Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2018

Προϋποθέσεις για μια ορθόδοξη κατήχηση

ΜΟΝΑΧΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΗΣ
Στόν ἐπίλογο τοῦ λόγου του περί ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας, τονίζει ὅτι, γιά νά διδάξει, νά κατηχήσει κάποιος πνευματικά τούς ἄλλους χρειάζονται δύο πράγματα : α) Μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς μέ ταπείνωση καί β) βίος καθαρός, ἁγνός, ἀμόλυντος : «Πρός τήν ἐκ τῶν Γραφῶν ἔρευναν καί γνῶσιν ἀληθῆ χρεία βίου καλοῦ καί ψυχῆς καθαρᾶς καί τῆς κατά Χριστόν ἀρετῆς»[1].
Καί συνεχίζει πιό κάτω ὡς ἑξῆς : «Ὅποιος παραδείγματος χάρι θέλει νά ἰδῆ τό φῶς τοῦ ἡλίου, ὁπωσδήποτε καθαρίζει καί λαμπρύνει τά μάτια του. Τά καθαρίζει σχεδόν σάν τό φῶς, πού ποθεῖ, ἔτσι ὥστε νά γίνουν τά μάτια φῶς, καί νά ἰδῆ τό φῶς τοῦ ἡλίου˙ ἤ ὅποιος θέλει νά ἰδῆ μίαν πόλιν ἤ χώραν, ὁπωσδήποτε πηγαίνει εἰς τόν τόπον, διά νά τά ἰδεῖ.  Ἔτσι αὐτός, πού θέλει νά ἐννοήσει τήν σκέψιν τῶν θεολόγων, ὀφείλει πρῶτον νά νίψει καί νά πλύνει τήν ψυχήν διά τῆς ζωῆς του καί νά φθάσει ὡς τούς Ἁγίους, μιμούμενος τάς πράξεις των, ὥστε κατά τήν συναναστροφήν των νά συζητήσει μέ αὐτούς καί νά κατανοήσει αὐτά, τά ὁποῖα εἰς ἐκείνους ἀπεκάλυψεν ὁ Θεός, καί εἰς τό ἑξῆς, ἐπειδή θά ἔχει συνενωθεῖ μέ ἐκείνους, νά ἀποφύγει μέν τόν κίνδυνον τῶν ἁμαρτωλῶν καί τό πῦρ αὐτῶν κατά τήν ἡμέραν τῆς κρίσεως, νά ἀπολαύσει δέ αὐτά, τά ὁποῖα θά εὑρίσκονται εἰς τήν διάθεσιν τῶν ἁγίων εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν...»[2].
 Μιά καί τό θέμα μας εἶναι «Προϋποθέσεις γιά μιά Ὀρθόδοξη Κατήχηση», ἐθεωρήσαμε καλό νά ἀρχίσουμε ἀπό τόν Μέγα Ἀθανάσιο, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι «γιά νά ἐννοήσει κάποιος τήν σκέψιν τῶν θεολόγων, ὀφείλει πρῶτον νά νίψει καί νά πλύνει τήν ψυχήν διά τῆς ζωῆς του καί νά φθάσει ὡς τούς ἁγίους, μιμούμενος τάς πράξεις των».
Δυστυχῶς, μιά μεγάλη μερίδα πτυχιούχων θεολόγων, κατηχητῶν καί κληρικῶν, τά ἀγνοεῖ ἤ ἐνῶ τά γνωρίζει, δέν τά ἐφαρμόζει αὐτά στή σκέψη καί στή ζωή της. Μέ ἀποτέλεσμα νά ἔχει θρησκειοποιηθεῖ καί ἐκκοσμικευθεῖ  ἕνα μέρος τῶν πιστῶν τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησίας, ἀλλά καί ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου.  Κατανοοῦμε πλέον τό βαθύτερο περιεχόμενο τῆς σχέσεως μεταξύ ζωῆς καί θεολογίας ὡς τρόπο ζωῆς ἤ αὐτή ἡ σχέση εἶναι καρικατούρα αὐθεντικῆς ζωῆς, δηλαδή εἶναι μιά ὑποκριτική αὐτοδικαιωμένη ζωή; Χαρακτηριστικό εἶναι πώς μιλᾶμε διαφορετική γλῶσσα καί ὑποστηρίζουμε διαφορετικά πράγματα, ἐν τούτοις ὅμως οἱ ζωές μας παρουσιάζουν μιά  καταπληκτική ὁμοιομορφία. Ἡ διαφορά μας μέ ἄλλους  ἀνθρώπους, ἄλλες θρησκεῖες, ἄλλους πολιτισμούς, δέν συμβαδίζει μέ τήν ζωή μας. Ἕνα ἁπλό παράδειγμα θά ἀρκέσει, γιά νά μᾶς πείσει. Ποιά διαφορά θά μποροῦσε νά ἐμφανίσει ἡ σύγκριση ἀνάμεσα στή ζωή ἑνός Ὀρθόδοξου, ἑνός παπικοῦ, ἑνός προτεστάντη, ἤ ἀκόμη καί ἑνός ψευδομάρτυρος τοῦ Ἰεχωβᾶ, ἑνός βουδιστῆ κλπ. στήν Ἑλλάδα σήμερα; Θά ἔλεγε κανείς ὅτι ἡ ζωή τοῦ καθενός ἀπό μᾶς καί ἡ σχέση μας μέ τόν συνάνθρωπο εἶναι ἀπόρροια τῆς ἰδιοσυγκρασίας τοῦ χαρακτῆρος μας καί τῶν ἀναγκῶν μας, τῆς ἀντιλήψεως δηλαδή πού ἔχουμε γιά τόν κόσμο καί τόν ἑαυτό μας καί δέν ἀποτελεῖ ἀπόρροια τῆς σχέσεώς μας μέ τόν Θεό. Ἡ διαφορετική προσέγγιση τοῦ Θεοῦ καί ἡ ὁμοιόμορφη προσέγγιση τοῦ συνανθρώπου μᾶλλον καταδεικνύει τήν ἐπιφανειακή σύνδεση πίστεως καί ζωῆς.
