Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

«Ουκ εν παρέργω τίθεσθε τα των Εκκλησιών»

(Μ. Βασίλειος – Επιστολή (228) προς Αξιωματούχους Κολωνίας)
ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ
Πράγματι σπουδαία Εκκλησιολογική παρατήρηση-φράση, βγαλμένη από την καρδιά και την γραφίδα του Μ. Βασιλείου.
Η φράση αυτή ανοίγει διάπλατα την πόρτα στο εσώτερο βάθος, στην αληθινή φύση της Εκκλησίας, στην οργανική – πνευματική συγκρότησή της.
Επαινεί ο Ι. Πατήρ την πιστότητα των πολιτικών – αξιωματούχων της Κολωνίας στην Αποστολική, Αγιοπνευματική αντίληψη της Εκκλησίας, παρ’ όλα τα προβλήματα της εναλλασσόμενης επικαιρότητας που αντιμετώπιζαν καθημερινά. Γράφει εγκωμιαστικά, επαινετικά, για την φροντίδα τους υπέρ των Ορθοδόξων Εκκλησιών:
«Εδεξάμην τα γράμματα της κοσμιότητος υμών και ηυχαρίστησα τω Παναγίω Θεώ, ότι, άσχολοι όντες περί την μέριμναν των δημοσίων, ουκ εν παρέργω τίθεσθε τα των Εκκλησιών, αλλ’ έκαστος, ως υπέρ ιδίου πράγματος και συνέχοντος αυτού την ζωήν, ούτως εμερίμνησε» δηλ. «έλαβα το γράμμα της τιμιότητάς σας και ευχαρίστησα τον πανάγαθον Θεόν που, ενώ είσθε απησχολημένοι με την υπέρ των δημοσίων φροντίδα, δεν θεωρείτε πάρεργον την ενασχόλησιν με τας υποθέσεις των Εκκλησιών· αντιθέτως ο καθένας σας εφρόντισε τόσον πολύ δι’ αυτάς, σαν να ήτο ιδική του υπόθεσις και σαν να εξηρτάτο από αυτάς η ζωή του».
Στην πραγματικότητα επαινεί τη νήψη τους, που ως προφητικός και νηφάλιος τρόπος ζωής, εμπεριέχει στον πυρήνα της την αδιάκοπη – αδιάπτωτη αγρυπνία για την πορεία της Εκκλησίας. «Ψυχή νήφουσα, δέχεται θείους λόγους και αποκαλύψεις, ώσπερ γη διψώσα υετόν», παρατηρεί ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος (Έργα Α΄, σελ. 225).
Η Ορθόδοξη πνευματικότητα – ζωή έχει ως αρχή και θεμέλιό της τον Χριστό – Εκκλησία. Η σύγχρονη ζωή, όμως, των Ορθοδόξων, περιορίσθηκε στον Γέροντα και στον επίσκοπο, με δευτερεύοντα ρόλο πνευματικών μετρήσεων την Εκκλησία.
Αυτή η διαίρεση της πνευματικότητας δημιούργησε εύθραυστες και δειλές συνειδήσεις με τεράστιες πνευματικές συνέπειες, όπως για παράδειγμα τη σημερινή καθολική εκκλησιολογική ύφεση των Ι. Μονών, των Μητροπόλεων, των Χριστιανικών αδελφοτήτων και ενοριών, πλην εξαιρέσεων.
Με την υποσυνείδητη υιοθέτηση πολλών οικουμενιστικών θέσεων, απαρνήθηκαν οι σημερινοί Ορθόδοξοι(;) τη Μητέρα τους Εκκλησία στο όνομα πνευματικών κατηγοριών (υπακοή, πνευματικός, επίσκοπος, σύνοδος), που η ίδια η Εκκλησία χάρισε ως πνευματικούς συνδέσμους με την αλήθεια της και όχι ως αντικατάσταση – υποκατάστατό της.
Πάρα πολλοί πιστοί, για παράδειγμα, λένε: «Τα συνοδικά αφορούν τους αρμοδίους και όχι εμάς. Εμείς κοιτάμε την προσωπική ένωσή μας με το Χριστό» ή «Ο πατήρ… μιλάει πολύ καλά», αδιαφορώντας για τις οικουμενιστικές πεποιθήσεις του.
