Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΝΥΞΕΩΣ (ΕΚ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΥ)

α (24).jpg
ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΝΥΞΕΩΣ
(ΕΚ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΥ)
«Ἡ μετάνοια θύρα ἐστὶν ἐξάγουσα ἀπὸ  τοῦ σκότους καὶ εἰσάγουσα εἰς τὸ φῶς. Ὁ  οὒν πρὸς τὸ φῶς μὴ εἰσελθῶν, οὐ διῆλθε τὴν θύραν τῆς μετανοίας καλῶς·  εἰ γὰρ διῆλθεν, ἐγένετο ἂν ἐν τῷ φωτὶ».
(γ. Συμεών  Ν. Θεολόγος)
1.  Εἶπε  ββς ντώνιος:  «χοντας τν φόβο το Θεο ζωνταν στ σκέψη μας, ν θυμόμαστε πάντοτε τν θάνατο.  Να μισήσουμε τν κόσμο κα λα τ το κόσμου·  ν μισήσουμε κάθε σαρκικ νάπαυση, ν παρνηθομε τ ζω ατή, γι ν ζήσουμε μ τν Θεό.  Να θυμάστε τί ποσχεθήκατε στν Θεό.  Γιατί ατ θ μς τ ζητήσει τν μέρα τς κρίσεως.
ς δοκιμασθομε λοιπν μ τν πείνα, τ δίψα κα τ γύμνια.  Ας γρυπνήσουμε, ς πενθήσουμε, ς στενάξουμε μ τν καρδιά μας.  Ας ρευνήσουμε ν γίναμε ξιοί του Θεο.
Ν γαπήσουμε τ θλίψη, γι ν βρομε τν Θεό.  Να καταφρονήσουμε τ σάρκα, γι ν σωθε  ψυχή μας».
2.  Έλεγαν γι τν ββ ρσένιο τι λο τ χρόνο τς ζως του καθισμένος στ ργόχειρό του εχε στν κόρφο του να μαντήλι γι τ δάκρυα πο πεφταν π τ μάτια του.
3.  Ένας δελφς παρακάλεσε τν ββ μμωνά:  «Πές μου να λόγο».  Και  Γέροντας το λέει:  «Πήγαινε κα ν σκέφτεσαι, πως σκέφτονται ο κακοργοι πο εναι στ φυλακή·  κενοι πάντα ρωτον τος νθρώπους πο εναι  ρχοντας κα πότε ρχεται, κα κλανε π τν γωνία.  Έτσι κα  μοναχς φείλει πάντα ν προσέχει τν ψυχή του κα ν λέει:  «λίμονό μου·  πς θ μπορέσω ν παρουσιασθ στ βμα το Χριστο κα τί θ το πολογηθ;»  Αν σ’ ατ χεις διαρκς στραμμένη τν προσοχή σου, μπορες ν σωθες».
4.  Είπε πάλι:  «ταν κάθεσαι στ κελί σου συμμάζευε τν νο σου·  φέρνε στ σκέψη σου τν μέρα το θανάτου, δς τότε τ σμα σου νεκρό, νισε τ συμφορά, πόνεσε κα καταδίκασε τ ματαιότητα το κόσμου ατο·  φρόντιζε ν ναρμονίζεις τν πιείκεια μ τν ζλο, γι ν μπορέσεις ν παραμείνεις γι πάντα στν δια πρόθεση τς συχίας κα ν μν τονήσεις.
Ν φέρνεις κόμη στ θύμησή σου κα τν κατάσταση πο πάρχει στν δη·  ν ναλογίζεσαι πως εναι ραγε κε ο ψυχές·  σ τί λογς πικρότατη σιωπ κα φοβερος ναστεναγμούς, σ πόσο μεγάλο φόβο κα γωνία κα σ τί ναμονή, περιμένοντας ν πάρουν γι ποιν τους τν κατάπαυστη δύνη κα τ τελείωτα δάκρυα.  Όμως ν χεις στ μνήμη σου κα τν μέρα τς ναστάσεως κα τς παραστάσεώς μας μπροστ στν Θεό.
Φαντάσου τ φρικτ κείνη κρίση·  φέρε στν νο σου τ μεγάλη ντροπ πο περιμένει τος μαρτωλος μπροστ στ Θε κα στν Χριστό του, μπροστ στος γγέλους, στος ρχαγγέλους, στς ξουσίες κα σ’ λους τους νθρώπους.  Φαντάσου κόμη λες τς τιμωρίες, τ φωτι τν αώνια, τ σκουλήκι τ κοίμητο, τ Τάρταρα, τ σκοτάδι·  κα ατ πο εναι πάνω π’ λα ατά, τ τρίξιμο τν δοντιν, τος φόβους κα τ βασανιστήρια.
μως φέρε στν νο σου κα τ γαθ πο περιμένουν τος δικαίους·  τν οκειότητα μ τν Θε Πατέρα κα τν Χριστό του, μ τος γγέλους, τος ρχαγγέλους, τς ξουσίες κα λο τ πλήρωμα το Ορανο, τ Βασιλεία κα τ δωρήματά της, τ χαρ κα τν πόλαυση.
Τ καθένα π τ δυ ατ φέρε τ στ μνήμη σου·  κα γι τν καταδίκη τν μαρτωλν στέναξε, δάκρυσε, ντύσου τν πένθιμη ψη, φοβούμενος μ βρεθες κα σ νάμεσα σ’ ατούς.
Κα γι τ γαθ πο προορίζονται γι τος δικαίους ν χαίρεσαι, ν γάλλεσαι κα ν εφραίνεσαι.  Και φροντίδα σου ν’ ναι ατ ν πολαύσεις κα π τ λλα ν ποξενωθες.