Βέβαια, δέν γνωρίζουμε σέ μεγάλο βαθμό τί συμβαίνει στήν ψυχή τοῦ καθενός ἀνθρώπου ξεχωριστά. Λέει ἡ Καινή Διαθήκη   «Τό γάρ πνεῦμα πάντα ἐρευνᾶ, καί τά βάθη τοῦ Θεοῦ. Τίς γάρ οἶδεν ἀνθρώπων τά τοῦ ἀνθρώπου εἰμή τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου τό ἐν αὐτῷ»; Δηλαδή «Γιατί τό Ἅγιο Πνεῦμα τά πάντα ἐρευνᾶ καί τά βάθη τοῦ Θεοῦ. Διότι, ποιός ἀπό τούς ἀνθρώπους ξέρει καλά τά ἀνθρώπινα, ἐκτός ἀπό τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου, πού εἶναι μέσα του; Ἔτσι καί τά τοῦ Θεοῦ κανείς δέν τά ξέρει καλά, ἐκτός ἀπό τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Τό πνεῦμα εἶναι δάσκαλος τοῦ πιστοῦ στό νά μαθαίνει καί νά ξέρει τά ἄγνωστα καί κρυφά τά σχετικά μέ τόν Θεό, τόσο ὡς πρός τήν οὐσία τους, ὅσο καί πρός τήν σχέση μας μαζί του»[3].
Αὐτά πού ἐγράψαμε ἕως τώρα : α) Μᾶς τά εἶπαν οἱ ἅγιοι, παλαιοί καί νέοι, ὅπως ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καί οἱ ἅγιοι Γέροντες Παΐσιος, Πορφύριος, Ἐφραίμ, οἱ Ἁγιορεῖτες, καί β)  Βγαίνουν ἀπό ἀντικειμενικές μελέτες ταπεινῶν ἀγωνιζομένων χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι παρετήρησαν τήν διαφορά πίστεως καί ζωῆς συχνά στόν ἑαυτό τους καί στήν κοινωνία, ὅπου ζοῦν, π.χ.  στήν Ἑλλάδα σήμερα. Μάλιστα εἶναι πασιφανές ὅτι οἱ δύο μεγαλύτεροι πειρασμοί τῶν συγχρόνων χριστιανῶν, κλήρου καί λαοῦ, εἶναι πρῶτον, ἡ θρησκειοποίηση τῆς Ἐκκλησίας, καί δεύτερον, ἡ ἐκκοσμίκευση. Δηλαδή, θρησκεία εἶναι τό ἀνθρώπινο ὑποκατάστατο, πού ἐφευρίσκεται ἀπό ἐμπαθεῖς καί ἀμετανοήτους ἀνθρώπους, γιά νά ἀντικατασταθεῖ τό Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώματος Χριστοῦ, ἁγίας οἰκοδομῆς, λαοῦ εἰς περιποίησιν, βασιλείου ἱερατεύματος, ἔθνους ἁγίου, νέου Ἰσραήλ τῆς χάριτος[4].
 Ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησία δέν εἶναι θρησκεία. Ἑπομένως, εἶναι τό θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἕνας θεανθρώπινος, θεοκεντρικός ὀργανισμός, ὄχι σωματεῖο, ὄχι φιλοσοφία, ὄχι παγκόσμια ἀνθρώπινη ὀργάνωση, ὄχι πολιτικό κόμμα, ὄχι κράτος θεοκρατικό, ὄχι οἰκονομικό σύστημα. Σύμφωνα μέ τόν μακαριστό, ὀρθόδοξο Ρῶσσο θεολόγο, πατέρα Γεώργιο Φλωρόφσκυ, «Ἐκκλησία εἶναι ὁ λυτρωτής Χριστός, ἡ Μητέρα τοῦ Λυτρωτῆ καί οἱ φίλοι τοῦ Λυτρωτῆ Χριστοῦ».
Ἐκκοσμίκευση εἶναι ὁ οὐσιαστικός χωρισμός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀπό τήν προσωπική, κοινωνική, οἰκογενειακή, ἐθνική καί παγκόσμια ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Ζοῦμε σέ αὐτόν τόν κόσμο σάν νά μήν ὑπάρχει Θεός, οὔτε θέλουμε οὔτε νομίζουμε ὅτι ἔχουμε ἀνάγκη τόν Θεό.
Τώρα, πῶς θά ξεπεράσουμε τούς πειρασμούς τῆς θρησκειοποιήσεως τῆς ἐκκλησίας καί τῆς ἐκκοσμικεύσεως, πού εἶναι συγχρόνως καί ποιμαντικό καί κατηχητικό πρόβλημα γιά τούς χριστιανούς Ὀρθόδοξους;
Νομίζω ὅτι, ἄν μετανοήσουμε ὅλοι μας, ἄν ἔχουμε ἐνθύμηση τῶν ἁμαρτιῶν μας, μνήμη θανάτου, κρίσεως καί κολάσεως, συχνή συμμετοχή στά θεία μυστήρια της ὀρθοδόξου ἐκκλησίας κύριος μετάνοια ἐξομολόγηση καί Θεία Κοινωνία ἀυτομεμψία ἐν Χριστῶ αὐτό κατηγορία αὐτό κατάκριση γιά τίς ἁμαρτίες μας καί τέλος ταπείνωση πού ἑλκύει την χάρη του Θεοῦ τότε μποροῦμε μέσα στήν δαιδαλώδη ἀντιχριστιανική ἀντί πνευματική καί συγχυσμένη κοινωνία μας νά ζήσουμε την ἐν Χριστῶ ζωή καί νά νικήσουμε τους πειρασμούς πού προανέφερα. αὐτή γιά ὀρθόδοξη κάτι ὅπως μας τίς εἶπε ὁ Ἅγιος γέροντας Παΐσιος καππαδόκης Ἁγιορείτης ὁ ὁποῖος λέγει Ὅτι αὐτές εἶναι καί προϋποθέσεις γιά νά ἀσκοῦμε την νοερά καρδιακή μονολογιστη εὐχή  το Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν μέ τον ἁμαρτωλόν χωρίς κίνδυνο νά πλανηθεῖ μέ ἀπό τον ἀνθρωποκτόνο ἀπαρχῆς διάβολο.
Προηγουμένως ἐδώσαμε τόν ὁρισμό τῆς θρησκείας, τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ἐκκοσμικεύσεως καί εἴπαμε πῶς πρέπει νά σταθοῦμε πνευματικά ἔναντι αὐτῶν. Τώρα ἁπλῶς θέλω νά ἀνατρέξω στό βιβλίο τοῦ πατρός Γεωργίου Φλωρόφσκυ «Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία, Παράδοσις»[5], ὅπου θά δοῦμε ἐπιλεκτικά τί εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, συμπληρώνοντας καί ἀποσαφηνίζοντας τό θέμα αὐτό, διότι ἡ ἄγνοια, ἡ λήθη, ἡ ἀκηδία μας, δηλαδή ἡ ἄγνοια τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καί τῆς θεολογίας περί τά Μυστήρια τῆς ἐκκλησίας, τό γεγονός ὅτι ξεχνᾶμε λόγῳ βιοτικῶν μεριμνῶν καί ἀδιαφορίας, ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας ἐδῶ στήν γῆ καί ἡ πνευματική ἀδράνεια καί πώρωση τῆς συνειδήσεώς μας, ἀποτελοῦν σχεδόν καθολικά πνευματικά ἐλαττώματα καί ἀδυναμίες τῶν περισσοτέρων ἀνθρώπων καί μάλιστα τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν.  «Γνώσεσθαι τήν ἀλήθειαν καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς». Δηλαδή, «θά γνωρίσετε τήν ἀλήθεια καί ἡ ἀλήθεια θά σᾶς ἐλευθερώσει. Ὅσο προχωρεῖ κανείς νά κατανοήσει σέ βάθος τούς ἠθικούς νόμους, τήν θεία ἀποκάλυψη, σέ συνδυασμό μέ τήν ἐσωτερική πληροφορία τῆς συνειδήσεώς του, τόσο ἀποκαλύπτεται μπροστά του τό μεγαλεῖο τοῦ Πλάστη καί ἐξ ἀντανακλάσεως τό ὕψος τοῦ ἰδίου τοῦ ἀνθρώπου. Γλυτώνει ἀπό τήν ὑποδούλωση στόν φόβο : α) τοῦ θανάτου, β) τοῦ νόμου καί τῆς ἁμαρτίας, καί γ) τῆς πλάνης καί τῆς ἄγνοιας. Καί ὁ ὁδηγός μας σέ αὐτήν τήν ἀνακάλυψη, σέ αὐτήν τήν ὑπέροχη ἀπελευθέρωση, εἶναι ὁ Κύριός μας, ὁ Χριστός, πού μᾶς ἐλευθερώνει ἀπό τήν πλάνη»[6]. 
