Τρίτη, 29 Μαΐου 2018

Νέα «ταύτιση απόψεων» Βαρθολομαίου-Φραγκίσκου

Νέα «ταύτιση απόψεων» Βαρθολομαίου-Φραγκίσκου: Καθηγητής βάπτισε το σχίσμα “αποξένωση” -Τι είπε για τα αναθέματα
Του Μανώλη Κείου
Ούτε τα προσχήματα δεν κρατούν για την “πλήρη ενότητα”…. Κι ενώ χθες αναλύσαμε πως στο Βατικανό πανηγυρίζουν για την έρευνα που καταδεικνύει πως οι περισσότεροι Ρώσοι Ορθόδοξοι αναγνωρίζουν το “φιλιόκβε” και όσο Φραγκίσκος & Βαρθολομαίος ανταλλάσσουν αβρότητες, οι “ειδικοί” του Φαναρίου προσπαθούν να μας πείσουν πως σχίσμα με την παπική πλευρά ουσιαστικά δεν υπήρξε ποτέ αλλά αντί αυτού υπήρξε μια… αποξένωση!
Αναφορικά με την νέα επαφή Πάπα και Οικουμενικού Πατριάρχη με αφορμή το συνέδριο στο Βατικανό τις προηγούμενες ημέρες αξίζει να σημειωθεί η νέα “ταύτιση απόψεων” των δύο. Ο Φραγκίσκος τόνισε πως όταν πρόκειται για την εξασφάλιση καλύτερου μέλλοντος για τους νέους και τις οικογένειες η οικουμενική συνεργασία «έχει ιδιαίτερη σημασία» και ανέφερε την παρουσία του Πατριάρχη Βαρθολομαίου στο συνέδριο ως «εύγλωττα σημάδι αυτής της κοινής ευθύνης». Ο Βαρθολομαίος από την πλευρά του μίλησε για μια “ευκαιρία για αλληλεγγύη”.
«Είναι η πίστη μας που ενισχύει τη δέσμευσή μας για ανθρώπινη δράση και διευρύνει την μαρτυρία μας για ελευθερία, δικαιοσύνη και ειρήνη»ανέφερε ο Πατριάρχης και συμπλήρωσε: «Οι εκκλησίες μας καλούνται να λειτουργήσουν ως θετική πρόκληση για τα άτομα και τους λαούς, προσφέροντας ένα εναλλακτικό μοντέλο ζωής μέσα στην σύγχρονη κουλτούρα που πρόσφερε την ανθρωπότητα με πολύτιμα δώρα, αλλά ταυτόχρονα φαίνεται να ωθεί τους ανθρώπους να ζουν για τον εαυτό τους αγνοώντας τους άλλους με τους οποίους μοιράζονται τον ίδιο κόσμο». Αυτό όμως που προκαλεί την μεγαλύτερη εντύπωση σε σχέση με τις διευρυμένες επαφές με το Βατικανό και τις ενωτικές τάσεις είναι οι απόψεις που κατατέθηκαν τον Απρίλιο στο Θεολογικό Συνέδριο της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης από τον κ.Γρηγόριο Λαρεντζάκη Καθηγητή του Πανεπιστημίου του Graz.
Σύμφωνα με τα λεγόμενα του καθηγητού συζητείται πολύ έντονα, ότι ο Αναθεματισμός του 1054 εκείνος ήταν άκυρος, για πολλούς λόγους. Και ο καθηγητής εξηγεί: “1ον γιατί η παπική Αντιπροσωπεία στην Κωνσταντινούπολη δεν είχε καμία εντολή από τον Πάπα να αναθεματίσει κανέναν, αλλά να βελτιώσει τις σχέσεις Ανατολής και Δύσεως και να επιτύχει μία συμμαχία μεταξύ του Πάπα και των Βυζαντινών. Αντ’αυτού οδήγησε την αποστολή αυτή σε μια καταστροφή. Άρα η πράξη του με τον Αναθεματισμό ευρίσκετο εκτός εντολής. 2ον Και εάν είχε τέτοια εντολή, ο Αναθεματισμός ήταν άκυρος, διότι ο Πάπας, ο εντολέας, ήταν ήδη νεκρός και το εγνώριζεν ο Καρδινάλιος, ο οποίος, παρά το ότι το εγνώριζε προέβη στην πράξη αυτή”. Ο καθηγητής ισχυρίζεται πως ήταν “προσωπικός Αναθεματισμός, με αυτόνομη και αυθαίρετη πρωτοβουλία του Καρδιναλίου κατά του Πατριάρχου και βάσει της ρωμαιοκαθολικής απόψεως, έπαυσε να ισχύει ο Αναθεματισμός εκείνος μετά τον θάνατο του αναθεματισθέντος”. Σύμφωνα με τις αιτιάσεις του κ. Λαρετζάκη “κατόπιν αναθεμάτισε, τρόπον τινά σε άμυνα και η Ενδημούσα Σύνοδος υπό την προεδρίαν του Πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου την 24η Ιουλίου, «επιτιμώσα» τον Καρδινάλιο και τους συγγράψαντες τον Αναθεματισμό, χωρίς όμως να αναθεματίσει τον Πάπα”.
Και ο κ. Λαρετζάκης συνεχίζει:
Οι Αναθεματισμοί του 1054 αποτελούν, ως εκ τούτου, το αποτέλεσμα μιας αποτυχημένης προσπάθειας συμφιλιώσεως και συμμαχίας μεταξύ Ανατολής και Δύσεως. Τα Αναθέματα εκείνα τότε δεν είχαν συνειδητοποιηθεί από κανέναν ως τελεσίδικη πράξη οριστικού σχίσματος μεταξύ των δύο Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως, όπως δείχνουν και οι έρευνες. Το Μεγάλο αυτό Σχίσμα δεν έγινε σε μια συγκεκριμένη στιγμή, ούτε σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία, για ένα συγκεκριμένο γεγονός, ή με μια συγκεκριμένη νομοκανονική ή γενικότερα εκκλησιαστική πράξη. Ούτε το 1054, αλλά ούτε και κάποια άλλη ημερομηνία με τόσο απόλυτο χαρακτήρα. Αντιθέτως διαπιστώνεται, ότι η αποξένωση των δύο Εκκλησιών έγινε βαθμηδόν και κατ’ ολίγον σε διάστημα όχι μόνο πολλών ετών, αλλά θα μπορούσε να λεχθή πολλών αιώνων”.
Ερχόμενος στα σημερινά δεδομένα υποστηρίζει πως “οι βαπτισθέντες χριστιανοί καθίστανται όμαιμοι” και σύμφωνα με την άποψή του πρέπει “να χρησιμοποιούμε τον χαρακτηρισμό ετερόδοξοι αδελφοί ή ετερόδοξες Εκκλησίες, ή ακόμα και τον χαρακτηρισμό ετερόδοξες αδελφές Εκκλησίες”.