Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2018

«Παγίδες» του Καθηγουμένου της Ι. Μ. Δοχειαρίου

Του Αρχιμ. Γρηγορίου, Καθηγουμένου της Ι. Μ. Δοχειαρίου
Ὁ μέγας Ἀντώνιος –ἀναφέρουν τὰ Γεροντικὰ καὶ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ἀρνηθοῦμε ἢ νὰ τὸ ἀμφισβητήσουμε– εἶδε κάποτε ἁπλωμένες στὴν γῆ ἐπάνω τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου καὶ ἐτρόμαξε καὶ διερωτήθηκε: «Κύριε, ποιός μπορεῖ νὰ σωθῆ; Ποιός μπορεῖ νὰ τὶς ξεπεράση, χωρὶς νὰ τραυματισθῆ, νὰ μωλωπισθῆ;». Ναρκοπέδιο ἡ γῆ ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου. Ποῦ νὰ πατήση, ποῦ νὰ σταθῆ καὶ ποῦ νὰ ξαποστάση ὁ χριστιανὸς ποὺ ἀγωνίζεται; Φρίκη τὸν καταλαμβάνει καὶ προσπαθεῖ νὰ λακίση, νὰ μὴ περάση ἀπὸ τοὺς τόπους τῶν παγίδων. Παγίδα εἶναι στήσιμο ἀπὸ τὸν διάβολο, νὰ ἀπατηθῆ ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ πέση.
Χρόνια καθήμενος στὸ κελλίον μου, φέρνω αὐτὰ τὰ πράγματα στὸν νοῦ μου. Φέρνω στὸν νοῦ μου τὶς παγίδες τοῦ πονηροῦ καὶ πτοοῦμαι καὶ φοβοῦμαι. Στὴν προσπάθειά μου νὰ διευκρινίσω ποιὲς εἶναι αὐτὲς οἱ παγίδες, κατέληξα ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὶς παγίδες τῶν ἡδονῶν, μεγάλη παγίδα εἶναι τὰ χρήματα. Σκεπασμένα μὲ τὴν πρόθεση νὰ φτιάξω τὸ μοναστήρι μου, νὰ ταΐσω μοναχοὺς καὶ μιγάδες, νὰ ἐλεήσω ἀνήμπορους καὶ καθυστερημένους, συνάζω χρήματα μὲ πολὺ ὡραῖα σκεπάσματα καλυμμένα καὶ ἀρχίζει ἡ καρδιά μου νὰ στρέφεται σὲ αὔξηση τῶν περιουσιακῶν μου στοιχείων καὶ σὲ σύναξη περισσοτέρων χρημάτων. Ἔτσι, ἡ ἀδύναμη ψυχή μου ζῆ σὲ μιὰ συνεχῆ προσπάθεια, ἡ ὁποία στὴν ὅλη συμπεριφορά μου, ὅσο καὶ νὰ καλύπτωμαι, φαίνεται. Προδοσία τοῦ σχήματος ποὺ ἔλαβα, προδοσία στὸν δάσκαλό μου ποὺ μοῦ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ μὴ φέρω ἀργύριον καὶ χρυσίον. Ἡ πιὸ κρύα προδοσία καὶ ἡ πιὸ ὠμή. Προδίδω καὶ χαίρομαι. Προδίδω καὶ καυχῶμαι. Προδίδω καὶ καμαρώνω. Κι ἔτσι, ὁ μοναχὸς μὲ τὸ βαλάντιο ἔχει εἰσέλθει στὴν χειρότερη παγίδα τοῦ διαβόλου καὶ σὲ θολὴ κατάσταση, ποὺ μεταμορφώνει τὸν ταπεινὸ μοναχὸ σὲ μεγάλο, σὲ κυρίαρχο, σὲ ἡγεμονίσκο. Οἱ ἀπὸ κάτω του στέκονται, ἀφοῦ βέβαια τὸν ἔχουν ἀποθεώσει, μὲ προσδοκίες. Ἔχασε τὴν λεπτότητα ἡ ψυχή του, ἔγινε πίθος χωρὶς πάτο. Κραταιὸς πλέον ὁ κρατῶν τὰ ἀργύρια, δὲν σὲ ὑπολογίζει.
