Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2018

Δημήτρης Νατσιός, Αφιέρωμα στον Παλαμά

 Θά βρεθεῖ Παῦλος Μελᾶς, θά βρεθεῖ  Γερμανός Καραβαγγέλης;
Δημήτρης Νατσιός, δάσκαλος-Κιλκίς
Μεγάλος, πολὺ μεγάλος ὁ ἐθνικός μας ποιητὴς Κωστὴς Παλαμᾶς. Ἔζησε ὅλες τὶς κρίσιμες στιγμὲς τοῦ Ἔθνους. Καὶ τὸ βοήθησε. Τὸ ὕμνησε, τὸ ἐνθάρρυνε, κατακεραύνωνε τοὺς «τροπαιούχους τοῦ ἄδειου λόγου», ποὺ ροκάνιζαν τὰ σωθικά του. Τὶς ἀνθρωποκάμπιες (Κόντογλου),  τοὺς νάνους καὶ τοὺς ἀρλεκίνους τῆς κομματοκρατίας. Τὸν λησμονήσαμε ὅμως. Ἀπὸ τὰ σχολικὰ βιβλία εἶναι προγραμμένος. Ἔχει «κουσούρι» ἀσυγχώρητο: εἶναι ἐθνικὸς ποιητής.
Σολωμός, Βαλαωρίτης, Κάλβος, Παλαμᾶς, οἱ ἐθνικοί μας ραψωδοί, περιφρονοῦνται ἀπὸ τὴν δημόσια διὰ βίου, ὅπως τήν ονόμαζε ὁ ΓΑΠ, καί… νυκτοβίου, ἐκπαίδευση. Ἐνῶ, ὅπως ἔχουμε ξαναγράψει, θὰ συναντήσεις κείμενα τοῦ γίγαντα τῆς λογοτεχνίας καὶ γνωστοῦ τηλεαστρολόγου – τηλεμπουρδολόγου Κώστα Λεφάκη (στὸ Τετράδιο Ἐργασιῶν τῆς «Νεοελληνικῆς Γλώσσας» Γ´ Γυμνασίου, σελ. 73), ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στὴν «ἐνίσχυση τῶν ἐρωτικῶν σχέσεων, διότι ὁ πλανήτης Ἄρης δεσπόζει στὸν Λέοντα», θὰ σκοντάψεις ἀκόμη καὶ σ’ ἕνα «ἀπίστευτο» κείμενο τοῦ -γράφω τ’ ὄνομά του καὶ τὸ χέρι μου τρέμει ἀπὸ συγκίνηση- Κ. Σημίτη, ὁ ὁποῖος ἀποκαλύπτει στοὺς Ἑλληνόπαιδες «τὴν διαστρεβλωμένη καὶ γι’ αὐτὸ χωρὶς ἀπήχηση ἑλληνικὴ καὶ χριστιανικὴ παράδοση», («Νεοελληνικὴ Γλώσσα», Γ´ Γυμνασίου, σελ. 65). Θὰ συναντήσεις στὰ βιβλία πολλὰ κείμενα τοῦ βούρκου καὶ τῆς σάχλας, κατακάθια ποὺ ἔπνιξαν τὰ παιδιὰ μὲ τὶς δηλητηριώδεις ἀναθυμιάσεις τους, Παλαμᾶ ὅμως δὲν θὰ βρεῖς.
Δὲν ἐμφορεῖται, θὰ ἔλεγε, ἡ «διὰ βίου» ἀνοησία, ἡ ποίησή του ἀπὸ «προοδευτικὲς ἀντιλήψεις». Ὁ ποιητὴς πέθανε ἐν μέσῳ γερμανικῆς Κατοχῆς, τὸν Φεβρουάριο τοῦ ’43. Ὁ λαὸς ἔψαλλε τὸν Ἐθνικὸ Ὕμνο, τὴν ἡμέρα τῆς κηδείας του ἤχησαν οἱ σάλπιγγες τῆς ἐλευθερίας. Γράφει ὁ Γιῶργος Θεοτοκᾶς, ποὺ βρίσκεται στὸ ξόδι τοῦ ποιητῆ. «Κατεβήκαμε πρὸς τὴ σκλαβωμένη Ἀθήνα μας, ποὺ τὴ σκίαζαν ἀπ’ τὴν Ἀκρόπολη οἱ σημαῖες τῶν κατακτητῶν, μὲ ψυχὴ περήφανη καὶ χαρούμενη. Νιώθαμε τὴν Ἑλλάδα ἐλεύθερη καὶ νικηφόρα, μέσα στὴ συμφορά της. Τέτοια ἦταν ἡ δύναμη τοῦ ποιητῆ ποὺ εἴχαμε κηδέψει καὶ ποὺ μᾶς φαινότανε τώρα περισσότερο ἀπὸ πάντα ζωντανός». («Πνευματικὴ Πορεία», ἐκδ. «Ἑστία», σελ. 202).
