Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2018

Ριζουχία (Διάλογος για την γλώσσα)

ΜΟΝΑΧΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΗΣ
«Κάτω τά χέρια ἀπό τή Ρωσσική  γλῶσσα». Μ' αὐτά τά λόγια ὁ Στάλιν ἀπεστόμωσε στήν ἐποχή του ὅσους τοῦ ἐζητοῦσαν νά ἁπλοποιήσουν καί ἀλλοιώσουν τήν Ρωσσική γλῶσσα καί ἀλφάβητό της.
Οἱ ὀπαδοί τοῦ σοσιαλισμοῦ καί θαυμαστές τοῦ Στάλιν στήν Ἑλλάδα ἐνήργησαν στήν περίπτωση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης ἀντίθετα ἀπ' ὅ,τι αὐτός ἔπραξε γιά μιά γλῶσσα δευτερογενῆ, δηλαδή γεννημένη ἀπό τήν πρωτογενῆ ἑλληνική γλῶσσα, πρίν ἀπό 1000 χρόνια περίπου. Κατήργησαν τό πατροπαράδοτο τονικό σύστημα καί ἐφήρμοσαν τό μονοτονικό, τό 1981. Οἱ ὀπαδοί τῆς κεφαλαιοκρατίας, βέβαια, δέν πᾶνε πίσω. Τό 1976 κατήργησαν διά νόμου τήν καθαρεύουσα καί ἔθαψαν τήν λογία Παράδοση. Οἱ δικτάτορες τῆς 21ης Ἀπριλίου 1967 προηγουμένως διά νόμου κατήργησαν τήν δημοτική καί ἐφήρμοσαν τήν καθαρεύουσα. Καί πάει λέγοντας…
Κι ὅλα αὐτά ἐγίνονταν στό παρελθόν γιά τήν μόρφωση τοῦ λαοῦ, γιά πρόοδο καί εὐημερία. Ὅμως, ὕστερα ἀπ’ ὅλες αὐτές τίς ρυθμίσεις στόν χῶρο τῆς γλώσσης καί γενικά τῆς Παιδείας, ἐφθάσαμε σέ μιά ἀκαταστασία. Οἱ ὑγιεῖς ἀντιδράσεις δέν βρῆκαν ἀνταπόκριση. Ὅμως, δέν ἐπῆγαν καθόλου χαμένες. Προβλημάτισαν πολλούς,, πού ζητοῦν νά γίνει διόρθωση τῶν λαθῶν τοῦ παρελθόντος.
Μιά ἀντίδραση πρός αὐτήν τήν κατεύθυνση εἶναι καί ὁ ἀκολουθῶν διάλογος μεταξύ δύο ἁγιορειτῶν πατέρων, ὅπου ὁ ἕνας ἐρωτᾶ καί ὁ ἄλλος ἀπαντᾶ.
Σκοπός τοῦ διαλόγου εἶναι νά πεῖ ὅτι ὅλοι μας πρέπει νά σεβόμαστε καί νά ἐκτιμοῦμε τίς ὁποιεσδήποτε ἐθνικές γλῶσσες καί νά προσπαθοῦμε νά τίς ὑπερβοῦμε ἐν Πνεύματι Ἁγίω διά τῆς σιωπῆς.
Στήν περίπτωση δέ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης πρέπει ἡ Βουλή τῶν Ἑλλήνων, ἐκτιμώντας τήν γλῶσσα, νά διορθώσει τά λάθη τοῦ παρελθόντος ὡς ἑξῆς, κατά τήν ταπεινή μας γνώμη :
α) Νά ψηφίσει ἕνα, προσθετέο στό Ἑλληνικό Σύνταγμα τοῦ 1975, ἄρθρο, τό ὁποῖο θά εἶναι οὐσιῶδες καί ἀνεξάλειπτο, πού νά ἔχει ὡς κύριο νόημα τά ἑξῆς :
«Ἀπαγορεύεται στόν ὁποιονδήποτε ἄρχοντα ἤ ἀρχόμενο Ἕλληνα πολίτη νά ἀλλοιώνει, νά μεταρρυθμίζει ἄκριτα ἤ νά ἀλλάζει τήν ἑλληνική γλῶσσα καί τό ἀλφάβητό της. Τό μονοτονικό σύστημα καί τό λατινικό ἀλφάβητο δέν ἐκφράζουν τήν ἑλληνικότητά μας. Ἐν χρήσει δημοσίως στήν Ἑλλάδα ὑπάρχουν ὅλες οἱ φάσεις τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας μέ προτίμηση τήν δημοτική, ἐμπλουτισμένη ἀπό τήν λογία παράδοση».
β) Ἄν ὑποθέσουμε ὅτι δέν γίνεται ἀποδεκτή ἡ λύση αὐτή ἀπό τήν Ἐθνική Ἀντιπροσωπεία, τότε προτείνουμε νά ψηφισθεῖ ἕνας νόμος, πού ἁπλῶς νά καταργεῖ τό μονοτονικό σύστημα, νά ἐπαναφέρει τό πατροπαράδοτο τονικό σύστημα, νά ἀπαγορεύει τήν ἐκ νέου ἀλλαγή, ἀλλοίωση ἤ ἄκριτη μεταρρύθμιση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, καθώς καί τήν ἀλλαγή στό μέλλον τοῦ ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου μέ τό λατινικό˙ καί
γ) Μήπως πρέπει νά ἐρωτᾶται καί νά λαμβάνεται σοβαρά ὑπ' ὄψη ἀπό τήν Βουλή τῶν Ἑλλήνων ἡ ἄποψη τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων ψηφοφόρων, ἐν ὄψει μάλιστα τῆς ἐντάξεως τῆς Ἑλλάδος στήν ΕΟΚ, πάνω σέ πολλά θέματα, ἰδίως στά τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας;
Αὐτά ἔχουμε νά ποῦμε. Εὐχόμαστε ὁ ἀκολουθῶν διάλογος νά μᾶς προβληματίσει ἔντονα.
Ἐρώτηση : Γιατί νά ὑπάρχουν στήν ἑλληνική γλῶσσα τόσα πολλά φωνήεντα ι, δηλαδή γιῶτα (ι), ἦτα (η), ὕψιλον (υ), οι, υι, ει, ηι; Ἕνα γιῶτα δέν ἔφθανε γιά ὅλες τίς περιπτώσεις; Γιατί νά παιδεύονται τά παιδιά στά σχολεῖα νά μαθαίνουν ὅλ' αὐτά; Χάνουν τόν καιρό τους.
Ἀπάντηση : Γιατί ὁ Θεός ἐδημιούργησε τόσων εἰδῶν φροῦτα; Πορτοκάλια, μανδαρίνια, σταφύλια κλπ; Δέν ἔφθανε ἕνα φροῦτο γιά ὅλες τίς περιπτώσεις; Γιατί νά παιδεύεται ὁ κηπουρός νά φροντίζει ἰδιαίτερα γιά τήν παραγωγή διαφορετικῶν φρούτων; Γιατί ὁ Θεός ἐδημιούργησε τόσων εἰδῶν ζῶα; Γάτες, λιοντάρια, τίγρεις κλπ; Δέν ἔφθανε ἕνα εἶδος ζώου γιά ὅλες τίς περιπτώσεις;
Τόν ἴδιο λογισμό μπορεῖ κανείς νά σκεφθεῖ καί γιά τά πτηνά, τά φυτά, τόν οὐρανό, τά βουνά, τήν θάλασσα. Ὅλα μένουν ἀνεξήγητα χωρίς τήν πίστη, πώς ὁ «Θεός εἶπε καί ἐγεννήθησαν, αὐτός ἐνετείλατο καί ἐκτίσθησαν. Ἔστησεν αὐτά εἰς τόν αἰῶνα καί εἰς τόν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος, πρόσταγμα ἔθετο καί οὐ παρελεύσεται»[1]. Ὅπως διά τοῦ Θεοῦ Λόγου ὁ Θεός Πατήρ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ποιεῖ πάντα τά δημιουργήματα ἐν ποικιλίᾳ, ἔτσι καί ὁ ἀνθρώπινος λόγος δημιουργεῖ ποικιλία γραμμάτων καί κατ' ἐπέκταση ποικιλία γλωσσῶν. Διότι, ὁ ἀνθρώπινος λόγος εἶναι «κατ' εἰκόνα» τοῦ Θεοῦ Λόγου πλασμένος καί μιμεῖται ἐν ἐλευθερίᾳ τόν Κτίστη τό κτίσμα. Ὁ Θεός Λόγος, τό δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἡ ἐνυπόστατος Σοφία τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ δημιουργός τοῦ σύμπαντος κόσμου ἄμεσα καί τῶν γραμμάτων καί γλωσσῶν ἔμμεσα, δηλαδή φωτίζει τόν ἀνθρώπινο λόγο νά τά δημιουργεῖ.