Ἕνας γέροντας μοναχὸς στὸ Δοχειάρι μοῦ εἶπε κάποτε:
– Δὲν σ᾽ ἔχω ἀνάγκη. Ἔχω λίρες χρυσές. Δὲν χρειάζομαι τὸ δικό σου δόσιμο. Ἔχω καὶ κατέχω. Ἐσὺ εἶσαι, ἀξιολύπητε ἡγούμενε, ποὺ δὲν ἔχεις οὔτε τὸ ψωμὶ νὰ ἀγοράσης.
– Γέροντα –τοῦ ἀπήντησα– δὲν τὸ ἀμφισβητῶ, οὔτε θέλω νὰ ἔχης τὴν ἀνάγκη μου.
Ἀλλ᾽ ὅταν ἐκοιμήθη, βρέθηκαν μόνον δύο λίρες στὸ κελλί του. Ἔτσι, οἱ δύο λίρες ἔγιναν παγίδα, ποὺ ἀπατοῦσαν τὸν Γέροντα καὶ δὲν ὑπολόγιζε τὸν ἡγούμενο καὶ τοὺς ἀδελφούς του.
Ὁ φιλοχρήματος ὅπως λέγει στὸν συνάνθρωπό του δὲν σ᾽ ἔχω ἀνάγκη –οὔ χρείαν ἔχω τῶν δωρεῶν σου– ἔτσι θὰ πῆ καὶ στὸν Θεό.
Κίνητρο νὰ συνάζω χρήματα δὲν εἶναι μόνον ἡ ἐλεημοσύνη. Εἶναι καὶ οἱ οἰκονομικοὶ ἐπηρεασμοὶ γιὰ νὰ κάνω ὀπαδούς. Σήμερα εἶναι ἀκόμη τὸ τάϊσμα καναλιῶν, δημοσιογράφων μικρῶν καὶ μεγάλων, γιὰ νὰ καλύπτουνε κάθε μου ἀνομία καὶ νὰ μή τίθεται πρόσκομμα καὶ σκάνδαλο σὲ κάθε μου προσπάθεια νὰ ἀναδειχθῶ. Πᾶς στὸ ἕνα κανάλι σοῦ λέγει «δὲν μπορῶ νὰ δημοσιεύσω γιατὶ ἐγὼ παίρνω χρήματα ἀπὸ ἐκεῖ». Πᾶς στὸ ἄλλο «ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος σ᾽ αὐτὸ τὸ πρόσωπο· δὲν μπορῶ νὰ τὸ βάλω αὐτὸ ποὺ γράφεις ἐσύ».
Στὴν Μονὴ Προυσοῦ, κάθε χρόνο ἐρχόταν δημοσιογράφος νὰ καταγράψη καὶ νὰ δημοσιεύση τὴν πανήγυρη. Τοῦ ἔλεγα:
– Δὲν σὲ ἐμποδίζω.
– Ναί –μοῦ ἀπαντοῦσε– ἀλλὰ ἐγὼ θέλω χρήματα.
Ἀφοῦ βέβαια δὲν ἔπαιρνε τίποτα, κάθε χρόνο ἤμουνα στὸ στόχαστρο αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου –ὁ Θεὸς νὰ τὸν συγχωρέση. Ἀλλὰ τὸ νὰ ὑπάρχουνε μοναστήρια τὰ ὁποῖα ἐξασκοῦν οἰκονομικοὺς ἐπηρεασμοὺς εἶναι φοβερό, εἶναι ἀσήκωτο, εἶναι ἀφόρητο στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Δυστυχῶς οὔτε στὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει ἀδέσμευτο κανάλι.
