Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018

Προκόπης Παυλόπουλος, Το εθνικό Σύνταγμα υπερέχει των κανόνων του διεθνούς δικαίου

Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος, Το εθνικό Σύνταγμα υπερέχει των κανόνων του διεθνούς δικαίου
Επειδή πολλοί από τους πολέμιους του ορθόδοξου χριστιανικού μαθήματος των Θρησκευτικών εκτός των διαρκών επικρίσεων της απόφασης 660/2018 της Ολομέλειας του ΣτΕ, με ακραίους μάλιστα χαρακτηρισμούς για τους ανώτατους δικαστές, επιδιώκουν την επιβολή των απόψεών τους με προσφυγές στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως βέβαια έχουν δικαίωμα να κάνουν, και επειδή συχνά πυκνά βλέπουμε να γίνεται επίκληση διατάξεων της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, κρίναμε σκόπιμο να επαναδημοσιεύσουμε βαρυσήμαντη ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Προκόπη Παυλόπουλου. Η ομιλία με θέμα «Το Σύνταγμα μεταξύ Διεθνούς και Ευρωπαϊκού δικαίου. Η ιεραρχία της έννομης τάξης» εκφωνήθηκε κατά την αναγόρευση του κ. Παυλόπουλου σε Επίτιμο Καθηγητή του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου στην Κόρινθο σε ειδική τελετή στο Δημοτικό Θέατρο Κορίνθου στις 22 Μαΐου 2015.
Το Σύνταγμα μεταξύ Διεθνούς και Ευρωπαϊκού δικαίου.
Η ιεραρχία της έννομης τάξης
Οι δημιουργικές πηγές του δικαίου αντιστοιχούν, κατ’ αποτέλεσμα, σ’ αυτούς τούτους τους κανόνες δικαίου, βεβαίως ύστερα από την θεσμική διαμόρφωσή τους κι εφαρμογή τους στο πλαίσιο της έννομης τάξης γενικώς. Κι αυτό διότι ο κανόνας δικαίου, ύστερα από την διάπλασή του, αποκτά μέσ’ από την θεσμική του πλαισίωση και κατοχύρωση διαστάσεις «πηγής», η οποία δια της ένταξής της στην έννομη τάξη είναι σε θέση να ισχύσει και να παραγάγει περαιτέρω έννομα αποτελέσματα. Υπ’ αυτήν την έννοια οι δημιουργικές πηγές του δικαίου διαμορφώνουν, εμμέσως πλην σαφώς, και την όλη ιεραρχία της έννομης τάξης, όπως αυτή αποτυπώνεται ιδίως στις διατάξεις του άρθρου 28 του Συντάγματος. Κατά λογική αποτίμηση των συνεπειών των θεωρήσεων που προεκτέθηκαν και των προαναφερόμενων συνταγματικών διατάξεων, η ιεραρχία των κανόνων δικαίου στο πεδίο της ελληνικής έννομης τάξης, κυρίως ως προς την θεμελίωσή της σ’ ενιαία βάση, διαμορφώνεται ως ακολούθως:
Ι. Στην κορυφή –αλλά και, κατά θεσμική λογική, στη βάση, της έννομης τάξης βρίσκεται το Σύνταγμα, ως «Θεμελιώδης Νόμος» στήριξής της και οργάνωσης των εν γένει πολιτικών θεσμών. Η κανονιστική ιδιομορφία του Συντάγματος ως «κανόνα δικαίου-γενάρχη» της όλης έννομης τάξης οδηγεί, αναποτρέπτως, στην καθολική και αδιάστικτη υπεροχή του εντός της εσωτερικής έννομης τάξης, όπως άλλωστε προκύπτει σαφώς από το γράμμα και το πνεύμα των διατάξεων του άρθρου 28 του Συντάγματος.
Συγκεκριμένα:
Α. Το Σύνταγμα, ως θεμελιώδης νόμος αποτελούμενος όχι μόνον από τους κανόνες δικαίου που περιλαμβάνει αλλά και από τις γενικές αρχές οι οποίες συνάγονται απ’ αυτούς, υπερισχύει αναποδράστως κάθε άλλου κανόνα δικαίου. Είτε αυτός εντάσσεται στο εσωτερικό δίκαιο είτε στους κανόνες του διεθνούς δικαίου, όπως ενσωματώνονται κάθε φορά στην έννομη τάξη μας. Ιδιαίτερα διαφωτιστική αυτής της νομικής λογικής είναι η νομολογία που διαμόρφωσε η απόφαση (παραπεμπτική) του Συμβουλίου της Επικρατείας 3242/2004 (πρβλ. όμως και τις αποφάσεις ΣτΕ (Ολ.) 3670/2006, 3470/2011).