Λέει, λοιπόν, ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ : «Ἡ Ἐκκλησία ἦταν ὁ ἀληθής Ἰσραήλ, ὁ νέος ἐπιούσιος λαός τοῦ Θεοῦ, «γένος ἐκλεκτόν, βασίλειον ἱεράτευμα, ἔθνος ἅγιον, λαός εἰς περιποίησιν»[7]. Ἤ μᾶλλον, ἦταν τό πιστόν λεῖμμα (ὑπόλοιπον τμῆμα), πού ἐπελέγη μεταξύ τοῦ μή ἀνταποκρινομένου ἀρχαίου λαοῦ.  Ὅλα δέ τά ἔθνη τῆς γῆς, ἕλληνες καί βάρβαροι, θά ἐγίνοντο δεκτά καί θά μετεμοσχεύοντο εἰς αὐτόν τόν νέον λαόν μέ κλήσιν Θεοῦ».
... Ὁ Χριστιανισμός ἐξ ἀρχῆς ὑπῆρχεν ὡς συγκεκροτημένη πραγματικότης, ὡς κοινότης. Τό νά εἶναι κανείς χριστιανός ἐσήμαινεν ἀκριβῶς τό νά ἀνήκει εἰς τήν κοινότητα.  Κανείς δέν μποροῦσε νά εἶναι χριστιανός ἀπό μόνος του, ὡς ἀπομονωμένον ἄτομον, ἀλλά μόνον μαζί μέ τούς «ἀδελφούς», εἰς συνάφειαν μέ αὐτούς. «Unus cristianus - nullus cristianus». Ἕνας χριστιανός - κανένας χριστιανός. Ἡ προσωπική πεποίθησις ἤ ἀκόμα ἕνας κανών ζωῆς δέν καθιστοῦν τό ἄτομον χριστιανόν…
... Οἱ χριστιανοί εἶναι ἑνωμένοι, ὄχι μόνο μεταξύ των, ἀλλά πρωταρχικῶς εἶναι ἕν ἐν Χριστῷ, μόνον αὐτή ἡ κοινωνία μέ τόν Χριστόν καθιστᾶ τήν κοινωνία τῶν ἀνθρώπων τό πρῶτον δυνατήν ἐν αὐτῷ (τῷ Χριστῷ). Τό ἐπίκεντρον τῆς ἑνότητος εἶναι ὁ Κύριος καί ἡ δύναμις, πού προκαλεῖ καί ἐπιτάσσει τήν ἑνότητα, εἶναι τό Ἅγιον Πνεῦμα…
... Ὁ Χριστός ὁ ἴδιος ἀνήκει στήν κοινότητα, ὡς κεφαλή της, καί ὄχι μόνον ὡς Κύριός της. Ὁ Χριστός δέν εὑρίσκεται ὑπεράνω ἤ ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐκκλησία εὑρίσκεται «ἐν αὐτῷ» (τῷ Χριστῶ)...
... Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας πραγματοποιεῖται διά τῶν μυστηρίων. Τό βάπτισμα καί ἡ θεία εὐχαριστία εἶναι τά δύο «κοινωνικά μυστήρια» τῆς Ἐκκλησίας καί εἰς αὐτά ἀποκαλύπτεται καί ἐπισφραγίζεται συνεχῶς ἡ ἀληθής ἔννοια τῆς χριστιανικῆς συλλογικότητας. Ἤ μᾶλλον, ἀκόμη καλύτερον, τά μυστήρια συνιστοῦν τήν ἐκκλησίαν…
... Ἡ μετάνοια καί ἡ πίστις πρέπει νά προηγοῦνται τοῦ Βαπτίσματος…
... Ἐν τῷ συνόλῳ της ἡ Ἐκκλησία εἶναι κοινότης «ἱερά» (ἤ ἀφιερωμένη), διακρινομένη τοιουτοτρόπως ἀπό τόν κόσμον».
