Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2018

«Ουκ εάν ορθώς προσενέγκης, ορθώς δε μη διέλης, ήμαρτες; Ησύχασον»

     
   (ΓΕΝΕΣΙΣ – Κεφ. Δ΄,7)
ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ
Σήμερα, έχουν υποστεί διάθλαση οι αντιλήψεις – έννοιες περί «Ακριβείας των Πατέρων και Μολύνσεως από την αίρεση του Οικουμενισμού», όπως βλέπουμε στον διαδικτυακό χώρο από πολλούς Ορθοδόξους.
Αφέθηκε η Θεολογία της Γραφής και των Πατέρων και σχεδιάσθηκαν άξονες προσωπικού στοχασμού, ο οποίος ευνοεί την συνύπαρξη Ορθοδοξίας και Οικουμενισμού.
Γι’ αυτό αναφέρουμε (ως απάντηση) το χωρίο της Γενέσεως (Δ΄,7), διότι σ’ αυτό (επίσης) αποκαλύπτεται, θεμελιώνεται και υπεμφαίνεται, ο ιστορικός και θεολογικός άξονας της Ορθοδοξίας. Στη Γένεση διαβάζουμε: «και είπε Κύριος ο Θεός τω Κάϊν· ίνα τι περίλυπος εγένου, και ίνα τι συνέπεσε το πρόσωπόν σου; Ουκ εάν ορθώς προσενέγκης, ορθώς δε μη διέλης, ήμαρτες; ησύχασον· προς σε η αποστροφή αυτού, και συ άρξεις αυτού» (Γεν. Δ΄, 6-7).
Σ’ αυτό παρουσιάζεται η ανθρώπινη συνείδηση να θέτει σκοπούς με βούληση, ως προβολή του αυτεξούσιου στην ανθρώπινη συμβιωτική κοινότητα και στη σχέση του με τον αληθινό Θεό.
Στο κεφάλαιο αυτό (Γεν. Δ΄,7) γίνεται και αναφορά στις θυσίες του Άβελ και του Κάϊν. Θυσίες στις οποίες γίνεται μια σύζευξη πίστεως και πράξεως στη βάση της λατρείας του αληθινού Θεού, ο οποίος ήθελε και καθόρισε το «ορθώς» στη λατρεία Του.
Ο ορθός υπομνηματισμός (ερμηνευτικός) του κεφαλαίου της Γενέσεως (Δ΄,7) βρίσκεται στη ΙΗ΄ ομιλία του Ι. Χρυσοστόμου (Ε.Π.Ε., Τόμος 2). Στη θυσία του Κάϊν η Γραφή αναφέρει μια κρίσιμη διαφοροποίηση από την εντολή του Θεού. Αν και το τυπικό της θυσίας ήταν ορθό – σωστό, η επιλογή των δώρων του δεν ήταν ορθή, γι’ αυτό και υπήρξε – θεμελιώθηκε ενοχή του απέναντι του Θεού.
Για παράδειγμα η λατρεία των οικουμενιστών επισκόπων. Εξωτερικά, το τυπικό δηλ., φαίνεται Ορθόδοξο αλλά τα «προσφερόμενα» δόγματα είναι λαθεμένα, αιρετικά.
Όταν το απόλυτο – ορθό, που οριοθετεί ο Τριαδικός Θεός, το αλλοιώνει ο ανθρώπινος στοχασμός (Κάϊν) και βλέπουμε το μέγεθος της παρακοής του, τότε αντιλαμβανώμεθα το μέγιστο μέγεθος της συλλογικής αποστασίας (οικουμενισμός), που μολύνει το σώμα της Εκκλησίας;
Πιο απλά: Όταν η θεσμική – επίσημη Ορθόδοξη εκκλησία ακολουθεί το Ορθόδοξο τυπικό («ορθώς προσενέγκης») αλλά τα προσφερόμενα δώρα – δόγματα είναι αιρετικά («ορθώς δε μη διέλης»), τότε η πνευματική μόλυνση του Εκκλησιαστικού σώματος, προσωπική και συλλογική, είναι δεδομένη (ήμαρτε). Ο μολυσμός αποφεύγεται, όταν οι πιστοί απομακρυνθούν (πατερικά) από την αίρεση, όταν δηλ. ακολουθήσουν τον ορθόδοξο άξονα του Άβελ (πατερική γραμμή). Τότε ως έπαθλο της πνευματικής άθλησης έρχεται το «Ήμαρτες, ησύχασον» δηλ. Μετανόησε ειρηνικά. Αξιόλογη είναι η συνάφεια του χωρίου (Γεν. Δ΄,7) με το χωρίο (Παροιμίες 16,8): «Ο ζητών τον Κύριον (ειλικρινά) ευρήσει γνώσιν μετά δικαιοσύνης (Δόγμα και Ήθος), οι δε ορθώς ζητούντες αυτόν ευρήσουσιν ειρήνη».