Β. Και ως προς μεν το διεθνές δίκαιο, γραπτό ή προερχόμενο από γενικά παραδεδεγμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου, ουδεμία υφίσταται αμφιβολία: Το εθνικό Σύνταγμα υπέρκειται των κανόνων του διεθνούς δικαίου. Όπως επίσης είναι προφανές, κατά το γράμμα και το πνεύμα των διατάξεων του άρθρου 28 του Συντάγματος, ότι και το ευρωπαϊκό δίκαιο –πάντοτε ως προς την δομή της ελληνικής έννομης τάξης και της συμμετοχής της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση- υπέρκειται των κανόνων του διεθνούς δικαίου.
Γ. Ως προς τον «σκεπτικισμό» που ορισμένοι εκφράζουν σ’ ό,τι αφορά την σχέση μεταξύ Συντάγματος και ευρωπαϊκού δικαίου επισημαίνεται τούτο: Είναι λάθος, όσο η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει προχωρήσει στο σημείο εκείνο πολιτειακής οργάνωσης που θα της επέτρεπε να διαθέτει πραγματικά ενιαίο συνταγματικό θεμέλιο, να επιχειρούν μια τέτοια σύγκριση και να θέτουν εν αμφιβόλω την υπεροχή του Συντάγματος.
1. Έχοντας, προς το παρόν, δύο παράλληλες έννομες τάξεις –εκείνη των κρατών-μελών κι εκείνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης– με βάση την κοινή νομική λογική οφείλουμε να δεχθούμε πως η άποψη των ευρωπαϊκών οργάνων, και ιδίως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την οποία θεμέλιο της ευρωπαϊκής έννομης τάξης είναι το ευρωπαϊκό δίκαιο, πρωτογενές και παράγωγο (βλ. τις «ιστορικές» αποφάσεις 15.7.1964, Costa c. ENEL, 17.12.1970, Internationale Handelsgesellschaft, 9.3.1978, Simmenthal), ουδόλως επιδρά στην υποχρέωση που έχουν τα όργανα των κρατών-μελών -άρα και της Ελλάδας- να θέτουν ως αντίστοιχο θεμέλιο των επιμέρους έννομων τάξεων το Σύνταγμά τους.
2. Οιαδήποτε άλλη εκδοχή -ακόμη και με ρητή συνταγματική πρόβλεψη που, βεβαίως, δεν συντρέχει κατά το Σύνταγμά μας- με βάση επίσης την κοινή νομική λογική αγνοεί την φύση του κανόνα δικαίου ως μέσου ρύθμισης της πολιτειακής οργάνωσης και των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων. Δηλαδή, σε τελική ανάλυση, αγνοεί την πεμπτουσία του Συντάγματος. Διότι αν υποθέσουμε, π.χ., στο πλαίσιο της έννομης τάξης μας ότι συντρέχει υπεροχή του ευρωπαϊκού δικαίου έναντι του Συντάγματος, αυτό θα σήμαινε ότι μια τέτοια υπεροχή προβλέφθηκε, κατά κάποιον τρόπο, από το ίδιο το Σύνταγμα κατά τη στιγμή εισόδου της Χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, άλλοτε ΕΟΚ. Με τι είδους νομικό συλλογισμό, όμως, ένας κανόνας δικαίου -άρα και το Σύνταγμα- θ’ αναγνώριζε σ’ άλλον κανόνα δικαίου μεγαλύτερη κανονιστική ισχύ από εκείνη που ο ίδιος διαθέτει, ως θεσμικό προϊόν της εθνικής κυριαρχίας; Οι υποστηρικτές του αντιθέτου παραβλέπουν ότι, σύμφωνα με τη νομική ιδιοσυστασία του κανόνα δικαίου, ισχύει και γι’ αυτόν, mutatis mutandis, η θεμελιώδης αρχή του ρωμαϊκού δικαίου «nemo plus juris ad allium transfere potest quam ipse habet».
