Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

«Ούτε γαρ επλάνησεν ημάς ανθρώπων κακότεχνος επίνοια» (Σοφ. Σολ. ιε΄,4)

(Εκκλησιαστική γλώσσα ή αγιογραφία του λόγου)
ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ
Αναμφίβολα, όταν η Εκκλησιαστική πνευματική ζωή εσωτερικοποιείται, γίνεται βίωμα και εικόνα της συνείδησης – ψυχής, τότε μπορεί και εκφράζεται ως αισθητικό φαινόμενο, αντικειμενοποιείται. Η αντικειμενοποίηση αυτή αντανακλάται και στον πνευματικό χαρακτήρα της Βυζαντινής αγιογραφίας και της Λειτουργικής Εκκλησιαστικής γλώσσας.
Η Εκκλησιαστική γλώσσα των Ι. Κειμένων και των ιερών ακολουθιών δεν είναι απλά μία διανοητική ή βιωματική ανθρώπινη κατασκευή, μία εποχιακή έκφραση της Εκκλησιαστικής συνείδησης. Η αρχιτεκτονική της είναι πάντοτε μία ανακεφαλαίωση (προσευχητική, δοξολογική, Δογματική) της Εκκλησιαστικής εμπειρίας ή, καλύτερα, μια προβολή της εκκλησιαστικής ζωής – Εκκλησίας στο ανθρώπινο επίπεδο.
Οι βαθύτερες και αληθινές διαστάσεις της εκκλησιαστικής γλώσσας χαρακτηρίζονται από την αμεσότητα μετοχής του ανθρώπινου στοιχείου στο καθολικότερο φαινόμενο της ένσαρκης οικονομίας του Χριστού.
Η γλώσσα των Ι. Κειμένων στάθηκε δίπλα στην Παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως «δωδεκάτειχος πόλις». Στη γλώσσα αυτή φυλάχθηκε (όπως στην Κιβωτό) η αγιασμένη παράδοση αιώνων.
Σήμερα, σε αρκετές Μητροπόλεις της Ελλάδος, προβάλλεται ως «σχετικότητα» η χρήση της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας. Παρατηρούμε το φαινόμενο όχι από το πεδίο (κλειστό κύκλο) γλωσσολογούντων λογίων αλλά υπό το πρίσμα της Ορθόδοξης αλήθειας και της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας, με τις μοναδικές ιδιότητες, που δεν υπάρχουν σε καμία άλλη γλώσσα του κόσμου.
Διαπιστώνουμε τάση – απόφαση ξεπεράσματος της υφιστάμενης γλωσσικής ευταξίας στις ιερές εκκλησιαστικές ακολουθίες. Αναγνώσματα της Π. Διαθήκης και Λειτουργικές ευχές διαβάζονται στην καθομιλουμένη δημοτική γλώσσα.
Η ενέργεια αυτή μας θυμίζει – σε προφητικό άξονα – μια επισήμανση της Αγ. Γραφής: «Ούτε γαρ επλάνησεν ημάς ανθρώπων κακότεχνος επίνοια, ουδέ σκιαγράφων πόνος άκαρπος» (Σοφ. Σολ. ιε΄,4).
Εύστοχα έχει γραφεί: «Η επίσημη γλώσσα της Ορθόδοξης Λατρείας είναι εγγύηση τελετουργικής παράδοσης και μοχλός Ελληνομάθειας». Για παράδειγμα, ο Αρχαγγελοσύνθετος ύμνος, χάρισμα θεϊκό δόθηκε από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ στη γλώσσα της Εκκλησίας: «Άξιον εστιν ως αληθώς μακαρίζειν σε την Θεοτόκον…». Όλες οι λεπτές περιεκτικές λέξεις του ύμνου σε μετάφραση κατανοητή, χρειάζονται ολόκληρες προτάσεις του δημοτικού λόγου.