Εἶναι ἁγία ἡ Ἐκκλησία. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος προφανῶς χρησιμοποιεῖ τάς λέξεις «ἐκκλησία» καί «Ἅγιοι» ὡς ταυτοσήμους καί συνωνύμους…
… Τό νά εἶναι κανείς ἅγιος, σημαίνει νά μετέχει τῆς θείας ζωῆς. Τό ἄτομο ἀποκτᾶ τήν ἁγιότητα μόνο ἐντός τῆς κοινότητος ἤ μᾶλλον ἐντός «τῆς κοινωνίας τοῦ ἁγίου πνεύματος»…
... Διά τοῦ Ἁγίου πνεύματος ἀναγνωρίζομεν καί ὁμολογοῦμεν ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ Κύριος[8]. Τό ἔργον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τούς πιστούς εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἐνσωμάτωσή των μέ τόν Χριστόν, τό βάπτισμά των εἰς ἕν σῶμα[9], ἀκόμη καί τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἤ ὅπως τό διατύπωσεν ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος : «τό δέ Πνεῦμα ποτιζόμενοι, τόν Χριστόν πίνομεν». «Ἡ γάρ πέτρα ἧν ὁ Χριστός»…
... Ἡ Ἐκκλησία εἶναι πράγματι σῶμα, ὀργανισμός, κάτι πολύ περισσότερο μιᾶς κοινωνίας ἤ ἑνός συλλόγου. Καί ἴσως «ὀργανισμός» εἶναι σήμερα ἡ καλυτέρα ἀπόδοσις τοῦ ὅρου «τό σῶμα», ὅπως χρησιμοποιεῖται ἀπό τόν ἀπόστολον Παῦλον… (Νά γίνωμεν, ὄχι μόνον χριστιανοί, ἀλλά καί Χριστός). Διότι, ἄν αὐτός «εἶναι ἡ κεφαλή, ἡμεῖς εἴμεθα τά μέλη».
... Διότι, ὁ Χριστός δέν εἶναι μόνον εἰς τήν κεφαλήν, οὔτε μόνον εἰς τό σῶμα, ἀλλά ὁ Χριστός εἶναι ὁλόκληρος εἰς τήν κεφαλήν καί τό σῶμα…
... Εἶναι δηλαδή ἡ ἐκκλησία ὁ τόπος καί ὁ τρόπος τῆς λυτρωτικῆς παρουσίας τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ (Κυρίου) εἰς τόν λυτρωμένον κόσμον, «τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Χριστός, διότι μετά τήν ἀνάστασίν του εἶναι τό παρῶν μαζί μας καί μᾶς συναντᾶ ἐδῶ εἰς τήν γῆν…
... (Ἡ Ἐκκλησία εἶναι) τόσον ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ὅσον καί ἐπί γῆς. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία ὁρατή ἱστορική κοινωνία, ὅπως καί τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ ἐκκλησία τῶν λυτρωθέντων καί ταυτοχρόνως ἡ ἐκκλησία τῶν δυστυχῶν ἁμαρτωλῶν…
...Ἐπειδή ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου», ἠμπορεῖ μόνον εἰς «αὐτόν τόν κόσμον» νά εὑρίσκεται μονίμως ἐν ἀντιθέσει ἔστω καί ἐάν διεκδικεῖ μίαν μόνον μεταρρύθμισιν τῆς ὑπαρχούσης τάξεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ ἀλλαγή θά πρέπει νά εἶναι ριζοσπαστική καί ὁλοκληρωτική».
