Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

«Δέος γαρ μη τις παραφθαρή υπό της των αιρετικών αγάπης»

(Ι. Χρυσόστομος – Ομιλία στην «Προς Φιλιππησίους»)
ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ
Εύστοχα ο φιλόσοφος Χάϊντεγκερ ετυμολογεί τη λέξη αλήθεια (α+λήθη), ως το ξεσκέπασμα, φανέρωση και παρουσίαση (από τη λήθη) της πραγματικότητας. Ό,τι δηλ. κρατά το πραγματικό στη λήθη, στην αφάνεια, στο άγνωστο, αφαιρείται ως παραπέτασμα – κάλυμμα. Μέσα στη δίνη των φιλοσοφικών θεωριών – ρευμάτων περί αλήθειας το man, για παράδειγμα του M. Heidegger (1889-1970), που σημαίνει «κάποιος μεταξύ των πολλών» (Είναι και χρόνος, Τόμος Β΄), δεν προσεγγίζει αληθινά την έννοια του προσώπου, όπως μας την φανέρωσε ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός στο Ευαγγέλιό Του, τονίζοντας: «Εγώ ειμί η Αλήθεια».
Στο οντολογικό περιεχόμενο της φράσεως αυτής εμπεριέχεται η Ορθοδοξία, ως η μόνη αληθινή προσέγγιση του Τριαδικού Θεού στα επίπεδα Δόγματος, Ήθους και Λατρείας.
Την αλήθεια αυτή διατυπώνει σε σταυροειδή νοηματική υφή, σε μια καθολική θεολογική κλίμακα, ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: «Αι ουσιαστικώτεραι οντολογικαί απαιτήσεις και ανάγκες του ανθρωπίνου είναι έχουν ικανοποιηθεί άπαξ δια παντός εις το πρόσωπον του Θεανθρώπου Χριστού. Διότι εις όλας τας απαιτήσεις και ανάγκας του ανθρωπίνου πνεύματος, τας αφορώσας εις τον υπέρ τον άνθρωπον Κόσμον, ο Θεάνθρωπος απαντά ως Θεός κατά τρόπον ανθρώπινον, ενώ εις όλας τας απαιτήσεις και ανάγκας του ανθρωπίνου πνεύματος, τας αφορώσας εις τον περί τον άνθρωπον και υπό τον άνθρωπον Κόσμον ο ίδιος απαντά ως άνθρωπος κατά τρόπον Θείον» (Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, σελ. 108).
Τα επίπεδα αγάπης του Χριστού, που αναφέρει ο μεγάλος Σέρβος θεολόγος π. Ιουστίνος, τα αναφέρει ο Ι. Χρυσόστομος στην Η΄ ομιλία του στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον: «Εγγύς της Εκκλησιαστικής φιλοσοφίας» ήσαν τα δώρα των Μάγων, αναφέρει ο Ι. πατήρ. Στη συνέχεια διευκρινίζει:
«Επίγνωσιν γαρ και υπακοήν και αγάπην προσήγαν». Ιδού οι τρεις πνευματικοί άξονες της Εκκλησίας, τα μεγάλα δώρα της αγάπης του Θεού στον άνθρωπο. Επίγνωση – φανέρωση του Θεού, υπακοή στο θέλημά Του και σταυροειδή αγάπη, προς τον Θεό δηλ. και τον άνθρωπο.
Η θεολογική αυτή βάση, θεωρητικά και βιωματικά, αναλύθηκε και χρησιμοποιήθηκε ερμηνευτικά σε βάθος από την Ορθοδοξία, ως η ασάλευτη βάση της Εκκλησίας απέναντι στις βάναυσες ή ύπουλες απεδαφικοποιήσεις της ψυχής από τις δαιμονικές δυνάμεις (Αμαρτίες, Αιρέσεις).
Οι τρεις αυτοί πνευματικοί άξονες αναφέρονται και στους Λόγους του Χριστού: «Ο δε Ιησούς έφη αυτώ· αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδιά σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου· αύτη εστι πρώτη και μεγάλη εντολή· Δευτέρα δε ομοία αυτή: αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Εν ταύταις ταις δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται (Ματθ. ΚΒ΄, 37-40).