Στην Κ. Διαθήκη διαπιστώνουμε τον γλωσσικό εξελληνισμό των Αραμαϊκών λέξεων. Ο Χριστός αλλάζει το όνομα Κηφά σε Πέτρο (Ματθ. ιστ, 18). Επίσης ο Κύριος χρησιμοποίησε και Ομηρικές λέξεις. Για παράδειγμα στον Μάρκο (ί, 17) διαβάζουμε: «Και επέθηκεν αυτοίς ονόματα Βοανεργές, ο εστιν υιοί της βροντής». Η λέξη «Βοανεργές» είναι σύνθεση Ομηρικών λέξεων, σύμφωνα με τους ειδικούς.
Η Εκκλησιαστική γλώσσα είναι μια αγιογραφία λόγου ενώ οι μεταφράσεις είναι «ζωγραφιές θρησκευτικές».
Όπως η Ορθόδοξη Βυζαντινή εικόνα είναι μια έκφραση της Θείας Οικονομίας, έτσι και η Λειτουργική γλώσσα. Είναι καθρέφτης, που αντανακλά την πνευματική ζωή και το Δόγμα της Εκκλησίας. Να υπογραμμίσουμε, ότι μέσα στη γλώσσα της Ορθοδοξίας αποτυπώνονται οι δογματικοί αγώνες και ο πολιτισμός κάθε εποχής.
Το υλιστικό και εγκόσμιο πνεύμα δεν κατανοεί τη ζωογόνο δύναμη της γλωσσικής παράδοσης, λόγω βαθειάς πνευματικής παρακμής. «Ωλιγώθησαν αλήθειαι από των υιών των ανθρώπων» (Ψαλμός ια΄).
Εάν παρατηρήσουμε τα στοιχεία που συγκροτούν την σημερινή Εκκλησιαστική πραγματικότητα, όπως: Δόγμα, υμνωδία, διάκοσμος ναών, αρχιτεκτονική, φωτισμός, ενδυμασία κ.λ.π., θα συμπεράνουμε, αβίαστα, ότι τραβάνε το καθένα χωριστά μη Ορθόδοξο προσανατολισμό (εκκοσμίκευση, Οικουμενισμός).
Αναμφίβολα, αποδομείται σταδιακά η θεολογική έννοια των λέξεων, σημαίνοντος και σημαινομένου, που εκφράζει άριστα η γλώσσα της Εκκλησίας.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας τοποθέτησαν, οντολογικά, το φαινόμενο «Εκκλησιαστική γλώσσα» μέσα στο καθολικότερο νόημα της Θεολογίας.
Ο Μ. Αθανάσιος, αναφερόμενος στον όρο «Ομοούσιος», γράφει: «Ουχ εαυτοίς πλασάμενοι λέξεις (οι Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής), αλλά και αυτοί από των προ αυτών Πατέρων μαθόντες», δηλ. από την Ι. Παράδοση (Β.Ε.Π.Ε.Σ. 30, 142).
Επί της Γραφής, λέγει ο αγ. Γρηγόριος Νύσσης, πρέπει «Ομού τε την λέξιν επί των γεγραμμένω φυλάττεσθαι και την φυσικής θεωρίαν συναγορεύειν τω γράμματι» (P. G. 44, 124).  Με απλά λόγια: Να ζητούμε την ορθή θεωρία της λέξεως και συγχρόνως να φυλάσσεται και η λέξη.
Ο Μ. Αθανάσιος, σε ομιλία του «περί Ψαλμών», διδάσκει να μη γίνεται καινοτομία στις λέξεις – ρήματα, αλλά να χρησιμοποιούνται όπως γράφτηκαν υπό του Πνεύματος του Αγίου: «Μη περιβαλλέτω μέντοι τις αυτά τοις έξωθεν πιθανοίς ρήμασι, μηδέ πειραζέτω τας λέξεις μεταποιείν ή όλως εναλλάσειν· αλλ’ ούτως ατεχνώς τα γεγραμμένα λεγέτω και ψαλλέτω, ώσπερ είρηται» (Β.Ε.Π.Ε.Σ. 32, 28).