 Αὐτὲς τὶς ἀνήλιαγες ἡμέρες τῆς ἀσημαντότητας, τῆς προδοσίας καὶ τῆς ἀποπροβάτωσης τοῦ κυρίαρχου λαοῦ, μόνο ἂν ἀνέβουμε στὶς στέρεες πλάτες τῶν προγόνων, μπορεῖ νὰ σηκωθεῖ ἡ ματιά μας πάνω ἀπὸ τὰ ἐθνικά μας σάβανα. Οἱ πρόγονοι εἶναι σὰν τὴ γῆ. Εἶναι γνωστό, ἡ διακονία τῆς γῆς δίνει χαρὰ στὸν ἄνθρωπο, αὐτὴ ἡ γεωχαρμοσύνη παραπέμπει σὲ ἀρχέγονες, γενέθλιες καταβολές του. «Ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγῇ τὸν ἄρτον σου». (Γέν. Γ´ 19).
Ὁ ἀρχαῖος μύθος μιλᾶ γιὰ τὸν Ἀνταῖο, «γίγας δυσπολέμητος», γιὸς τοῦ Ποσειδώνα καὶ τῆς Γῆς. Ὅσο πατοῦσε τὸ χῶμα τῆς μητέρας του Γῆς, δυνάμωνε, γινόταν ἀκατανίκητος. Σαφὴς βαθιὰ καὶ λεπτὴ ἡ ἀλληγορία τοῦ μύθου. Ἡ πατρίδα, «τὸ χῶμα της τὸ γλυκὸ ποὺ νιώθει σὰν ἄνθρωπος», (Βρεττάκος), τὸ ἐθνικὸν καὶ ἀληθὲς τοῦ Σολωμοῦ, αὐτὴ εἶναι τὸ ἔσχατο καταφύγιο, εἶναι σὰν τὸ αἷμα ποὺ ζωοποιεῖ τὸ σῶμα. «Τῆς πατρίδας μου πάλι ὁμοιώθηκα», τραγουδᾶ ὁ Ἐλύτης. Καὶ πιὰ δὲν τῆς μοιάζουμε, δὲν μᾶς ἀναγνωρίζει ἐμᾶς τὰ παιδιά της, γίναμε μασκαράδες. Μόνο ἂν γυρίσουμε πίσω στὴν ἀγαπημένη πατρώα γῆ, ἂν στραφοῦμε στοὺς μεγάλους λογοτέχνες καὶ τεχνίτες τοῦ Γένους, θὰ βροῦμε γιατρειά, θὰ θεραπευτοῦν τὰ ἕλκη τῆς ψυχῆς μας.
 Βουίζουν τὰ αὐτιά μας ἀπὸ τὶς τσιρίδες ὅσων θεωροῦν τὰ μνημόνια καὶ τὴν ξενικὴ ἐξάρτηση καὶ ὑποτέλεια ὡς περίπου εὐλογία γιὰ τὸν τόπο. Τί ἀπαντοῦν οἱ σπουδαῖοι, «οἱ πάνυ ἀκριβεῖς» τοῦ Γένους, σ’ αὐτοὺς τοὺς χαμαίζηλους τζιτζιφιόγκους;

Γράφει ὁ Ἀνδρέας Κάλβος στὸ ποίημα «Αἱ εὐχαί».
«Καλύτερα, καλύτερα
διασκορπισμένοι οἱ Ἕλληνες
νὰ τρέχωσι τὸν κόσμον
μὲ ἐξαπλωμένην χεῖρα
ψωμοζητοῦντες
παρὰ προστάτας νά ᾽χωμεν».
«Παρὰ προστάτας νὰ ᾽χωμεν» καὶ προστάτες (νταβατζῆδες ἐπὶ τὸ λαϊκότερον) ἔχουν μόνον ἡ Ἑλλὰς καὶ οἱ πόρνες, ὡς θὰ ἔλεγεν ὁ δηκτικὸς εὐφυολόγος, Ἐμ. Ροΐδης. Γράφει ὁ Κωστὴς Παλαμᾶς, ἕνα ὡραιότατο ποίημα, κατὰ τῶν ἐσαεὶ προσκυνημένων στὰ κελεύσματα τῶν ξένων, στοὺς τωρινοὺς ποὺ τὸ ἀγγελτήριο τῆς σκλαβιᾶς μας, τὸ προσκυνοχάρτι, τὸ βάπτισαν,  μηχανισμὸ στήριξης καί, το χειρότερο, «λύση» τοῦ σκοπιανοῦ. Τὸ τιτλοφορεῖ «οἱ λύκοι». Τὸ παραθέτω:
«Σὲ μοίρας ἀνελεήμονης τὰ πόδια /ἢ στοῦ θεοῦ μας τὸ ἔλεος γυρτοί;/ Τῶν ἐθνικῶν ἀπριλομάηδων ξόδια/ μᾶς δείχνουν γιὰ ποιᾶς λύτρωσης γιορτή./ Μὲς στὸ παλιόσπιτό σου ταμπουρώσου,/ Ζῆσε ὅπως-ὅπως· ὁ παθὸς-μαθός./ Κάλλιο γλύστρα στὸ δρόμο τὸ δικό σου /παρὰ στὸ δρόμο τοῦ ἄλλου νὰ εἶσαι ὀρθός./ Τοῦ ξένου τ’ ἄγγισμα, ὅποιο, δὲν ἀφήνει / τὰ σημάδια τοῦ σκλάβου στὸ κορμί;/ Δὲν εἶναι δανεικιὰ ἡ μεγαλοσύνη·/ λευτεριᾶς ψεύτρας, ψεύτρα καὶ ἡ τιμή. /Μὲ τ’ ἅρμυρά μου δάκρυα σ’ ἀνταμώνω,/ Ἐσὺ τῆς πείνας μου εἶσαι πλερωμὴ/ ντόπιο μαῦρο κριθάρι ποὺ ζυμώνω,/ Ὄχι τοῦ ξένου τὸ ἄσπρο τὸ ψωμί».
