Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

Ο Ιερώνυμος λέει ότι «δεν απεμπολεί Κλήρο και λαό», τον διαψεύδει όμως η ιστορία…

Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος λέει ότι «δεν απεμπολεί Κλήρο και λαό», τον διαψεύδει όμως η ιστορία…
Στην επιστολή του προς τον πρωθυπουργό ο Αρχιεπίσκοπος έγραψε:
«Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, χωρίς νά ἐπιθυμεῖ τήν ὁποια­δήποτε ἀνάμειξή της στίς ἐνέργειες τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερι­κῶν, χωρίς ταυτόχρονα νά ἀπεμπολεῖ τή διαχρονική μαρτυρία λόγου καί αἵματος τοῦ Κλήρου καί τοῦ λαοῦ της ὑπέρ τῆς Ἑλ­ληνικότητας τῆς Μακεδονίας, ἡ ὁποία τῆς ἀπαγορεύει νά ἀπο­δεχθεῖ τή χρήση τοῦ ὀνόματος «Μακεδονία» ἀπό ὁποιονδήποτε ἄλλον…»
Μέσα σε αυτήν την παράγραφο ο Αρχιεπίσκοπος -με δύο «χωρίς» και ένα «ταυτόχρονα»- ξεκαθάρισε από την αρχή την αποφυγή οποιασδήποτε ενέργειας ενάντια στις προδοτικές μεθοδεύσεις του λεγόμενου Υπ. Εξωτερικών, επαναλαμβάνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο και σε εμάς την διαφωνία του ως προς τα συλλαλητήρια.
Παράλληλα όμως ισχυρίζεται ότι «ταυτόχρονα» δεν απεμπολεί την διαχρονική μαρτυρία λόγου και αίματος του Κλήρου και του λαού!! που του απαγορεύει να συμφωνήσει με την χρήση του όρου «Μακεδονία» από οποιονδήποτε άλλον!!
Εμείς όμως θα υποδείξουμε στον Αρχιεπίσκοπο κάποιες λαμπρές σελίδες της ιστορίας μας που τον διαψεύδουν και τον κρίνουν ανάξιο να ομιλεί εκ μέρους της Εκκλησίας και να επικαλείται την μαρτυρία του Κλήρου και του λαού. Διότι μας απεμπόλησε και απλά δηλώνει διαχειριστής μας. Θα πάμε σ’ εκείνες τις λαμπρές εποχές που δεν υπήρχαν τα «χωρίς» και τα «ταυτόχρονα» του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου. Τότε που ο Κλήρος όχι μόνο δεν έλεγε στον λαό να ράψει το στόμα του, αλλά σήκωνε τα λάβαρα της επαναστάσεως και μάτωνε μαζί του για την λεφτεριά της Πατρίδος.
Ας ταξιδέψουμε μαζί στην Επανάσταση του 1878 στη Δυτική Μακεδονία, τότε που οι διεθνείς συγκυρίες είχαν απομονώσει εντελώς την Ελλάδα και η απελευθέρωση της Μακεδονίας μας φαινόταν χαμένη υπόθεση. Έργον παραφροσύνης είχε αποκαλέσει ο τότε Έλληνας Πρόξενος την άρνηση των ανυπότακτων επαναστατών να παραδώσουν τα όπλα. Κι όμως, εκείνος ο σκληρός και ματωμένος αγώνας ήταν ο πρόλογος του θριάμβου που επακολούθησε.
Αντιγράφω από το περιοδικό «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΖΩΗ», Φεβρουάριος 1990 – Τεύχος 285, κάποιες λαμπρές στιγμές του μπολιασμένου Κλήρου και λαού, όπως τις συνοψίζει ο Δυτικομακεδόνας εκπαιδευτικός κ. Αριστοτέλης Κωστόπουλος.
«...Φλογεροί Δυτικομακεδόνες από το 1867 είχαν ιδρύσει μία νέα «Φιλική Εταιρεία». Ηγέτες της ήταν ο γυμνασιάρχης Φιλιππίδης από το Μοναστήρι, ο δάσκαλος Πηχεών από την Αχρίδα, ο γιατρός Αργυρόπουλος από την Κλεισούρα, οι έμποροι αδελφοί Αναστάσιος και Μιχαήλ Τσίρλης από το Νυμφάιο.