Ἐρώτηση : Ὀνόμασες τόν Θεό Λόγο Σοφία τοῦ Θεοῦ. Πῶς γνωρίζουμε τήν Σοφία αὐτή;
Ἀπάντηση : Ἡ Σοφία αὐτή γίνεται γνωστή ἐν σιωπῇ. Τόσο στήν Παλαιά ὅσο καί στήν Καινή Διαθήκη ἡ σιωπή εἶναι ἡ γλῶσσα ἐπικοινωνίας Θεοῦ καί ἀνθρώπων.
Στήν Παλαιά Διαθήκη βλέπουμε ὅτι πρίν ἀπό τήν παρακοή ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα μέσα στόν Παράδεισο ἐν σιωπῇ ἔβλεπαν τήν δόξα τοῦ Θεοῦ καί ἑνώνονταν μαζί του μυστικά. Συνομιλοῦσαν μέ τόν Θεό ἐν σιωπῇ. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός τούς ἀπεκάλυπτε μυστήρια ἄρρητα, τούς λόγους τῶν ὄντων, ἐφώτιζε, ἐκαθάριζε τήν διάνοια, τήν καρδία, ὅλο τό εἶναι τους, τελειοποιώντας τήν ἐλευθερία τους. Ὅμως, ἀπέτυχαν στόν προορισμό τους μέ τό ἁμάρτημα τῆς ἀνυπακοῆς καί ἱσοθεΐας. Ἔτσι, ἡ σιωπή ἔπαυσε νά εἶναι ἡ γλώσσα ἐπικοινωνίας τῶν πρωτοπλάστων καί τοῦ Θεοῦ. Τούς ἐκύκλωσε τότε ἡ σιωπή τοῦ φόβου, τῆς μοναξιᾶς τοῦ θανάτου.
Στήν Καινή Διαθήκη : α) Ἄν κοιτάξουμε προσεκτικά τά μεγάλα Μυστήρια τῆς θείας Οἰκονομίας, δηλαδή τόν Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου, τήν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τήν Σταύρωση κλπ., θά δοῦμε πώς ΟΛΑ ἔγιναν ἐν σιωπῇ, ὥστε νά μή τά γνωρίζουν οὔτε ἄγγελοι (πλήν τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ), οὔτε ἄνθρωποι (πλήν τοῦ Ἰωσήφ τοῦ μνήστορος), οὔτε δαίμονες. Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος λέει ὅτι τά μυστήρια τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων ἔγιναν «ἐν σιγῇ» καί «λάθρᾳ» ἀπό τούς δαίμονες, τούς ὁποίους ἔτσι ὁ Θεός ἐξεγέλασε˙ καί
β) Ἐν σιωπῇ ἔζησε τόν ἐπίγειο βίο της ἡ Παναγία. Ἡ Θεοτόκος σπάνια ἐμφανίζεται στήν Καινή Διαθήκη νά ὁμιλεῖ καί νά δρᾶ˙ ἀλλά ὅλη ἡ Ἁγία Γραφή ἔχει ὡς ἀφετηρία, κέντρο καί κατάληξη, γεγονότα ἤ προφητεῖες, ὅπου ἡ Παναγία εἶναι τό σημαντικότερο μετά τόν Χριστό πρόσωπο. Ἡ Παναγία εἶναι τό πρῶτο πρόσωπο, τό ὁποῖο, ὄχι μόνο ἐπαναφέρει σέ χρήση κανονική τήν γλῶσσα ἐπικοινωνίας Θεοῦ καί ἀνθρώπων, τήν σιωπή, ἀλλά καί τήν καθιερώνει πλέον ὡς τήν ἐπίσημη γλῶσσα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέει κάπου ὅτι ὁ πρῶτος ἡσυχαστής εἶναι ἡ Παναγία[2].
Ἑπομένως, ὅσοι θέλουν νά γνωρίσουν τήν Σοφία τοῦ Θεοῦ, τόν σεσαρκωμένο Θεό Λόγο, πρέπει νά ζοῦν ἐν σιωπῇ, ἡσυχαστικά δηλαδή καί ἀσκητικά, καί νά προσπαθοῦν νά μεταβαίνουν σταδιακά ἀπό τίς ἀνθρώπινες ἐθνικές γλῶσσες πρός τήν γλώσσα της σιωπῆς.
Ἐρώτηση : Ἐμίλησες γιά ἀνθρώπινες ἐθνικές γλῶσσες. Ποιός ὁ λόγος ὑπάρξεως τῶν γλωσσῶν αὐτῶν;
Ἀπάντηση : Οἱ ἀνθρώπινες ἐθνικές γλῶσσες ὑπάρχουν ὡς κοινά μέσα ἐκφράσεως, ὡς τρόπος συνοχῆς τῶν διαφόρων ἐθνῶν, ὡς δεῖγμα τῆς ζωῆς καί τοῦ πολιτισμοῦ τους.
Ἐρώτηση : Πότε δημιουργήθηκαν οἱ γλῶσσες αὐτές;
Ἀπάντηση : Ἡ δημιουργία γλωσσῶν ἔγινε κατά τήν πυργοποιΐα τῆς Βαβέλ (=σύγχυση). Δηλαδή, τό Πανάγιο Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, κατεβαίνοντας στίς διάνοιες τῶν ἀνθρώπων, πού ἔκτιζαν τόν πύργο τῆς Βαβέλ, ἐξαιτίας τῆς ὕβρεως, τῆς ἀναίδειας, τῆς ἱσοθεΐας τῶν ἀνθρώπων «συνέχεε τάς γλώσσας». Δέν μποροῦσαν νά συνεννοηθοῦν οἱ ἐργάτες μέ τούς ἀρχιτέκτονες καί μεταξύ τους. Ἔτσι, ἔμεινε τό ἔργο ἀτελείωτο, σύμβολο τῆς ἀσυνεννοησίας, τοῦ ἐγωϊσμοῦ. Ἀνεχώρησαν τότε κατά ὁμάδες καί διασκορπίστηκαν σ' ὅλη τή γῆ. Βλέπουμε ὅτι ἡ δημιουργία γλωσσῶν ἦταν γενεσιουργός αἰτία τῆς δημιουργίας τῶν διαφόρων ἐθνῶν καί συνεκτικός τους δεσμός. Συγχρόνως δηλαδή εἶναι μειονέκτημα ὡς ἀδυναμία συνεννοήσεως μεταξύ ἐθνοτήτων, πλεονέκτημα, ὅμως, ὡς ἐνοποιός δύναμη τοῦ κάθε ἔθνους ξεχωριστά.