ΙΙ. Αξίζει να σημειωθεί ότι προς την ίδια αυτή κατεύθυνση, αναφορικά με την υπεροχή του Συντάγματος έναντι του ευρωπαϊκού δικαίου, φαίνεται να κινούνται, εμμέσως πλην σαφώς:
Α. Πρώτον, η παραπεμπτική προς το ΔΕΕ απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου («Βundesverfassungsgericht») της 7.2.2014 (βλ. την ανακοίνωση τύπου αρ. 9/2014 της 7.2.2014).
1. Η ως άνω απόφαση, που είναι η πρώτη παραπεμπτική, την οποία έχει απευθύνει το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο προς το ΔΕΕ, εκδόθηκε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: Στις 6.9.2012 -ήτοι μέσα στο απόγειο της κρίσης δημόσιου χρέους στην Ευρωζώνη, αφού το επιτόκιο π.χ. του ιταλικού και του ισπανικού δεκαετούς ομολόγου είχε υπερβεί το 7%– ο επικεφαλής της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι εξήγγειλε το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων ΟΜΤ («Outright Monetary Transactions»), δηλαδή το πρόγραμμα «Άμεσων Νομισματικών Συναλλαγών», το οποίο αντικατέστησε το προηγούμενο -ανεπαρκές, όπως έδειξε η πορεία εφαρμογής του- πρόγραμμα αγοράς ομολόγων SMP («Securities Markets Program»). Ειδικότερα το πρόγραμμα ΟΜΤ, σαφώς «ισχυρότερο» του SMP, προβλέπει την αγορά απεριόριστου ύψους κρατικών ομολόγων ενός κράτους-μέλους της Ευρωζώνης στην δευτερογενή αγορά, υπό την διπλή προϋπόθεση: Πρώτον, ότι το αιτούν κράτος-μέλος έχει προηγουμένως απευθυνθεί για την παροχή βοήθειας στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας («ESM») και, δεύτερον, η βοήθεια θα έχει εγκριθεί από τα λοιπά κράτη-μέλη της Ευρωζώνης.
2. Υπό τ’ ανωτέρω δεδομένα το προδικαστικό ερώτημα του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου προς το ΔΕΕ είχε τα εξής τρία σκέλη, που συμπυκνώνονται στον γενικότερο προβληματισμό αν η απόφαση περί ΟΜΤ συνιστά ultra vires πράξη οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης:
α) Πρώτον, αν το πρόγραμμα ΟΜΤ παραβιάζει τις διατάξεις της ΣΕΕ -ιδίως δε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2- που κατοχυρώνουν τον σεβασμό της κυριαρχίας των κρατών-μελών, επειδή το πρόγραμμα τούτο μπορεί, εν δυνάμει, να προσβάλλει την δημοσιονομική κυριαρχία και του Γερμανικού Κοινοβουλίου.
β) Δεύτερον, αν το πρόγραμμα ΟΜΤ παραβιάζει τις διατάξεις της ΣΛΕΕ. Ιδίως δε τις διατάξεις των άρθρων 282 επ., σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 119, 123 και 127, που καθορίζουν τις αρμοδιότητες της ΕΚΤ και του «Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών» («ΕΣΚΤ»), επειδή έτσι η ΕΚΤ επεκτείνει υπερμέτρως –και πέραν των ορίων του ευρωπαϊκού δικαίου– τις αρμοδιότητές της, αφού το πρόγραμμα ΟΜΤ είναι ισοδύναμο με μια μορφή «νομισματοποίησης του χρέους».
γ) Και, τρίτον, αν το πρόγραμμα ΟΜΤ είναι σύμφωνο με τις διατάξεις των άρθρων 17-24 αυτού τούτου το Καταστατικού της ΕΚΤ. Εξαιρετικά κρίσιμη όμως για τη θέση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, ως προς την ιεράρχηση Συντάγματος και ευρωπαϊκού δικαίου, είναι το ακροτελεύτιο σκεπτικό (αρ. 102) της παραπεμπτικής απόφασης. Και τούτο διότι μέσω της προαναφερόμενης σκέψης του το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο αναγνωρίζει την προστασία της εθνικής συνταγματικής ταυτότητας ως υπέρτατη αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιφυλασσόμενο, συνακόλουθα, εν πάση περιπτώσει να διατυπώσει, μετά την έκδοση της απόφασης του ΔΕΕ επί της παραπομπής, την δική του άποψη ως προς το αν και κατά πόσον η απόφαση της ΕΚΤ για το πρόγραμμα ΟΜΤ παραβιάζει, πέραν του ευρωπαϊκού δικαίου, και το γερμανικό σύνταγμα.