Οἱ ἀπόψεις τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ βασίζονται στήν Ἁγία Γραφή, στούς Ἁγίους Πατέρες τῆς ὀρθοδοξίας καί στίς ἀποφάσεις τῶν ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οἱ περισσότεροι τῶν ὁποίων ἔζησαν, ἐμεγαλούργησαν καί ἐθεολόγησαν τόν καιρό τῆς Ρωμανίας, τό κράτος, πού οἱ δυτικοί ἱστορικοί ὀνομάζουν Βυζαντινή Αὐτοκρατορία. Ρωμανία ὅταν λέμε, ἐννοοῦμε Νέα Ρώμη, ἤ Κωνσταντινούπολη, ἤ Ἀνατολική Ρωμαϊκή αὐτοκρατορία. Ὁ πολιτισμός, ἡ ζωή, ἡ θεολογία, ἡ πνευματικότητα καί ἡ παράδοση τῆς Ρωμανίας εἶναι τρία πράγματα : πρῶτον, τό ἐκχριστιανισμένο Ρωμαϊκό Δίκαιο καί Διοίκηση, δεύτερον, ἡ ὀρθόδοξη πίστη καί ζωή, τρίτον, ὁ Ἑλληνισμός ὡς γλῶσσα, φιλοσοφία, ἱστορία, τέχνη, ἐπιστήμη, ἤθη καί ἔθιμα[10]. Τό κράτος καί ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τόν καιρό τῆς Ρωμανίας ἔζησαν κατά τό πλεῖστον μαζί, μέ τό σύστημα τῆς συναλληλίας, τῆς συνεργασίας δηλαδή γιά τό καλό τῶν πολιτῶν τους καί πρός δόξαν τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
Ἐξ αἰτίας ἐσωτερικῶν πνευματικῶν πτώσεων τῶν πολιτῶν τῆς Ρωμανίας καί ἐξωτερικῶν ἐπιβουλῶν ἀπό Βορρᾶ, Νότο, Δύση καί ἀνατολή, τό Κράτος τῆς Ρωμανίας ἔπεσε καί καταργήθηκε σάν κράτος τό 1453 μ.Χ,. ὄχι ὅμως καί ὡς ἐκκλησία, πολιτισμός, γλώσσα καί θεολογία. Πολλοί δυτικοί ἱστορικοί κυρίως, ἔχοντας λανθασμένες προϋποθέσεις καί προθέσεις, ἔγραψαν ἐναντίον τῆς Ρωμανίας πολλά καί διάφορα. Ἕνα ἀπό αὐτά, τό ὁποῖον καί συνέχει, ποτίζει τήν σκέψη καί τό φρόνημα ἀκόμη καί ὀρθοδόξων θεολόγων, ὄχι μόνον δυτικῶν ἱστορικῶν καί θεολόγων, εἶναι ὅτι στόν καιρό τῆς Ρωμανίας ἤ τοῦ Βυζαντίου ἐγινόντουσαν ἀτέλειωτες συζητήσεις ἄσκοπες, περιττές καί χρονοβόρες γιά τό τίποτα, ἰδίως γιά θεολογικά πράγματα, πού δέν εἶχαν ἀνθρωπολογική, κοινωνική, ἐθνική, οἰκογενειακή καί ἐπιστημονική σημασία.
Ἐρωτοῦμε : «Οἱ ἀτέλειωτες συζητήσεις στό Βυζάντιο ἤ Ρωμανία γιά τα θεολογικά ζητήματα» εἶναι ἀρετή ἤ πάθος κολάσιμο καί ἐξοβελιστέο ἀπό τήν ἐποχή μας; Ἡ χρυσή θεολογική ἐποχή τῆς Ρωμανίας, τῆς λεγομένης ἀπό τούς Δυτικούς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, εἶναι ἕνα μεγάλο ἐλάττωμα τῶν ἀνθρώπων καί τῶν θεολόγων ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ἤ ἦταν ἐναγώνιος ἐν Χριστῷ καί Πνεύματι Ἁγίῳ ἀναζήτηση τῆς ἀληθείας τοῦ εὐαγγελίου, τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί γενικά τῆς παραδόσεως τῆς ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εὕρισκε ἀπάντηση στά θεολογικά ζητήματα συνδιασκεπτομένων ἐν συνόδῳ ἁγίᾳ τῶν θεολόγων ἁγίων πατέρων;
Δέν πιστεύουμε σήμερα τό ἑξῆς : «Εἰ θεολόγος εἷ, ἀληθῶς προσεύξῃ˙ εἰ ἀληθῶς προσεύξῃ, θεολόγος εἷ» (Εὐάγριος Ποντικός), δηλαδή, ἐάν εἶσαι θεολόγος, θά προσεύχεσαι ἀληθινά. Καί ἐάν ἀληθινά θά προσεύχεσαι, τότε θά εἶσαι θεολόγος. Ἡ Ρωμανία, κατά τό πλεῖστον, περιελάμβανε προσευχομένους ὀρθοδόξους. Γιατί, λοιπόν, νά χλευάζεται εἰρωνικά ἤ τουλάχιστον νά μιλᾶμε γιά τήν Ρωμανία μέ προκατάληψη καί παρωπίδες; Ἄν δέν εἶχαν προηγηθεῖ ὅλοι αὐτοί οἱ θεολογικοί ἀγῶνες τῶν ἁγίων Πατέρων ἐναντίον τῶν αἱρέσεων τόν καιρό τῆς Ρωμανίας, τί θά εἴμασταν ἐμεῖς σήμερα; Θά εἴμασταν ἄραγε ὀρθόδοξοι σήμερα; Θά εἴχαμε τά θαυμάσια σέ βάθος καί πλοῦτο πνευματικά θεολογικά τους συγγράμματα καί συνοδικές ἀποφάσεις; Δυστυχῶς, συμβαίνει τό ἑξῆς : Μέ ἀνθρώπινα σημερινά κριτήρια εἴτε φιλοσοφικά εἴτε λογοτεχνικά εἴτε θεολογικά κρίνουμε ἄλλες ἐποχές, πού κατά τό πλεῖστον εἶχαν ὡς κέντρο τοῦ ἐνδιαφέροντός τους τόν Χριστό, τήν ἐκκλησία, τήν παράδοση, τήν ὀρθόδοξη θεολογία, διότι ἀπό αὐτή τήν ἐνασχόληση ἐξηρτᾶτο ἡ σωτηρία τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων τους.