Ὅταν βλέπω στὴν παράσταση τοῦ μυστικοῦ δείπνου τὸν Ἰούδα μὲ τὸ σακουλάκι μὲ τὰ τριάκοντα ἀργύρια, λέγω καθ᾽ ἑαυτόν: «Ταλαίπωρε Ἰούδα, τὸ σακουλάκι ποὺ βαστᾶς ἔχει τριάκοντα δαιμόνους».
Πόσο ὡς μοναχοὶ πρέπει νὰ φαινώμαστε στὸν κόσμο χωρὶς σακουλάκι, χωρὶς ἀργύρια, ἀλλὰ τὴν πτωχεία τοῦ Χριστοῦ μιμούμενοι, νὰ διερχώμαστε τὶς ἡμέρες τοῦ μονήρους βίου. Ὅσο καὶ νὰ κρύβεσαι, φαίνεται τὸ σακουλάκι μὲ τὰ ἀργύρια. Κόσμος καὶ κοσμάκης κρέμεται ἀπὸ αὐτὸ τὸ σακουλάκι.
Τὰ χρήματα εἶναι ὅπως στὸν ψυχικὰ ἄρρωστο τὸ ἡρεμιστικό.
Τὴν πτωχεία νὰ ἀγαπήσουμε ὅλοι ἐμεῖς ποὺ ἐνδυθήκαμε τὸν Χριστὸ στὸ βάπτισμα. Εἶναι μιὰ παγίδα ἡ φιλοχρηματία, πλάνα, ποὺ κατέστρεψε πολλούς. Στὴν ἀρχὴ θὰ σοῦ πῆ μάζεψε, σύναξε, γιὰ νὰ δώσης. Ἀλλὰ σύναξε καὶ γιὰ νὰ κρατήσης γιὰ τὸ γῆρας σου. Ἔτσι, εἰσερχόμαστε στὰ παλάτια τοῦ ἄρχοντα τοῦ κόσμου τούτου, παρὰ τὶς φωνὲς τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων.
Ποῦ εἶναι ὁ ἀφιλάργυρος τρόπος ποὺ μᾶς συνιστᾶ τὸ Εὐαγγέλιο; Ποῦ εἶναι ἡ νίκη καὶ τὰ ἔπαθλα τῆς φιλόπτωχης ζωῆς; Ὁ φιλοπλουτισμὸς εἶναι ἁρπαγὴ καὶ μάλιστα ὄχι ἀπὸ ληστές, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν διάβολο. Καλύτερα, μοναχέ μου, ἐνδεής, παρὰ ἐμπεπλησμένος μὲ ὑλικὰ ἀγαθά. Ὅλες αὐτὲς οἱ καταπληκτικὲς ἐκκλησίες ποὺ βλέπουμε νὰ ἀνυψώνωνται μέσα ἀπὸ τὶς πολυκατοικίες, εἶναι ἀπὸ δοσίματα καὶ οἰκονομίες τῶν πτωχῶν ἀνθρώπων καὶ φιλότιμες προσπάθειες εὐλαβῶν κληρικῶν. Δὲν εἶναι ἀπὸ δωρεὲς κραταιὲς τῶν μεγάλων τῆς γῆς. Μὴ γίνης, μοναχέ, μεγιστάνας. Νὰ μὴ κοιτάζη ὁ κόσμος τὰ χέρια σου, ἀλλὰ τὴν ἀγαθότητα τῆς καρδίας σου καὶ τὴν πλήρη ἄρνηση τῶν θησαυρῶν τῆς γῆς.
Ἕνας μοναχὸς μοῦ ἔφερε κάποτε στὸ μοναστήρι ἕνα μαργαριτάρι καὶ μοῦ λέγει:
– Σῶσε με, Γέροντα, καὶ θὰ σ᾽ ἀφήσω αὐτὸ τὸ μαργαριτάρι.
Τοῦ ἀποκρίνομαι:
– Δὲν θέλω τὸ μαργαριτάρι σου. Πάρε μιὰ μικρὴ βοήθεια ποὺ μπορῶ νὰ σοῦ δώσω.
Τελικὰ πέθανε καὶ τὸ μαργαριτάρι ἔμεινε στὸ συρτάρι του.