Να υπογραμμίσουμε, ότι η ένωση ανθρώπου και Θεού γίνεται εντός της αληθινής Εκκλησίας με όρους που έχει καθορίσει η διαχρονική Εκκλησία και όχι με δικές μας Εκκλησιολογικές επιλογές. Η υπακοή στην αλήθεια της Εκκλησίας επικυρώνει και την υπακοή στον πνευματικό – Γέροντα, όταν και ο ίδιος διατηρεί τον Ορθόδοξο προσανατολισμό και αντικρούει έμπρακτα τον οικουμενισμό. Η ορθή εκκλησιολογία γίνεται καθρέπτης στα μέτρα της πνευματικής προκοπής. Ο προσωπικός αγιασμός άρχεται και τελειώνει στην ορθή πίστη, που εκφράζεται όχι συνθηματικά, όχι ιδεολογικά, αλλά ως ζωή που εμπεριέχει και την υπαρκτή περιφρούρηση – υπεράσπιση της Εκκλησιολογικής δομής της Εκκλησίας.
Αν δεν υπάρχει αυτή η (Εκκλησιαστική) ανάγνωση της Εκκλησίας, τότε ο προσωπικός πνευματικός ευδαιμονισμός, που περικλείει και στοιχεία φιλαυτίας – ιδιοτέλειας, υποβιβάζει την Εκκλησία σε δευτερεύουσα κατηγορία, πάρεργο της πορείας του κάθε πιστού.
Επίσης, αν η συνείδηση του πιστού απορροφηθεί σε ειδικά θέματα (πολιτική, επιστήμη, επάγγελμα κλπ.), με ρυθμό ασύμφωνο με την εκκλησιολογία της Ορθοδοξίας, τότε πάλι η Εκκλησία γίνεται «πάρεργο», οντότητα δηλ. με δευτερεύουσα σημασία. Ευλογημένοι οι συνειδητοί Ορθόδοξοι, που έδωσαν – διατήρησαν σε προτεραιότητα την εκκλησιολογική ενότητα με την Εκκλησία, ως κύρια αναπαραγωγή πνεύματος και ζωής, μας λέγει στην πραγματικότητα ο Μ. Βασίλειος με τη φράση του: «Ουκ εν παρέργω τίθεσθε τα των Εκκλησιών».
Δυστυχώς, πάρα πολλοί, συκοφαντούν ως «ζηλωτισμό» και «φανατισμό» την αυθεντική δέσμευση στο μυστήριο της Εκκλησίας. Να θυμίσουμε, ότι η πολιτική ηγεσία της Κολωνίας δυσαρεστήθηκε (αρχικά) για την μετάβαση του επισκόπου της Ευφρονίου στη Νικόπολη, για την αντιμετώπιση της Αρειανικής απειλής, που εξέφραζε ο διορισμένος φιλαρειανός επίσκοπος Φρόντιος (Επιστολή 229).
Σε επίπεδο Εκκλησιολογικό – ποιμαντικό ο Μ. Βασίλειος γράφει: «Θα έχει (η Νικόπολις) από κοινού με εσάς τον Πατέρα (Ευφρόνιο), ο οποίος θα μεταδώσει την χάριν του και εις τας δύο πλευράς διαμοιράζων δικαίως· ούτε εκείνους (τους Νικοπολίτες) θ’ αφήση να πάθουν τίποτε από την επιδρομήν των αντιπάλων (Αρειανών) και σας δεν θα στερήση της απαραιτήτου κηδεμονίας».
Άξιο προσοχής, ότι την επίσημη εκκλησιαστική (Αρειανική) ηγεσία, την χαρακτηρίζει «εναντίους» δηλ. αντιπάλους. Άξιο προσοχής, επίσης, ότι δια μέσου του Ορθοδόξου επισκόπου Ευφρονίου θα μεταδίδεται η χάρις και στις δύο επισκοπές, γράφει ο Ι. Πατήρ, που σημαίνει απουσία χάριτος από την «Αρειανική Εκκλησία».
Ο Μ. Βασίλειος στην διαμαρτυρία των αξιωματούχων της Κολωνίας (Αρμενία), βλέπει μια προβολή του Ορθοδόξου ήθους στο αυθεντικό του περιεχόμενο. Βλέπει δηλ. μια βίωση της κοινωνικής πραγματικότητας στα όρια της Εκκλησίας και την άσκηση της εξουσίας τους ως Ορθόδοξη δραστηριότητα.