Λέγουν οἱ ἅγιοι Κύριλλος Ἱεροσολύμων στίς Κατηχήσεις του καί ὁ Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος ὅτι : Γιά νά σωθεῖ κάποιος ἄνθρωπος πρέπει νά ἔχει ὀρθή (=ὀρθόδοξη) πίστη καί ὀρθή (=ὀρθόδοξη) ζωή. Ἄν ἕνας ἄνθρωπος ἔχει ὀρθή πίστη μόνο καί ὄχι ὀρθή ζωή ἤ ἄν ἔχει μόνο ὀρθή ζωή, ὄχι ὅμως ὀρθή πίστη, δέν σώζεται. Πρέπει νά συντρέχουν ἡ ὀρθόδοξη πίστη καί ἡ ὀρθόδοξη ζωή μαζί, γιά νά ἐξασφαλισθεῖ ἡ σωτηρία μας.
Ὡς ἐπίλογο τοῦ παρόντος ἄρθρου μέ θέμα τίς προϋποθέσεις γιά μιά ὀρθόδοξη Κατήχηση πρέπει νά ποῦμε ὅτι, ὅταν κάποιος θεολόγος ἤ κατηχητής ἤ κληρικός, γράφει ἤ κηρύττει ἤ δημοσιεύει ἤ προβάλλει ἀπό τά Μέσα Εὐρείας ἐπικοινωνίας κάτι, πρέπει νά τό στηρίζει στήν προηγούμενη παράδοση, γραπτή καί προφορική. Καί ὄχι μόνο αὐτό. Πρέπει νά συμφωνεῖ μέ τό πνεῦμα καί τήν κοινή ἐκκλησιαστική ἐμπειρία καί ζωή τῆς Ὀρθοδοξίας.
Νομίζω ὅτι θά ἀποφευγόταν οἱ πειρασμοί κυρίως τῆς θρησκειοποιήσεως καί ἐκκοσμικεύσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, πού εἶναι μιά πνευματική καί θεολογική σχιζοφρένεια, ἄν ἐλαμβάνοντο, ὅσα εἴπαμε στό ἄρθρο αὐτό, ὑπ' ὄψιν. Δέν εἴμεθα ἐμεῖς ἀλάθητοι. Ἀγωνιζόμαστε νά ἀκολουθοῦμε ταπεινά τούς ἁγίους πατέρες τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησίας. Ἔτσι παρακαλοῦμε νά μᾶς κρίνετε. Καί ἐάν ἐκάναμε κάποιο λάθος, ἄς μᾶς συγχωρέσετε.
Δέν τό ἐκάναμε σκοπίμως. Ἡ μαρτυρία τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας στήν ἐποχή μας πρέπει νά εἶναι ἀσκητική, ἡσυχαστική, λειτουργική, νηπτική, ἀγιοπνευματική καί χριστοκεντρική, δηλαδή παραδοσιακή, ὄχι συντηρητική, ὄχι ὀπισθοδρομική, ὄχι μισαλλόδοξη, ὄχι φονταμενταλιστική, ὄχι προοδευτική, ὄχι νεοεποχίτικη, ὄχι παγκοσμιοποιητική, ὄχι ἀμερικανοποιητική. Ἀλλοιῶς θά ἀπογοητεύσει καί θά ὁδηγήσει στήν σύγχυση καί τήν πνευματική σχιζοφρένεια.
Αὐτές εἶναι οἱ προϋποθέσεις γιά μιά ὀρθόδοξη κατήχηση. Δέν θά ὠφελήσει ἡ ἀντικατάσταση τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν ὡς ὀρθοδόξου κατηχήσεως μάθημα, μέ τήν ἄχρωμη, ἄγευστη, ἄοσμη, δῆθεν ἀντικειμενική θρησκειολογία στά σχολεῖα Στοιχειώδους καί Μέσης Ἐκπαιδεύσεως τῆς Ἑλλάδος καί τῆς Κύπρου. Θά ὁδηγήσει τή νεολαία μας σέ μιά ἄρριζη, κοσμοπολίτικη, διεθνή, χαοτική συνείδηση καί προσωπικότητα, ἡ ὁποία θά διαλύσει τήν ἑλληνορθόδοξη κοινωνία, οἰκογένεια, ἔθνος καί πολιτεία. Τό ἀποτέλεσμα θά εἶναι ὅτι θά ἐπικρατήσουν στήν γῆ οἱ νεοεποχίτες, πού ἑτοιμάζουν τόν Ὑδροχοϊκό Χριστό νά βασιλεύσει στή γῆ, δηλαδή τόν Ἀντίχριστο. Προσοχή λοιπόν.