Ἐρώτηση : Εἶπες ὅτι «συνέχεε τάς γλώσσας» κατά τήν πυργοποιΐα τῆς Βαβέλ. Αὐτή ἡ φράση μοῦ θυμίζει τό κοντάκιο τῆς Πεντηκοστῆς. Μοῦ δίνεις μία σύντομη ἑρμηνεία του;
Ἀπάντηση : Ἄς δοῦμε τί λέει τό κοντάκιο τῆς Πεντηκοστῆς : «Ὅτε καταβάς τάς γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν ἔθνη ὁ Ὕψιστος˙ ὅτε τοῦ πυρός τάς γλώσσας διένειμεν, εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε˙ καί συμφώνως δοξάζομεν τό Πανάγιον Πνεῦμα». Ἐλεύθερη ἀπόδοση : «Ὅταν ὁ Ὕψιστος Θεός, κατεβαίνοντας στούς ἀνθρώπους, πού ἔκτιζαν τόν πύργο τῆς Βαβέλ, διένειμε σύγχυση γλωσσῶν, διεχώριζε τά διάφορα ἔθνη. Ὅταν, κατεβαίνοντας πάλι, στούς Ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ κατά τήν ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, διένειμε τίς γλῶσσες ἐν εἴδει πυρός, ἐκάλεσε ὅλους εἰς ἑνότητα. Ὥστε ὅλοι μαζί συμφώνως δοξάζουμε το Πανάγιο Πνεῦμα».
Βλέπουμε, λοιπόν, νά συμβαίνουν δύο ἐπιφοιτήσεις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μία, γιά νά διανείμει σύγχυση γλωσσῶν στή Βαβέλ, καί μία, γιά νά καλέσει εἰς ἑνότητα ὅλους τούς ἀνθρώπους, χωρίς νά καταργήσει καμμία γλῶσσα, διατηρώντας τήν σύνταξη, τήν ὀρθογραφία, τό τονικό σύστημα κάθε μιᾶς[3]. Σκοπός τῆς δεύτερης ἐπιφοιτήσεως εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ ἑνότητα τῶν πιστῶν ἐν ποικιλίᾳ γλωσσῶν. Ὅλους προσκαλεῖ τό Πανάγιο Πνεῦμα. Δέν βιάζει, δέν στερεῖ τήν ἐλευθερία. Προσφωνεῖ τόν καθένα στή γλῶσσα του. Διανοίγει τούς ὀφθαλμούς τῆς ψυχῆς. Προφητεύει. Χορηγεῖ. Τελειοποιεῖ. Δέν συγχέει πλέον. Διδάσκει τήν σοφία τοῦ Θεοῦ στούς ἀγραμμάτους. Συγκροτεῖ τόν θεσμό ταῆς Ἐκκλησίας. Εἰρηνοποιεῖ.
Ἡ διανομή γλωσσῶν στούς ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ κατά τήν Πεντηκοστή δέν καταργεῖ τήν ἑνότητα τῆς πίστεως. Οὔτε ἐμποδίζει τήν λατρεία τοῦ Θεοῦ ἀπό τά διάφορα ἔθνη. Μᾶλλον τήν ἐνισχύει. Ἰσχύει, ὅπως πάντα, μέσα στήν Ἐκκλησία ἡ πρόσληψη, ἡ θεραπεία, ὁ ἐξαγιασμός τοῦ λόγου, τῆς γλώσσης καί τοῦ ἔθνους.
Ἐρώτηση : Ποιό ρόλο καθόρισε τό Πανάγιο Πνεῦμα κατά τήν πορεία τῆς ἱστορίας γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα, πού εἰδικά μ' ἐνδιαφέρει;
Ἀπάντηση : Ἡ θεία οἰκονομία ἐχρησιμοποίησε τόν ἑλληνικό λόγο στήν Παλαιά καί Καινή Διαθήκη. Ἄλλωστε, μέ τήν ἐξάπλωση τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ σ' ὅλη τήν γνωστή κατά τούς ἑλληνιστικούς χρόνους καί τήν ρωμαϊκή κυριαρχία οἰκουμένη, ἡ ἑλληνική γλῶσσα κυριαρχοῦσε πνευματικά. Ἔτσι, ἡ κοινή γλώσσα τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας ὑπηρέτησε ἕναν κοινό σκοπό : τήν ἐξάπλωση τῆς πίστεως καί τόν εὐαγγελισμό τῶν ἐθνῶν. Ἀπό ἐκεῖ ὁ ἄνθρωπος ὁδηγεῖται πρός τήν θέωση, ἡ ὁποία ἐπαναφέρει ὡς κοινή γλῶσσα συνεννοήσεως τήν σιωπή.
Ἐρώτηση : Φθάσαμε πάλι στήν γλώσσα τῆς σιωπῆς. Πές μου τί εἶναι γλῶσσα; Θέλω νά καταλάβω τήν σχέση πού ἔχει μέ τήν σιωπή.
Ἀπάντηση : Θά μπορούσαμε νά ἰσχυρισθοῦμε πώς ὁποιαδήποτε γλῶσσα εἶναι ἕνας συμβατικός κανονισμός, ἕνας νόμος, ὁ ὁποῖος, ἄν τηρεῖται πιστά κατά τό πνεῦμα καί τό γράμμα, εἶναι δυνατόν νά ἀρθεῖ διά τῆς ὑπερβάσεως καί τῆς ἁγιότητος, ὄχι τῆς καταστροφῆς τῶν στοιχείων, πού τόν ἀποτελοῦν. Ὅπως ἀκριβῶς ὁ Νόμος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι παιδαγωγός εἰς Χριστόν, ὅπως διά τοῦ Νόμου ἔρχεται ἡ ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτίας, ἡ αὐτογνωσία[4], ἔτσι καί ὁ Νόμος τῆς γλώσσης. Μᾶς ὁδηγεῖ ὡς ἕνα σημεῖο. Πιό πέρα δέν μπορεῖ νά προχωρήσει. Τά ὅρια τῆς ἀνθρωπίνης γλώσσης φθάνουν ἐκεῖ, ὅπου ἀρχίζει ἡ γλώσσα τῆς σιωπῆς. Καί τά ὅρια τῆς γλώσσης τῆς σιωπῆς φθάνουν ἐκεῖ, ὅπου ἀρχίζει ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ, ὁ Λόγος Του.
Ἐρώτηση : Ἑπομένως, ὁ Νόμος τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης εἶναι ἕνας συμβατικός κανονισμός, πού, ἄν τηρῆται πιστά ἀπό τούς μετέχοντες στήν ἑλληνική παιδεία, εἶναι δυνατόν νά ἀρθεῖ διά τῆς ὑπερβάσεως καί τῆς ἁγιότητος καί ὄχι τῆς καταστροφῆς τῶν στοιχείων, πού τό ἀποτελοῦν. Ἔτσι δέν εἶναι; Τότε, ποιό Νόμο τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης νά τηρήσουμε; Τῆς καθαρευούσης ἤ τῆς δημοτικῆς; Ποιά εἶναι ἡ σωστή ἑλληνική γλῶσσα ἀπό τίς δύο;
Ἀπάντηση : Θά δώσουμε τόν λόγο στούς ἱδρυτές τοῦ Ἑλληνικοῦ Γλωσσικοῦ Ὁμίλου, μεταξύ τῶν ὁποίων εἶναι καί ὁ νομπελίστας ποιητής μας Ὀδυσσέας Ἐλύτης :
«Γιά μᾶς δέν ὑπάρχει τό δίλημμα, δημοτική - καθαρεύουσα, ὑπάρχει ἡ ἑνιαία ἑλληνική γλῶσσα, πολυδιάστατη στή σύγχρονή της ἀνάπτυξη, τό πιό πολύτιμο ἀγαθό τοῦ λαοῦ μας, τό πιό ἀξιόλογο προϊόν ἐξαγωγῆς τοῦ τόπου μας στόν διεθνῆ χῶρο… Ἡ ἑλληνική (γλῶσσα) δέν εἶναι «κλασσική» γιά τήν ἀρχαία της περίοδο μόνο, ἀλλά καί ἡ κλασσική γλῶσσα τῆς χριστιανικῆς ἐποχῆς».