Είχαν οργανωθεί και οι Μακεδόνες της Αθήνας, οι οποίοι εξέλεξαν Επιτροπή με σκοπό την οργάνωση της επαναστάσεως στη Μακεδονία. Ψυχή της επιτροπής αυτής ήταν ο Στέφανος Δραγούμης, πολιτικός από το Βογατσικό και άλλα μέλη της ο Ι. Πανταζίδης, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών από το Μοναστήρι, ο Ν. Χαλκιόπουλος, καθηγητής από τη Νέα Πέλλα, ο Λ. Πασχάλης, δικηγόρος από τη Χαλκιδική, ο Γ. Παπαζήσης, γιατρός από το Βελβεντό.
Για τον ίδιο σκοπό εργάζονταν πολλοί άλλοι στις επαρχίες Κοζάνης, Σερβίων, Γρεβενών, Ανασελίτσας, Κατοριάς, Κορυτσάς, Φλώρινας, Μοναστηρίου, Αχρίδας… Για τις επαναστατικές αυτές προετοιμασίες των Δυτικομακεδόνων ιδιαίτερα ομιλούν πολλές αναφορές των Ελλήνων προξένων στο Μοναστήρι και στη Θεσσαλονίκη. Σε μία από αυτές ο Γ. Πρόξενος της Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη Κων. Βατικώτης, γράφει:
«… Εκ Καστοριάς ελθών ο Φέσσας και τις αγωγιάτης μ’ εβεβαίωσαν ότι τα πάντα είναι καλώς διατεταγμένα και εν τη επαρχία αυτή, όπως εξαναστή. Το αυτό μοι είπον περί των επαρχιών Ανασελίτσης και Κοζάνης».
Για τις πολεμικές προετοιμασίες της επαρχίας Κοζάνης ομιλεί ιδιαίτερα ο Ι. Λιάτης σε επιστολή του (16 Φεβρουαρίου 1878) προς τον Παύλο Καλλιγά, πρόεδρο της Επιτροπής Εθνικής Άμυνας στην Αθήνα:
«… Εφρόντισα, και διήλθον πολλά χωριά, δια να συνεννοηθώ προς τον σκοπόν της εξεγέρσεως και την οποίαν κατόρθωσα. Αλλά… ευρίσκομαι εις μεγάλην ανησυχίαν, διότι δεν έχω ούτε όπλα ούτε πολεμοφόδια…»
«Φέρω δε εις γνώσιν σας ότι σήμερον ανταμώθην μετά του κυρίου Ιωάννου Γκοβενδάρου του κ. Πηχεώνος, οι οποίοι μοι παρουσίασαν υπέρ τους πεντακοσίους άνδρας εκ της επαρχίας Κοζάνης, οίτινες, ευθύς μετά την εξέγερσιν, ημπορούν και να πολλαπλασιαστούν. Αλλά εκ τούτων άλλοι έχουν τουφέκια παλαιά με τσακμακόπετρες, άλλοι δε ουδέ τίποτα… Όλοι όμως έχουν την απόφαση να θυσιάσωσι τα πάντα υπέρ της ελευθερίας….»
Έγγραφο του Ελληνικού Προξενείου Μοναστηρίου (10 Φεβρουαρίου 1878) μαρτυρεί ότι με το ίδιο πάθος εργάζονταν και στις επαρχίες Φλώρινας, Μοναστηρίου, Αχρίδας. Γράφει:
«… Ο Επαμεινώνδας Δημητριάδης, συνεννοήθη μετά τινος ευπόρου ανδρός εκ του χωρίου Πισοδέρι, Γεωργίου Δούκα, ονομαζομένου, και συνδεδεμένου δια συγγενειών και συμφερόντων μετα των πλησίων αυτού κειμένων χωρίων, βουλγαροφώνων μεν, αλλ’ ελληνιζόντων. ΖελόβουΣμαρδεσίουΚωστενέτζι και γίνεται εν αυτοίς ικανή ενέργεια προς προπαρασκευήν ανδρών.»
«Ο Μιχαήλ Πέτρου απεδέχθη να εργασθή και εν τισι των χωρίων Πρέσπας.»
«Ο Δημητριάδης συνεννοήθη και μετά του εκ του χωρίου Γκόμπεσι διδασκάλου Γεωργίου Παπά-Κοσμά, όπως εργασθή εν τη πατρίδι του.»
«… Συνεννοήθην και μετά του εν Κλεισούρα διαμένοντος Μιχαήλ Βοΐνου, όπως εργασθή και αυτός υπέρ της εθνικής υποθέσεως…»
«Και εν ταις επαρχίαις Καστορίας, Κοζάνης, Σερβίων και Ανασελίτσης εξακολουθούσιν αι ενέργειαι…»
«Συμπράττει και ο Μητροπολίτης Καστορίας»
Για τον Μητροπολίτη Κοζάνης Ευγένιο αναφέρεται ότι
«…σκοπεί να ευλογήσει την επανάστασιν άγων 300 άνδρας»
Η Εκκλησία, και στον αγώνα αυτό, πρωτοστατεί.