Στόν ἀγώνα ἐναντίον τῆς παγκοσμιοποίησης, τῆς νέας τάξεως πραγμάτων, ἄς γίνουν πρωτοπόροι οἱ πτυχιοῦχοι ὀρθόδοξοι θεολόγοι, οἱ κατηχητές καί οἱ κληρικοί μας. Ἄς ἐλπίσουμε ὅτι θά βροῦμε ὅλοι μας τόν σωστό δρόμο νά θεολογοῦμε ὀρθοδόξως καί ἀλιευτικῶς καί ὄχι ἀριστοτελικῶς.
«Μέγα τό περί Θεοῦ λαλεῖν; ἀλλά μεῖζον τό ἑαυτόν καθαίρειν Θεῷ, ἐπειδή εἰς κακότεχνον ψυχήν σοφία οὐκ εἰσελεύσεται. Καί σπείρειν ἐκελεύσθημεν εἰς δικαοσύνην καί τρυγᾶν καρπόν ζωῆς, ἵνα φωτισθῶμεν τῷ φωτί τῆς γνώσεως. Καί Παῦλος διά τοῦ ἀγαπᾶν ἡμᾶς τόν Κύριον ὑπό Κυρίου γινώσκεσθαι βούλεται, διά δέ τοῦ γινώσκεσθαι, τό διδάσκεσθαι˙ καί ταύτην ὁδόν βελτίονα οἶδεν εἰς γνῶσιν τῆς φυσιούσης οἰήσεως…». Δηλαδή, «εἶναι σπουδαῖον τό νά λαλῆ κανείς περί Θεοῦ; ἀλλά μεγαλύτερον εἶναι τό νά καθαίρη (νά καθαρίζη τήν καρδίαν του ἀπό τά πάθη) ἑαυτόν διά τόν Θεόν, ἐπειδή εἰς κακότεχνον ψυχήν δέν θά εἰσέλθῃ σοφία[11]. Διετάχθημεν νά σπείρωμεν μέν διακιοσύνην καί νά τρυγῶμεν καρπόν ζωῆς[12], διά νά φωτισθῶμεν μέ τό φῶς τῆς γνώσεως. Καί ὁ Παῦλος θέλει νά γνωριζόμεθα ἀπό τόν Κύριον διά τῆς ἀγάπης μας πρός τόν Κύριον[13], διά δέ τῆς γνωριμίας νά διδασκώμεθα˙ καί αὐτήν τήν ὁδόν θεωρεῖ καλλιτέραν πρός γνῶσιν ἀπό τό ὑπερήφανο φρόνημα»[14].

[1] ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Περί ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, ΕΠΕ 1, ἐκδ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, Θεσ/κη 1973, σ. 372.
[2] Ὄ. π., σ. 375.
[3] Α΄ Κορ. 2, 10-11. ΑΡΧΙΜ. ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΚΙΛΙΦΗΣ, Ἐπιστολές Παύλου καί ἑπτά Καθολικές, τ. Β΄, Ἀθήνα, Ἰανουάριος 2000, σ. 180.
[4] Ἐφ.  4, 12. Κολ. 2, 17. Α΄ Πέτρ. 2, 5 καί 9.
[5] π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ, Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία, Παράδοσις, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσ/κη 1991 σσ. 78-99.
[6] Ἰω. 8, 32. ΑΡΧΙΜ. ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΚΙΛΙΦΗΣ, Τά τέσσερα Εὐαγγέλια καί οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, τ. Α΄, ἔκδ. 4η, Ἀθήνα, Ἰανουάριος 1999, σ. 562.
[7] Α΄ Πετρ. 2, 9.
[8] Α΄ Κορ. 12, 3.
[9] Α΄ Κορ. 12, 13.
[10] Πιστεύουμε πώς προϋποθέσεις γιά ὀρθόδοξη κατήχηση εἶναι καί ἡ πολιτική καί νομική ἐλευθερία ἐξασκήσεως τῆς κατηχήσεως σέ μιά, ὅποια χώρα, ὅπως αὐτές οἱ ἐλευθερίες ὑπῆρχαν στήν Ρωμανία.
[11] Σοφία Σολομῶντος 1,4
[12] Ὠσηέ 10,12
[13] Α΄ Κορ. 8,3
[14] ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Ὁμιλία 32α, περί εὐταξίας, ΕΠΕ 2, ἔκδ. Γρηγόριος Παλαμᾶς, Θεσ/κη 1985, σσ. 48-49.