Βλέπεις ἐδῶ πόσο διαφορετικά ἀντιμετωπίζουν οἱ νουνεχεῖς γλωσσολόγοι, φιλόλογοι καί λογοτέχνες τό θέμα καθαρευούσης καί δημοτικῆς ἀπό ὅ,τι οἱ λοιποί παλαιοί καί νέοι συνάδελφοί τους τά τελευταῖα 200 χρόνια στήν Ἑλλάδα;
Κατά τούς τελευταίους 2 αἰῶνες στήν Ἑλλάδα ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας, τῆς ψευτοπροόδου, τῆς μορφωτικῆς ἐπαναστάσεως, τοῦ στείρου λογιωτατισμοῦ, τῆς ἀρχαιολατρείας, τῆς διανοητικῆς δηλαδή ἀναπτύξεως χωρίς παράλληλη καρδιακή ἐνασχόληση, ὑπερετόνιζαν ἤ ὑποτόνιζαν τόν Νόμο τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης. Ἔτσι, ἐδημιούργησαν διχασμό πνευματικό, ἐσωτερικό, ἐκπαιδευτικό, πολιτιστικό, πολιτικό, ἐπιστημονικό, ἐθνικό. Ἀναφέρομαι στήν Καθαρεύουσα καί τήν Δημοτική, ὅπως αὐτές ἐξεφράστηκαν ἀπό τούς εὐρωπαιόφρονες λογοτέχνες καί διαφωτιστές Κοραῆ καί Ψυχάρη, Ἀλ. Σοῦτσο καί Σολωμό. Διέκοψαν οἱ διδάσκαλοι αὐτοί τήν πνευματική πορεία τοῦ ἑλληνορθόδοξου λαοῦ, κατασκευάζοντας δική του γλῶσσα ὁ καθένας. Ἔκαναν τό ἐγωϊστικό τους θέλημα. Ἔτσι, μᾶς μετέδωσαν δύο ἐν ἀχρηστίᾳ συστήματα γραφῆς καί ὁμιλίας[5].
Ἐρώτηση : Ποιές εἶναι οἱ συνέπειες τῆς διγλωσσίας αὐτῆς;
Ἀπάντηση : Τά ἀποτελέσματα τῆς διγλωσσίας καθαρευούσης καί δημοτικῆς κατά τούς τελευταίους δύο αἰῶνες εἶναι τραγικά : Ἀρχαιολατρεία, ἀπολυτοποίηση τῆς γλώσσης ὡς θεᾶς, ἔξαψη φανατισμοῦ, πολιτική ἐκμετάλλευση, παιδευτική ἀμεριμνία, μείωση τῆς πνευματικότητος, ἀλλοίωση τῶν ἠθῶν καί τῶν ἐθίμων τοῦ λαοῦ, ἀποπροσανατολισμός τῶν Νεοελλήνων καί συγκρότηση τοῦ νέου ἑλληνικοῦ κράτους κατά τά δυτικά, συντηρητικά ἤ προοδευτικά πρότυπα, θανατηφόρα ὡς ἐπί τό πλεῖστον γιά τόν τόπο μας.
Ἐρώτηση : Ὥστε τόσα κακά ἔφερε ἡ διγλωσσία; Καί τώρα τί νά κάνουμε; Πῶς θά ἐπανέλθουμε στήν πρότερή μας κατάσταση; Τί χαρακτηριστικά ἤ προνόμια, ἄν θέλεις, ὑπάρχουν στήν ἑλληνική γλῶσσα, ὥστε νά στηριχθοῦμε σ' αὐτά;
Ἀπάντηση : Δέν εἶναι τοῦ παρόντος νά συγγράψουμε εἰδική ἀνάλυση φιλολογική. Ὅμως, θά θέλαμε νά ὑπογραμμίσουμε ἕνα πράγμα. Ὅτι  ἡ ἑλληνική γλῶσσα παραμένει ζωντανή 3000 χρόνια περίπου, παρ' ὅλες τίς γνωστές ἤ ἄγνωστες περιπέτειές της μέσα στήν ἱστορία. Γιατί; α) Διότι, ἐθέλησε ὁ Θεός νά γνωστοποιηθοῦν οἱ ἀλήθειές Του μέ τό μέσο αὐτό, τό ὁποῖο συγκεντρώνει ὅλα τά χαρίσματα ὅλων τῶν γλωσσῶν, ἀκόμη καί τῆς σιωπῆς. Εἶναι ἡ μόνη γλῶσσα, ἡ ὁποία, σιωπώντας τά πολλά, ἐκφράζεται γι' αὐτά μέ λίγα. «Οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τό εὖ, ἀλλ' ἐν τῷ εὖ τό πολύ». Αὐτός εἶναι ὁ ὁρισμός «τῆς Ἑλλάδος γλώσσης». Τά δέ χαρίσματά της εἶναι : πλαστικότητα, ἁπλότητα, ἀκρίβεια, συντομία, σαφήνεια, μουσικότητα[6], ποικιλία, ζωντάνια, δύναμη, ἐκφραστικότητα, συμμετρία συμφώνων καί φωνηέντων, ὡραιότητα, καθαρότητα, λειτουργικότητα. Δέν οὐσιαστικοποιεῖ τά ρήματα[7]. Δέν συμβολίζει κάτι ἄλλο, ἐκτός ἀπ' αὐτό τό ὁποῖο εἶναι. Ὁ τύπος ἐκφράζει τήν οὐσία. Καί τά δύο εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένα.
β) Διότι, ἡ ἑλληνική γλῶσσα χαριτώθηκε μέσα στήν Ὀρθοδοξία, ἀποβάλλοντας τόν θάνατο, τήν ἁμαρτία καί τήν εἰδωλομανία. Ἔτσι, ἔγινε θά λέγαμε «ὑπηρέτης Χριστοῦ, δοῦλος ἀπελεύθερος, διάκονος τῶν ἀρρήτων του Κυρίου Μυστηρίων»˙ καί
γ) Ποτέ κατά τήν ἱστορική της ἐξέλιξη δέν ἐπεβλήθη δυναστικά στούς λαούς, μέ τούς ὁποίους ἦλθε σέ ἐπαφή, ἀλλά ἀντίθετα : Παρατηρήθηκε ὅτι οἱ λαοί αὐτοί ἐβίαζαν τόν ἑαυτό τους νά ἐξελληνισθοῦν, γεγονός τό ὁποῖο μέχρι σήμερα παρατηρεῖται. Ἄλλωστε, τά θεμελιώδη στοιχεῖα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τῆς γλώσσης του ἀπετέλεσαν βασικό μέρος τῶν συγχρόνων ἀνεπτυγμένων ἤ ὑπό ἀνάπτυξη λαῶν[8]. Ὁ Σλαυϊκός πολιτισμός εἶναι ἕνα ἁπτό, ὀφθαλμοφανές παράδειγμα.