Φλογερός ρασοφόρος ο Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Αγαθάγγελος και πρόκριτοι της Μητροπόλεώς του από την Εράτυρα, το Μικρόκαστρο, το Βογατσικό, τη Γέρμα, στις 15 Φεβρουαρίου 1878, απευθύνουν προς τις Μεγάλες Δυνάμεις την ακόλουθη ιστορική διαμαρτυρία:
«… Φήμαι λυπηρόταται, αφορώσαι την τύχην της προσφιλούς ημών πατρίδος Μακεδονίας, κυκλοφορούσιν από τινός ενταύθα… Η πεφιλημένη ημών πατρίς Μακεδονία περιλαμβάνεται κατά το όλον η μέρος, εν αγνοία ημών και παρά τας πανδήμους και ρητάς διαμαρτυρίας ημών, εις την σχηματισθησομένην συνεπεία του ρωσοτουρκικού πολέμου ηγεμονίαν της Βουλγαρίας…
«Τοιαύτη τις οριοθέτησις της Βουλγαρίας… δεν δύναται πιστεύομεν να επιτραπή ουδέ να γίνει εφ’ όσον ημείς ζώμεν και υπάρχομεν παρά την θέλησιν ημών, προς μεγίστην περιφρόνησιν πάσης αρχής, παντός δικαίου και των στοιχειωδεστέρων αρχών του διεθνούς ομίμου, καθ’ ο ουδενί επιτρέπεται η διάθεσις λογικών όντων άνευ της θελήσεως αυτών και χωρίς να ληφθεί υπ’ όψιν η θρησκεία και τα ήθη αυτών, η γλώσσα και τα αισθήματα αυτών, αι προσδοκίαι και παραδόσεις αυτών, η ιστορία της πατρίδος αυτών…».
Αντίγραφο της διαμαρτυρίας αυτής υπάρχει στη βιβλιοθήκη Κοζάνης.
Στο ναό του Αγίου Δημητρίου της σημερινής δυτικομακεδονικής πρωτεύουσας – στα χρόνια για τα οποία μιλούμε ήταν το Μοναστήρι – φυλάσσεται επίσης Σταυρός από τον ιστό της επαναστατικής σημαίας του 1878. Ανάλογη διαμαρτυρία γίνεται σε όλες τις πόλεις της Μακεδονίας.
Στις 17 Φεβρουαρίου 1878 εμφανίστηκε στη Σιάτιστα ο Άγγλος συνταγματάρχης H. SYNGE, ο οποίος ήταν διευθυντής της τουρκικής αστυνομίας Θεσσαλονίκης (την περίοδο εκείνη στον τουρκικό στρατό υπηρετούσαν πολλοί Άγγλοι αξιωματικοί, αρχηγός μάλιστα του τουρκικού στόλου ήταν ο Άγγλος ναύαρχος Χόβαρτ: Τότε οι Τούρκοι πούλησαν την Κύπρο στους Άγγλους). Ο SYNGE συγκέντρωσε τους προκρίτους της Σιάτιστας και ωμά τους ανακοίνωσε ότι «… τα μέρη αυτά παρεχωρήθησαν εις την Ρωσίαν και θα συμπεριληφθούν εις την ηγεμονίαν της Βουλγαρίας».
Έγγραφο του Γ. Προξένου της Ελλάδος στο Μοναστήρι αναφέρει:
«… Σιατιστεύς τις όμως εκ των εγκρίτων, μετ’ αγανακτήσεως και θάρρους παρετήρησεν αυτώ ότι τότε μόνον θα γίνη τούτο, όταν οι Βούλγαροι πατήσωσιν επί των ελληνικών πτωμάτων».
Οι λόγοι αυτοί του Σιατίστεως προκρίτου μαρτυρούν την απόφαση των Δυτικομακεδόνων να πολεμήσουν μέχρις εσχάτων για την σωτηρία της πατρίδας τους.
Στην Αθήνα η Επιτροπή των Μακεδόνων συγκέντρωσε χρήματα, αγόρασε όπλα και πυρομαχικά και στρατολόγησεν εθελοντές. Πολλοί Δυτικομακεδόνες, που από την εποχή της επαναστάσεως του 21 ζούσαν στη Νέα Πέλλα της Αταλάντης (την είχε χαρίσει για αυτούς ο Βλατσιώτης εθνικός ευεργέτης Κ. Μπέλλιος) σχημάτισαν τον πυρήνα των εθελοντών αυτών. Ήταν παιδιά των Λαζαίων, του Μπίνου, του Νικοτσάρα, του Βλαχάβα, του Κασομούλη, του Ζιάκα κ.ά.