Ἕνας ἱερομόναχος ἐδῶ στὸν ἅγιο αὐτὸν τόπο εἶχε χρυσᾶ νομίσματα, ποὺ τὰ κουβαλοῦσε μαζί του ὅπου πήγαινε. Ὁ διάβολος τὸν ὑπέδειξε σὲ κακοποιοὺς ἀνθρώπους καὶ σὲ μιὰ νύχτα ἄφαντος ἐγένετο καὶ ὁ ἱερομόναχος καὶ ὁ χρυσός του!
Ὅταν ἀπὸ τὴν Μονὴ Προυσοῦ γυρέψαμε μοναστήρι στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐνθυμοῦμαι ὅτι στὴν Σύναξη ἐρώτησα:
– Ἔχει ἔσοδα τὸ μοναστήρι;
– Ἔχει –μοῦ ἀποκρίθηκαν– ἔσοδα. Καλύπτει τὶς ἀνάγκες του.
Καὶ ὁ γεροντότερος πετάγεται καὶ λέγει:
– Ἔχουμε βέβαια καὶ τὸ σκοτεινό.
Ἂχ αὐτὸ τὸ σκοτεινό… Δοξάζω τὸν Θεὸ ποὺ ἀγκάλιασα τὸ Δοχειάρι καὶ δὲν βρῆκα οὔτε σκοτεινὸ οὔτε φωτεινό, παρὰ μόνον δυσκολίες ἀνυπέρβλητες, ἐρείπια καὶ φτώχεια. Ὅλα τά ᾽φτιαξε ὁ Θεός. Ἐνδυνάμωσε τοὺς μοναχοὺς καὶ ἀπὸ τὸ τίποτα ἀνέδειξαν τὸ μοναστήρι. Πολλὲς φορὲς τὸ κολατσιό τους ἤτανε λάδι μὲ ἁλάτι καὶ ξερὸ παξιμάδι. Μοῦ λέγει ἕνας μοναχός:
– Δὲν θὰ σηκώσουμε καθόλου τὸ κεφάλι; Σὲ ὅλη μας τὴν ζωὴ θὰ βλέπουμε τὶς μύτες τῶν παπουτσιῶν μας;
Αὐτὲς οἱ μύτες τῶν παπουτσιῶν ἀναστήλωσαν τὴν Μονὴ Δοχειαρίου. Πέντε μᾶς δίναν βοήθεια· ἐμεῖς ἑκατὸ τὰ κάναμε. Καὶ τώρα, πάλι μπατιράκια, κι ὅμως τὸ μοναστήρι τό ᾽χουμε κούκλα στὰ καταγάλανα νερὰ τοῦ βορείου πελάγους.
– Δοχειάρι θέλεις; –μοῦ εἶπε ἡ πατριαρχικὴ Ἐξαρχία– Θὰ πεινάσης καὶ θὰ γυμνητεύσης.
Ὅλα καλὰ ἤτανε. Καὶ τὸ ρύζι μὲ τὰ ἀποκούραδα τῶν ποντικῶν καὶ τὰ ρεβύθια ποὺ θέλαν ἕνα φόρτωμα ξύλα γιὰ νὰ καταπίνωνται.
Δὲν ὁμιλῶ ἀπὸ ἐμπεπλησμένο ταμεῖο καὶ κοιλία, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ κενό μου συρτάρι καὶ τὰ βρώσιμα τῶν κόπων μας στοὺς κήπους καὶ τὰ μπαΐρια τοῦ μοναστηριοῦ.
Ἀπάτη τὰ χρήματα. Ἀληθινὴ παγίδα τοῦ σατανᾶ. Κεραυνόπληκτος ὁ μοναχὸς ποὺ φέρει χρήματα ἐπάνω του. Πρόσεχε, μοναχέ, ἡ Ἁγία Γραφὴ λέγει «τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν ἀργύριον καὶ χρυσίον». Μακάρι μὲ καθαρὴ καρδία νὰ λέμε «ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ». Ἀμήν.