Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

Η υπέρβαση του «Εγώ» στη ζωή του Ιερού Ιωάννη Χρυσοστόμου

ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ
Ο Ιερός Χρυσόστομος είναι μια μεγάλη πατερική μορφή της Εκκλησίας· μια μορφή με πολλά χαρίσματα και σπανία προσόντα.
Από την Εκκλησία ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τιμάται και στις 30 Ιανουαρίου, ημέρα γιορτής των τριών Ιεραρχών. Μαζί με την Εκκλησία τους τρεις- Ιεράρχες τιμά επίσης και η Παιδεία μας, η οποία ατενίζει στα πρόσωπα τους όλο το φάσμα των αποχρώσεων της πατερικής σκέψης.
Τον Ιερό Χρυσόστομο χαρακτήριζε πρώτα και κυρία η αγάπη του στο Θεό, η αγάπη του στο λαό και η αυταπάρνησή του. Γι' αυτό η ζωή του, η δράση του και το έργο του έχουν κλείσει μέσα στα όριά τους ένα πολύτιμο – θεολογικά και κοινωνικά – πνευματικό περιεχόμενο. Υπήρξε αληθινός επίσκοπος, διότι δεν εξάρτησε το επισκοπικό αξίωμα του από καμιά πολιτική ή κοινωνική σκοπιμότητα, αλλά έθεσε τον εαυτό του αποκλειστικά και μόνο στην υπηρεσία της Εκκλησίας, η οποία είναι το Θεανθρώπινο σώμα του Χριστού, ο ίδιος ο Θεάνθρωπος παρατεινόμενος στους αιώνες. Ζούσε ασκητικότατα και είχε καθαρότητα ζωής, φιλανθρωπική και κοινωνική δράση, θεολογική κατάρτιση, άριστο εκκλησιαστικό φρόνημα κι απαράμιλλη ρητορική ικανότητα, για την οποία κάποιος βιογράφος του σημειώνει χαρακτηριστικά: «Πολλοί μεν και άλλοι ανεδείχθησαν μεγάλοι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας μόνος δε αυτός Χρυσόστομος».
Η προσπάθειά του για την ανόρθωση της Εκκλησίας και η ελεγκτική του γλώσσα δημιούργησαν, όπως ήταν φυσικό, πάρα πολλούς εχθρούς. Ανάμεσα σ' αυτούς ήταν η επιπόλαιη αυτοκράτειρα Ευδοξία και ο αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας Θεόφιλος. Οι εχθροί του Χρυσοστόμου, με κύριο μοχλό, την Ευδοξία, προώθησαν τη συγκρότηση μιας «συνόδου» (403 μ.Χ.) με στόχο την εξορία του. Πράγματι ο άγιος εξορίστηκε, αλλά όχι για μεγάλο χρονικό διάστημα, γιατί η δυναμική ορισμένων γεγονότων ώθησε την Ευδοξία στο να δώσει χάρη. Δεν ήταν μεγάλο το διάλειμμα της γαλήνης. Ο Θεόφιλος και η Ευδοξία πάλι συνωμοτούν σε
βάρος του Ιερού Χρυσοστόμου. Δημιουργούν μια vέα «σύνοδο» και ακολουθεί η δεύτερη εξορία του, οριστική πια (404 μ.Χ.). Μπροστά στις συνωμοσίες του παλατιού ο ευσεβής λαός δεν έμεινε απαθής και αδιάφορος, αλλά στασίασε και συγκρούσθηκε αιματηρά με τους στρατιώτες της Ευδοξίας, αποφασισμένος να αποτρέψει με κάθε θυσία την εξορία του Χρυσοστόμου.
Ο Ιερός Χρυσόστομος στις κρίσιμες στιγμές της αντιπαράθεσης μεταξύ λαού και πολιτείας μπόρεσε και είδε, χωρίς διάθλαση, πώς το πνευματικό συμφέρον του λαού και της Εκκλησίας δεν ήταν στις αιματηρές αντιπαραθέσεις με το παλάτι.