Ἐρώτηση : Σέ ποιό χῶρο ἡ ἑλληνική γλῶσσα παραμένει ζωντανή καί ποιός εἶναι ὁ φορέας της;
Ἀπάντηση : Ὁ χῶρος τῆς γλώσσης μας εἶναι ἡ Ἐκκλησία, τό Σῶμα τοῦ ζῶντος Χριστοῦ, ὁ νέος Ἰσραήλ τῆς χάριτος, τό ἅγιο γένος τῶν χριστιανῶν. Φορέας της εἶναι ὁ λαός τοῦ Θεοῦ, ὁ ἐνσυνείδητα συμμετέχων στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπάρχει ταύτιση φορέως καί χώρου. Ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, κορυφαῖος ρῶσσος θεολόγος τῆς διασπορᾶς στήν Ἀμερική, ἐχαρακτήρισε τόν Ἑλληνισμό ἱερό. Ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, σέρβος θεολόγος, ὁμολογητής, πεθαίνοντας, εἶπε : «Νά ἀγαπᾶτε τούς Ἕλληνας. Εἶναι οἱ φωτισταί μας».  Χωρίς τήν γνώση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, δέν θά ἐγίνονταν οἱ κορυφαῖοι θεολόγοι τῆς Ὀρθοδοξίας στόν 20ό αἰ. μ.Χ.
Κινδυνεύω νά θεωρηθῶ γλωσσαμύντορας, στεῖρος ἐθνικιστής, ἑλληνολάτρης καί ὄχι θεολάτρης. Συγχώρεσέ με.
Ἐρώτηση : Καί τώρα τί θά γίνει; Ποιά γλῶσσα νά μιλοῦμε ἐμεῖς; Ἀρχαία, Μεσαιωνική, δημοτική ἤ καθαρεύουσα; Μ’ ἐμπέρδεψες μοῦ φαίνεται.
Ἀπάντηση : Κάποτε στό ἵδρυμα Παντοκράτορος Π. Φαλήρου Ἀθηνῶν, ἐρώτησε ὁ ἀείμνηστος Παναγιώτης Νέλλας, θεολόγος, τόν Προηγούμενο τῆς Ἱ. Μ. Ἰβήρων Ἁγίου Ὄρους Ἀρχιμ. Βασίλειο : Ποιά γλῶσσα νά μιλᾶμε καί νά γράφουμε; Τήν Καθαρεύουσα ἤ τήν Δημοτική; Ὁ δέ εἶπε : Τήν γλῶσσα τῆς ἀγάπης. «Ἐάν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καί τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δέ μή ἔχω, γέγονα χαλκός ἠχῶν ἤ κύμβαλον ἀλαλάζον».
Ὁ δέ γέρο - Ἐνώχ, ὁ ρουμάνος ἁγιορείτης, μή γνωρίζοντας καλά τήν ἑλληνική γλῶσσα, εἶπε κάποτε στόν Πολιτικό Διοικητή του Ἁγίου Ὄρους : «Κύριε ντιοικητά Ἄγγιον Ὄρος, νά ἔχεις ἀγγάπη. Ντιότι ἅμα ντέν ἔχεις ἀγγάπη, εἶσαι μπακκίρ, πού κάνει ντίν-ντάν».
Ὁ ἀγράμματος γέρο - Ἐνώχ, μολονότι Ρουμάνος, γνωρίζοντας τήν γλῶσσα τῆς ἀγάπης, μετέφρασε πιό σωστά τόν Ἀπ. Παῦλο ἀπό κάποιους πολυδιαβασμένους διανοούμενους.
Ὅποιος, λοιπόν, ξέρει νά ζεῖ καί νά μιλᾶ τήν γλῶσσα τῆς ἀγάπης, γνωρίζει νά σέβεται τά δῶρα τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο καί νά τά ἀξιοποιεῖ κατά Θεόν. Ἕνα ἀπ' αὐτά εἶναι ἡ ἑλληνική γλῶσσα, ζωντανή γλῶσσα σ' ὅλες της τίς φάσεις, ἀρχαιότερες καί νεότερες. Ὑπάρχει πλήρης ἐλευθερία χρήσεως ὅλων τῶν φάσεων τῆς γλώσσης μας μέσα στήν Ἐκκλησία ἀπό τούς ἴδιους τούς πιστούς ἐφαρμοσμένη χάριτι Θεοῦ. Π.χ. ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης γνωρίζει 5 γλῶσσες μαζί μέ τήν ἑλληνική. Χρησιμοποιεῖ ἀττική διάλεκτο, ὅταν συντάσσει κανόνες ἁγίων καί δημώδη στά συναξάρια, στήν ἑρμηνεία ἱ. κανόνων ἤ τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός χρησιμοποιεῖ τήν καθομιλουμένη στά κηρύγματά του καί ὑπόσχεται ὅτι, ὅποιος μιλάει Ἑλληνικά στό σπίτι του, κι ὄχι ἀρβανίτικα, παίρνει ὁ ἅγιος ὅλες τίς ἁμαρτίες του καί τίς συγχωρεῖ[9]. Γιατί ἄραγε; Διότι, ἡ ἑλληνική γλῶσσα κυριαρχεῖ στά ἐκκλησιαστικά βιβλία καί ἀκολουθίες. Ἄν οἱ Ἕλληνες τήν ξεχάσουν, τότε κόβεται ὁ δεσμός τους μέ τήν Ἐκκλησία. Ἄρα χάνονται πνευματικά. Πλῆθος χριστιανῶν ἐγίνονταν μουσουλμάνοι στήν Ἀλβανία. Ὁ μόνος τρόπος νά συγκρατήσει τήν ροή αὐτή ἦταν τό φράγμα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης. Ἄς τό ἔχουν ὑπ' ὄψη τους αὐτό οἱ σημερινοί ἰθύνοντες τῆς ἀγωγῆς τοῦ λαοῦ, ἀλλά καί ὁ καθένας μας. Δέν κηρύττουμε. Ἐκφράζουμε παράπονο καί πόνο.
Ἄν δοῦμε τήν κυπριακή διάλεκτο, θά διαπιστώσουμε πώς διατηρεῖ ἀρχαῖες ἐκφράσεις, λέξεις, ἀκόμη καί σύνταξη, γεγονός πού παρατηρεῖται σ' ὅλες τίς τοπικές ἑλληνικές διαλέκτους[10]. Π.χ. στήν ἀγορά τῆς Λευκωσίας ἀκοῦς συχνά τήν ἑξῆς φράση νά διαλαλεῖται ἀπό πλανόδιους μικροπωλητές : «Τά σιάμισιη[11] βράζει». Ἡ σύνταξη εἶναι ἀττική, ὅπως «τά παιδία παίζει». Ἐπίσης, στά λαϊκά πανηγύρια τῶν χωριῶν οἱ ποιητάρηδες Κύπριοι συνεχίζουν τήν ὁμηρική παράδοση τῶν ραψωδῶν, οἱ ὁποῖοι ἐγνώριζαν ἀπό στήθους ὁλόκληρες ραψωδίες ἤ μέρη ἐκτεταμένα. Τά ἔψαλλαν δέ δημοσίως. Δύο ἀπ' αὐτούς, πρίν ἀπό χρόνια, σέ ποιητικό διαγωνισμό τσιαττισμάτων (ὁμοιοκαταλήκτων ἐμμέτρων διστίχων) ἀντήλλαξαν τήν ἑξῆς στιχομυθία, παριστάνοντας ὁ ἕνας τόν παντοπώλη καί ὁ ἄλλος τόν πελάτη : - Πόσα ἔσιει, κύριε Παλέσιη; - Ὅσα ἔρτει, κύριε Λιπέρτη. Ἡ ἀττική σύνταξη σέ κυπριακή ἐκφορά. Βλέπουμε ὅτι χωρίς τήν γνώση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς διαλέκτου δέν μποροῦμε νά κατανοήσουμε τίς τοπικές διαλέκτους οὔτε νά ὁμιλήσουμε καί γράψουμε τήν νέα κοινή ἑλληνική διάλεκτο σωστά, μακρυά ἀπό ἐπικίνδυνους πειραματισμούς καί μιμητισμούς.
