Σάββατο, 17 Μαρτίου 2018

Εγκλήματα γνώμης και ελευθερία σκέψης

Στην Ελλάδα, στη χώρα που εφηύρε τον διάλογο και συστηματοποίησε τις σκόρπιες πληροφορίες της ανθρώπινης εμπειρίας ώστε να τις κάνει επιστήμη, θεσμοθετήθηκε από τη Βουλή η λογοκρισία. Ψηφίστηκε με τον περιβόητο «αντιρατσιστικό» νόμο η ποινικοποίηση της γνώμης.
Ένα από τα θύματα του διωγμού στον οποίον υπόκεινται όσοι διατυπώνουν μη αρεστές (για το σύστημα) απόψεις ήταν ο μητροπολίτης Αιγιαλείας και Καλαβρύτων Αμβρόσιος. Δικάστηκε επειδή καταδίκασε λεκτικά, με ιδιαίτερη οξύτητα, την ομοφυλοφιλία - λες και έπρεπε να παραβιάσει κάθε γραπτό και άγραφο κανόνα της Εκκλησίας και να την εγκωμιάσει ή να πάρει ίσες αποστάσεις μεταξύ της ομοφυλοφιλίας και της ετεροφυλοφιλίας.
Ύστερα από δίκη, στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αιγίου, ο μητροπολίτης αθωώθηκε. Άμα τη ακροάσει της αθώωσης εξεμάνησαν όλοι οι αυτοδιαφημιζόμενοι ως οπαδοί της ελευθερίας του λόγου. Πρώτος και χειρότερος στην πολεμική του, ο ΣΥΡΙΖΑ της μνημονιακής Αριστεράς, που με ανακοίνωσή του επισήμανε: «Η αθώωση του μητροπολίτη Αιγιαλείας και Καλαβρύτων Αμβρόσιου από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αιγίου επιβεβαιώνει ότι η πολιτική των διακρίσεων καλά κρατεί στον χώρο της Δικαιοσύνης.
[...] Κανένας απλός πολίτης δεν θα απολάμβανε τέτοιας ασυλίας από τη Δικαιοσύνη. Για μια ακόμη φορά επιβεβαιώνεται πως, όταν οι προκαταλήψεις και το μίσος ντύνονται με θρησκευτικό μανδύα, το μείγμα γίνεται τόσο εκρηκτικό, ώστε η Δικαιοσύνη να μην μπορεί να ορθώσει το ανάστημά της».
Τα παραπάνω, φυσικά, συνιστούν και ευθεία, χυδαία επίθεση στον θεσμό της Δικαιοσύνης, επειδή έβγαλε απόφαση που δεν… άρεσε, αλλά και στον ίδιο τον μητροπολίτη, που κρίθηκε αθώος για το «κακούργημά» του να εκφράσει με οξύτητα και δριμύτητα την αποδοκιμασία του στην ομοφυλοφιλία.
Οι ίδιοι άνθρωποι που συνιστούν «ανοχή» στο Ισλάμ, που τιμωρεί με φριχτό θάνατο και όχι με λόγια την ομοφυλοφιλία, αγανάκτησαν και εξεγέρθηκαν εναντίον του μητροπολίτη Αμβροσίου. Ναι μεν η ρητορική του μητροπολίτη δεν θυμίζει την ηπιότητα και τη γλυκύτητα του χριστιανικού πνεύματος, αλλά έχει κάθε δικαίωμα να εκφράζεται όπως νομίζει για ζητήματα πνευματικά, για τα οποία θεωρεί ότι πρέπει να διατυπώσει άποψη.