Στο αρχείο του Στ. Δραγούμη βρέθηκεν ένας κατάλογος εθελοντών με ονόματα αγωνιστών από την Κοζάνη, το Βελβεντό, το Καταφύγι, την Εράτυρα, τη Σιάτιστα, το Βογατσικό, την Καστοριά, την Κρυσταλλοπηγή, την Ιεραπηγή, το Επταχώρι, τη Φλώρινα, το Μπούφι, τα Σέρβια, τη Λάβα, το Μοναστήρι, την Κορυτσά, τη Βλάστη… Σε αυτούς περιλαμβάνονται και 27 φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών από την Κορυτσά και 7 από το Μοναστήρι.
Εξακόσιοι απ΄τους εθελοντές αυτούς, με αρχηγό τον Χαλκιδιώτη λοχαγό Κοσμά Δουμπιώτη τη νύχτα της 15ης Φεβρουαρίου 1878 αποβιβάστηκαν στην Πλάκα της Πιερίας.
Στις 19 του ιδίου μήνα στο Λιτόχωρο, ο Επίσκοπος Κίτρους Νικόλαος κήρυξε την επανάσταση. Η προσωρινή κυβέρνηση του Ολύμπου, με πρόεδρο τον Ευάγγελο Κοροβάγκο από το Λιτόχωρο, διακήρυττε:
«… Εβαρύνθημεν να ζώμεν ως ευτελείς δούλοι… θέλομεν ελευθερίαν και ημείς την πατρίδα μας, θέλομεν να επανέλθομεν και ημείς εις τους κόλπους της κοινής ημών μητρός, της Ελλάδος…».
Την προηγούμενη μέρα, 18 Φεβρουαρίου 1878, είχε κηρυχτεί η επανάσταση στο Μπούρινο, την προκήρυξη της οποίας παρουσίασα ήδη.
Συγχρόνως σχεδόν η εξέγερση γενικευόταν σε όλη τη Δυτική Μακεδονία, από τον Όλυμπο ως το Γράμμο, από τα Χάσια ως το Μορίχοβο και την Αχρίδα.
Στις περιοχές Κατοριάς – Φλώρινας – Μοναστηρίου ιδιαίτερα εμφανίστηκαν πολλοί οπλαρχηγοί, επιφανέστεροι από τους οποίους ήταν ο Βασίλειος Ζούρκας από το Νυμφαίο, ο Στέφος Νταλίπης, ο Καράτζιας, ο Γκίζας, ο Κορδίστας.
Στο Σινάτσικο πολεμούσε η θρυλική Καπετάνισσα Περιστέρα. Αυτή αντικατέστησε στην αρχηγία σώματος επαναστατών τον αδελφό της Κριάκα, που τον είχαν σκοτώσει οι Τούρκοι. Η Περιστέρα τιμώρησε τους φονείς και σαν αμαζόνα τρομοκρατούσεν επί μήνες τους Τούρκους.
Από την εποχή αυτή άρχισε και η δράση του Αθανασίου Μπρούφα από το Βόιο. Ο Μπρούφας διείδε τον έσχατο κίνδυνο, που διέτρεχε η Μακεδονία, και καλούσε – είκοσι σχεδόν χρόνια πριν από τον Ίωνα Δραγούμη – τους Έλληνες ν’ αγωνιστούν για την σωτηρία της. Έλεγε:
«Σκοπός μας δεν είναι να πολεμήσωμεν μόνον τους Τούρκους δυνάστας, αλλά να υπερασπισθώμεν τα ελληνικά δικαιώματα από τους Βουλγάρους καταχραστάς».
Η εξέγερση λοιπόν των Δυτικομακεδόνων ήταν σχεδόν καθολική.