Έβλεπε ακόμη, ότι η σύγκρουση μεταξύ λαού και πολιτείας είχε οξυνθεί οριακά και η περαιτέρω κλιμάκωσή της θα διέγραφε ίσως, την περίμετρο ενός εκκλησιαστικού σχίσματος. Γι' αυτό κινήθηκε προς την κατεύθυνση της ενότητας, παρ' όλο που οι εχθροί του δεν βίωναν την «εν Χριστώ αγάπη» και ήθελαν την εξόντωσή του. Εκούσια παραδόθηκε για εξορία στους στρατιώτες, που ήταν τα όργανα μιας εγκληματικής συνωμοσίας στην, οποία, δυστυχώς συμμετείχαν και ανάξιοι επίσκοποι. Φεύγοντας για τη δεύτερη εξορία και έχοντας ζωηρή την αίσθηση της ιστορικής στιγμής έδωσε οδηγίες για τη σύναψη ειρηνικών σχέσεων με το νέο επίσκοπο· οδηγίες για ειρήνη και ενότητα μέσα στην Εκκλησία. Στην αποχαιρετιστήρια ομιλία του μεταξύ άλλων τόνισε τα εξής: «Όσα έχουν σχέση με μένα τελειώνουν τώρα, καθώς βλέπω. Έχω φθάσει στο τέλος του δρόμου της αποστολής μου και ίσως δεν θα δείτε πια το πρόσωπο μου. Αυτό είναι εκείνο που σας παρακαλώ. Να μη σταματήσει, καμιά από σας (ομιλεί στις διακόνισσες) το συνηθισμένο ζήλο για την Εκκλησία. Και όποιος χειροτονηθεί χωρίς τη θέλησή του, αφού δεν επιδίωξε το πράγμα, σύμφωνα με τη συγκατάθεση όλων, να του κλίνετε το κεφάλι σας όπως στον Ιωάννη γιατί δεν μπορεί η Εκκλησία να είναι χωρίς επίσκοπο.
Και έτσι θα σας ελεεί ο Θεός. Να με θυμάσθε στις προσευχές σας» (ΕΠΕ, τόμος 1, σελ. 149-151).
Να υπογραμμίσουμε, ότι η πνευματική υπακοή στον επίσκοπο δεν είναι απροϋπόθετη.
Ο πνευματικός αυτός άξονας του Χρυσοστόμου διακρίνεται και στο θεολογικό διάλογο – συζήτηση που μας διασώζει ο Παλλάδιος, λίγο πριν την δεύτερη εξορία του Χρυσοστόμου: «Όταν κατάλαβε, ότι ήλθε η ώρα της εξορίας του, κατέβηκε από το επισκοπείο στο ναό μαζί με κάποιους επισκόπους στους οποίους τόνισε, «Δεύτε προσευξάμενοι συνταξώμεθα τω αγγέλω της Εκκλησίας». Μετά, αφού κοίταξε προς το ναό (της Αγ. Σοφίας), βγήκε κρυφά από την ανατολική πύλη και παραδόθηκε στους στρατιώτες που περίμεναν». Μαζί με τον Ι. Χρυσόστομο, σημειώνει ο Παλλάδιος, «συνεξήλθε και ο άγγελος της Εκκλησίας, μη φέρων την ερημίαν αυτής, ην αρχαί και εξουσίαι πονηραί ειργάσαντο, καθάπερ, θεατρονόμιον αποδείξασαι». Στη διαδοχή του χρόνου πνευματικό ανάλογο έχουμε και στη Δύση.
Τη δυτική εκκλησία της Ρώμης την εγκατέλειψε ο άγγελός της, ο πνευματικός έφορος αυτής (Γρηγόριος Θεολόγος ΕΠΕ, τόμος 6, ομιλία ΜΒ), διότι έγινε πληθωρικά κακόδοξη, αιρετική, με δογματικές διαθλάσεις και με φιλοσοφικές, πολιτικές, κοινωνικές και διοικητικές εκτροπές, δημιουργώντας εντροπία πνευματικού χαρακτήρα, που την οδήγησε στην πνευματική ερήμωση, στην απώλεια της Θείας Χάρης. Η προτροπή του Ι. Χρυσοστόμου «συνταξώμεθα τω αγγέλω της Εκκλησίας», αιώνες πριν, δεν εισακούσθηκε.
Μέσα στη δίνη που δημιούργησαν η κοσμική εξουσία και κάποιοι θεσμοποιημένοι «επίσκοποι» ο Χρυσόστομος έζησε την πιο σκληρή περιπέτεια γνωρίζοντας την εξορία και το θάνατο.
Περιπέτεια που πράγματι ήταν συμμετοχή στο σταυρό του Χριστού, υπέρβαση του εαυτού του, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου: «όστις θέλει, οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι» (Μαρκ. η΄, 34)
ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ
ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