Όπου μνημονεύονται αιρετικοί επίσκοποι, τότε η προσφορά των δώρων (δογμάτων) στο Θυσιαστήριο υπόκειται στην κρίσιμη διαφοροποίηση της θυσίας του Κάϊν». Ιδού η μόλυνση της αιρέσεως! Όσο δηλ. και αν αγωνίζεται πνευματικά ένας πιστός, εφ’ όσον κοινωνεί της αιρέσεως, υπόκειται στην διαφοροποίηση αυτή.
Ο Ι. Χρυσόστομος στην ΙΗ΄ ομιλία του στη Γένεση ερμηνεύει τη στάση – διαφοροποίηση του Κάϊν: «Το να συλλάβη λοιπόν κανείς του να προσφέρη θυσίαν είναι άξιον επαίνου· το να μη επιλέγη όμως σωστά, τούτο επέφερε την απόρριψιν του προσφερθέντος. Διότι, όταν επρόσφερες εις τον Θεόν, έπρεπε να επιδείξης μεγάλην προσοχήν δια την εκλογήν των προσφερθέντων, και όση απόστασις υπάρχει μεταξύ του δεχομένου και του προσφέροντος, τόση διαφορά έπρεπε να υπάρξη και εις την επιλογήν των αγαθών. Συ όμως χωρίς να εννοήσης τίποτε από αυτά, επρόσφερες απλώς τα τυχόντα. Δια τούτο δεν ημπόρεσαν ούτε δεκτά να γίνουν».
Αυτή η ερμηνεία του Ι. Χρυσοστόμου είναι και ο θεολογικός άξονας των Αγιορειτών Πατέρων στην επιστολή τους προς τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο, όταν διέκοψαν το μνημόσυνο του Λατινόφρονος Πατριάρχου Ιωάννη Βέκκου.
Συνεχίζει ο Ι. Χρυσόστομος: «Ας υπακούωμεν λοιπόν εις την Αγίαν Γραφήν και, ακολουθούντες τα λεγόμενα αυτής, ας προσπαθούμεν να τοποθετούμεν μέσα εις τας ψυχάς μας τα ορθά δόγματα και μαζί με αυτά να επιδεικνύωμεν ορθόν τρόπον ζωής, ώστε και η ζωή μας να επιβεβαιώνει τα δόγματα, και τα δόγματα να εμφανίζουν την ζωήν μας περισσότερον αξιόπιστον» (Ομιλία ΙΗ΄).
Συχνά ο Ι. Πατήρ στρέφεται στην Κτίση – Φύση, φανερώνοντας τους λόγους των Όντων, προς διδασκαλία και ωφέλεια (Α΄ Κορ., ΙΑ, 14): «Διότι, ειπέ μου, ποίον το όφελος, όταν ένα δένδρον εκτείνεται εις μέγα ύψος και έχει πλούσιον φύλλωμα, όταν δεν παράγη καρπόν· έτσι και τα ορθά δόγματα δεν ωφελούν καθόλου τον Χριστιανόν, εάν κάποιος αδιαφορή κατά τον βίον του» (Ομιλία ΙΗ΄).
Τα λόγια του Ι. Χρυσοστόμου τοποθετούν τον πιστό στη σφαίρα της βιωματικής ολότητας, στη σφαιρική βιωματικότητα, ώστε κάθε διάστασή της (Δόγμα - Ήθος) στο βάθος του πνευματικού ορίζοντα να διατηρεί την από Θεού συμμετρία της μέσα στην Εκκλησία. Όχι όμως συνύπαρξη Ορθοδοξίας και αίρεσης. Μέσα στην ροϊκότητα (δογματική) του οικουμενισμού δεν υπάρχει αγιότητα.
Η «Ορθόδοξη» διαλεκτική, που τείνει την Ορθοδοξία σε συνύπαρξη με τον Οικουμενισμό, είναι η τάση του σήμερα, γι’ αυτό και δεν ευλογεί ο Χριστός μια τέτοια προοπτική.
Στο σημερινό επιστημονικό πλαίσιο της Φυσικής, η αντίληψη – στάση πολλών αντι-οικουμενιστών, ομοιάζει με την «σύνθετη κίνηση» ενός ανθρώπου σε μία κλίμακα – σκάλα. Ενώ έχει την αίσθηση ότι ανεβαίνει ταυτόχρονα κάνει και κίνηση οριζόντια, εμπρός, πλησιάζοντας τον οικουμενισμό, το μπαλκόνι του. «Ουδέ αυτή  η φύσις διδάσκει υμάς;» (Α΄ Κορ. 11,14).
ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ
ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