Κυριακή, 8 Απριλίου 2018

π.Νικόλαος Μανώλης, Ο διπλάσιος θάνατος και η Ανάσταση του Ιησού

Γράφει ὁ π. Νικόλαος Μανώλης
Ὁ θάνατος πού ἐπῆλθε στήν ἀνθρώπινη φύση καί κατά συνέπεια συμπαρασύροντας ὅλη τήν ὁρατή κτίση στήν φθορά, συνέβη ἐξαιτίας τῆς ἐγκαταλείψεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό ἐφόσον πρῶτος ὁ ἄνθρωπος ἐγκατέλειψε τόν Δημιουργό του. Μέ αὐτόν τόν τρόπο ὁ θάνατος εἰσῆλθε στόν κόσμο καί παραδόθηκε ὁ ἄνθρωπος στόν διάβολο ἐκούσια,  ἀρνούμενος τόν Θεό καί ἐπιλέγοντας νά δείξει ἐμπιστοσύνη στόν μισόκαλο. Ὁ διάβολος, ἀναλαμβάνοντας τόν ἄνθρωπο, ἔφερε τήν ἀπόλυτη καταστροφή. Ὄχι ἁπλά διά τοῦ φθόνου του ἐνήργησε ὥστε νά ἐπέλθει ὁ θάνατος ἀλλά ὁ παμπόνηρος διπλασίασε τή δυνατότητα τοῦ θανάτου πού πλέον ἀφορᾶ ὄχι μόνο τή φύση ἀλλά καί τήν ἄυλη ψυχῆ. Δέν εἶναι μόνο φυσικός καί ἐντός χρόνου ἀλλά εἶναι καί παντοτινός, ἀΐδιος, ὁ θάνατος. 
Γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς σέ ἕναν λόγο του: “Ἐπειδή πραγματικά στήν ἀρχή ὁ ἄνθρωπος ἐγκαταλείφθηκε δικαίως ἀπό τόν Θεό, ἀφοῦ πρῶτος αὐτός τόν ἐγκατέλειψε, κι’ ἔτρεξε ἑκουσίως πρός τόν ἀρχέκακο Διάβολο κι’ ἐπείσθηκε σ’ αὐτόν πού συμβουλεύει δολίως τά ἀντίθετα, δικαίως παραδόθηκε σ’ ἐκεῖνον. Ἔτσι ἀπό φθόνο τοῦ πονηροῦ καί μέ δίκαια παραχώρησι τοῦ ἀγαθοῦ εἰσῆλθε στόν κόσμο ὁ θάνατος. Ὁ δέ θάνατος ἀπό τήν ὑπερβολή τῆς κακίας τοῦ ἀρχεκάκου ἔγινε διπλάσιος διότι δέν πραγματοποιεῖται μόνο ὁ φυσικός, ἀλλά καί ὁ ἀΐδιος μέ τήν ἐνέργεια αὐτοῦ.”[1] Αὐτόν τόν θάνατο, τόν ὀγκώδη, τόν διπλάσιο καί ὀλέθριο, τόν σκληρό καί ἀπάνθρωπο, τόν καταστροφικό καί φρικτό, δέν εἶχε τόν τρόπο ὁ ἄνθρωπος νά τόν νικήσει. Ὡς ὑποχείριο τοῦ διαβόλου, ἦταν ἀνίσχυρος ἐνώπιον τῶν δικαιωμάτων πού ὁ ἴδιος παραχώρησε. Ὁ παμπόνηρος τόν κέρδισε μέ δόλιο τρόπο καί δέν θά τόν ἄφηνε ποτέ ἀπό τήν ἐξουσία του.
Τότε ὁ φιλάνθρωπος Κύριος, μήν ἀντέχοντας ἡ ἀγαθότητά Του νά βλέπει τό ἀγαπητό Του δημιούργημα νά εἶναι δέσμιο στήν κακία καί ἀγριότητα τῶν παθῶν καί τῆς Κολάσεως, ἔστειλε τόν Υἱό τοῦ τόν Μονογενῆ, νά ὑποστεῖ ἐνανθρώπηση καί ἐν συνέχειᾳ μέ τόν Σταυρικό του Θάνατο, τήν ἄκρα ταπείνωση, καί τήν ὑπερφυσική Ἀνάστασή Του, νά ἀνατρέψει τήν δύναμη τοῦ διαβόλου, ἐλευθερώνοντας τόν ἄνθρωπο ἀπό τά δεσμά του, καταλύοντας τό θάνατο! Αὐτός μάλιστα ἦταν ὁ καταλληλότερος τρόπος νά παρέμβει ὁ Θεός καί νά μᾶς χαρίσει ἐκ νέου τή ζωή. Σημειώνει πάλι ὁ ἅγιος Γρηγόριος στό ἴδιο λόγο του: “Ὁ προαιώνιος καί ἀπερίληπτος καί παντοκράτωρ Λόγος τοῦ Θεοῦ καί παντοδύναμος Υἱός μποροῦσε βεβαίως νά σώση καί χωρίς τήν ἐνανθρωπησί του τόν ἄνθρωπο ἀπό τή θνητότητα καί τή δουλεία τοῦ Διαβόλου· διότι βαστάζει τά πάντα μέ τόν λόγο τῆς δυνάμεώς του καί ὅλα ὑπόκεινται στή θεϊκή ἐξουσία του, ὅλα τά κατορθώνει καί τίποτε δέν εἶναι ἔξω ἀπό τή δύναμί του· ἡ ἰσχύς τοῦ κτίσματος δέν μπορεῖ ν’ ἀντιμετωπίση τήν ἐξουσία τοῦ κτίστη καί τίποτε δέν εἶναι ἰσχυρότερο ἀπό τόν Παντοκράτορα.  