Όπως και η Εικόνα, έτσι και η εκκλησιαστική γλώσσα μας δείχνει μονάχα ό,τι είναι ουσιαστικό – θεολογικό.
Ερώτημα: Μήπως η σημερινή άρνηση της Εκκλησιαστικής γλώσσας είναι μια εικονομαχία; Μια άρνηση της αγιογραφίας του λόγου; Μια εικονομαχία, που δεν την υποπτεύονται ούτε και αυτοί που την πραγματοποιούν;
Η φανέρωση της Εκκλησιαστικής εμπειρίας – διδασκαλίας στους νέους αποτελεί προσπάθεια ζωής. Είναι λάθος να τους προσεγγίσουμε, λογοκρατικά, εγκεφαλικά, ως θραύσματα μιας πραγματικότητας χρηστικής, υλιστικής.
Η απολύτρωση, η θεραπεία του ανθρώπου, ως αποκατάσταση του αρχέγονου κάλλους, είναι υπόθεση πίστεως και καρδιάς. Η Ορθοδοξία δεν έχει την μονομέρεια του Δυτικού ανθρωπισμού. Γράφει ο Μ. Βασίλειος: «Πίστις ηγείσθω των περί Θεού λόγων· πίστις και μη απόδειξις. Πίστις, η υπέρ τας λογικάς μεθόδους την ψυχήν εις συγκατάθεσιν έλκουσα· πίστις, ουχ η γεωμετρικαίς ανάγκαις, αλλ’ η ταις του (Αγίου) Πνεύματος ενεργείαις εγγινομένη» (ομιλία στον ριε΄ Ψαλμό).
Οι ακολουθίες σε νεοελληνική απόδοση δεν αποτελούν απαρχή βεβαιότητας εκκλησιαστικού τρόπου ζωής των νέων.
Οι νέοι προτιμούν την «ανατολική Φιλοκαλία» και όχι την «δυτική αισθητική» στην Εκκλησία.
Αξιόλογα είναι όσα γράφει ο π. Σωφρόνιος στο βιβλίο του «Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί». Γράφει σχετικά: «Οι Έλληνες με τη φιλοσοφία έφτασαν στα υψηλότερα δυνατά όρια αναπτύξεως του ανθρώπινου πνεύματος, και δια μέσου της γλώσσας παρουσίασαν την τελειότερη δυνατή μορφή εκφράσεως του ανθρωπίνου λόγου. Τη μορφή αυτή της εκφράσεως πήρε και χρησιμοποίησε κατά πρόνοια Θεού στη λατρεία επί δύο χιλιετίες η Εκκλησία του Χριστού. Η λειτουργία, ως κορυφαίο μέσο αναφοράς του ανθρώπου προς το Θεό, είναι φυσικό να έχει ως εκφραστικό όργανο την κατά το δυνατό τελειότερη γλώσσα» (Σελ. 373 - 376).
Θεολογικά – φιλοσοφικά, διαπιστώνουμε έναν μόνιμο πειρασμό (διαβολικό) στη ζωή της Εκκλησίας (Ορθοδοξίας). Είναι η επιθυμία του ανθρώπου να μην εξέλθει από τα όρια των φυσικών δεδομένων.  Ταυτόχρονα τείνει στον «περιορισμό» του θείου θελήματος – διδασκαλίας. Στον πειρασμικό αυτό άξονα αναπτύχθηκαν όλες οι αιρέσεις, μέχρι την σημερινή παναίρεση του Οικουμενισμού.
Η μετα-πατερικότητα και η υποβάθμιση της λειτουργικής γλώσσας είναι (εν πολλοίς) αποτέλεσμα του πειρασμού αυτού. Όσοι, όμως, έχουν διασπάσει τον κλοιό της φυσικής λογικής, της μεταπτωτικής σκέψης και έχουν ευθυγραμμισθεί στη ματιά του Θεού, στο σταυρόνημα της Θ. Αποκαλύψεως, αυτοί έχουν την Πατερική γραμμή, την Ορθόδοξη Θεολογία.
ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ
ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