦ συνανθρώπου μας. «Unus Christianus nullus Christianus» «Ἕνας Χριστιανὸς κανένας Χριστιανός» μᾶς διδάσκει ὁ Τερτυλλιανός.
Εἰδικὰ στοὺς ἐσχατολογικοὺς καιροὺς, τοὺς καιροὺς τῆς φαινομενικῆς ἐπικοινωνίας ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα ὑπαρκτῆς ἀπομόνωσης ποὺ ζοῦμε, ἡ ἀνάγκη αὐτὴ νὰ στηρίξει ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, νὰ μοιραστοῦμε τὶς σκέψεις μας, τὶς ἀνησυχίες μας καὶ τὰ διλήμματά μας εἶναι ἐπιτακτικὴ καὶ ὑψίστης σημασίας. Μὲ τὰ παρακάτω λόγια δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω θῦτες και θύματα. Οἱ θῦτες εἶναι πολλοί, ἴσως καὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, τὰ δὲ θύματα πάμπολλα. Οἱ ρόλοι μποροῦν νὰ ἀλλάξουν σὲ λίγα λεπτά, ἀνάλογα μὲ τὶς ἀποφάσεις μας καὶ τὶς πράξεις μας. Τὸ ἐρώτημα εἶναι ἂν θὰ ἀναλάβουμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι τὶς εὐθύνες μας, ὥστε νὰ ἐπωμιστοῦμε οἰκειοθελῶς τὰ βάρη ποὺ αὐτὲς ἐπιφέρουν, χωρὶς νὰ κοιτοῦμε, πῶς πράττουν οἱ ἄλλοι. Ἂς μὴν ξεχνοῦμε, ὅτι κι αὐτὸς ὁ Θουκυδίδης ἔγραψε: «μᾶλλον γὰρ πεφόβημαι τὰς οἰκείας ἡμῶν ἁμαρτίας ἢ τὰς τῶν ἐναντίων διανοίας» (Ἱστορίαι Ι, 144, 1).
Τὰ Χριστούγεννα ποὺ ἔρχονται θὰ μᾶς βροῦν σὲ μία σχιζοφρενικὴ κατάσταση. Ποτὲ στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας δὲν προβλήθηκε μὲ τέτοια ἔνταση καὶ μὲ τόσα μέσα ἡ ἀγάπη καὶ παράλληλα ποτὲ δὲν παραποιήθηκε τόσο πολύ. Ποτὲ δὲν κηρύχθηκε τόσο συστηματικὰ ἡ εἰρήνη καὶ παράλληλα ποτὲ δὲν ἔλλειψε τόσο πολὺ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Ποτὲ δὲν κηρύχθηκε σὲ τέτοιο βαθμὸ ἡ διαφορετικότητα καὶ παράλληλα ποτὲ δὲν ἔλαβε μέρος τέτοια προσπάθεια ὁμογενοποίησης. Ποτὲ δὲν διαφημίστηκε σὲ τέτοιο βαθμὸ ἡ ἀφοβία καὶ παράλληλα ποτὲ δὲν κυριάρχησε τόσο πολὺ ὁ φόβος, ὅπως κυριαρχεῖ σήμερα. Ποτὲ δὲν κυνηγήθηκε τόσο πολὺ ἡ Ἀλήθεια καὶ δὲν ἐπικράτησε τόσο δυναμικὰ τὸ ψέμα.