Ἐπίσης, στήν Κυπριακή διάλεκτο τό γ' πληθυντικό πρόσωπο τοῦ ἐνεστῶτος τῶν ρημάτων καταλήγει σέ -ουσι : π.χ. γράφουσι. Φράσεις ὅπως «λάμνε πού δαμαί», «λάκτα τζιεῖττε» (ἀρχ. ἐλαύνω, δαμαί, λακτίζω, ἐκεῖθεν) ἤ λέξεις ὅπως ἀναορεύκω (ἀρχ. ἀναγορεύω), ἄξυππα (μεσαίων. ξυπάζω, ἀρχ. ἐκσυσπῶμαι) κατά τό ἄξαφνα, βουρῶ = τρέχω (ἀρχ. οὐρίζω), βρίσσω = σιωπῶ (ἀρχ. φρίττω), δκυόσμος (ἀρχ. ἡδύοσμος), ξηχάσκιαση = ντροπή, προσβολή - ξηχασκιάζω (ἀρχ. χάσκω), ἡ ὁμπλή = βοσκότοπος (ἀρχ. ὁπλή[12]), εἶναι πολύ ἀρχαιοπρεπεῖς καί συγχρόνως λαϊκές ἐκφράσεις τῆς κυρπιακῆς διαλέκτου. Ἐπίσης, ρητά ἀπό τήν Ἁγία Γραφή ἔχουν γίνει παροιμίες στό στόμα του λαοῦ, ὅπως «ἥμαρτον» ἤ «ηὗρεν ὁ Φίλιππος τόν Ναθαναήλ» ἤ «ὅσον κάτω κατεβαίνεις, τόσον ψῆλος πάνω βκαίνεις» (ὁ ταπεινῶν ἑαυτόν ὑψωθήσεται).
Ὑπάρχουν, βέβαια, τουρκικές, λατινικές, ἰταλικές, γαλλικές λέξεις, οἱ ὁποῖες ἐξελληνίστηκαν ἤ παρεισέφρυσαν κατά τήν διάρκεια τῶν ὁμωνύμων περιόδων κατακτήσεως τῆς Κύπρου ἀπό ξένους, ἀλλά οἱ ἐξαιρέσεις ἐπιβεβαιώνουν τόν κανόνα.
Νά καί μερικές προτάσεις ποντιακές. Μοῦ τίς εἶπε ὁ π. Γρηγόριος Γρηγοριάτης, πόντιος, γεννημένος στήν Κοζάνη :
-        «Τεμέτερον τό σκυλίν ὕλαξεν» (Τό σκυλί μου ἐγαύγισε).
-        «Σήμερον ἐπῆα σόν ποπάν τζιαί ἐξαγορεύτα» (Σήμερα πῆγα στόν παπᾶ καί ἐξομολογήθηκα).
-        «Ἐκούφιξεν τό μικρόν ἐμοῦν» (ἔβηξε τό παιδί μου).
-        «Κνέσκεται τό ὠτίμ'» (ξύνεται τό αὐτί μου).
Βλέπεις ὅτι «τό ἡμέτερον» ἔγινε στήν ποντιακή «τεμέτερον», τό «ὕλαξεν» (ἀρχ. ὑλάσκω = γαυγίζω), τό «ἐξαγορεύτα» εἶναι ἀόριστος τοῦ ἐξαγορεύομαι = ἐξομολογοῦμαι, τό «ἐκούφιξεν» (ἀρχ. κουφίζω = ἀνακουφίζομαι, μτφρ. βήχω) καί τό «κνέσκεται» (ἀρχ. κνήθω = ἐρεθίζω, ξύνω). Τό «ὠτίμ'» (ἀρχ. οὖς = αὐτί μέ τήν προσωπική ἀντωνυμία «μου», ὅπως καί τό «ἐμοῦν» (ἐμόν = δικό μου).
Ἡ ἑλληνική γλῶσσα ἀπό ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα εἶναι μέρος τῆς παραδόσεώς μας. Γεμάτη ἀπό δημιουργικότητα πηγαία, βρίσκεται στήν καρδιά καί τόν νοῦ τοῦ λαοῦ μας, πού εἶναι ἐξαγνισμένος ἀπό τόν Θεάνθρωπο Λόγο. Ὁ Χριστός αὐτός σταυρώθηκε καί ἀναστήθηκε καί γιά τούς Ἕλληνες, πού διέσωσαν καί ζωντάνεψαν μέσῳ τῶν λαϊκῶν τοπικῶν διαλέκτων τήν ἑλληνική γλῶσσα, γλῶσσα στήν ὁποία γράφτηκαν ἡ Ἁγία Γραφή, οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν καί τοπικῶν Συνόδων, τά πατερικά καί λογοτεχνικά κείμενα μέχρι σήμερα. Δέν ἐξυπηρετεῖ ἡ ἑλληνική γλῶσσα τήν ἀνάγκη ἤ τό συμφέρον κανενός. Δέν ὑπόκειται σέ προκατασκευασμένα συντακτικά, γραμματικές καί τονικά συστήματα.
Ἐρώτηση : Τό πρόβλημα, ἄν θέλεις, τῆς πιθανῆς χρήσεως μεταφράσεων τῶν λειτουργικῶν κειμένων κατά τήν θεία Λατρεία πῶς τό βλέπεις; Πολύς λόγος γίνεται σήμερα.
Ἀπάντηση : Ἕνας εὐσεβής καί μορφωμένος φιλόλογος καθηγητής μου στό Παγκύπριο Γυμνάσιο, τώρα ἐπιθεωρητής Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, πρίν ἀπό χρόνια μᾶς ἔδωσε την ἑξῆς πρωτότυπη ἄσκηση νά κάνουμε : Νά βρῆτε μέσα στό πρωτότυπο κείμενο 20 στίχων τῆς Ὁμήρου Ὀδυσσείας πόσες λέξεις χρησιμοποιοῦμε σήμερα αὐτούσιες ἤ λίγο παρηλλαγμένες. Διαπιστώσαμε μέ ἔκπληξη ὅτι τό 75% τῶν λέξεων 20 στίχων ὁμιλεῖται αὐτούσιο ἤ παρηλλαγμένο στήν κυπριακή καθομιλουμένη καί στήν νέα κοινή ἑλληνική. Νά, δύο παραδείγματα : Οἱ βοσκοί στήν Κύπρο ἀποκαλοῦν οἷς τά πρόβατα. Τό οἷς εἶναι ὁμηρική λέξη, πού συναντᾶται καί στόν Ἡσίοδο καί εἶναι συνηρημένος τύπος τοῦ ὅϊς - ὅϊος = πρόβατον. Ἐπίσης, τό κυπριακό ρῆμα πλυνίσκω = πλένω συναντᾶται στόν παρατατικό τοῦ ὁμηρικοῦ ρήματος πλύνω (πλύνεσκον) : «εἴματα σιγαλόεντα πλύνεσκον Τρώων ἄλογοι» (Ὀδύσσεια Ζ31).