3. Μ’ άλλες λέξεις στο προμνημονευόμενο σκεπτικό το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο διευκρινίζει ότι, υφ’ οιανδήποτε εκδοχή, τα όργανα του Γερμανικού Κράτους –άρα και η Bundesbank– δεσμεύονται από το γερμανικό σύνταγμα. Επέκεινα, και ανεξάρτητα από τις επιταγές του ευρωπαϊκού δικαίου –όπως και, κατά λογική ακολουθία, ανεξάρτητα από την απόφαση του ΔΕΕ επί του προδικαστικού ερωτήματος- τα όργανα αυτά οφείλουν να σεβασθούν τις διατάξεις του γερμανικού συντάγματος. Πράγμα που σημαίνει, περαιτέρω, ότι, εν τέλει, η Bundesbank, επικαλούμενη το γερμανικό σύνταγμα, μπορεί –πέρα κι έξω από την κρίση του ΔΕΕ επί του θέματος– ν’ αρνηθεί ενδεχόμενη συμμετοχή της σε προγράμματα ΟΜΤ. Είναι, λοιπόν, πρόδηλο ότι με την ως άνω σειρά συλλογισμών του το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο οδηγείται στο συμπέρασμα πως, σε περίπτωση σύγκρουσης Συντάγματος και ευρωπαϊκού δικαίου, τα όργανα του γερμανικού κράτους δεσμεύονται από τις επιταγές του γερμανικού συντάγματος.
Β. Δεύτερον, η απόφαση 653/2012 του Συνταγματικού Συμβουλίου της Γαλλίας («Conseil Constitutionnel»).
1. Η απόφαση αυτή αφορά παρεμφερές μ’ εκείνο του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου ζήτημα. Ήτοι το ζήτημα του αν και κατά πόσον ο κυρωτικός νόμος της Συνθήκης Σταθερότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 2.3.2013 ήταν σύμφωνος με τις διατάξεις του γαλλικού συντάγματος.
2. Στην απάντησή του αυτή το Γαλλικό Συνταγματικό Συμβούλιο στηρίχθηκε, κατά βάση, στις διατάξεις:
α) Αφενός του άρθρου 3, περί εθνικής κυριαρχίας, της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789, η οποία διατηρεί πάντα την κανονιστική της εμβέλεια στο πλαίσιο της γαλλικής έννομης τάξης.
β) Και, αφετέρου, του άρθρου 88 του ισχύοντος γαλλικού συντάγματος, με βάση τις οποίες οριοθετείται το πώς η Γαλλική Δημοκρατία μετέχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
γ) Ειδικότερα δε, ερμηνεύοντας συνδυαστικώς τις ως άνω διατάξεις, το Γαλλικό Συνταγματικό Συμβούλιο δέχθηκε ότι η προς κύρωση συνθήκη δεν συνεπάγεται –ούτε μπορεί να συνεπάγεται- μεταβίβαση κυριαρχικών αρμοδιοτήτων του γαλλικού κράτους που σχετίζονται με δημοσιονομικά θέματα. Δοθέντος ότι, κατά την γαλλική έννομη τάξη και την ιεραρχία της, το γαλλικό σύνταγμα δεν επιτρέπει μεταβίβαση τέτοιων αρμοδιοτήτων.
Συμπέρασμα
Όσον η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει την σημερινή της μορφή, μιά οδός υπάρχει για την επίλυση του προβλήματος της ιεράρχησης μεταξύ Συντάγματος και Ευρωπαϊκού Δικαίου. Δίχως βεβαίως να είναι απολύτως αποτελεσματική κανονιστικώς:
Α. Από την πλευρά του ΔΕΕ, όσο το δυνατόν πιο σύμφωνη με τα εθνικά Συντάγματα ερμηνεία των κανόνων του ευρωπαϊκού δικαίου.
Β. Και, από την πλευρά των εθνικών δικαστηρίων, όσο το δυνατόν πιο σύμφωνη με το ευρωπαϊκό δίκαιο ερμηνεία των εθνικών συνταγματικών κανόνων.
Αυτή η «μέση οδός» μπορεί να διευκολύνει την αρμονική συμβίωση της ευρωπαϊκής έννομης τάξης με τις εθνικές έννομες τάξεις –και, φυσικά, αντιστρόφως- ως την τελική, τουλάχιστον θεσμική, ευρωπαϊκή ενοποίηση.-
Το κείμενο της ομιλίας του κ. Παυλόπουλου αντλήσαμε από lawspot.gr