Πρόσεχε λοιπν ετε μέσα στ κελί σου βρίσκεσαι ετε κάπου ξω, μν φήσεις ποτ ν σο φύγουν ατ π τν νο·  ν μείνεις σταθερς στ φρόνημα γι ν μπορέσεις κα μ τ θύμηση ατν ν διαφύγεις τος βλαβερος λογισμούς».
5.  Ο ββς ϊ επε τι στ Σκήτη ταν κάποιος πο νομαζόταν πολλώ, βοσκς ξεστος,  ποος εδε στ χωράφι μία γυναίκα σ κατάσταση γκυμοσύνης κα πηρεασμένος π τν διάβολο επε:  «Θέλω ν δ πς εναι τ βρέφος μέσα στ σπλάχνα της», κα φο τν σχισε, εδε τ βρέφος.  Αλλά μέσως «κτύπησε»  καρδιά του κα γεμάτος συντριβ ρθε στ Σκήτη κα φανέρωσε στος πατέρες ατ πο κανε.  Άκουσε τος πατέρες συμπτωματικ ν ψάλλουν:  « χρόνος τς ζως μς εναι βδομήντα χρόνια, κα ν κάποιοι χουν δυνατ κράση, φθάνουν τ γδόντα χρόνια κα τ περισσότερο π’ ατ εναι κόπος κα πόνος», κα επε σ’ ατούς:  «Εμαι σαράντα χρονν, χωρς ν χω κάνει οτε μία προσευχή.  Τώρα, ν ζήσω λλα σαράντα χρόνια, δν θ σταματήσω ν προσεύχομαι στν Θε ν μο συγχωρήσει τς μαρτίες μου».  Πραγματικά, οτε ργόχειρο δν καμνε, λλ πάντοτε προσευχόταν λέγοντας:  «μάρτησα γ ς νθρωπος, σ ς Θες συγχώρεσε μέ».  Και ατ  προσευχ γινε φροντίδα του νύχτα κα μέρα.
ταν κα να δελφς πο μενε μαζί του κα τν κουγε ν λέει:  «Σ ξόργισα, Κύριε, συγχώρα με, γι ν ασθανθ λίγη νάπαυση».  Και το ρθε  πληροφορία τι  Θες το συγχώρεσε λες του τς μαρτίες κα κείνη μ τν γυναίκα·  μως σχετικ μ τ βρέφος δν λαβε πληροφορία.  Και νας π τος Γέροντες το επε:  « Θεός σου συγχώρεσε κα τν μαρτία γι τ παιδί, λλ σ’ φήνει ν πονς γι’ ατό, πειδ ατ συμφέρει στν ψυχή σου».
6.  Ένας δελφς επε στν ββ Ποιμένα:  «Μ ταράζουν ο λογισμοί μου κα δν μ’ φήνουν ν φροντίσω γι τς μαρτίες μου λλ μ κάνουν ν προσέχω τς λλείψεις το δελφο μου».  Ο Γέροντας το μίλησε τότε γι τν ββ Διόσκορο, τι στ κελ του κλαιγε πάντοτε γι τν αυτό του, ν  μαθητς του καθόταν σ λλο κελί.  Πήγε λοιπν κάποια φορ  μαθητς στ κελ το Γέροντα κα τν βρκε ν κλαίει·  ποτε το λέει:  «Πάτερ, γιατί κλας;»  Κι  Γέροντας το παντά:  «Τς μαρτίες μου, παιδί μου, κλαίω».  Του λέει  δελφός:  «Δν χεις μαρτίες, πάτερ»  κα  Γέροντας το ποκρίνεται:  «λήθεια, ν φεθ ν δ τς μαρτίες μου, δν μο φθάνουν λλοι τρες  τέσσερις ν κλανε μαζί μου γι’ ατές».  Είπε λοιπν  ββς Ποιμήν:  «τσι εναι  νθρωπος πο γνώρισε τν αυτό του».
7.  Είπε  ββς Εάγριος:  «Ν θυμσαι πάντοτε τν αώνια κρίση, ν μν ξεχνς τν ξοδό σου π τν κόσμο ατ κα τότε δν θ πάρχει μαρτία στν ψυχή σου».
8.  Ο ββς λίας επε:  «γ τρία πράγματα φοβομαι·  τν ξοδο τς ψυχς π τ σμα, τ συνάντησή μου μ τν Θε κα τν κδοση τς καταδικαστικς πόφασης γι μένα».
9.  Ο ββς σαΐας επε:  «Εναι παραίτητο ατς πο ζε τ ζω τς συχίας ν βάζει τν φόβο τς συνάντησης μ τν Θε μπροστ π τν νάσα του·  γιατί νόσω  μαρτία πείθει τν καρδιά του ν τν κολουθε, δν ρθε  φόβος το Θεο μέσα του κόμα κα βρίσκεται μακρι π τ λεος το Θεο».
10.  Ο ββς Πέτρος,  μαθητς το ββ σαΐα, λεγε:  «πισκέφθηκα τν ββ, ταν ταν ρρωστος, κα τν βρκα ν ποφέρει πολύ.  Σαν μ εδε κενος ν λυπμαι, μο επε:  «Ποι  ταλαιπωρία, ταν συνοδεύεται ατ π τν προσδοκία τς ναπαύσεως;  Αλλά μένα μ συνέχει  φόβος τς λοσκότεινης κείνης ρας, ταν θ πορριφθ π προσώπου το Θεο κα κανες δν θ βρεθε ν μο ποκριθε οτε θ πάρχει  παρήγορη προσμον τς ναπαύσεως».
ΤΟ ΜΕΓΑ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ Α΄.  ΚΕΦ. Γ΄ 1-10
Ι. ΗΣΥΧ. ΓΕΝΕΣΙΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ, ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΤΑΝΥΞΙΣ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