 Ἡ μεγαλοσύνη δὲν χτίζεται μὲ δανεικὰ οὔτε εἶναι δανεικιά. Οἱ λύκοι, προβατόσχημοι καὶ μή, Εὐρωπαῖοι καί… ἀγοραῖοι εἶναι ἀνελεήμονες, τὸ ἄγγισμά τους, οἱ θεραπεῖες τους, θὰ μᾶς σκοτώσουν καὶ θὰ μᾶς λερώσουν. (Τό κάθαρμα η Μέρκελ τόν αποκαλεί "Μακεδόνα" τόν Ζάεφ. Καί ὁ  Κοτζιάς χαχανίζει...).
 Ὅμως, ἐδῶ στὴν ἔρμη πατρίδα,
«Ροπαλοφόροι καραδοκοῦν / χαγάνοι ὀρνεοκέφαλοι / βυσσοδομοῦν/ σκυλοκοῖτες, νεκρόσιτοι / καὶ ἐρεβομανεῖς / κοπροκρατοῦν τὸ μέλλον», μᾶς γράφει ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης. Τὸ μέλλον μας, ὅσο θὰ τὸ κρατοῦν στὰ χέρια τους τὰ κοπρώδη ὑποκείμενα τῆς πολιτικῆς, θὰ κοπροκρατεῖται.
Στὴν τότε γερμανικὴ Κατοχὴ οἱ σκλαβωμένοι Ἕλληνες, ἀψηφώντας καὶ περιφρονώντας τὶς κάννες τῶν Γερμανῶν, συνάχτηκαν στὸ Α´ νεκροταφεῖο Ἀθηνῶν, καὶ τραγουδώντας ὕμνους τῆς λευτεριᾶς, ἀποχαιρέτησαν τὸν μεγάλο νεκρό. Δὲν τόλμησαν τὰ ναζιστικὰ γουρούνια νὰ ματώσουν τὴν συγκέντρωση. Αὐτὸ τὸ ἀντιστασιακὸ ἦθος τοῦ λαοῦ μας, ποὺ πνίγηκε κάτω ἀπὸ τὴν πυώδη ἠδονοθηρία τῶν χρόνων τῆς λεγόμενης μεταπολίτευσης, πρέπει νὰ ξαναβροῦμε. Δὲν χάθηκε. Μπαζώθηκε ἀπὸ σκουπίδια καὶ ἀπορρίμματα, ποὺ ἔπεσαν σὲ σπίτια καὶ σχολεῖα, μέσῳ τῆς πορνοτηλεόρασης καὶ τῆς ἀνθελληνικῆς παιδείας. Λίγο σκάψιμο θέλει καὶ θὰ βροῦμε τὴν βασιλικὴ φλέβα, τὴν σωτήρια πηγή.
Κλείνοντας δημοσιεύομε ἀπὸ τὸ ποίημα τοῦ μεγάλου μας ποιητοῦ «Ἡ φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ» τό παρακάτω ἀπόσπασμα, γιὰ νὰ μὴ ξεχνᾶμε τὶς ρίζες μας, τὴν ἱστορία μας, τὸ αἷμα καὶ τὰ δάκρυα ποὺ ἔχυσαν ὅσοι ὑπερασπίστηκαν τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια τοῦ Γένους μας καί μάλιστα τή γῆ τῆς Μακεδονίας μας.
«...καί τῆς Θεσσαλονίκης
βλαστοί, πρωτοπαλλήκαρα καί πολεμάρχοι, μέσα
κι ἀπό τή γῆ πού ἱέρισσα καί καπετάνισσα εἶναι,
στὄνα της χέρι τό σπαθί καί στ ' ἄλλο το βαγγέλιο,
καί στοῦ πελάου καί στεριανή καί στό ρωμαίικο Γένος
ἀφρός ἀπό τή δόξα του κι ἀπό τή δύναμή του.
Μακεδονίτες ποταμοί, μακεδονίτες ἄντρες
ἀνταμωμένοι ἀπάνω της θεριεύουνε καί στέκουν...»
Τήν περίοδο τοῦ Μακεδονικοῦ  Αγώνα κάποιοι "ἀνυπάκουοι" ἀξιωματικοί καί πατριῶτες, ἔσωσαν τήν Ἑλλάδα καί τήν τιμή της, τώρα πού διατρέχουμε χειρότερο κίνδυνο θά βρεθεῖ Παῦλος Μελᾶς, θά βρεθεῖ  Καραβαγγέλης ...