Κράτος, οργάνωση της κοινωνίας και συνειδητή εκκλησιαστική ζωή, από ορθόδοξη άποψη, δεν είναι δυο διαφορετικά πράγματα. Τον διπλό ρόλο του Κράτους (πνευματικότητα – πολιτική διακονία) τον επισημαίνει και ο Απ. Παύλος (Ρωμ. 13) στην επιστολή του.
Η Ορθόδοξη αντίληψη των αξιωματούχων της Κολωνίας, είδε την εκκλησία ως την πνευματική διακυβέρνηση των ανθρώπων και όχι ως κυριαρχία κορυφής.
Αναμφίβολα, ένας Ορθόδοξος συντονισμός των κοινωνικών δυνάμεων δεν αφήνει τις πνευματικές προτεραιότητες (νήψη, προσευχή, κλπ) να έλθουν σε σύγκρουση με την κοινωνική πραγματικότητα.
Κατά Θεία εντολή, οι διάφοροι θεσμοί – εξουσίες οφείλουν να διαγράφουν την τροχιά τους διακονικά, γύρω από το κέντρο Εκκλησία.
Μέσα στον χώρο της Εκκλησίας υπάρχει η τάση πολλών πιστών, η ψευδαίσθηση, η ψευδής ασφάλεια, ότι κάθε τοπική Εκκλησία είναι πνευματικά ασφαλισμένη, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος πτώσεως, παρακμής, καταρρεύσεως ή και αφανισμού. Ο Μ. Βασίλειος προειδοποιεί: «Ημείς δε που ζώμεν μέσα εις τα πράγματα και καθημερινώς κτυπώμεθα από παντού εις τα ακοάς από πληροφορίας περί των καταστραφομένων Εκκλησιών, είμεθα εις πολλήν αγωνίαν, μήπως ο κοινός εχθρός ζηλεύσας την μακροχρόνιον ειρήνην τον βίου σας ημπορέση να σπείρη τα ζιζάνια του και εις τους ιδικούς σας τόπους και γίνει ούτω και η χώρα των Αρμενίων λεία των αντιπάλων» (Επιστ. 228).
Όταν μια τοπική Εκκλησία αρχίζει να λειτουργεί σε οικουμενιστικά όρια δόγματος και εκκλησιολογίας, τότε σταδιακά θα απωλέσει τη χάρι του Χριστού. Το Άγιο Πνεύμα ουδέποτε παραμένει στην αίρεση και στις εκκλησιολογικές προεκτάσεις της.
Η προτροπή του Απ. Παύλου είναι σαφής:
«Μη υψηλοφρόνει, αλλά φοβού. Ει γαρ ο Θεός των κατά φύσιν κλάδων ουκ εφείσατο (των Ιουδαίων), μήπως ουδέ σου φείσηται! Ίδε ουν χρηστότητα και αποτομίαν Θεού. Επί μεν τους πεσόντας αποτομίαν, επί δε σε χρηστότητα, εάν επιμείνης τη χρηστότητι. Επεί και συ εκκοπήση» (Ρωμ. 11,21).
Αίτημα των καιρών: Να πυκνωθούν οι πνευματικές φωνές· να εγερθούν έναντι της αιρέσεως του οικουμενισμού οι παραδοσιακοί αρχιερείς· να γράψουν όσοι μπορούν για το ψεύδος της αιρέσεως· να κινηθούν, όντως νηπτικά, οι Ι. Μονές έναντι της ψευδο-αγιωσύνης του Οικουμενισμού.
«Δια Σιών ου σιωπήσομαι», υπογραμμίζει ο προφήτης Ησαΐας (Ησ. 62,1).
Σιών, μυστική Σιών, είναι η Εκκλησία του Χριστού, η Ορθοδοξία. Η σιωπή σημαίνει ανοχή, σημαίνει αποδοχή της αιρέσεως, προδοσία της Ορθοδόξου πίστεως. Παρηγορώντας το μικρό ποίμνιο των Ορθοδόξων ο Μ. Βασίλειος, τονίζει: «Ο,τι επάθαμεν, το επάθαμεν λόγω των αμαρτιών μας, την δε βοήθειαν αυτού θα επιδείξη ο φιλάνθρωπος Θεός λόγω της αγάπης και της ευσπλαχνίας του προς τας Εκκλησίας» (Επιστολή 247).
ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ
ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