Ἀλλά ὁ ἀρμοδιώτερος πρός τήν φύσι καί ἀσθένειά μας τρόπος καί ὁ καταλληλότερος γιά τόν ἐνεργοῦντα ἦταν αὐτός, ὁ διά τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, διότι ὁ τρόπος αὐτός ἔχει καί τό δίκαιο μέ τό μέρος του, χωρίς τό ὁποῖο τίποτε δέν ἐνεργεῖται ἀπό τόν Θεό.”[2]
Μέ τήν Ἀνάστασή του ὁ Κύριος δίνει τεράστια καί μοναδική εὐκαιρία στόν πεπτωκότα ἄνθρωπο νά ξεφύγει ἀπό τήν χώρα τοῦ θανάτου καί νά συναντηθεῖ μέ τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ. Νά ζήσει τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως καί νά πανηγυρίσει τό τέλος τοῦ Ἅδη, τήν ἥττα τοῦ ἀντικειμένου. Ἡ νέα δυνατότητα ἀπαλλαγῆς ἀπό τόν παλαιό ἄνθρωπο τῆς ἁμαρτίας καί συμφιλιώσεως μέ τόν Θεό ἀποτελεῖ οὐσιαστικά ἔνταξη στή ζωή τοῦ ἀναστημένου Ἰησοῦ. Μετοχή στήν κοινωνία τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Μέ ἄλλα λόγια, οἱ μέτοχοι τῶν ἄκτιστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, καθοδηγούμενοι ἀπό τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, μετέχουν τοῦ φωτός τῆς Ἀναστάσεως. Λουσμένοι ἀπό τό φῶς αὐτό, διαμορφώνουν ἐντός τους μία νέα ἐσωτερική κατάσταση. Ἐπιτρέπουν στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὡς ὀντολογικό γεγονός, νά λάμψει πλήρως στούς σκοτεινούς θαλάμους τοῦ ὑποσυνείδητου, πού γίνεται πιά συνειδητό. Ἡ γνώση τῶν ὄντων ἀποτελεῖ δυνατότητα, ἡ αὐτογνωσία καί ἡ θεογνωσία εἶναι στόχοι καί ἀποτέλεσμα  αὐτῆς τῆς διεργασίας. Ὁ δρόμος τῆς καθαρτικῆς μετάνοιας, τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς ἐλλάμψεως εἶναι πλέον ἀνοιχτός! Γιά τόν χριστιανό πού μετέχει τῆς θεώσεως, τό Πάσχα εἶναι ἡ Λαμπρή.
              Τό φῶς αὐτό ὅμως, ἀκόμη καί μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ, μένει ἀκατανόητο ἀπό τούς σκοτεινούς ἀνθρώπους, πού ἡ ἀμετανοησία ὡς ἐπιλογή, τούς κρατᾶ στή μαυρίλα τοῦ Ἅδη. Ὅποιος ἐπιλέγει νά ζήσει ἐν τῇ σκοτίᾳ, νά διώξει τή Χάρη τοῦ Κυρίου, νά ζήσει χωρίς τό φῶς τῆς ἀνάστασης, θά μείνει μέ τήν ἐπιλογή του. Τοῦ δίνονται ὅλες οἱ δυνατότητες, ὁ χρόνος, ὁ τρόπος καί οἱ εὐκαιρίες. Ἡ ἐπιλογή εἶναι δική του. Ἄν θέλει μπορεῖ νά κατανοήσει τό φῶς βάζοντας τέρμα στά ἔργα τοῦ σκότους. Οἱ εὐκαιρίες εἶναι  ἄπειρες, ἡ Ἀνάσταση τόν περιμένει.
Χριστός Ἀνέστη!

[1] Περί τῆς κατά σάρκα τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ Οἰκονομίας (Ὁμιλία ιστ΄)
[2] Αὐτόθι