Ιδίως ο οικουμενισμός, στο όνομα της αγάπης λαξεύει τη μάζα των πιστών και δημιουργεί συνδυασμούς που ακυρώνουν τη σωτηρία. Στη συνέχεια προσεταιρίζεται το πεδίο της επίγνωσης του Θεού και καθορίζει «υπακοή», που έχει διαμορφώσει στην πράξη την εξής Εκκλησιολογία: Υπάρχουν Ορθόδοξοι επίσκοποι με διαφορετική πίστη από τον οικουμενιστή πατριάρχη τους. Πρεσβυτέροι με διαφορετική πίστη από τους οικουμενιστές επισκόπους τους και λαϊκοί – μοναχοί που αποδοκιμάζουν τον οικουμενισμό, χωρίς όμως την επιβαλλόμενη από την Εκκλησία απομάκρυνση από τους αιρετικούς ποιμένες προκειμένου να μη γίνει σχίσμα, να μη διασαλευθεί η ενότητα!
Ενότητα δηλ. χωρίς Αλήθεια και Πνεύματος Αγίου.
Η Ορθόδοξη Αλήθεια δεν θεωρείται πια η πραγματικότητα που συνενώνει τους πιστούς και τις τοπικές εκκλησίες αλλά η οικουμενιστική αγάπη – ενότητα. Όλη αυτή η πνευματική πολυσημία, που δημιουργεί η αίρεση του οικουμενισμού, δικαιώνει διαχρονικά τους φόβους του Ι. Χρυσοστόμου για την πνευματική φθορά – μόλυνση που προκαλεί η αίρεση: «Δέος γαρ μη τις παραφθαρεί υπό της των αιρετικών αγάπης» δηλ. «υπάρχει φόβος να διαφθαρεί κανείς από την αγάπη των αιρετικών».
Η αίρεση κλονίζει την εκκλησιολογική βάση της Εκκλησίας, φθείρει – μολύνει το φρόνημα των πιστών και, το χειρότερο, υποβαθμίζει την ομολογία της ορθής Πίστεως ως κατώτερη της προσευχής, της Ιεραποστολικής δράσης και της Κοινωνικής προσφοράς στο όνομα της αγάπης.
Για τους Πατέρες ή, καλύτερα, για το Ευαγγέλιο, το όχι στην αίρεση προηγείται της προσευχής και της ιεραποστολικής δράσεως, ως κατάφαση στην Αλήθεια, ως αρχή της Λατρείας του αληθινού Θεού, ως προϋπόθεση της Θ. Χάριτος.
Σήμερα, η αίρεση του οικουμενισμού δεν φαίνεται στα μάτια των ανθρώπων ως παράλληλη εκκλησία. Παρουσιάζεται ως αγάπη, ως νηφάλια πρακτική, ως σύγχρονη συμπληρωματική θεολογική – θεωρητική γνώση που έχει ανάγκη η σημερινή Ορθοδοξία.
Κινείται στα τρία αυτά πνευματικά φάσματα – άξονες αλλοιωτικά, δηλ. στην επίγνωση του Θεού, στην υπακοή στην Εκκλησία Του και στην εν Χριστώ αγάπη. Η αλλοίωση αυτή διαφεύγει σε μεγάλη κλίμακα τα πεδία ευαισθησίας, νοημοσύνης και επιθυμίας του συνόλου των πιστών. Η παραφθορά – μόλυνση, που υπογραμμίζει ο Ι. Χρυσόστομος, λειτουργεί στον άξονα της οικουμενιστικής κηδεμονίας, αφού πλέον έγινε «συνοδική» κήρυξη και εκκλησιοποίηση της αίρεσης του οικουμενισμού.
Άλλο παράδειγμα αλλοιώσεως – μολύνσεως. Σε ομιλία του ένας ιερομόναχος της Ι. Μονής Βατοπαιδίου τόνισε – αναφερόμενος στον Αγ. Ιωάννης της Κλίμακος – σε πιστούς της Ι. Μ. Δημητριάδος: «Να έχετε πνευματικό, να ακολουθείτε με υπακοή τη γραμμή του», χωρίς να αναφέρει την Ορθόδοξη διαφοροποίηση του ίδιου του Αγίου Ιωάννου, ότι της υπακοής στον πνευματικό προηγείται η υπακοή του πνευματικού στην Ορθοδοξία, στους Πατέρες, στις οικουμενικές Συνόδους.
«Ταύτα λέγω, ίνα μηδέν νόθον δόγμα τω της αγάπης προσχήματι παραδέχησθε» (Ι. Χρυσόστομος – Ε.Π.Ε. 21, 390).
ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ
ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