Αὐτοὶ οἱ καιροὶ τῆς παραφροσύνης, τῶν ἀντιφάσεων καὶ τῶν παραδόξων, οἱ καιροὶ τῆς εὐθυγράμμισης μὲ τὸ πνεῦμα τῆς Νέας Ἐποχῆς, ἔχουν νὰ ἐπιδείξουν ὅμως καὶ κάτι ἄλλο ἀκόμα πιὸ τραγικό, ἀκόμα πιὸ ὀδυνηρὸ γιὰ κάθε εὐαίσθητο ἄνθρωπο: Ποτὲ δὲν ἦταν ἀναγκαία τόσο πολὺ —ἴσως πιὸ ἀναγκαία καὶ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν μεγάλων διωγμῶν, στοὺς ὁποίους ὅμως ὁ ἄνθρωπος ἤξερε νὰ ἀγωνίζεται— ἡ ἀγωνιστικὴ φύση καὶ διάθεση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀκόμα περισσότερο τοῦ Χριστιανοῦ καὶ παράλληλα ποτὲ δὲν ἔλαμψε τόσο πολὺ ἡ δειλία, ἡ παραίτηση, ἡ ἔλλειψη κάθε ἀντιδραστικοῦ καὶ ἀγωνιστικοῦ φρονήματος. Εἶναι οἱ καιροὶ τῆς ἐκπλήρωσης τῶν λόγων τῶν Ἁγίων, στοὺς ὁποίους ὁ ἀνόητος θὰ φαίνεται λογικὸς καὶ ὁ λογικὸς ἀνόητος, ὁ ψεύτης ἀληθινὸς καὶ ὁ ἀληθινὸς ψεύτης, ὁ ἀπάνθρωπος φιλάνθρωπος καὶ ὁ φιλάνθρωπος ἀπάνθρωπος.
Αὐτὰ τὰ Χριστούγεννα θὰ βροῦν τὸν κόσμο σὲ μία περίοδο γενικῆς ἀποχαύνωσης, φόβου, ἀνησυχίας, ἀνασφάλειας ἀλλὰ καὶ διαθέσεως γιὰ διασκέδαση, φυγή καὶ λήθη, λήθη τῶν προβλημάτων ποὺ μᾶς βομβαδίζουν καθημερινά. Αὐτὰ τὰ Χριστούγεννα θὰ βροῦν τὶς Ἐκκλησίες γεμάτες μὲ κόσμο ποὺ ζητάει τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ στὰ προβλήματά του ἢ θὰ τὸν εὐχαριστεῖ ποὺ τὰ δίνει σὲ ἄλλους καὶ ὄχι στὸν ἴδιο, μὲ ἀνθρώπους ποὺ βλέπουν τὸ ἔθιμο καὶ ὄχι τὴν σωτηριολογικὴ σημασία τῆς ἑορτῆς. Ἀκόμα περισσότερο ὅμως αὐτὰ τὰ Χριστούγεννα θὰ εἶναι ἐμφανέστατα Χριστούγεννα χωρὶς Χριστό, μιᾶς καὶ ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι πιὰ ἀρεστός, δὲν γεμίζει πιὰ τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων, δὲν ἀποτελεῖ γι’ αὐτοὺς πιὰ πηγὴ ἐλπίδας ἀλλὰ καὶ ἀγωνιστικῆς καὶ ὁμολογιακῆς διάθεσης. Καὶ εἴμαστε σήμερα οἱ ἄνθρωποι χωρὶς Χριστό, γιατὶ ἀποσυνδέσαμε τὸ Χριστὸ ἀπὸ τὴν ἀκλόνητη σ’ Αὐτὸν πίστη καὶ ἀπὸ τὴν πραγματοποίηση τῶν Ἐντολῶν Του. Οἱ ἄνθρωποι, ἐκτὸς ἀπὸ λίγους, θὰ παλέψουν γιὰ ὅ,τιδήποτε ἄλλο, ἀκόμα καὶ γιὰ τὴν σωτηρία κτιρίων καὶ ζώων, ἐκτὸς γιὰ τὴν πίστη τους. Φυσικὰ θὰ πεῖ κάποιος πολλὰ τὰ δεινὰ ποὺ μᾶς βασανίζουν. Φυσικὰ εἶναι πολλὰ καὶ λογικὸ νὰ τὰ λαμβάνουμε ὑπόψη, ἀλλὰ «πολλὰ τὰ δεινὰ κοὐδὲν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει». Τὸ μεγαλύτερο δεινὸ εἶναι ὁ ἄνθρωπος.