Τό ἴδιο περίπου ποσοστό εὔκολα πιστοποιεῖται καί στά ἄλλα ἀρχαῖα κείμενα καί στήν Ἁγία Γραφή. Ἄλλωστε, ἡ νέα κοινή ἑλληνική γλῶσσα ἐμπλουτίζεται ἀπό τήν ἀρχαία δημιουργικά μέσα στόν λατρευτικό χῶρο ἤ στίς καρδιές φιλοπόνων ἐργατῶν τῆς γλώσσης μας. Ἡ χρήση, λοιπόν, μεταφράσεων λειτουργικῶν κειμένων κατά τήν θεία λατρεία δέν εἶναι ἀναγκαία, διότι ἡ κατά τά τελευταῖα 30 χρόνια αὐξημένη παροχή γνώσεων καί μεθόδων, ἐβελτίωσε τήν μορφωτική κατάσταση τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ κατά πολύ. Ὅλοι σχεδόν σήμερα γνωρίζουν λίγα ἀρχαῖα, παρηκολούθησαν ἀκολουθίες, πράγμα πού δέν συνέβαινε πρίν. Ὅμως, τί συμβαίνει; Νά, τί ὁ κ. Στέλιος Ράμφος διατυπώνει μέ παράπονο : «Οὐδέποτε ὑπῆρχαν στόν κόσμο καί στόν τόπο μας τόσοι ἐγγράμματοι καί τέτοια φτώχεια πνευματική! Ὅταν οἱ νέοι ἀρνοῦνται νά μελετήσουν, διότι πιστεύουν ὅτι κάτι τέτοιο στερεῖται νοήματος, οἱ ὑλικές συνθῆκες δέν προσφέρουν καμμία βοήθεια. Γιά νά τούς μεταπείση κανείς πρέπει πρῶτα νά κεντρίση τίς εὐγενικές τους φιλοδοξίες, νά σκεφθῇ τήν ποιότητα τῆς ἐκπαιδεύσεως καί μετά νά ἱδρύσῃ σχολεῖα… Μπορεῖ νά δεχθοῦμε ὡς ἐκπαιδευτικό ἰδανικό τόν λειτουργικό μαζάνθρωπο, πού ἔχει ἀποκλειστική φροντίδα τήν προαγωγή καί τό εἰσόδημα; Ἡ σπουδή θέλει ἀγάπη καί ἀγαποῦμε ὅ,τι μᾶς ἐξυψώνει, λέει ὁ φιλόσοφος»[13].
Ἔτσι, τό πρόβλημα μεταφράσεως μετατίθεται ἀπό τήν γλῶσσα στόν λειτουργικό μαζάνθρωπο. Πρέπει ὁ μαζάνθρωπος, ἐάν θέλει, νά μεταφράσει τόν ἑαυτό του σέ Θεάνθρωπο κατά χάρη διά τῆς πίστεως, ἐλπίδος καί ἀγάπης. Νά, πάλι ἡ γλῶσσα τῆς ἀγάπης στή μέση!
Ἀλλά, ἄς ἀκούσουμε πάλι τήν ἁγιορειτική φωνή τοῦ γέρο – Ἐνώχ : «Μιά ἄλλη φορά, διηγεῖται ἕνας μοναχός, ἦρθε ὁ γέρο – Ἐνώχ στό μοναστήρι καί ἦταν ἐνοχλημένος, ἐπειδή ἄκουσε ὅτι στή Ρουμανία τό ψαλτήρι μεταφράστηκε στήν καθομιλουμένη ρουμανική. Ὁ λαός, ἔλεγε, τό καταλαμβαίνει τό ψαλτήρι ὅπως εἶναι.  Τότε ἕνας μοναχός τόν ἐρώτησε : Γιατί ἐνοχλεῖσαι, πάτερ Ἐνώχ, ἀφοῦ τό ψαλτήρι οὕτως ἤ ἄλλως δέν γράφτηκε στά ρουμανικά. Γράφτηκε πρῶτα στά ἑβραϊκά, μεταφράστηκε στά ἑλληνικά καί μετά στά ρουμανικά. Ναί, ἀπάντησε ὁ γέρο – Ἐνώχ, ἀλλά αὐτοί, πού τό μετέφρασαν, ἦταν ἅγιοι. Καί ὁ Πατριάρχης τῆς Ρουμανίας, ἄν τυχόν κάνει θαύματα, ἔχει εὐλογία νά τό μεταφράσει. Ἄν δέν κάνει θαύματα, δέν ἔχει εὐλογία. Θά δώσει λόγο στόν Θεό, γιατί ἔκανε αὐτή τή μετάφραση»[14].
Γνωρίζουμε πολλούς ἀγραμμάτους ἤ ὀλιγογράμματους ἁγιορεῖτες, οἱ ὁποῖοι ἀπαγγέλουν ἀπό στήθους τούς Χαιρετισμούς τῆς Παναγίας. Πῶς αὐτοί δέν ἔχουν πρόβλημα μεταφραστικό καί οἱ ἀπόφοιτοι Γυμνασίου, Λυκείου καί Πανεπιστημίου ἔχουν; Μήπως ἐπαληθεύει τό γραφικό : «Ὁ Κύριος τά μωρά τοῦ κόσμου ἐξελέξατο, ἵνα τούς σοφούς καταισχύνῃ»;
Ἕνα εἶναι σίγουρο : ὅτι ἡ ἡδονή πῆρε τή θέση τῆς ἐν Χριστῷ ὀδύνης. Ἄν θέλουμε νά κατανοήσουμε τό Μυστήριο τοῦ Θεοῦ, πρέπει νά ἀκολουθήσουμε μέ τόν Σταυρό στόν ὦμο τόν ἀναγωγικό δρόμο : Γλῶσσα τῶν ἀνθρώπων – γλώσσα τῶν ἀγγέλων, γλώσσα τῆς σιωπῆς – γλώσσα τῆς ἀγάπης. Μείζων δέ τούτων ἡ ἀγάπη. Ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ, ὁ Λόγος παραμένει κατά φύση ἀπρόσιτη, κατά χάρη προσιτή, χάρη στήν Ἐνανθρώπηση. Ἡ ὑποστατική ἕνωση τῶν δύο φύσεων ἔδωσε τό χάρισμα θεανθρωπίνης γλώσσης στούς ἀποφατικούς θεολόγους ὥστε νά γράφουν κάπως ἔτσι : ὁ Θεός θεᾶται ἀθεάτως[15], κοινωνεῖται ἀκοινωνήτως, μετέχεται ἀμετόχως, ψηλαφεῖται ἀψηλαφήτως, θεολογεῖται ἀποφατικῶς[16]
Ἐρώτηση : Καί τί θά προέτεινες σήμερα ὡς γλωσσική ἐκπαίδευση;
Ἀπάντηση : α) Νά λειτουργοῦνται συχνά ὅλοι οἱ πιστοί πρίν ἤ μετά τήν δουλειά, τό μάθημα, τό ἐργαστήρι. Ἔτσι, οἰκειοποιοῦνται τήν θεανθρώπινη γλῶσσα, ἀλλά μαθαίνουν καί τήν ἑλληνική. Ἔτσι, οἱ λειτουργικοί μαζάνθρωποι γίνονται λειτουργικοί θεάνθρωπινοι κατά χάρη. Ἀποκτοῦν πρόσωπο Θεοῦ. Κοινωνοῦν ἀληθινά μέ τόν Πατέρα καί τά ἀδέλφια τους μέσα στήν ἁγία Οἰκογένεια της Ἐκκλησίας. Ἀντιοικονομική πρόταση, ἀλλά δοκιμασμένη αἰῶνες.
        β)  Ἡ ἑλληνορθόδοξη παιδεία στόν τόπο μας ἔχει ἤδη πάρει διαζύγιο ἀπό τά κρατικά, κομματικά καί πανεπιστημιακά προγράμματα. Οἱ νεκροθάφτες προγραμματιστές τῆς γλώσσης, καθαρευουσιάνοι καί δημοτικιστές, ἄνοιξαν τόν λάκκο της. Θά ἐπαληθεύσει ἡ δαυϊτική προφητεία : «ἐνέπεσαν εἰς βόθρον, ὅν εἰργάσθησαν» καί ἡ τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ : «ἀπό τούς διαβασμένους θά ἔλθῃ τό κακό». Γλῶσσα καί παιδεία, ἀδελφωμένες σιγά-σιγά πρέπει νά ἐπιστρέψουν στήν κοιτίδα τους : τήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Αὐτή ἄς ἀναλάβει νά τίς νυμφαγωγήσει ἐνώπιον τοῦ Κυρίου ὅπως πρίν. Νά ὀργανώσει στίς ἐνορίες, μητροπόλεις, ἱδρύματα καί σχολεῖα, ὀρθόδοξο κοινοτικό πρόγραμμα. Νά ξαναπάρει ὁ λαός τοῦ Θεοῦ τήν παιδεία στά χέρια του μέ προσωπική εὐθύνη, ἐπιστημονικότητα, βαθειά πίστη. Μέ δυό λόγια, νά ἐφαρμόσει τήν ἐν Χριστῷ ἀλλαγή καί κάθαρση συνεχῶς μέσα στήν καρδιά του ὁ καθένας μας, ἄν θέλει. Καί
γ) Ὅσοι ἀκολουθοῦν πρακτικές καί θετικές ἐφηρμοσμένες ἐπιστῆμες νά διδάσκονται περισσότερο ἀπό τούς ἄλλους φιλολογικά καί θεολογικά μαθήματα, τόσο στήν αἴθουσα, ὅσο καί στήν Ἐκκλησία. Δέν κατασκευάζουμε μηχανές δερμάτινες, γρανάζια τοῦ κάθε συστήματος, ἡμιμαθεῖς διπλωματούχους μέ σκοπό νά πετύχουμε κοινωνική εὐημερία, πρόοδο καί εὐτυχία. Ὅλ’ αὐτά δημιουργοῦν αὐτάρκεις, ἐγωπαθεῖς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἀδιαφοροῦν γιά το τί γίνεται μέσα τους καί γύρω τους[17].