Αλλά την επομένη της κηρύξεως της επαναστάσεως στο Μπούρινο και την ημέρα που στο Λιτόχωρο ο Νικόλαος ευλογούσε την επανάσταση, στον Άγιο Στέφανο η Τουρκία υπέγραφε τη συνθήκη ειρήνης με τη Ρωσία και οι στρατιές των δύο δυνάμεων ήταν έτοιμες να επιβάλουν στη Μακεδονία ό,τι είχαν αποφασίσει. Ταχύτατα στο Μοναστήρι εμφανίστηκε ισχυρός τουρκικός στρατός. Στον Όλυμπο οι Τούρκοι κατέλαβαν και κατέστρεψαν το Λιτόχωρο. Η επανάσταση του Ολύμπου στη γέννησή της πνίγηκε στο αίμα. Για κακή τύχη των Δυτικομακεδόνων, δύο χιλιάδες πεντακόσια όπλα και πεντακόσια περίπου κιβώτια με πυρομαχικά που είχαν εκφορτωθεί στις ακτές της Πιερίας και προορίζονταν γι’ αυτούς, έπεσαν στα χέρια των Τούρκων.
Οι επαναστάτες του Ολύμπου υποχώρησαν προς τα Καμβούνια και τα Χάσια, χτύπησαν τους Τούρκους στα νότια των Γρεβενών κι έφυγαν στην ελεύθερη Ελλάδα.
Από το ατυχές αυτό κίνημα δεν έλλειψε και ο τραγικός χορός του Ζαλόγγου και της Αραπίτσας. Στο μοναστήρι των Αγίων Πάντων, στα Πιέρια, όπου είχαν καταφύγει τρεις χιλιάδες γυναικόπαιδα από τα γύρω μέρη, έγινε πολύνεκρη μάχη. Εκεί εφτά γυναίκες για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων, ρίχτηκαν στην παρακείμενη άγρια χαράδρα και βρήκαν έντιμο και ηρωικό θάνατο!
Τα αντίποινα των Τούρκων και οι ληστρικές επιδρομές των Τουρκαλβανών εναντίον των αμάχων πληθυσμών της Δυτικής Μακεδονίας ήταν και κατά την περίοδο αυτή φοβερές. «Στίφη Ιλλυρίων άγρια εξαπελύθησαν διατρέχοντα τας πόλεις, κώμας και χωρία της Δυτικής Μακεδονίας…», γράφει ο Π. Λιούφτης στην Ιστορία της Κοζάνης.
Δύο μήνες μετά την κήρυξη της επανάστασης, στις 16 Απριλίου 1878, με τη μεσολάβηση των Άγγλων, ο Σουλτάνος χορήγησε γενική αμνηστία στους επαναστάτες.
Όμως, παρά την αμνηστία, παρά την αποτυχία του κινήματος στον Όλυμπο, παρά τα φοβερά αντίποινα των κατακτητών, γενναίοι Δυτικομακεδόνες συνέχισαν απροσκύνητοι τον αγώνα ως το τέλος, σχεδόν του 1878 ολομόναχοι! Ο Μπούρινος, το Σινάτσικο, το Μουρίκι, το Βίτσι, το Περιστέρι, ο Γράμμος, οι Πρέσπες, παρέμειναν εστίες συνεχούς αναταραχής, μπορεί μάλιστα να ισχυριστεί κανείς με βεβαιότητα ότι μετά την αμνηστία γράφτηκαν στη Δυτική Μακεδονία οι ωραιότερες σελίδες της επαναστάσεως εκείνης.
Επίσημα έγγραφα των Προξενείων και του υπουργείου των Εξωτερικών, που τώρα ανασύρονται από την αφάνεια και τη λήθη, αποκαλύπτουν ολόκληρο κόσμο αγνώστων μέχρι τώρα ηρώων ν’ αγωνίζονται επί μήνες στα δυτικομακεδονικά βουνά για την ελευθερία. …
Η τολμηρή εξέγερση των Δυτικομακεδόνων το Φεβρουάριο του 1878 και οι αγώνες τους όλη τη χρονιά εκείνη, ως πηγαία και καθολική εκδήλωση του εθνικού φρονήματός της, έδειξαν στους Σλάβους τη δύναμη των Ελλήνων Μακεδόνων, έθεσαν δυναμικά το αίτημα της ελευθερίας της Μακεδονίας, η οποία δεν πραγματοποιήθηκε βέβαια τότε, αλλά, αφού πέρασε μέσα από το φλογερό καμίνι όλου του Μακεδονικού Αγώνα, φίλησε τη γή των πατέρων μας το φθινόπωρο του 1912. Οι Μακεδόνες επαναστάτες του 1878 όπλισαν την διπλωματική φαρέτρα της Ελλάδος και των φίλων της και οδήγησαν στην ανατροπή της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, στη σωτηρία του μεγαλύτερου τμήματος της Μακεδονίας, στη σωτηρία της Ελλάδος
Τότε, που δεν υπήρχαν τα «χωρίς» και τα «ταυτόχρονα».
***
Φαίη για το ιστολόγιο ΑΒΕΡΩΦ.