Ἔτσι ἐνῶ οἱ πολλοί —μακάρι νὰ γίνουν λίγοι— θὰ γιορτάζουν «τὸν Χριστό» μίας ἐκκοσμικευμένης, καταναλωτικῆς, ἀναλισκομένης στὸ ψέμα καὶ στὴν ψευδαίσθηση κοινωνίας, «ἕναν ρομαντικὸ Χριστό» συνοδευόμενο ἀπὸ δῶρα, φαγητό, πάρτυ καὶ καλὴ ἐνδυμασία, λίγοι —μακάρι νὰ γίνουν πολλοί— θὰ πολεμοῦν καὶ θὰ προσεύχονται νὰ φωτίσει ὁ Θεὸς τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ πολεμήσει τὸ χειρότερο κακὸ ποὺ ἐμφανίστηκε ποτὲ στὴν γῆ: Τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ποὺ κι αὐτὸς προετοιμάζει μὲ δραματικὸ —ἤδη τὸ βλέπουμε στὶς ὀθόνες μας— τρόπο τὴν ἔλευση τοῦ Ἀντιχρίστου, τὴν ὁποία παρὰ τὰ προειδοποιητικὰ σημάδια ἀποφεύγουμε νὰ ἀντιμετωπίσουμε· ἀντιθέτως ἐφαρμόζουμε τὸν ἐγωστρεφικὸ στρουθοκαμηλισμὸ καὶ παραμένουμε κλεισμένοι στὸ μικρόκοσμό μας καί ὡς ἄξιοι ἐκπρόσωποι τῆς ἐποχῆς τοῦ παραλόγου ἱκανοποιούμαστε μὲ τὰ ψίχουλα ποὺ μᾶς πετάει σαρκαστικὰ μία ἐλὶτ ἐπαγγελματιῶν ἀνθρώπων τοῦ πνεύματος·Ὅμως ποιανοῦ πνεύματος;
Ἔτσι ἐνῶ οἱ πολλοὶ θὰ χαίρονται τὸν κοινωνικὸ περίγυρο καὶ τὴν ὡς ἄλλη Κίρκη κοινωνικὴ ἀναγνώριση, οἱ λίγοι θὰ ἔχουν καταδικασθεῖ ὡς ἀποσυνάγωγοι. Θὰ ἔχουν ἀπομονωθεῖ ἀπὸ τὸν κοινωνικό τους περίγυρο, μὴν εἰσπράτοντας οὔτε τὰ χρόνια πολλά, μιᾶς καὶ ἀπὸ τὸν ἄμβωνα, ποὺ ἀπὸ ἄμβωνας ἀγάπης καὶ ἀλήθειας κατήντησε ἄμβωνας διπλωματίας, ψεύδους καὶ διωγμοῦ, θὰ ἀνακηρυχθοῦν ἐπικίνδυνοι γιὰ τὴν «κοινωνικὴ πορεία πρὸς τὴν ἑνότητα ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ τὸν σεβασμὸ στὴν προσωπική τους ἰδιαιτερότητα». Ἀκόμα καὶ οἱ οἰκεῖοι τους θὰ ἀποφύγουν τὴν συχνὴ ἐπαφή μαζί τους γιὰ νὰ μὴν χαρακτηριστοῦν ἀνάλογα.
Ἄν ρωτήσει κανεὶς αὐτοὺς τοὺς λίγους τί βιώνουν, πιστεύω ἡ ἀπάντηση θὰ εἶναι ἀπὸ ὅλους ἡ ἴδια: πόλεμος μὲ τὸν ἴδιος τους τὸν ἑαυτό καὶ μὲ τοὺς ἄλλους, ἀνησυχία γιὰ τὴν σωτηρία τῶν συνανθρώπων τους, θλίψη γιὰ τὴν πτώση ποὺ ἐπικρατεῖ, πόνος γιὰ τὴν ἔλλειψη ὑπεράσπισης τῆς Ἀλήθειας. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅμως ἀγωνιστικὴ καὶ ὁμολογιακὴ διάθεση, ἔλλειψη διάθεσης ἀποφυγῆς τοῦ μαρτυρίου, ἀγάπη γιὰ τοὺς διῶκτες τους, ἀκλόνητη πεποίθηση τῆς σημασίας τοῦ ὁμολογιακοῦ τους ἀγῶνα, πτώσεις καὶ νίκες καὶ πολλὴ προσευχή καὶ δάκρυα.