[1] Ψαλμός 148ος τοῦ Δαυίδ
[2] ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Λόγος εἰς τά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου, ἐν Ἅγιος Νεκτάριος, ἔτος Δ΄, Θεσ/νίκη 1981, σσ. 145-173. Σχ. βλ. καί ἀποφάσεις τῶν Συνόδων τῆς Κων/πόλεως τῶν ἐτῶν 1341, 1347, 1351.
[3] Ἡ ἑλληνική γραφή εἶναι μεγαλογράμματος καί μικρογράμματος. Ὄποιος θέλει, ἄς χρησιμοποιήσει τήν γραφή, πού τοῦ ἀρέσει. Ἡ μεγαλογράμματος γραφή δέ συνδυάζεται μέ τονικά συστήματα, παλαιά ἤ νέα. Προσφέρεται ὡς λύση οἰκονομική.
[4] ΑΡΧΙΜ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΨΑΝΗΣ, Ἡ ποιμαντική διακονία κατά τούς ἱερούς κανόνας, Πειραιεύς 1976, σσ. 19-33.
[5] ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, «Γλῶσσα καί κοινωνία», ἐν Ἅπαντα, τομ. Δ΄, ἔκδ. Κουτσουμποῦ, Ἀθήνα, σσ. 450-459. Σχ. βλ. καί PHILLIP SHERRARD, Δοκίμια γιά τόν Νέο Ἑλληνισμό, Ἀθήνα 1971, σσ. 78-141, ΣΤΕΛΙΟΣ ΡΑΜΦΟΣ, Ἡ πολιτεία τοῦ Νέου Θεολόγου, ἔκδ. Κέδρος, Ἀθήνα 1981, σ. 122 κ. ἑξ.
[6] ΣΤΕΛΙΟΣ ΡΑΜΦΟΣ, ἔνθ’ἀνωτ., σσ. 127-130.
[7] Τοῦ ἰδίου, Γλῶσσα καί Παράδοση, Ἀθήνα 1980, σσ. 11-22.
[8] Ἐνδεικτικά ἀναφέρουμε πώς ὁ Τζέφερσον, πρωτοστάτης τῆς ἐλευθερίας τῶν Η.Π.Α., προέτεινε στήν τότε Συντακτική Γερουσία τήν καθιέρωση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, ὡς ἐπισήμου γλώσσης τῶν Η.Π.Α. Ἡ πρόταση ἀπορρίφθηκε μέ διαφορά μιᾶς ψήφου, ἡ ὁποία ἀγοράστηκε.
[9] π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ, Παράδοση καί ἀλλοτρίωση, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 1986, σσ. 85-110.
[10] Τόν παρόντα διάλογο ἐδιάβασε καί ὁ Τσακωνίτης τήν καταγωγή καθηγητής ἀγγλικῆς γλώσσης στή Νομική Σχολή Παν/μίου Θεσ/νίκης κ. Σωτήρης Λυσίκατος, ὁ ὁποῖος προθύμως μοῦ ἔδωσε ὁρισμένα δείγματα τῆς τσακωνικῆς διαλέκτου, πού ἐπιμαρτυροῦν γιά τήν διάσωση τῆς διαχρονικότητος τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης μέσα στίς ζωντανές ἑλληνικές διαλέκτους. Τά παραθέτω πρός γνώση μας : θά μόλου = θά ἔλθω (ἀρχαῖον πρβλ. μολών λαβέ), ἔνι παρία ἁ μάτη μι = παρίει ἡ μήτηρ μου = ἔρχεται ἡ μητέρα μου, ὁράκαμε τόν Τσύριε = ἑωράκαμεν τόν Κύριον = ἔχουμε δεῖ τόν Κύριο, ἐνέγκαμε τόν ἔριφον = ἐφέραμε τό κατσίκι, θά ἄρωμε τόν ὄνε = θά πάρουμε τόν γάιδαρο, πορεία = δρόμος, χέρα = χέρι, καί θύου = σφάζω, θυσιάζω.
[11] Σιάμισικ = τουρκικό γλυκό
[12] ΠΑΥΛΟΣ ΛΙΑΣΙΔΗΣ, Νεκατωμένοι ἀέρηδες, Λευκωσία 1979, σσ. 176-183.
[13] ΣΤΕΛΙΟΣ ΡΑΜΦΟΣ, Γλῶσσα καί Παράδοση, Ἀθήνα 1980, σσ. 34-35.
[14] Περιοδικό «Σύναξη», τεῦχ. 1ον, ἔτος Α΄ 1982, Ἀθήνα, σ. 59.
[15] ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟΣ ΤΟΜΟΣ 2, εἰς Συγγράμματα Γρ. Παλαμᾶ, ἐκδ. Π. Χρήστου, Θεσ/νίκη, τόμ. Β΄, σ. 570.
[16] ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ, Περί θείων ὀνομάτων, κεφ. 1, 1, PG 3, 588Β, Τοῦ ίδίου, Περί τῆς μυστικῆς θεολογίας, κεφ. 1, 3, PG 3, 1001Α, Σχ. βλ. καί ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ ΛΟΣΚΥ, Ἡ θέα τοῦ Θεοῦ, μτφρ. ἀρχιμ. Μελετίου Καλαμαρᾶ, Θεσ/νίκη 1973, κεφ. Ὁ ἅγ. Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καί ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής. 
[17] α) «Τό Ἅγιον Ὄρος καί ἡ Παιδεία τοῦ Γένους μας», κείμενο τῆς Ἱ. Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, Ἅγιον Ὄρος 1984. β) ΧΑΡΗΣ ΛΑΜΠΙΔΗΣ, Ἀντεπιθέσεις γιά τήν γλῶσσα, γιά τόν Ἑλληνισμό, ἐκδ. Ἀντίφωνον, Ἀθήνα 1986, γ) ΤΑΣΟΣ ΛΙΓΝΑΔΗΣ, Καταρρέω, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1989. δ) ΧΑΡΗΣ ΛΑΜΠΙΔΗΣ, Παιδεία καί τρομοκράτες, ἐκδ. Ἀντίφωνον, Ἀθήνα 1990. ε) ΦΙΛΙΠΠΑΣ ΑΡΓΥΡΙΑΔΗΣ, Ἡ γραπτή μας γλῶσσα καί οἱ δολιοφθορεῖς της, ἔκδ. Λογοθέτης, Ἀθήνα 1990. Παραπέμπουμε καί στά πιό πάνω βιβλία ὅποιον θέλει νά μελετήσει διεξοδικότερα τό θέμα τῆς γλώσσας καί τῆς παιδείας.