Τί μπορεῖ νὰ κρατάει τοὺς λίγους, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀλλάξει τοὺς πολλούς; Ἡ συνειδητοποίηση ὅτι ὁ Χριστός, ἀκλόνητος στὴν ὑπόσχεση του, θὰ εἶναι μαζί μὲ τὸ ποίμνιο του ἕως τῆς συντέλειας τοῦ κόσμου.
Ἡ συνειδητοποίηση ὅτι ἀνεξαρτήτου χαρακτῆρος τῆς κάθε ἐποχῆς, εἴτε εἶναι πλούσια ἢ φτωχή, εἴτε εἶναι εἰρηνικὴ ἢ τεταραγμένη, εἴτε εἶναι ἐποχὴ ἀνάπτυξης ἢ πτώσης, ὁ Χριστός, ὁ Βασιλεὺς τῶν ὅλων, γεννᾶται πάντα σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν δοξολογία τῶν Ἀγγέλων σὲ αὐτὸ τὸ ἕνα σπήλαιο ἀπομονωμένος καὶ διωγμένος, ἀφοῦ ὁ κόσμος δὲν δέχθηκε τὴν ἑτοιμόγεννη Μητέρα Του, δεχόμενος τὴν ἐπίσκεψη μόνο ποιμένων καὶ τριῶν γιὰ τὸν κόσμο παράξενων Μάγων καὶ συνοδευόμενος ἀπὸ τὴν σφαγὴ τῶν νηπίων καὶ τὸ κλάμα τῆς Ραχήλ, ποὺ δὲν μποροῦσε μὲ κανένα τρόπο νὰ παρηγορηθεῖ. Ὅσες τυμπανοκρουσίες καὶ ἂν ἠχήσουν, ὅσα φωτάκια κι ἂν ἂναψουν, τίποτα δὲν ἄλλαξε ὅσον ἀφορᾶ τὴν Γέννηση Του, ὅσο κι ἂν ἄλλαξε ὁ κόσμος. «Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἔξετε ἀλλὰ θαρσεῖτε ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰω. 16, 33).
Ὁ κόσμος ἀλλάζει ἀλλὰ ὁ Χριστὸς μένει εἰς τὸν αἰῶνα. Ὁ κόσμος ἀλλάζει, ἀλλὰ ὁ Χριστιανὸς ὄχι. Ἀποσυνάγωγοι οἱ πρόγονοι μας Χριστιανοί, ἀποσυνάγωγοι καὶ οἱ τωρινοί. Σκάνδαλο γιὰ τὸν κόσμο οἱ πρόγονοι μας Χριστιανοί, σκάνδαλο καὶ οἱ τωρινοί. Νικητὲς οἱ πρόγονοι μας Χριστιανοί, ἐμεῖς; Τὸ μόνο ποὺ ἄλλαξε εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ προηγούμενες γενιὲς ἀξίως μεγαλούργησαν, γιατὶ καὶ ἀξίως ἔφεραν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστιανοῦ. Ἐμεῖς, πρῶτος ἐγώ, δὲν ἔχουμε δείξει τίποτα ἀκόμη ποὺ νὰ ἐπιβεβαιώνει αὐτὴ τὴν ἀξία. Ὅπως ἔλεγε ὁ Μ. Ἀντώνιος δὲν ἔχουμε νὰ ἐπιδείξουμε καμία ἀρετὴ τῶν προγόνων μας Χριστιανῶν. Ἐδῶ φαίνεται ὅμως παρὰ τὴν μελαγχολία τῶν σκέψεων καὶ ἡ μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ ἐμᾶς: Μᾶς δίνει τὴν εὐκαιρία, ἐνῶ εἴμαστε φτωχοὶ στὴν χριστιανικὴ ζωή μας, νὰ γίνουμε πλούσιοι μὲ τὴν ὁμολογία μας. Τί μεγαλύτερη ἀπόδειξη χρειαζόμαστε, ὅτι δὲν εἴμαστε μόνοι μας, ὅτι γιὰ τὸν Θεὸ ἀξίζει νὰ ὑποφέρεις τὰ πάντα, γιὰ νὰ κερδίσεις τὰ πάντα.
Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου