Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Η Ορθόδοξη θεολογία περί γάμου

Η Ορθόδοξη θεολογία περί γάμου και η υπέρβαση της κρίσεως της οικογένειας στην Κύπρο
ΜΟΝΑΧΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΗΣ
«Ἄν χαθεῖ καί διαλυθεῖ ἡ οἰκογένεια καί ὁ μοναχισμός θά σβήσει καί ὁ κόσμος», εἶπε κάποτε ὁ Γέρων Παΐσιος ὁ Καππαδόκης Ἁγιορείτης.
Στήν ἐποχή μας, σ' ὅλο τόν κόσμο καί στήν Κύπρο, ἡ οἰκογένεια περνάει μιά κρίση. Τά διαζύγια αὐξάνονται, παιδιά μένουν μέ τόν ἕνα γονέα τους, οἱ σχέσεις τῶν περισσοτέρων ἀνδρογύνων εἶναι συμβατικές, ἀπρόσωπες κλπ. Οἱ πετυχημένοι γάμοι πολλές φορές ἔχουν στόχους ἐνδοκοσμικούς καί λογικοκρατούμενους. Π.χ. Νά μορφωθοῦν τά παιδιά μόνο διανοητικά, νά ἔχουν καλή ἐξωτερική συμπεριφορά, καλό σπίτι καί αὐτοκίνητο, ἐργασία καί διασκέδαση μέσα στό σύγχρονο πνεῦμα καί τίποτα παραπάνω. Αὐτό εἶναι ἀλλοτρίωση τῆς οἰκογένειας.
«Ἡ σημερινή ὀργάνωση τῆς ζωῆς μᾶς ἐπιβάλλει τήν μοναξιά καί τήν ἀλλοτρίωση ἤ μᾶς ὁδηγεῖ σ' αὐτά, αἰχμαλωτίζοντάς μας στόν ἀτομισμό καί στόν ἐγωκεντρισμό, στήν ἀνευθυνότητα καί στήν πλήξη… Ἡ ζωή ἀντικαταστάθηκε ἀπό τήν παραγωγή ἰδεολογιῶν καί ἡ προσωπική δίψα νεκρώθηκε στίς τεχνικές διευκολύνσεως… Οἱ σημερινοί ἄνθρωποι (ἰδιαίτερα οἱ ἄνθρωποι τῆς Δύσεως) εἴμαστε κουρασμένοι καί ἀπογοητευμένοι, ἔχουμε χάσει τήν σωματική καί πνευματική ἐπικοινωνία καί ἐπαφή, τήν τρυφερότητα καί τήν καλή διάθεση νά συναντήσουμε τόν ἄνδρα ἤ τήν γυναίκα μας καί νά δοθεῖ ἀπόλυτα ὁ ἕνας στόν ἄλλο… Συγκεντρωθήκαμε στίς μεγαλουπόλεις, ὅπου μέ τά τεχνοκρατικά δελεάσματα… ἤ τόν πειρασμό τῆς εὔκολης ζωῆς, καταλύεται ἡ ἐλευθερία μας…
… Αὐτός ὁ ἀπρόσωπος χαρακτήρας τῆς ζωῆς μας δηλητηριάζει καί τόν γάμο. Ὅλα μποροῦν νά γίνονται μηχανικά ἤ νά καταντοῦν ρουτίνα, ὅπου χωρίς προσωπική συμμετοχή, ὁλοκληρωτικό δόσιμο, ὁ καθένας μας μπορεῖ νά ζεῖ τήν ζωή του δίπλα στόν ἄλλο, γεμάτη ἀπό συμβατικότητα καί ὑποκρισία… Ἀλλά, πόσα ἀπελπιστικά πράγματα θά πρέπει νά προβλέψουμε γιά τήν νέα «μεσοαστική» οἰκογένεια, πού ἀπορρίπτει τάχα τά ταμπού της καί πού κατασκευάζεται σύμφωνα μέ τίς ἀρχές τοῦ νέου οἰκογενειακοῦ δικαίου. Ἀρχές, πού μεταβάλλουν τόν γάμο - θρησκευτικό ἤ πολιτικό - σέ τυπική συνοίκηση τῶν συζύγων καί τῶν παιδιῶν, σέ συμφωνία κυρίων - κυριάρχων συζύγων, πού συνθλίβει τήν παρουσία τῶν παιδιῶν. Τό πᾶν εἶναι πῶς θά ἐπιτύχουμε μιά συμφωνία ἤ ἰσορροπία νόμων, πού νά κατοχυρώνει τά ἀτομικά μας δικαιώματα ἤ τήν ἰσοτιμία ἄνδρα καί γυναίκας, ὄχι στό ἐπίπεδο τῆς κοινῆς ζωῆς, ἀλλά τῆς ἀτομικῆς ἐπιλογῆς»[1].
Ἰδού δύο παραδείγματα, τά ὁποῖα πιστοποιοῦν τά ἀνωτέρω :
α) Ἕνας ἐπιστήμονας Ἀθηναῖος παντρεύτηκε μέ μιά καλή γυναίκα, ἡ ὁποία ἐργαζότανε σκληρά, γιά νά θρέψει αὐτόν καί τά δύο παιδιά τους. Αὐτός ἐδούλευε ἀπό ’δῶ καί ἀπό ’κεῖ καί ὅσα ἔπιανε, τά ἔπινε, καί τά δικά του καί τῆς γυναίκας του. Ὅταν καμμιά φορά αὐτή ἀντιστεκόταν καί δέν τοῦ ἔδινε λεφτά, τήν κτυποῦσε ἄσχημα καί τήν ἀπειλοῦσε ὅτι θά τήν σκοτώσει. Ἡ γυναίκα του δέν τόν ἄντεξε. Τόν παράτησε. Πῆρε τά παιδιά καί ἐξαφανίστηκε.
β) Μιά γυναίκα στήν Ἀθήνα παντρεύτηκε ἕνα συνειδητά χριστιανό νέο. Ἐργάζονταν καί οἱ δύο. Γιά ἕξι χρόνια ἔζησαν μαζί. Δέν ἀπέκτησαν παιδί, διότι δέν ἤθελε ἡ γυναίκα. Τήν ἐνδιέφερε μόνο νά ἔχει λεφτά, ἡδονή, ταξείδια καί διασκέδαση. Μετά τά ἕξι χρόνια βαρέθηκε τόν ἄνδρα της, τόν παράτησε καί, φεύγοντας, εἶπε : «Θά σοῦ βρῶ ἐγώ ἄλλη γυναίκα. Μή στενοχωριέσαι».
Πῶς ἐφθάσαμε μέχρις ἐδῶ; Γιά νά κατανοήσουμε τό πρόβλημα, εἶναι ἀνάγκη νά ρίξουμε μιά ματιά στήν ἱστορία τῆς οἰκογένειας κατά τήν ἀρχαιότητα, πρό καί μετά Χριστόν, μέχρι σήμερα :
«Μεταξύ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων ἦταν σεβαστός ὁ θεσμός τοῦ γάμου καί εἶχε χαρακτήρα θρησκευτικό. Προσθέτονταν σ' αὐτόν καί ἡ περιεσκεμμένη σκοπιμότητα γιά τήν ἀπόκτηση ἰσόβιας καί πιστῆς οἰκονόμου γιά διαχείριση τοῦ σπιτιοῦ. Συναισθηματικοί λόγοι γιά τήν ἐκλογή συζύγου εἶχαν δευτερεύουσα ἀξία. Ἡ Σπάρτη καί ἡ Ἀθήνα (νομοθεσία Σόλωνος) προέβλεπαν τήν «γραφή ἀγαμίου» (μήνυση δηλαδή γιατί δέν παντρεύτηκαν), γιά ὅσους ἀπέφευγαν τόν γάμο καί ἑπομένως τήν ἐνίσχυση τῆς πολιτείας διά τῆς τεκνοποιΐας. Ἡ Σπάρτη, ἐπίσης, προέβλεπε τήν «γραφή ὀψιγαμίου» γιά τούς νυμφευομένους σέ μεγάλη ἡλικία καί τήν «γραφή κακογαμίου» γιά τούς νυμφευομένους μέ κόρη ὄχι ἐλεύθερου πολίτη.
Σκοπός τοῦ γάμου πρῶτος καί κύριος ἦταν ἡ δημιουργία τέκνων. Ὁ Δημοσθένης στόν κατά Νεαίρας λόγον του[2] λέγει : «Τό γάρ συνοικεῖν τοῦτ' ἔστιν, ὅς ἄν παιδοποιῆται καί εἰσάγῃ εἴς τε τούς φράτερας καί δημότας τούς υἱεῖς, καί τάς θυγατέρας ἐκδιδῶ, ὡς αὐτοῦ οὔσας τοῖς ἀνδράσιν. Τάς μέν γάρ ἑταίρας ἡδονῆς ἕνεκεν ἔχομεν, τάς δέ παλλακάς τῆς καθ' ἡμέραν θεραπείας τοῦ σώματος, τάς δέ γυναίκας τοῦ παιδοποιεῖσθαι γνησίως καί τῶν ἔνδον φύλακα πιστήν ἔχειν».
…Χαρακτηριστικό, ἐπίσης, γιά τήν ἀντίληψη τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων περί τοῦ γάμου καί τῆς τεκνογονίας εἶναι καί ἡ περί κοινοκτημοσύνης τῶν γυναικῶν θεωρία τοῦ Πλάτωνα[3]… Στήν τεκνογονία ἔδιναν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες σαφῶς θρησκευτικό χαρακτήρα, γιατί μέ τά τέκνα τους «ἀεί τῷ Θεῷ ὑπηρέτας ἀντ' αὐτοῦ παραδιδόναι»[4] καί θά ἐξασφάλιζαν γιά τόν ἑαυτό τους τήν πρέπουσα κηδεία. Ὥστε σκοπός τοῦ ἐπισήμου γάμου κατά τούς ἀρχαίους Ἕλληνες εἶναι ἡ δημιουργία ἀπογόνων πρός δόξαν Θεοῦ, προαγωγή τῆς φυλῆς καί μνημόσυνο τῶν γονέων»[5].        
Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες εἶχαν θεοποιήσει τά πάθη τους στούς Ὀλυμπίους θεούς. Π.χ. Ὁ Δίας δέν ἐδίσταζε, ἀλλά ἐπιδίωκε νά ἔρχεται σέ σεξουαλικές ἐπαφές μέ γυναῖκες διάφορες. Ἡ Ἀφροδίτη, γυναῖκα τοῦ Ἤφαιστου, εἶχε θεούς καί ἀνθρώπους ἐραστές κλπ.
Ἡ θέση τῆς γυναίκας ἦταν ὑποδεέστερη τοῦ ἀνδρός. «Ὁ νόμος, πού ρύθμιζε τό οἰκογενειακό δίκαιο στόν εἰδωλολατρικό κόσμο, ἦταν ἡ ἀπόλυτη καί ἀνεξέλεγκτη ἐξουσία τοῦ πατέρα πάνω στήν ζωή καί τήν περιουσία ὅλων τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας. Κτῆμα καί δούλη τοῦ ἀνδρός ἐθεωρεῖτο ἡ γυναίκα… Ὁ μεγάλος Σταγειρίτης φιλόσοφος Ἀριστοτέλης διερωτᾶται ἄν ἡ γυναίκα εἶναι ἄνθρωπος. Ἡ γυναίκα δέν ἔπαιρνε μέρος στήν δημόσια ζωή καί ἡ μόρφωσή της ἐθεωρεῖτο  κάτι περιττό καί ἐπιζήμιο. Σέ πολλούς ἀνατολικούς λαούς δέν εἶχε κανένα δικαίωμα. Στήν Κίνα καί τίς Ἰνδίες ἴσχυε τό βάρβαρο ἔθιμο νά θάπτεται, θεληματικά ἤ ὄχι, μαζί μέ τόν νεκρό σύζυγό της. Σ' αὐτά θά μπορούσαμε νά προσθέσουμε τίς κοινωνικές πληγές τῆς πολυγαμίας, τῆς ἱερᾶς πορνείας, τῆς δημόσιας πορνείας κλπ»[6].
«Οἱ ἀρχαῖοι Ρωμαῖοι εἶχαν καί αὐτοί διάφορες γαμικές σχέσεις (θρησκευτικός γάμος ὑπό ἀνδρική ἐξουσία, ἐλεύθερος γάμος, παλλακεία). Ὁ σκοπός τοῦ ρωμαϊκοῦ γάμου, ἰδίως τῶν ἀρχαιοτέρων μορφῶν του, ἦταν ἡ τεκνογονία.
Καί οἱ Βαβυλώνιοι… εἶχαν ὡς σκοπό τοῦ γάμου τήν τεκνογονία. Ἡ ἠθική κατωτερότητα τοῦ θεσμοῦ τοῦ γάμου στούς ἀρχαίους πολιτισμούς τῆς Μέσης Ἀνατολῆς φαίνεται καί στά ὑπολείμματά τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εἶναι ἡ κατά τόν 4ον αἰ. μ.Χ. ἐπικρατούσα ἀκόμη κοινοκτημοσύνη τῶν γυναικῶν στήν Πόλη τοῦ Ἠλίου τῆς Φοινίκης»[7].
Τό Μυστήριο τοῦ Γάμου στήν Παλαιά Διαθήκη
Εἴδαμε ὡς τώρα τίς ἀντιλήψεις διαφόρων ἀρχαίων λαῶν περί γάμου. Πῶς, ὅμως, ἡ Π.Δ., πού εἶναι μέρος τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ, μιλάει γιά τόν γάμο;
«Καί εἶπεν ὁ Θεός˙ ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ' εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ' ὁμοίωσιν… καί ἐποίησεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον, κατ' εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καί θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς. Καί εὐλόγησεν αὐτούς ὁ Θεός, λέγων˙ αὐξάνεσθε καί πληθύνεσθε καί πληρώσατε τήν γῆν καί κατακυριεύσατε αὐτῆς»[8].
«Καί ἔλαβε Κύριος ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον, ὅν ἔπλασε, καί ἔθετο αὐτόν ἐν τῷ Παραδείσῳ τῆς τρυφῆς, ἐργάζεσθαι αὐτόν καί φυλάττειν… Καί εἶπεν ὁ Θεός˙ οὐ καλόν εἶναι τόν ἄνθρωπον μόνον˙ ποιήσωμεν αὐτῷ βοηθόν κατ' αὐτόν… καί ᾠκοδόμησεν ὁ Θεός τήν πλευράν, ἥν ἔλαβε ἀπό τοῦ Ἀδάμ, εἰς γυναῖκα καί ἤγαγεν αὐτήν πρός τόν Ἀδάμ… ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τόν πατέρα αὐτοῦ καί τήν μητέρα καί προσκολληθήσεται πρός τήν γυναῖκα αὐτοῦ καί ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν»[9].
Βλέπουμε ὅτι «ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἔργο τῶν χειρῶν τοῦ Θεοῦ, τοῦ Υἱοῦ, τοῦ Πνεύματος (ἅγ. Εἰρηναῖος). Εἶναι πρόσωπο «κατ' εἰκόνα Θεοῦ», μυστήριο ἐλευθερίας καί ἀγάπης»[10]. Ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, ἀνδρός καί γυναικός, δέν εἶναι ἀποτέλεσμα τυφλῆς τύχης ἤ ἐξελίξεως ἀπό τά ζῶα. Ὁ ἄνθρωπος μετέχει καί τοῦ ὁρατοῦ καί τοῦ ἀοράτου κτιστοῦ καί ἀκτίστου κόσμου ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Εἶναι ἐν μικρῷ μέγας, μύστης τῶν ἄνω, ἐπόπτης τῶν κάτω, ζῶον θεούμενον (ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος).
Σκοπός του εἶναι, ἐργαζόμενος τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί χρησιμοποιώντας τόν κτιστό κόσμο εὐχαριστιακά, δηλαδή ὡς ἱερεύς, βασιλεύς καί προφήτης, νά συντονίζει τήν δοξολογία τοῦ σύμπαντος κόσμου πρός τόν Θεό ἀγαπητικά (ἅγ. Γρηγόριος Νύσσης) καί ἔτσι νά ὁμοιωθεί μαζί Του, νά θεωθεῖ.
Αὐτός εἶναι ὁ κύριος σκοπός καί τοῦ γάμου τόσο μέσα στόν Παράδεισο, ὅσο καί ἔξω ἀπ' αὐτόν.
Βλέπουμε, ἐπίσης, ὅτι ὁ Θεός εὐλογεῖ τούς Πρωτοπλάστους, τελῶντας τό πρῶτο Μυστήριο Γάμου, πού εἶναι Μυστήριο ἐλευθερίας καί ἀγάπης. Δέν ἔπλασε ὁ Θεός τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα ἁπλῶς καί μετά τούς ἐγκατέλειψε στήν τύχη τους. Τί σημαίνει «καί εὐλόγησεν αὐτούς ὁ Θεός»; Σημαίνει ὅτι τούς καθηγίασε μέ τήν ἄκτιστη θεία Χάρη Του, τούς ἔκανε κοινωνούς τῆς μακαριότητός Του, τούς ἔδωσε τήν δυνατότητα νά γίνουν ἀπό δυνάμει πρόσωπα ἐνεργείᾳ πρόσωπα, ἱστορικές καί ἀνεπανάληπτες προσωπικότητες. Ἡ Θεία Χάρις δέν στερεῖ τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά τήν ἁγιάζει καί τήν μεταμορφώνει, τήν διατηρεῖ καί τήν αὐξάνει.
Ἑπομένως, τό μυστήριο τοῦ γάμου εἶναι ὁ φυσικός, ὁ κατά φύσιν θεσμός, ἄν βιώνεται σωστά ἀπό τό ἀνδρόγυνο. Ἐνῶ ὁποιοσδήποτε ἄλλος γαμήλιος θεσμός εἴτε πολιτικός εἴτε θρησκευτικός εἴτε κοινωνικά ἀπελευθερωμένος, ὁ ὁποῖος δέν ἔχει τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, τῆς Ἁγίας Τριάδος, εἶναι παρά φύσιν θεσμός.
Οἱ Πρωτόπλαστοι, νήπιοι πνευματικά, ἐξηπατήθησαν, παρεσύρθησαν καί ἀπέτυχαν στόν σκοπό τους. Δέν ἄφησαν τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ νά ἐνεργήσει μέσα τους τά ἔργα ἁγιότητος, πού μόνο αὐτή γνωρίζει (ἅγ. Μάξιμος Ὁμολογητής). Θέλησαν νά γίνουν θεοί, χωρίς τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, διά τῆς ἀνυπακοῆς πρός Αὐτόν. Ἔτσι μόνοι ἐξέλεξαν τόν δρόμο τῆς φθορᾶς, τῆς ἀσθενείας τῆς ἀνθρώπινης φύσεως καί τοῦ χωρισμοῦ ἀπό τόν Θεό, πού εἶναι θάνατος.
Ὁ Θεός ἐνέδυσεν αὐτούς μέ δερμάτινους χιτῶνες πρός παρηγορία τους. Εἶπε στόν Ἀδάμ : «Ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγῆ τόν ἄρτον σου». Εἶπε στήν Εὔα : «Ἐν λύπαις τέξη τέκνα καί ἡ ἀποστροφή σου πρός τόν ἄνδρα σου, ὅς σοῦ κυριεύσει». Εἶπε στόν διάβολο : «Καί ἔχθραν θήσω ἀνά μέσον σοῦ καί ἀναμέσον τῆς γυναικός καί ἀναμέσον τοῦ σπέρματός σου καί ἀναμέσον τοῦ σπέρματος αὐτῆς. Αὐτός σοῦ τηρήσει κεφαλήν καί σύ τηρήσεις αὐτοῦ πτέρναν»[11].
Οἱ πιό πάνω στίχοι τῆς Γενέσεως εἶναι τό λεγόμενο Πρωτευαγγέλιο. Ρυθμίζουν τήν ζωή ἐκτός Παραδείσου καί τίς σχέσεις ἀνδρός καί γυναικός μέχρι τήν ἔλευση τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος θά συντρίψει τήν κεφαλή τοῦ διαβόλου, διά τοῦ θανάτου καί τῆς Ἀναστάσεώς Του καί θά δώσει καινούργια ζωή, θά ἐπαναφέρει στήν κανονική θέση τίς σχέσεις ἀνδρός καί γυναικός, ὅπως ἦταν πρό τῆς πτώσεως.
«Ἡ ὀντολογία τοῦ γάμου, πού μᾶς δίνεται ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη (στήν Γένεση), ὑπογραμμίζεται ἐξ ἴσου καί ἀπό τήν Καινή»[12].
Τό Μυστήριο τοῦ Γάμου στήν Καινή Διαθήκη
«Ταύτην ἐποίησε τήν ἀρχήν τῶν σημείων ὁ Ἰησοῦς καί ἐφανέρωσε τήν δόξαν αὐτοῦ» κατά τήν διάρκεια τοῦ γάμου τῆς Κανᾶ[13]… Ὅπως τότε σάν νυμφαγωγός φέρνει τήν Εὔα στόν Ἀδάμ, «ἤγαγεν αὐτήν πρός τόν Ἀδάμ»[14], ἔτσι καί τώρα μέ τό πρῶτο του θαῦμα χαιρετίζει καί εὐλογεῖ τήν ζωή τοῦ καινούργιου ζευγαριοῦ… Τό νερό γίνεται κρασί - προεικόνιση τῆς Θεία Εὐχαριστίας - προσκαλεῖ σέ μιά μεταβολή τοῦ φυσικοῦ σέ χαρισματική ἀγάπη[15]. Ἔτσι ἡ βιολογική πραγματικότητα τοῦ γάμου ὑψώνεται σέ μυστηριακό θεσμό, γιά τόν ὁποῖο ὁ Ἀπ. Παῦλος θά διακηρύξει : «Τό μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστι, ἐγώ δέ λέγω εἰς Χριστόν καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν»[16]
…Ὅταν ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναίκα ἑνώνονται μέ τό μυστήριο τοῦ γάμου συνιστοῦν «οὐκ εἰκόνα ἄψυχον, οὐδέ εἰκόνα τινός τῶν ἐπί τῆς γῆς, ἄλλ' αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ», λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος[17]. Ὅπως ὁ Πατήρ καί ὁ Υἱός ἑνώνονται ἐν τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ὅπως ἡ θεία καί ἀνθρώπινη φύση ἑνώνονται ἐν τῇ ὑποστάσει τοῦ Λόγου, ἔτσι καί ἡ ἀνθρώπινη δυάδα τοῦ ἄνδρα καί τῆς γυναίκας ἑνώνονται στό μυστήριο τοῦ γάμου εἰς σάρκα μίαν»[18].
Ἐν τῷ Χριστῶ δέν ὑπάρχει ἀνώτερος καί κατώτερος. Ἡ διαφορά φύλου ὑπερβαίνεται διά τῆς ἀλληλοσυμπληρώσεως καί ἀλληλοβοηθείας, διά τῆς ἀμοιβαίας πνευματικῆς ἀγάπης καί αὐταπαρνήσεως, διά τῆς εἰς Χριστόν βαπτίσεως, καί γενικά διά τῆς συμμετοχῆς στά Μυστήρια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. «Ὅσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε. Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδέ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδέ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καί θῆλυ˙ πάντες γάρ ὑμεῖς εἷς ἑστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ»[19].
Μέσα σ' αὐτή τήν προοπτική οἰκοδομεῖται καί ἡ ἐν Χριστῷ οἰκογενειακή ζωή, ἡ ὁποία περιγράφεται παραστατικά στήν πρός Ἐφεσίους ἐπιστολή τοῦ Ἀπ. Παύλου :
«Οἱ γυναῖκες νά κάνετε ὑπακοή στούς ἄνδρες σας ὅπως στόν Κύριο, διότι ὁ ἄνδρας εἶναι ἡ κεφαλή τῆς γυναίκας, ὅπως καί ὁ Χριστός εἶναι ἡ Κεφαλή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί αὐτός εἶναι ὁ σωτήρας του σώματος. Ἀλλά, ὅπως ἀκριβῶς ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὑποτάσσεται στόν Χριστό, ἔτσι πρέπει νά ὑποτάσσονται καί οἱ γυναῖκες στούς ἄνδρες τους πάντοτε. Οἱ ἄνδρες νά ἀγαπᾶτε τίς γυναῖκες σας, ὅπως ὁ Χριστός ἀγάπησε τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία καί παρέδωσε τόν Ἑαυτό Του γι' αὐτή, γιά νά τήν ἁγιάσει, ἀφοῦ τήν ἐκαθάρισε μέ τό λουτρό τοῦ νεροῦ, διά τοῦ λόγου, γιά νά παρουσιάσει στόν ἑαυτό Του ἔνδοξη τήν Ἐκκλησία, χωρίς νά ἔχει κηλίδα ἤ ρυτίδα ἤ τίποτε ἄλλο ἀπ' αὐτά, ἀλλά νά εἶναι ἁγία καί ἄμωμος. Ἔτσι ὀφείλουν καί οἱ ἄνδρες νά ἀγαποῦν τίς γυναῖκες τους, ὅπως τά σώματά τους. Ἐκεῖνος, πού ἀγαπᾶ τήν γυναίκα του, ἀγαπᾶ τόν ἑαυτό του. Διότι, κανείς ποτέ δέν ἐμίσησε τήν σάρκα του, ἀλλά τήν τρέφει καί τήν περιποιεῖται, ὅπως ὁ Κύριος τήν Ἐκκλησία. Διότι, εἴμαστε μέλη τοῦ σώματός Του, ἀπό τήν σάρκα καί τά ὀστά του. Διά τοῦτο ὁ ἄνθρωπος θά ἐγκαταλείψει τήν μητέρα του καί τόν πατέρα του καί θά προσκολληθεῖ στήν γυναίκα του καί θά γίνουν οἱ δύο εἰς μία σάρκα. Τό μυστήριο αὐτό εἶναι μεγάλο, ἐγώ δέ λέγω εἰς Χριστόν καί εἰς τήν Ἐκκλησία. Ἀλλά καί σεῖς, ἔτσι νά ἀγαπᾶ ὁ καθένας τήν γυναῖκα του, ὅπως τόν ἑαυτό του, ἡ δέ γυναῖκα νά φοβᾶται τόν ἄνδρα της.
Τά παιδιά νά ὑπακούετε στούς γονεῖς σας ἐν Κυρίῳ, διότι αὐτό εἶναι σωστό. Τίμα τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου, ἡ ὁποία εἶναι ἡ πρώτη ἐντολή, πού συνοδεύεται μέ τήν ὑπόσχεση, γιά νά εὐτυχήσεις καί νά μακροημερεύσεις στή γῆ. Καί σεῖς πατέρες, νά μήν ἐξοργίζετε τά παιδιά σας, ἀλλά νά τά ἀνατρέφετε μέ τήν παιδεία καί τήν νουθεσία τοῦ Κυρίου»[20].
Ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ἑρμηνεύοντας τό πιό πάνω κείμενο, γράφει : «Οἱ ἄνδρες νά ἀγαπᾶτε τίς γυναῖκες σας, ὅπως ὁ Χριστός ἀγάπησε τήν Ἐκκλησία. Εἶδες μέγεθος ὑπακοῆς; Ἄκουσε καί τό μέγεθος τῆς ἀγάπης. Θέλεις νά ὑπακούει εἰς σέ ἡ γυναίκα σου, καθώς καί ἡ Ἐκκλησία στόν Χριστό; Φρόντισε καί σύ αὐτήν, ὅπως ὁ Χριστός φροντίζει τήν Ἐκκλησία. Εἴτε πρέπει νά δώσεις τήν ψυχή σου ὑπέρ τῆς γυναικός σου, εἴτε πρέπει νά πληγωθεῖς χίλιες φορές, εἴτε πρέπει νά ὑπομένεις καί νά πάθεις τό κάθε τι»[21].
Ὁ Χριστός δέν ἔβαλε ἁπλῶς τά πράγματα στή θέση τους, ὅσον ἀφορᾶ τίς σχέσεις ἀνδρός καί γυναικός, ἀλλά μετεμόρφωσε, ἁγίασε καί ὕψωσε ὡς τόν θρόνο Του τήν οἰκογένεια, ἇρα ὕψωσε καί τά παιδιά, πού εἶναι ὁ καρπός ἑνός εὐλογημένου γάμου. «Τότε ἔφεραν στόν Χριστό παιδιά, γιά νά βάλει τά χέρια ἐπάνω τους καί νά προσευχηθεῖ. Οἱ δέ μαθητές τούς ἔκαναν αὐστηρές παρατηρήσεις. Ὁ δέ Ἰησοῦς εἶπε : Ἀφῆστε τά παιδιά καί μή τά ἐμποδίζετε νά ἔλθουν κοντά μου, διότι σ' αὐτά ἀνήκει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν»[22].
Μύστες τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, μέτοχος τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μωροί - σοφοί κατά Χριστόν, παθόντες καί μαθητές τά θεῖα, οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐθεολόγησαν περί γάμου καί οἰκογενείας ἀλιευτικῶς, ὄχι ἀριστοτελικῶς (ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος). Ἦσαν θεόπνευστοι, φιλόθεοι καί φιλάνθρωποι. Προσηνεῖς, εὐπροσήγοροι, ἐπιεικεῖς γιά τούς ἄλλους καί αὐστηροί, ἀνελέητοι καί ἀσυγκατάβατοι γιά τόν ἑαυτό τους (Μέγας Βασίλειος). Εἴτε παρθένοι εἴτε ἔγγαμοι ἐμελέτησαν τό θέμα τοῦ γάμου καί τῆς οἰκογενείας καί συνέχισαν τήν ἴδια Παράδοση τῆς Π.Δ. καί Κ.Δ. γιά τό ἐξεταζόμενο θέμα.
Ἐγνώριζαν ὅτι, χωρίς τελικό σκοπό, χωρίς νόημα, οὔτε ἀγώνας γίνεται σωστός, οὔτε ὁ γάμος θά σταθεῖ. Ἄς δοῦμε, λοιπόν, ποιός εἶναι ὁ σκοπός ἤ οἱ σκοποί τοῦ Μυστηρίου τοῦ Γάμου.
Ὁ τελικός σκοπός καί οἱ ἔμμεσοι σκοποί                                            τοῦ Μυστηρίου τοῦ Γάμου
Ὁ τελικός σκοπός τοῦ γάμου εἶναι ἡ ὁμοίωση μέ τόν Θεό κατά τό δυνατό, ἡ θέωση, ἡ τελειοποίηση. «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ' εἰκόνα ἡμετέρα καί καθ' ὁμοίωσιν»[23]. Ὁ ἄνθρωπος, ἄνδρας καί γυναίκα, καλεῖται νά ἀξιοποιήσει τά χαρίσματα τοῦ «κατ' εἰκόνα» μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, γιά νά ὁμοιάσει μέ τόν Θεό, νά γίνει Θεός κατά χάριν, ὄχι κατά φύσιν, νά γίνει τέλειος, ἅγιος[24].
Τό μυστήριο τοῦ Γάμου μέσα στά πλαίσια τοῦ τελικοῦ σκοποῦ ἔχει καί ἔμμεσους σκοπούς : «1) Ἡ ἀπόλαυση τῆς ἡδονῆς, 2) Ἡ τεκνοποιΐα, 3) Ἡ διαπαιδαγώγηση τῶν τέκνων, 4) Ἡ κοινωνικότητα, 5) Ἡ ἀλληλοβοήθεια, 6) Ἡ ἐγκοίτωση τῶν ἐπιθυμιῶν»[25].
1)        Ἡ ἀπόλαυση τῆς ἡδονῆς
Ἡ ἡδονή δέν εἶναι ὁ πρωταρχικός, οὔτε ὁ μόνος ἔμμεσος σκοπός τοῦ Μυστηρίου τοῦ Γάμου. «Ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, σέ εἰδικό κεφάλαιο περί ἡδονῶν, κατατάσσει αὐτές σέ διάφορες ὁμάδες : 1) Ψυχικές ἡδονές, 2) Σωματικές ἡδονές, α) φυσικές (ἀναγκαῖες ἤ μή ἀναγκαῖες) καί β) μήτε φυσικές (μήτε ἀναγκαῖες). Τήν ἡδονή τῆς αὐτοσυντηρήσεως τήν χαρακτηρίζει ὡς φυσική καί ἀναγκαία, τήν γενετήσια ὁρμή, ὡς φυσική, ἀλλά μή ἀναγκαία, τήν «λαγνεία» οὔτε φυσική οὔτε ἀναγκαία. Καί προσθέτει : «Αὐτός, πού ζεῖ σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, πρέπει νά ἐπιδιώκει τίς ἀναγκαῖες συνάμα καί φυσικές ἡδονές, νά βάλει σέ δεύτερη μοίρα τίς φυσικές καί μή ἀναγκαῖες, γινόμενες στόν καιρό καί μέ τόν τρόπο, πού ἁρμόζουν, ἐνῶ τίς ἄλλες εἶναι ἀνάγκη ὁπωσδήποτε νά τίς ἀποφεύγει…»[26]. …Χαρακτηριστικό θεωρῶ τόν ρεαλισμό τῆς χριστιανικῆς σκέψης τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, πού, μιλώντας γιά ἕνα ζευγάρι Χριστιανῶν, λέγει : «τό σπίτι τους εὔχομαι νά βασισθεῖ ἐπάνω σέ πίστη καί ἀγάπη καί σαρκική καί πνευματική»[27].
Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ὅτι «ἡ χρήση τῆς ἡδονῆς πρέπει νά εἶναι : 1) Φυσική (ἡ δοθεῖσα ὑπό τοῦ Θεοῦ), 2) ἔννομος (μόνον μεταξύ τῶν συζύγων), 3) μετρία (νά μή γίνεται κατάχρηση), καί 4) μετά «εὐχαριστίας» πρός τόν Θεό»[28]. 
2)        Ἡ τεκνοποιΐα.
Ὁ Θεός, ἀφοῦ εὐλόγησε τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα, εἶπε : «Αὐξάνεσθε καί πληθύνεσθε καί κατακυριεύσατε τῆς γῆς»[29]. Ἡ ἐντολή-εὐχή αὐτή τοῦ Θεοῦ θεωρεῖται ὡς ἕνας ἀπό τούς ἔμμεσους σκοπούς τοῦ γάμου. Δέν εἶναι ὁ πρωταρχικός οὔτε ὁ μόνος.
«Μερικοί Πατέρες ἀναφέρουν τήν τεκνογονία ὡς αἰτία αὐξήσεως τῶν ἀνθρώπων, πού δοξολογοῦν τόν ἀληθινό Θεό (των Χριστιανῶν). «Περισσότερους εἰσάγει ἀνθρώπους, πού εὐαρεστοῦν τόν Θεό»[30]
Ὑποστηρίζουν, ἐπίσης, ὅτι : 1) μέ τήν τεκνογονία ὁ ἄνθρωπος γίνεται συνεργός τοῦ Θεοῦ, 2) ὁ Θεός κυρίως δημιουργεῖ τα τέκνα, καί 3) τό κριτήριο τῆς τεκνογονίας (πολλά ἤ λίγα τέκνα;) εἶναι ἡ καλή διαπαιδαγώγηση.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος συνοψίζει ὡς ἑξῆς τά ἀνωτέρω : «καί οὔτε ἡ συνουσία, οὔτε τίποτε ἄλλο μπορεῖ νά συντελέσει στή γέννηση παιδιοῦ, ἄν τό χέρι τοῦ Θεοῦ δέν βοηθήσει καί δέν ἀφυπνίσει την φύση τῆς γυναίκας γιά τοκετό. Ἡ γέννα δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τήν μητέρα, ἀλλά ἡ καλή ἀνατροφή - διατροφή[31]. Ἄκουσε τόν Παῦλο… «ἄν ἀνέθρεψε παιδιά» εἶπε. Δέν εἶπε : ἄν ἐτεκνοποίησε, ἀλλά ἄν ἀνέθρεψε παιδιά»[32].
Βέβαια, ὁ Ἀπ. Παῦλος λέει ὅτι ἡ γυναίκα θά σωθεῖ διά τῆς τεκνογονίας, ἄν μείνουν οἱ σύζυγοι στήν πίστη, στήν ἀγάπη καί στόν ἁγιασμό μέ σωφροσύνη[33]. Ὀρθά ἑρμηνεύει τόν Ἀπ. Παῦλο ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, διότι, ἄν δέν ὑπάρχει πίστη, ἀγάπη, ἁγιασμός καί σωφροσύνη, τί νά τά κάνεις τά πολλά παιδιά; «Δέν προσέχετε πώς εἶναι καλύτερα τά καλά καί λίγα παιδιά, παρά τά πολλά καί κακά παιδιά»[34];
Τό τέλειο εἶναι ὁ ἁγιασμός τῶν συζύγων καί μετά ὅλα τά ἄλλα. Ἄν δώσει ὁ Θεός παιδιά, πολλά ἤ λίγα, νἆναι εὐλογημένο τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐμεῖς δέν πρέπει νά ἐπιδιώκουμε οὔτε τά πολλά, οὔτε τά λίγα, οὔτε νά ἀποφεύγουμε μέ τεχνητούς τρόπους τήν τεκνογονία.
3)        Ἡ διαπαιδαγώγηση τῶν τέκνων
Δέν εἶναι ὁ πρωταρχικός οὔτε ὁ μόνος σκοπός τοῦ γάμου. Ταιριάζει, ὅμως, καλύτερα στόν σκοπό τῆς ζωῆς τοῦ Χριστιανοῦ ὡς μέλους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, πού θέλει «ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νά σωθοῦν καί νά ἔλθουν στήν ἐπίγνωση τῆς ἀληθείας»[35].
Ὁ Ἀπ. Παῦλος λέει : «Καί σεῖς πατέρες, νά μήν ἐξοργίζετε τά παιδιά σας, ἀλλά νά τά ἀνατρέφετε μέ τήν παιδεία καί τή νουθεσία τοῦ Κυρίου»[36].
Ὅταν λέμε διαπαιδαγώγηση-ἀνατροφή τῶν τέκνων ἐννοοῦμε τήν σειρά ἐνεργειῶν ἑνός ἐνηλίκου, ὥστε συνειδητά καί σκόπιμα νά προαχθεῖ καί αὐξηθεῖ πρό πάντων πνευματικά καί πολιτιστικά τό παιδί… Ἡ διαπαιδαγώγηση εἶναι δυνατόν νά ἔχει καί ἱεραποστολικό χαρακτῆρα. Ἔχει ὡς βάση τήν κατά Χριστόν σωτηρία. «Ἐάν ἕνας ἀδελφός ἔχει γυναίκα ἄπιστη καί αὐτή συγκατανεύει νά συγκατοικεῖ μαζί του, ἄς μή χωρίζεται ἀπ' αὐτή. Καί ἄν μία γυναίκα ἔχει ἄνδρα ἄπιστο καί αὐτός συγκατανεύει νά συγκατοικεῖ μαζί της, ἄς μή χωρίζεται ἀπ' αὐτόν. Διότι, ὁ ἄπιστος ἄνδρας ἔχει ἁγιασθεῖ διά τῆς γυναικός καί ἡ ἄπιστη γυναίκα ἔχει ἁγιασθεῖ διά τοῦ ἀνδρός. Ἀλλοιῶς, τά παιδιά σας θά ἦσαν ἀκάθαρτα, τώρα ὅμως εἶναι ἅγια»[37].
Ἄς δοῦμε ἐν ὀλίγοις τί λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος γιά τήν διαπαιδαγώγηση τῶν τέκνων : «Πρέπει συνεχῶς νά μᾶς ἀπασχολεῖ, ὄχι πῶς θά κάμωμεν τά παιδιά μας πλούσια σέ χρυσάφι καί σέ ἀσήμι καί σέ παρόμοια, ἀλλά πῶς θά γίνουν ἀνώτερα ἀπό ὅλους σέ εὐλάβεια καί ἀρετή καί πῶς θά ἀποκτήσουν ζωή πνευματική»… «Ἐάν οἱ γονεῖς ἔχουν μεταξύ τους ὁμόνοια, τότε καί τά παιδιά ἀνατρέφονται καλά καί χωρίς δυσκολίες»… «Μή νομίσεις ὅτι ἡ θρησκευτική ἀγωγή, τήν ὁποία πρέπει νά δίδουμε στά παιδιά μας, ταιριάζει μόνο σέ ἐκείνους, πού πρόκειται νά ἀκολουθήσουν τήν μοναχική ζωή. Ἴσα-ἴσα σέ ἐκεῖνα τά παιδιά, πού πρόκειται νά ζήσουν στήν ἐγκόσμιο αὐτή ζωή, πρέπει νά δίδεται αὐτή ἡ ἀγωγή»… «Ἐγεννήθη τό παιδί; Μιμήσου τήν Ἄννα, ήην σύζυγο τοῦ Ἐλκαννᾶ. Πολύ γρήγορα ἐπῆρε τό παιδί καί τό ὁδήγησε στό ναό». «Στόν Θεό παρέδωκε το παιδί της»…. «Πῶς δέν εἶναι ἄτοπον νά στέλλης τό παιδί σου νά μαθαίνει τέχνες καί γράμματα στό σχολεῖο… ἀλλά δέν φροντίζεις νά τό ἐκτρέφεις καί νά τό μορφώνεις ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου»;… «Ἐάν στό σπίτι σας ἄκουαν τά παιδιά, ὦ γονεῖς, διαρκῶς νά τά διδάσκετε πῶς θά ἀποκτήσουν τήν πραγματική φιλοσοφία, δηλαδή τήν γνώση καί τήν ἐφαρμογή τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ… ταχέως θά ἐπαρουσίαζαν τους καρπούς, πού θά παρήγοντο ἀπό τα ἀγαθά αὐτά σπέρματα… Δυστυχῶς, τίποτε ἀπό αὐτά δέν κάμνομε… καί ἐκείνους, πού δέν συμβουλεύουν καί δέν παιδαγωγοῦν οἱ γονεῖς, τούς τιμωροῦν οἱ νόμοι τοῦ Κράτους.»… «Ὅπως ὁ Ἰώβ, ἔτσι καί οἱ γονεῖς νά προσφέρουν θυσίες πνευματικές γιά τήν ὁμαλή ἐξέλιξη τῶν παιδιῶν τους»… «Παίδευε μέ αὐστηρότητα καί ἀγάπη τόν γυιό σου… Διότι, σκληρό καί δύσκολο πρᾶγμα εἶναι ἡ νεότητα. Γι' αὐτό καί ἔχει ἀνάγκη ἀπό δυνατό χαλινάρι»… «Ἄς μήν ἀφήνουμε τά παιδιά ἐλεύθερα νά δοκιμάζουν τίποτε ἀπό ὅσα βλάπτουν, μήτε νά τούς χαριζόμαστε, ἐπειδή εἶναι παιδιά»[38].
4)        Ἡ κοινωνικότητα.
Δέν εἶναι πρωταρχικός οὔτε ὁ μόνος σκοπός τοῦ γάμου. Λέει ὁ Θεός μετά τήν δημιουργία τοῦ Ἀδάμ : «οὐ καλόν εἶναι τόν ἄνθρωπον μόνον»[39].
Καί ὁ Ἀριστοτέλης λέει : «κοινωνικόν ἄνθρωπος ζῶον»[40]. Αὐτός, πού δέν αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη τῆς κοινωνικότητος, εἶναι ἤ θηρίον ἤ θεός[41].
Ὁ Θεός δημιουργεῖ τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα κατ' εἰκόνα Του. Ἡ μικρή κοινωνία ἀνδρός καί γυναικός ἔχει σάν ἀρχέτυπό της τήν κοινωνία τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἡ κοινωνικότητα ἑπομένως τοῦ Γάμου εἶναι εἰκονική. Πρέπει δηλαδή νά ὁδηγεῖ πρός τό Ἀρχέτυπο τῆς εἰκόνος. Δέν εἶναι αὐτοσκοπός, ἀλλά ὁδηγεῖ πρός τόν τελικό σκοπό τοῦ γάμου, πού εἶναι ἡ κοινωνία μέ τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους.
Τόσο ἡ Ἁγία Γραφή ὅσο καί οἱ ἅγιοι Πατέρες μίλησαν γιά τήν κοινωνικότητα : «Δέστε πόσο καλό καί πόσο εὐχάριστο εἶναι νά κάθονται μαζί ἀγαπημένα τ' ἀδέλφια»[42]. Ὁ Χριστός εἶπε : «Ὅπου εἶναι δύο-τρεῖς στό ὄνομά μου, ἐκεῖ εἶμαι μεταξύ τους»[43]. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει : «Ὁ Θεός περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο φροντίζει, γιά νά μᾶς ἑνώσει καί νά μας συνδέσει μεταξύ μας»[44].
«Καί ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν»[45].
«Γυναίκα καί ἄνδρας δέν εἶναι δύο ἄνθρωποι, ἀλλά ἕνας ἄνθρωπος… ὅπως ἀκριβῶς δύο ἡμίτομα (δύο μισά) μιᾶς ἑνότητος»[46].
Ἡ κοινωνικότητα ἔχει βάση τήν ἀγάπη καί τήν θυσία. Χωρίς αὐτά τά δύο δέν μπορεῖ νά λειτουργήσει.
5)        Ἡ ἀλληλοβοήθεια.
Δέν εἶναι πρωταρχικός οὔτε ὁ μόνος σκοπός τοῦ Γάμου. Λέγοντας ἀλληλοβοήθεια ἐννοοῦμε τήν ἠθική, κοινωνική, οἰκονομική καί τεχνική βοήθεια τοῦ ἑνός ἀνθρώπου πρός τόν ἄλλο. Ἡ ἀλληλοβοήθεια μέσα στόν γάμο εἶναι μιά ἔκφραση τῆς κοινωνικότητας. «Ἀλλήλων τά βάρη βαστάζετε καί οὕτως ἀναπληρώσατε τόν νόμον τοῦ Χριστοῦ»[47]«Ἡ βιολογική ἀλληλοβοήθεια ἀμφοτέρων τῶν συζύγων εἶναι ἡ ἱκανοποίηση τῆς γενετήσιας ὁρμῆς, ἡ τεχνική καί οἰκονομική εἶναι ἡ ἱκανοποίηση τῆς ὁρμῆς πρός αὐτοσυντήρηση καί ἡ πνευματική εἶναι ἡ ἱκανοποίηση τῶν πνευματικῶν ὁρμῶν τῶν συζύγων»[48].
6)        Ἡ ἐγκοίτωση των ἐπιθυμιῶν.
Δέν εἶναι ὁ πρωταρχικός οὔτε ὁ μόνος σκοπός τοῦ Γάμου. «Ἡ ἐγκοίτωση τῶν ἐπιθυμιῶν, δηλαδή ὁ ἀποκλεισμός τῆς γενετήσιας ἀνηθικότητας, γίνεται μέ τήν ἱκανοποίηση τῆς γενετήσιας ὁρμῆς μέσα στό γάμο»[49].
Ὁ Ἀπ. Παῦλος συνιστᾶ : «Πρός ἀποφυγή τῆς πορνείας, ὁ καθένας ἄς ἔχει τήν γυναῖκα του καί κάθε μία ἄς ἔχει τόν ἄνδρα της[50]… Οἱ σύζυγοι οἱ μέλλοντες, ἐάν δέν μποροῦν νά μείνουν ἐγκρατεῖς, ἄς παντρευτοῦν. Εἶναι καλύτερα νά παντρεύεται κανείς, παρά νά καίεται ἀπό ἐπιθυμία»[51]… «Νά μή στερεῖτε τήν προσωπική συνάφεια ἀλλήλων, ἐκτός ἄν γίνει ἀπό συμφώνου προσωρινά, γιά νά ἀφιερωθεῖτε στή νηστεία καί στήν προσευχή καί πάλι νά σμίγετε μαζί, γιά νά μή σᾶς πειράζει ὁ Σατανάς, ἐξ αἰτίας τῆς ἀδυναμίας σας νά συγκρατηθεῖτε»[52].
«Θέλω, λοιπόν, οἱ νεότερες χῆρες νά παντρεύονται, νά γεννοῦν παιδιά, νά διευθύνουν τό σπίτι τους καί νά μή δίνουν στόν ἐναντιούμενο καμμία ἀφορμή πρός κατηγορία»[53].
«Ἡ ἐγκοίτωση τῶν ἐπιθυμιῶν κατ' ἐξοχήν τονίστηκε ὡς σκοπός τοῦ γάμου ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μετά τόν 4ον αἰῶνα ὡς προπαιδευτική διδασκαλία, γιά νά περιορίσουν τήν ἀπό τους εἰδωλολάτρες κατάχρηση τῆς ἱκανοποίησης τῆς γενετήσιας ὁρμῆς (πολυγαμία, παλλακεία, ἑταιρισμός κλπ.)»[54].
Εἴδαμε ὡς τώρα μιά περίληψη τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας περί γάμου. Ἦταν κάπως κουραστικό, ἀλλά χρήσιμο. «Τά καλά κόποις κτῶνται καί πόνοις κατορθοῦνται». Καλό θά ἦταν νά δοῦμε τώρα πῶς αὐτή ἡ θεολογία ἐφαρμόστηκε ἀπό ἐγγάμους ἁγίους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Γιά νά μή μακρηγοροῦμε διαλέξαμε μόνο δύο οἰκογένειες ἁγίων : τήν ἁγία οἰκογένεια τῶν μαρτύρων Σοφίας, Πίστεως, Ἐλπίδος καί Ἀγάπης καί τήν ἁγία οἰκογένεια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ.
1.        Βίος τῶν ἁγίων μαρτύρων Σοφίας, Πίστεως, Ἐλπίδος καί Ἀγάπης
Ἡ ἁγία Σοφία (+110) γεννήθηκε σέ μιά πόλη κοντά στήν Ρώμη ἀπό γονεῖς εὐγενεῖς κι εὐσεβεῖς. Ὅταν ἔφθασε σέ ἡλικία γάμου, παντρεύτηκε καί ἔκανε τρεῖς κόρες : τήν Πίστη, τήν Ἐλπίδα καί τήν Ἀγάπη.
Ὅταν ἀπέθανε ὁ ἄνδρας της, ἐπῆρε τίς κόρες της καί ἐπῆγαν στήν Ρώμη. Τότε αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Ἀδριανός. Καί οἱ τρεῖς κόρες ἔμοιαζαν τῆς μητέρας τους Σοφίας. Ἦταν σοβαρές, τίμιες καί εὐσεβεῖς χριστιανές. Της ἔμοιαζαν βέβαια καί στό σωματικό κάλλος, περισσότερο, ὅμως, στό πνευματικό.
Ἡ ἁγία Σοφία παιδαγωγοῦσε μέ παιδεία καί νουθεσία Κυρίου τίς τρεῖς κόρες της. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἔδωσε σ' αὐτές ὀνόματα Εὐαγγελικῶν ἀρετῶν, γιά νά θυμοῦνται συνέχεια ὅτι : «Αὐτά τά τρία μένουν : Πίστη, Ἐλπίδα, Ἀγάπη. Μεγαλύτερη, ὅμως, ἀπ' αὐτά εἶναι ἡ ἀγάπη»[55].
Ἐπίστευε ὅτι ἡ ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν, ἡ ἐφαρμογή τῶν ἐντολῶν τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία, ἡ προσευχή, ἀναλόγως τῶν δυνατοτήτων, ἡ τήρηση ψυχῆς καί σώματος καθαρῶν ἀπό μολυσμένα λόγια, σκέψεις καί πράξεις, ἡ μυστηριακή ζωή στίς κατακόμβες καί ἡ ἐν μετανοίᾳ ἐκζήτηση τοῦ θείου ἐλέους θά ἐξασφάλιζαν καί γιά τόν ἑαυτό της καί γιά τίς κόρες της τήν οἰκογενειακή εἰρήνη, τήν προσωπική ψυχοσωματική ἰσορροπία, τήν ἔντιμη κοινωνική ζωή, πού ὁδηγοῦν στήν Σταυροαναστάσιμη χαρά τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ. Ὁ εἰδωλολατρικός κόσμος ἔσβηνε μέσα στόν δαιμονισμό, τήν ἀκολασία, τίς προκαταλήψεις καί τήν φιλαυτία. Ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία Του ἦταν τό μόνο διέξοδο στά ἀδιέξοδα τοῦ Ἑλληνορωμαϊκοῦ κόσμου καί πολιτισμοῦ.
Ἦταν θέλημα Θεοῦ οἱ ἁγίες αὐτές ψυχές νά ἀγωνισθοῦν μαρτυρικά καί νά βραβευθοῦν μέ τόν στέφανο τῆς δικαιοσύνης. Σύρονται προδομένες στόν Δικαστή. Αὐτός τίς κολακεύει ξεχωριστά καί τίς λέει νά μή κατηγοροῦν τούς θεούς τῶν προγόνων, γιατί αὐτό σπέρνει διχόνοια στή Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία. Τίς ὑπόσχεται χρήματα, συζύγους καί δόξα.
«Ἐμεῖς», ἀπάντησαν, «ξέρουμε ὅτι αὐτά, πού μᾶς λές, δέν τά λές ἐσύ, μά σέ διατάζει ὁ σατανάς. Πιστεύουμε στόν Χριστό καί ὅ,τι τιμωρία μᾶς βάλεις, θά τήν δεχτοῦμε. Πιστεύεις, λοιπόν, δικαστή, ὅτι μέ τίς κολακεῖες καί ὅ,τι ἄλλο μεταχειριστεῖς θά μᾶς κάνεις νά ἀλλάξουμε γνώμη»;
Ὁ δικαστής, ἀφοῦ διεπίστωσε ὅτι δέν πρόκειται νά θυσιάσουν στά εἴδωλα, διέταξε νά γδύσουν πρῶτα τήν ἁγία Πίστη καί νά τήν κτυπήσουν ἀνηλεῶς σ' ὅλο τό σῶμα της. Ἀντί γιά αἷμα, ἔβγαλαν γάλα οἱ πληγές. Δέν πονοῦσε ἡ Πίστη. Τήν ἔβαλε νά ψηθεῖ σέ σχάρα. Δέν ἔπαθε τίποτε. Τήν ἀποκεφάλισε.
Ἄρχισε ὁ δικαστής νά βασανίζει τήν ἁγία Ἐλπίδα, διότι ἀντιστεκόταν στίς ἀπειλές καί τίς κολακεῖες του. Κτυπήματα μέ νεῦρα, ψήσιμο στό καμίνι, κρέμασμα καί ξέσχισμα, πίσσα καί ρετσίνι βραστό, δέν ἐμπόρεσαν νά κάμψουν τήν ἁγία Ἐλπίδα. Θαυματουργικῶς ἐγλύτωσε. Τότε τήν ἀπεκεφάλισαν.
Τώρα ἦλθε ἡ σειρά τῆς ἁγίας Ἀγάπης. Τήν ἐκτύπησαν μέ λουριά, τήν ἔριξαν στήν φωτιά, τήν ἐκάρφωσαν, μά δέν ἔπαθε τίποτε. Τήν ἀπεκεφάλισαν.
Ἡ ἁγία Σοφία ἐζήτησε καί ἐπῆρε τά ἅγια λείψανα τῶν παιδιῶν της καί ἐφρόντισε νά θαφτοῦν, καθώς τούς ἔπρεπε, χριστιανικά. Τρεῖς ἡμέρες μετά ἐπῆγε στήν Ἐκκλησία, ὅπου ἦταν καί οἱ τάφοι τῶν παιδιῶν της καί παρεκάλεσε τόν Θεό νά τήν πάρει, γιά νά εἶναι κοντά στά παιδιά της. Ἔτσι, ἐνῶ ἦταν σκυφτή ἐπάνω στούς τάφους, ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ.
Ἡ ἁγία αὐτή οἰκογένεια ἑορτάζει στίς 17 Σεπτεμβρίου[56].
2.        Τά νεανικά χρόνια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ
Ὁ ὑπέρμαχος τοῦ ἡσυχασμοῦ, ὁ κήρυκας τῆς ἀκτίστου Χάριτος καί τοῦ ἀκτίστου Φωτός, εἶχε ἕνα πολυκύμαντο βίο, γεμᾶτο ἀγῶνες ἀσκητικούς καί θεολογικούς, περιπέτειες καί ἐμφυλίους πολέμους. Ἦταν ὁ ἴδιος, ὅμως, εἰρηνικός, πρᾶος, ταπεινός, χαρμολυπητικός, πενθώντας γιά τίς ἁμαρτίες καί τά πάθη του, ὅσες εἶχε, ἄν εἶχε, καθαρίζοντας τήν καρδιά καί τόν νοῦ μέ τήν ἐνέργεια τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ.
Δέν εἶναι δυνατόν νά περιγράψουμε ἐδῶ ὅλο τόν βίο του. Ἐκεῖνο, πού μᾶς ἐνδιαφέρει, εἶναι ἡ οἰκογενειακή του ζωή, πρίν ἀκόμη γίνει μοναχός καί πῶς κατέληξε ἐκεῖ.
Οἱ γονεῖς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, Κωνσταντίνος καί Καλλονή, προέρχονταν ἀπό τήν Μικρά Ἀσία. Ἐγκατεστάθησαν στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου, μετά τόν γάμο τους, ἀπέκτησαν πέντε παιδιά, τρία ἀγόρια καί δύο κορίτσια.
Ἦσαν εὐγενεῖς καί πλούσιοι σέ χρήματα, μόρφωση καί ἀρετή. Αὐτά τά προσόντα συνετέλεσαν, ὥστε ὁ Αὐτοκράτορας Ἀνδρόνικος Β' Παλαιολόγος νά ἐπιλέξει τόν Κωνσταντῖνο ὡς διδάσκαλο τοῦ ἐγγονοῦ καί διαδόχου του Ἀνδρονίκου. Μετά τόν ἔκανε συγκλητικό, σύμβουλο τοῦ Κράτους καί προστάτη τῶν ἀδικουμένων.
Κάποτε, μέ τήν μεσολάβηση του, μιά χήρα γυναῖκα ἐπῆρε πίσω μεγάλο χρηματικό ποσό, πού τῆς τό πῆρε παράνομα ἕνας ἀνώτατος ἀξιωματοῦχος. Ἐκείνη, γιά νά τόν εὐχαριστήσει, τοῦ προσέφερε τό μισό ἀπ' αὐτό τό ποσό, ἀλλ' αὐτός ἀρνήθηκε, λέγοντας :
«Πολύ ἀδικεῖς τόν εὐεργέτην σου, ἀφοῦ μέ μιά μικρή δωρεά θά τοῦ στερήσεις τήν δωρεά μεγάλων ἀγαθῶν ἀπό τόν Θεό».
Ἦταν πολύ ἀφοσιωμένος στόν Θεό, ὥστε ὑπῆρχαν στιγμές κατά τή διάρκεια συσκέψεων τῆς Συγκλήτου ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορος, πού ἐπιδιδόταν στήν νοερά προσευχή. Ἦταν ὁ μόνος, πού μποροῦσε μέ τήν πραότητα, διάκριση καί ταπείνωσή του νά καταπραΰνει τόν αὐτοκράτορα σέ στιγμές ὁργῆς καί ἀγανακτήσεως.
Τοῦ ἄρεσε νά συναναστρέφεται μέ ἔμπειρους μοναχούς. Ἐπισκεπτόταν συχνά τά μοναστήρια μέσα καί ἔξω ἀπό τήν Πόλη μαζί μέ τά παιδιά του. Κάποτε ἐξεκίνησε νά πάει στόν περίφημο πνευματικό Φωκᾶ στόν Γαλατᾶ. Σέ μιά στιγμή ἐρωτᾶ : «Ἐπήρατε τίποτα φαγώσιμο γιά τόν διδάσκαλο; Ὄχι;».
Τότε προσευχήθηκε, ἐβύθισε τό χέρι του στήν θάλασσα κι ἔπιασε ἕνα μεγάλο λαυράκι.
«Νά, καί τό τραπέζι, πού ἑτοίμασε ὁ Θεός γιά τόν π. Φωκᾶ».
Στό τέλος τῆς ζωῆς του ἔγινε μοναχός μέ τό ὄνομα Κωνστάντιος. Πολύ ἀργότερα ἔγινε μοναχή καί ἡ γυναῖκα του, Καλλονή, καί τά πέντε παιδιά τους, σαφῶς ἐπηρεασμένα ἀπό τό ἅγιο παράδειγμά του καί μέ τήν προτροπή καί τήν προσευχή τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἐγεννήθηκε τό 1296 καί ἦταν μόλις ἑπτά ἐτῶν, ὅταν ἀπέθανε ὁ πατέρας του.
Ὅταν τά παιδιά τοῦ Κωνστάντιου τώρα μοναχοῦ πήγαιναν στά ἀνάκτορα, οἱ αὐλικοί ἔλεγαν : «Αὐτά εἶναι τά παιδιά τοῦ ἁγίου».
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἐτελείωσε πολύ ἐνωρίς τίς σπουδές του, ὥστε ὅλοι τόν ἐθαύμαζαν. Ὅταν ἔδωσε μιά διάλεξη περί λογικῆς τοῦ Ἀριστοτέλους στά ἀνάκτορα, ὁ Θεόδωρος Μετοχίτης, πρύτανις τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Πόλης, εἶπε : «Καί ὁ ἴδιος ὁ Ἀριστοτέλης ἄν ἦταν παρών καί τόν ἄκουε, θά τόν ἐπαινοῦσε ὑπερβολικά, ὅπως νομίζω».
Μετά τίς θύραθεν σπουδές του ἐπιδίδεται στήν μελέτη τῶν Πατέρων τῆς Ὀρθοδοξίας καί στόν πνευματικό ἀγώνα. Εἶχε ἐπαφές μέ μοναχούς σωστούς. Ὁ πνευματικός του καθοδηγητής ἦταν ὁ ἅγιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας, ἁγιορείτης, ἀπό τόν ὁποῖο κυρίως ἔμαθε τήν νήψη καί τήν νοερά προσευχή.
Ὅταν ἔγινε εἴκοσι χρονῶν, τό 1316, ἔφυγε ἀπό τόν κόσμο. Ἔπεισε ὅλα τά μέλη τῆς οἰκογενείας του, ἀκόμα καί τούς ὑπηρέτες, νά ἀλλάξουν τρόπο ζωῆς, ἔστω κι ἄν ἔμεναν στόν κόσμο. Μαζί μέ τούς κατά σάρκα ἀδελφούς του, Μακάριο καί Θεοδόσιο, ἔφυγαν, γιά νά γίνουν μοναχοί. Στό Ἅγιον Ὄρος ἔφθασαν τό 1317, ὅπου ὁ ἅγιος Γρηγόριος κείρεται μοναχός στήν Μονή Βατοπεδίου. Ἔμεινε ἐκεῖ μέχρι τό 1320, ὁπότε ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ ὁ Γέροντάς του Νικόδημος[57].
Στούς προαναφερθέντες βίους ἁγίων βλέπουμε ὁμοιότητα, συνέχεια, ἑνότητα πίστεως καί ζωῆς, ὀρθοδόξων ἀμφοτέρων. Τήν ζωή καί τόν θάνατο τῶν μαρτύρων ἐγγάμων ἤ μή, συνεχίζουν οἱ ἔγγαμοι καί μή ἡσυχαστές. Τό μαρτύριο τοῦ αἵματος τό διαδέχεται τό μαρτύριο τῆς συνειδήσεως. Ἡ μαρτυρία, ἡ ὁμολογία πίστεως τῶν μαρτύρων συνεχίζεται μέ τή σιωπηρή κραυγή τῶν ἡσυχαστῶν, ἐγγάμων καί ἀγάμων. Κοινός εἶναι ὁ στόχος ὅλων, ἡ θέωση. Κοινά τά μέσα, πλήν τῆς παρθενίας. Ἔτσι, κοινός εἶναι ὁ ἀγῶνας, κοινός ὁ  χρόνος, ὁ χῶρος, ἡ φύση. Κοινός ὁ ἐχθρός καί τά ἐμπόδια. Μέσα σ' αὐτά τά πλαίσια ἔζησαν οἱ πλεῖστοι ὀρθόδοξοι, ἐπώνυμοι καί ἀνώνυμοι, μέχρι σήμερα.
Ὁ ἐν Χριστῷ γάμος εἶχε καί ἔχει κέντρο τόν ἐν Χριστῷ μοναχισμό. Ὁ ἐν Χριστῷ μοναχισμός εἶχε καί ἔχει κέντρο τήν ἀγγελική πολιτεία. Καί ἡ ἀγγελική πολιτεία εἶχε καί ἔχει κέντρο τήν Ἁγία Τριάδα. Ὅλοι, ἔγγαμοι καί μοναχοί, ἄγγελοι καί ἅγιοι, τείνουν πρός τό κέντρο αὐτό, πού εἶναι ἄναρχο καί ἀτελεύτητο˙ κατά φύσιν, μέ σκοπό νά γίνουν κι αὐτοί ἄναρχοι καί ἀτελεύτητοι κατά χάριν (ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς), μέ τήν ἄσκηση καί τήν λατρευτική ζωή. Χωρίς αὐτές μετοχή στήν Θεία Χάρη τῆς Ὀρθοδοξίας δέν ὑπάρχει. Ἡ θεία χάρη, ἡ ἀγαθή δωρεά τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο τῆς Ἑλληνορθοδόξου Παραδόσεως, μοναχό καί λαϊκό, μεταβαίνει στήν ψυχή πρῶτα καί ἀπό ἐκεῖ πάει στό σῶμα καί μένει ἀνεκφοίτητος, δηλαδή μένει ἐκεῖ αἰωνίως (ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς), ἄν μετανοοῦμε, ἐξομολογούμεθα, κοινωνοῦμε τά Ἄχραντα Μυστήρια καί ἀσκούμεθα στήν ὑπακοή, νηστεία, ἀγρυπνία καί προσευχή.
Μόνο ἔτσι κατάφεραν οἱ ὀρθόδοξοι νά ξεπεράσουν τόν ἑαυτό τους, τίς δυσκολίες καί κρίσεις τῆς ζωῆς (ἔγγαμης καί μοναχικῆς), τόν θάνατο, τήν φθορά καί τίς αἱρέσεις τοῦ Παπισμοῦ, Προτεσταντισμοῦ, Μωαμεθανισμοῦ καί γενικά τοῦ ἀνθρωποκεντρισμοῦ.
Οἱ αἱρέσεις αὐτές προσπάθησαν, ἰδιαιτέρως ἀπό τόν 14ο ἕως τόν 20ο αἰώνα μ.Χ., νά χαλάσουν τόν δεσμό Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί Ἀνατολικῆς Εὐρώπης, Βαλκανίων καί Ἐγγύς Ἀνατολῆς, διαλύοντας τήν ἐν Χριστῷ οἰκογένεια καί τόν ἐν Χριστῷ μοναχισμό. Τά τελευταῖα δύο μυστήρια ἦσαν καί εἶναι πνευματικοί χῶροι, ὅπου πραγματοποιεῖται ἡ κοινωνία θεώσεως. Εἶναι σχολεῖα ἁγίων καί μετανοούντων ἁμαρτωλῶν. Εἶναι ἐκκλησιαστικές πραγματικότητες, πού, ὅταν λειτουργοῦν σωστά, ἀποκαλύπτουν τήν καθολικότητα τῆς Ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ.
Βέβαια, ὁποιεσδήποτε κοινωνίες ἀνθρώπινες, ἀκόμη καί χριστιανικές, δέν εἶναι τέλειες. Τέλειος μόνο εἶναι ὁ Θεός. Ὑπάρχει ἡ ἀσθένεια τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, τό κοσμικό φρόνημα, ὁ διάβολος καί τά ὄργανά του, πού παλεύουν κατά τοῦ Θεοῦ καί τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν.
Π.χ. στήν ἐποχή τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τόν 18ο αἰ. μ.Χ., ὀργίαζαν οἱ Εὐρωπαῖοι, Παπικοί καί Προτεστάντες, μισσιονάριοι, οἱ Ἕλληνες Εὐρωπαΐζοντες διανοούμενοι ἀπό τήν μία, καί ὁ βίαιος ἐξισλαμισμός τῶν ὀρθοδόξων πληθυσμῶν ἀπό τήν ἄλλη, στό χῶρο τῶν Βαλκανίων καί τῆς Ἐγγύς Ἀνατολῆς. Λόγῳ τῆς βαρειᾶς φορολογίας, τῆς ἀνασφάλειας, τῆς βίας, τοῦ παιδομαζώματος, τῆς ἀπαιδευσίας, τῆς ὀλιγοπιστίας καί τῶν προκαταλήψεων, ἄλλοι ὀρθόδοξοι ἔκλιναν πρός τήν Δυτική Εὐρώπη καί ἄλλοι πρός τόν Μωαμεθανισμό.
Ὄλ' αὐτά ἐπηρέασαν καί τόν θεσμό τοῦ γάμου. Π.χ. ἐπειδή φοβόντουσαν καί δέν ἄντεχαν οἱ ὀρθόδοξοι τό παιδομάζωμα, ἀλλά καί τίς ἀπαγωγές γυναικῶν, πού προοριζόταν γιά τά χαρέμια τῶν Μωαμεθανῶν, ἀλλαξοπιστοῦσαν, γιά νά σώσουν τήν τιμή τῆς οἰκογενείας τους καί τά παιδιά τους. Ἄλλοι ἐγίνονταν κρυπτοχριστιανοί, ἄλλοι συνειδητοί Μουσουλμᾶνοι. Μεταξύ δύο κακῶν, διάλεγαν τό χειρότερο.
Ὑπῆρξαν βέβαια ὑγιεῖς ἀντιδράσεις σ' ὅλα αὐτά : Ἡ ἵδρυση Ἑλληνικῶν σχολείων ἀπό τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία κυρίως καί ἀπό εὐπόρους ἐμπόρους Ἕλληνες τοῦ ἐξωτερικοῦ, τό κίνημα τῶν Κολλυβάδων μέ στόχο τήν ἐπιστροφή στήν γνήσια Ἑλληνορθόδοξη Παράδοση, οἱ Ἅγιοι Νεομάρτυρες, ἡ κλεφτουριά καί οἱ ἀρματωλοί, οἱ πολιτικές πιέσεις τῆς Ρωσσίας ἐπί τῆς Τουρκίας, ἔστω καί γιά ἰδίους λόγους, μέ αἴτημα τήν βελτίωση τῶν ὅρων διαβιώσεως τῶν ὑποδούλων ὀρθοδόξων, ἔδιναν ἐλπίδα, κουράγιο καί προοπτική αἰωνιότητος κατά τά δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια.
Μέσα στό σκότος ἐκεῖνο ἦλθε τό φῶς : Ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ Προφήτης καί Γενάρχης τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, ὁ ἱεραπόστολος Ἁγιορείτης.
Θά δοῦμε μέ λίγα λόγια πῶς ἀντέδρασε κατά τοῦ ἐξευρωπαϊσμοῦ καί τοῦ ἐκμουσουλμανισμοῦ τῶν ὀρθοδόξων : «Εἶναι φανερό ὅτι ὁ Πατροκοσμᾶς ἔδωσε προτεραιότητα στήν παιδεία. Προτεραιότητα, ὅμως, ἔδωσαν καί οἱ ἄλλοι, οἱ Εὐρωπαΐζοντες, οἱ λόγοι τῆς «θύραθεν». Ὅλοι γιά παιδεία τοῦ Κοσμᾶ μιλοῦσαν καί ἔγραφαν. Ὅπως καί σήμερα. Ἀλλά, ἡ παιδεία τοῦ Κοσμᾶ καί ἡ παιδεία τοῦ κόσμου ἀπέχουν μεταξύ τους ὅσο ὁ οὐρανός ἀπό τήν γῆ… Οἱ λόγιοι θέλανε τήν παιδεία τοῦ κόσμου. Ὁ Κοσμᾶς τήν παιδεία τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνοι θέλανε τήν παιδεία τῆς Δύσης. Ὁ Κοσμᾶς τήν παιδεία τῆς καθ' ἡμᾶς Ἀνατολῆς. Ἐκεῖνοι θέλανε τήν παιδεία, πού σκοτίζει μοναχή της τό μυαλό, γιά νά θυμηθοῦμε τόν Ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη. Ὁ Κοσμᾶς ἤθελε τήν παιδεία, πού φωτίζει τόν νοῦ ὡσάν τόν ἥλιο. Γιά ’κείνους ἡ παιδεία ἦταν σκοπός. Γιά τόν Ἅγιο Κοσμᾶ μέσον. Ἡ παιδεία ἐκείνων ὁδηγεῖ στήν ἐκμετάλλευση. Ἡ παιδεία τοῦ Πατροκοσμᾶ στή Θέωση. Ἡ δική τους παιδεία ὑποδουλώνει τόν ἄνθρωπο. Τοῦ Κοσμᾶ τόν ἀπολυτρώνει. Ἡ πρώτη χαρίζει ἐξωτερική, δηλαδή ψεύτικη ἐλευθερία. Τοῦ Κοσμᾶ ἐσωτερική, πνευματική[58].
Στόχος τῆς παιδείας τοῦ Πατροκοσμᾶ εἶναι ἡ διά τοῦ Ἑλληνισμοῦ κοινωνία μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία : «Καί ἐάν δέν ἐμάθετε οἱ πατέρες νά σπουδάζετε τά παιδιά σας, νά μανθάνουν τά ἑλληνικά, διότι καί ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι εἰς τήν Ἑλληνικήν. Καί ἄν δέν σπουδάσης τά ἐλληνικά, ἀδελφέ μου, δέν ἡμπορῆς νά καταλάβης ἐκεῖνα, ὅπου ὀμολογεῖ ἡ Ἐκκλησία μας. Καλύτερον, ἀδελφέ μου, νά ἔχεις ἑλληνικόν σχολεῖον εἰς τήν χώραν σου, παρά νά ἔχεις βρύσες καί ποτάμια. Καί ὡσάν μάθης τό παιδί σου γράμματα, τότε λέγεται ἄνθρωπος. Τό σχολεῖον ἀνοίγει ἐκκλησίας. Τό σχολεῖον ἀνοίγει μοναστήρια»[59].
Δέν ἀρκεῖ ἡ διανοητική γνώση, πού παρέχεται στά σχολεῖα. Χρειάζεται καί ἡ πνευματική ἐμπειρία, ἡ αἴσθηση τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτή ἀποκτᾶται μέ τήν ἄσκηση καί τήν λατρευτική ζωή : «Ἀπό τόν Χριστόν μή χωρίζεσθε καί ἀπό τήν Ἐκκλησίαν. Ἀκοῦτε τόν ἱερέα ὁπού σημαίνει; Εὐθύς σηκώνεσθε, νά νίπτεσθε καί νά πηγαίνετε εἰς τήν Ἐκκλησίαν, νά ἀκοῦτε τήν Ἀκολουθίαν μέ προσοχήν. Ὁμοίως καί τήν Θείαν Λειτουργίαν. Καί νά ἑρμηνεύετε τά παιδιά σας, ὅσον καί δύνασθε, νά μή ἁμαρτήσουσι, νά πηγαίνουσιν εἰς τήν ἐκκλησίαν, νά εὐλογοῦνται, διά νά ζήσουν καί νά προκόψουν…
… Νά βάνητε τούς ἱερεῖς νά λειτουργοῦν εἰς τήν ἐκκλησίαν κάθε ἡμέραν, διά νά εὐλογῆται ἡ χώρα σας καί νά συγχωροῦνται τά ἁμαρτήματά σας καί νά δώση ὁ Χριστός κάθε ὑγείαν καί καλήν προκοπήν»[60].
Στόχος τῆς ἀσκήσεως καί τῆς λατρευτικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεόν καί τούς ἀδελφούς μας :
«Φυσικόν μας εἶναι ν' ἀγαπῶμεν τούς ἀδελφούς μας. Διότι, εἴμεθα μιᾶς φύσεως, ἔχομεν ἕνα βάπτισμα, μίαν πίστιν, τά Ἄχραντα Μυστήρια μεταλαμβάνομεν, ἕναν Παράδεισον ἐλπίζομεν ν' ἀπολαύσωμεν. Καλότυχος ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος, ὁποῦ ἀξιώθηκε καί ἔλαβεν εἰς τήν καρδίαν του αὐτάς τάς δύο ἀγάπας εἰς τόν Θεόν καί εἰς τούς ἀδελφούς του»[61].
Πῶς θά δείξουμε ἔμπρακτα τήν ἀγάπη μας; Διά τῆς συγχωρήσεως τῶν ἐχθρῶν μας : «ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τούς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καί προσεύχεσθε ὑπέρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καί διωκόντων ὑμᾶς»[62].
«…Διά τοῦτο, χριστιανοί μου, ἄν θέλετε νά σᾶς συγχωρήση ὁ Θεός ὅλα σας τά ἁμαρτήματα καί νά σᾶς γράψη διά τόν παράδεισον, εἰπέτε καί ἡ εὐγένειά σας διά τούς ἐχθρούς σας τρεῖς φοράς : ὁ Θεός συγχωρήσει καί ἐλεήσει αὐτούς… Ἐσύ πάλιν, ὁποῦ ἀδίκησες τούς ἀδελφούς σου, καί ἤκουσες, ὁποῦ εἶπον νά σέ συγχωρήσουν μή χαίρεσαι, ἀλλά μάλιστα νά κλαῖς… Ὅλοι οἱ πνευματικοί, πατριάρχαι, ἀρχιερεῖς, ὅλος ὁ κόσμος νά σέ συγχωρήσει, ἀσυγχώρητος εἶσαι. Ἀμή ποῖος ἔχει τήν ἐξουσίαν νά σέ συγχωρήση; Ἐκεῖνος, ὁποῦ τόν ἀδίκησες, καί, ἄν ἐξετάσωμεν καλά, πρέπει νά δώσης εἰς τό ἕνα τέσσερα, καθώς λέγει τό ἱερόν Εὐαγγέλιον, καί τότε νά λάβης συγχώρησιν»[63].
Λέει, ἐπίσης, κάπου ἀλλοῦ στίς Διδαχές του ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὅτι, ἄν σέ ἀπατήσει ἡ σύζυγός σου καί ζητήσει συγγνώμη μέ εἰλικρινῆ μετάνοια, νά μή τήν τιμωρήσεις, οὔτε νά τήν διώξεις, ἀλλά νά τήν συγχωρέσεις ἐκ βάθους καρδίας, ὅπως ὁ Χριστός ἐσυγχώρεσε τήν ἐπ' αὐτοφώρῳ συλληφθεῖσαν νά μοιχεύη[64].
Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς μπόρεσε νά νικήσει, ἐκτός τῶν ἄλλων, καί μέ τόν μαρτυρικό του θάνατο τούς δύο Ἀντιχρίστους, τόν Πάπα καί τόν Μωάμεθ, ἐστήριξε τόν θεσμό τοῦ γάμου, πού στηρίζεται στήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί στήν ἰσοτιμία ἀνδρός καί γυναικός, ὀργάνωσε σχολεῖα μέ Ἑλληνορθόδοξη Παιδεία, ἐκτύπησε αὐστηρά τόν πλοῦτο τόν ὑλικό, ἐζήτησε συγγνώμη, ἔλαβε καί ἔδωσε συγγνώμη σέ ὅλους. Ἔτσι, ἀνανέωσε προοδευτικά καί πνευματικά τόν Ἑλληνορθόδοξο λαό μας, ἔσωσε τό Ἔθνος ἀπό τήν διάλυση, τόν ἐκλατινισμό καί ἐκμουσουλμανισμό καί ἑτοίμασε, χωρίς ἐπανάσταση, τήν Ἐθνεγερσία τοῦ 1821.
Τό Νεοελληνικό Κράτος ἀπό τό 1828 μέχρι σήμερα προσανατολίστηκε, μιμούμενο καί ἀντιγράφοντας δουλικά τούς ξένους, πρός τήν Εὐρώπη. Στό θέμα τοῦ γάμου- οἰκογένειας βρῆκαν οἱ Εὐρωπαΐζοντες διαφωτιστές διανοούμενοι καί πολιτικοί περισσότερη ἀντίσταση  ἐκ μέρους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος παρ' ὅτι σέ ἄλλα θέματα. Γι' αὐτό προσπάθησαν νά διαβρώσουν τό ὀρθόδοξο φρόνημα κλήρου καί λαοῦ μέ προπαγάνδα, ἐκπαιδευτικά προγράμματα, οἰκονομική διάβρωση, προσπάθεια νομικῆς ὑποδουλώσεως τῆς Ἐκκλησίας στό Κράτος, διάλυση μοναστηριῶν, ἐνίσχυση αἱρετικῶν ἱεραποστόλων, πού δροῦσαν στήν Ἑλλάδα κ.ἄ.
Τελικά κατάφεραν νά ἐντάξουν τήν Ἑλλάδα στήν ΕΟΚ. Τό Εὐρωπαϊκό οἰκογενειακό δίκαιο ὑπερισχύει τοῦ ὀρθοδόξου στήν Ἑλλάδα : Ἀποποινικοποίηση μοιχείας, ἀμβλώσεων, αὐτόματο διαζύγιο, ἀδικία κατά τοῦ μή πταίοντος συζύγου, καί ἄλλες λεπτομέρειες, πού διαλύουν τήν οἰκογένεια, ὅπως καί ὁ πολιτικός γάμος.
Τώρα θέλουν νά τά ἐπιβάλουν αὐτά καί στήν Κύπρο[65]. Ποιά εἶναι ἡ κατάσταση σήμερα στήν Ἑλλάδα καί Κύπρο;
Ζοῦμε μέ ἀμερικανικό τρόπο ζωῆς: Ὑπερκατανάλωση ἀγαθῶν, καθιστική ζωή, ζοῦμε στήν γραμμή ἡ γνώση γιά τήν γνώση, τό σέξ γιά τό σέξ, θέλουμε δικαιώματα χωρίς ὑποχρεώσεις, γίναμε οἱ ἄνθρωποι ἐξαρτήματα μηχανῶν.
Ἡ τηλεόραση, ὁ τύπος, ἡ ἄχρωμη Παιδεία, ἡ προσφυγή στήν φαντασία, ἡ ἔλλειψη νοήματος ζωῆς, ἡ ὑποκρισία, ἡ αὐτοθέωση, ἡ αὐτονόμηση τῆς λογικῆς καί τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς ἀπό τόν Θεό ὑποδούλωσαν στά πάθη καί στόν διάβολο τούς ἀνθρώπους. Δέν ἔλυσαν τό πρόβλημα τοῦ θανάτου, πού εἶναι τό κυριώτερο.
Τά ἀποτελέσματα αὐτῶν εἶναι τά ἑξῆς : Ἀδιαφορία γιά πνευματικό ἀγώνα, ψυχολογικά προβλήματα (κατάθλιψη, ἆγχος, ἀγωνία, ἀνασφάλεια, φόβος, ἐσωτερική διάσπαση, ἀνία), ἀπρόσωπες σχέσεις, ἐπανάσταση τῶν νέων (ρόκ, ἐλεύθερος ἔρωτας, ἀμβλώσεις, ἀντισύλληψη, ὁμοφυλοφιλία, αὐτοκτονία), σατανολατρεία, μαγεία, καταστροφή τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος, εἰδωλοποίηση ἀνθρώπων, ἀντικειμένων, ἐθνῶν καί ἰδεῶν καί τέλος διάλυση τοῦ γάμου-οἰκογενείας καί τῆς Παιδείας.
Καί ἐρωτοῦμε : Πῶς θά ὑπερβοῦμε τήν κρίση τῆς ἐποχῆς μας καί ἰδιαίτερα τῆς οἰκογενείας;
Νομίζουμε ὅτι θά γίνει αὐτό μέ τήν Μετάνοια, τήν θεία Ἐξομολόγηση καί θεία Εὐχαριστία κυρίως.
Μετάνοια θά πεῖ ἀλλαγή τρόπου ζωῆς καί σκέψεως θείᾳ χάριτι καί μέ τήν προαίρεση τοῦ ἀνθρώπου Δέν εἶναι διανοητικός ἁπλός μετασχηματισμός ἤ ψυχολογική ἀναβάθμιση. Εἶναι ὀντολογική καί πνευματική στροφή τοῦ ἁμαρτωλοῦ πρός ἐκζήτηση τοῦ θείου ἐλέους. Εἶναι τό πρῶτο στάδιο τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ἀλλά καί ἡ συνεχής ἀπασχόληση τοῦ χριστιανοῦ, μοναχοῦ καί λαϊκοῦ. Ἡ μετάνοια εἶναι ἡ ἐπιστήμη τοῦ μοναχισμοῦ (Ἀρχιμ. π. Γεώργιος Καψάνης).
Ἡ θεία Ἐξομολόγηση ἔρχεται νά συμπληρώσει καί νά στερεώσει τήν μετάνοια μέ τήν ἀπαλλαγή ἀπό ἐνοχές καί ἁμαρτίες, πού προσφέρει στή μετανοοῦσα ψυχή, μέ τήν συγχωροῦσα καί θεοποιό ἄκτιστη Χάρη, πού χορηγεῖται μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπό τούς κανονικούς Ἀρχιερεῖς καί ἱερεῖς πνευματικούς ἐξομολόγους : Ὑπάρχει μιά προκατάληψη καί ἄγνοια γιά τούς ἐξομολόγους. Ὅτι δηλαδή εἶναι ἀτελεῖς καί ἁμαρτωλοί καί ὅτι δίνουν λύσεις λανθασμένες, καταστρεπτικές καί ἀνελεύθερες καί ὅτι διαδίδουν κρυφά ἀπό ’δῶ καί ἀπό ’κεῖ ὅσα οἱ ἐξομολογούμενοι τούς λένε.
Ὁ Ἀρχιμ. Σωφρόνιος λέει στό βιβλίο του «ὁ ἅγιος Σιλουανός» ὅτι ὁ ὁποισδήποτε ἐξομολόγος δέν ἔγινε τυχαῖα τέτοιος. Ὅτι ἔχει δοκιμάσει, ἔχει πάθει καί ἔχει μάθει τά θεῖα. Ἀλλά, καί κατά τήν ἐξαγόρευση φωτίζεται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα καί λέει ὅ,τι εἶναι ἀπαραίτητο γιά τήν σωτηρία τοῦ ἐξομολογουμένου. Φαίνονται καμμιά φορά ἀτελεῖς οἱ συμβουλές του. Αὐτό δέν ὀφείλεται στήν ἀτέλεια τοῦ πνευματικοῦ, ἀλλά στήν πνευματική ἀνωριμότητα τοῦ ἐξομολογουμένου.
Ἡ θεία Εὐχαριστία, τό κυριώτερο Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι θεῖο ἔργο τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, εἶναι φανέρωση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὑπέρχρονη ἀνάμνηση τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, ὁ Οὐρανός στήν γῆ. Τίποτα ἀνώτερο δέν ὑπάρχει στόν κόσμο. Αὐτή τελεσιουργεῖται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα διά τῶν κανονικῶν Ἀρχιερέων καί ἱερέων, πού εἶναι «εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ». Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος λέει ὅτι, ὅταν συγκεντρώνονται οἱ χριστιανοί «ἐπί τό αὐτό» μέ ἐπικεφαλῆς τούς Ἀρχιερεῖς καί ἱερεῖς, τότε καταλύεται ἡ δύναμη τοῦ διαβόλου.
Οἱ χριστιανοί μόνοι τους δέν μποροῦν νά τελέσουν Μυστήρια. Οὔτε οἱ Ἀρχιερεῖς καί οἱ ἱερεῖς μόνοι τους. Πρέπει νά ὑπάρχουν καί κληρικοί καί λαϊκοί στόν χῶρο τῆς θείας Λατρείας. Ἀποκορύφωμα εἶναι ἡ θεία Κοινωνία. Στήν θεία Λειτουργία γίνεται ἀνταλλαγή δώρων. Οἱ ἄνθρωποι χριστιανοί προσφέρουν τά δῶρα τοῦ Θεοῦ στόν Θεό, γιά νά τά κάνει Σῶμα καί Αἷμα Του καί νά τά δώσει ἔτσι μεταμορφωμένα καί ἁγιασμένα στούς ἀνθρώπους, γιά νά ἁγιασθοῦν καί ν' ἁγιάσουν τόν ἑαυτό τους καί τήν κτιστή δημιουργία.
Εἶναι φανερό ὅτι ἡ συνειδητή συμμετοχή στά τρία αὐτά Μυστήρια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῶν χριστιανῶν, μοναχῶν καί λαϊκῶν, τούς βοηθάει, ἐκτός τῶν ἄλλων, νά ἔχουν ἐπίγνωση τοῦ ἑαυτοῦ τους, συντετριμμένη καρδία, ἐγρήγορση πνευματική, ἑνότητα καί ψυχοσωματική ἱσορροπία, ἐσωτερική εἰρήνη καί τέλος ἀληθινή καί ἀνυπόκριτη ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τούς συνανθρώπους τους. Ὅλ' αὐτά εἶναι χαρίσματα ἀπό τόν Θεό στούς μετέχοντες συνειδητά στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Ἔχοντας αὐτά τά χαρίσματα, οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νά ξεπεράσουν τήν κρίση τῆς ἐποχῆς καί τῆς οἰκογενείας τόσο στόν Ἑλληνικό ὅσο καί στόν παγκόσμιο χῶρο.
Πέρα, ὅμως, ἀπό τά βασικά αὐτά πνευματικά χαρίσματα, νομίζουμε ὅτι καί μιά σειρά ποιμαντικῶν μέτρων, μέ συνεργαζόμενες τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τήν Πολιτεία, πρός ὄφελος τῶν Ἑλληνορθοδόξων πολιτῶν, θά ἦταν ἀπαραίτητη. Βέβαια, ὁποιαδήποτε μέτρα εἶναι ἡμιτελῆ, χωρίς τήν ἐλευθερία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς σιγῆς, τῆς ἀγάπης.
α) Νά γίνουν εἰδικά σεμινάρια γιά γονεῖς, μέ σκοπό τήν ἐπιμόρφωσή τους σέ θέματα ἀνατροφῆς τῶν παιδιῶν καί οἰκογενειακῶν σχέσεων.
β) Νά προσφέρεται ἀκραιφνής Ἑλληνορθόδοξη Παιδεία στά σχολεῖα, δηλαδή συμμετοχή διδασκόντων καί διδασκομένων στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἄσκηση Εὐαγγελικῶν ἐντολῶν καί ἀπαθής ἀγάπη πρός τήν Ἑλληνικότητά μας.
γ) Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία νά κτίσει καί νά ἐπανδρώσει δικά της σχολεῖα καί νά διδάσκει, ἐκτός τῶν ἄλλων, καί ἁγιογραφία, ξυλογλυπτική, χρυσοχοΐα, βυζαντινή μουσική, Ἐκκλησιαστική ἱστορία καί δογματική. Νά δώσει βέβαια σημασία καί στήν ἐκμάθηση τῆς διαχρονικῆς ἀξίας τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας.
Ἀλλά καί ἡ Πολιτεία νά κτίσει σέ κάθε σχολεῖο καί ἕνα παρεκκλήσι, γιά νά προσεύχονται οἱ μαθητές καί οἱ δάσκαλοι, ἄν θέλουν.
δ) Νά μήν εἰσαχθεῖ ἡ σεξουαλική διαπαιδαγώγηση στά σχολεῖα, διότι ἀπέτυχε, ὅπου ἤδη ἔχει ἐφαρμοσθεῖ, καί διότι δέν ὑπάρχει ὁ ἀπαραίτητος ἀριθμός πνευματικῶν ἀνθρώπων ἐκπαιδευτικῶν, γιά νά διδάξουν αὐτό τό μάθημα.
ε) Νά ἐλέγχονται τά προγράμματα τῶν ραδιοφωνικῶν καί τηλεοπτικῶν καναλιῶν ἀπό μικτή ἐπιτροπή Ἐκκλησίας καί Πολιτείας. Νά ἀπαγορευθοῦν οἱ πορνοταινίες, τά πορνοπεριοδικά, τά μίκυ-μάους καί ὅσες ταινίες προβάλλουν ξένα πρός τήν Ἑλληνορθόδοξη πίστη καί ζωή πρότυπα.
Αὐτό δέν ἀντίκειται πρός τήν ἐλεύθερη διακίνηση τῶν ἰδεῶν, ἀλλά τήν ἐξασφαλίζει. Ἐλευθερία δέν σημαίνει ἀσυδοσία. Ἐλεύθερος δέν εἶναι αὐτός, πού κάνει ὅ,τι θέλει, ἀλλά αὐτός, πού κάνει καί σκέφτεται ὅ,τί πρέπει, καί αὐτός, πού μπορεῖ νά πειθαρχεῖ.
στ) Νά σταλοῦν οἱ δάσκαλοι, οἱ καθηγητές στό Ἅγιον Ὄρος, στά Μετέωρα καί στά Ἱεροσόλυμα, γιά νά ζήσουν τήν ἐν Χριστῷ ζωή γιά λίγο.
ζ) Ἡ σωστή παιδαγωγική μέθοδος εἶναι ἡ ταπείνωση, πού ἑλκύει τη Χάρη τοῦ Θεοῦ.
η) Νά ἐνισχυθεῖ οἰκονομικά ἡ πολύτεκνη μητέρα, γιά νά μένει στό σπίτι καί νά φροντίζει τά παιδιά. Τά ὀφέλη ἀπ' αὐτό τό μέτρο εἶναι : Καλύτερη διαπαιδαγώγηση, ἀγάπη, στοργή καί φυσιολογική ἀνάπτυξη τῶν παιδιῶν. Κένωση θέσεων ἐργασίας γιά ἀνέργους. Κάθε οἰκογένεια θά ἔχει ἕνα αὐτοκίνητο. Οἰκονομία στά λεφτά τῆς οἰκογενείας καί τοῦ Κράτους. Μερική λύση τοῦ κυκλοφοριακοῦ προβλήματος. Λιγότερα καυσαέρια.
θ) Νά ποινικοποιηθεῖ ἡ μοιχεία, ἡ ὁμοφυλοφιλία, οἱ ἀμβλώσεις μέ αὐστηρά μέτρα. Ὄχι εὔκολα διαζύγια. Σέ περίπτωση διαζυγίου ἡ σύζυγος καί τά παιδιά νά ἐνισχύονται οἰκονομικά καί ἠθικά.
ι) Νά δίδονται ὑποτροφίες καί ἐργασίες σέ παιδιά ἀπόρων πολυτέκνων. Νά μειωθεῖ ἡ στρατιωτική θητεία τῶν παιδιῶν αὐτῶν.
ια) Λέει ὁ Γέρων Παΐσιος ὁ Καππαδόκης Ἁγιορείτης : «Στήν ἐποχή μας τό κήρυγμα δέν ἐπηρεάζει τόσο τούς ἀνθρώπους. Ὁ κόσμος σήμερα ἀκούει πολλά. Ἕνας ἱερέας πρέπει νά ἀκολουθήσει μιά ἄλλη ὁδό, πού θά δώσει καρπούς πνευματικούς. Τήν καθορίζει ὁ Γέροντας ὡς ἑξῆς :
«Προσπάθησε ὅσο μπορεῖς νά γίνεσαι ἕνας καλός ἱερέας, κάμνοντας ἐργασία στόν ἑαυτό σου, καί θά ἰδεῖς ὅτι θά σέ μιμηθοῦν οἱ ἐνορίτες σου καί θά γίνονται καλοί ἄνθρωποι, χωρίς νά κοπιάζεις μέ αὐτούς. Ἑπομένως, ἀξίζει κανείς νά κοπιάζει, κάμνοντας ἐργασία στόν ἑαυτό του, ἡ ὁποία εἶναι ἀθόρυβη ἐργασία στόν πλησίον (2-10-73)»[66].
ιβ) Ὅπου εἶναι δυνατόν, νά κτισθοῦν πλάϊ στούς Ναούς πνευματικά κέντρα νεότητος καί κλειστά ἀθλητικά γήπεδα, ὥστε οἱ νέοι μας νά ἔχουν ὑγιῆ ψυχική καί σωματική ἀπασχόληση στίς ἐλεύθερες ὧρες τους.
ιγ) Νά ζητηθεῖ ἀπό τήν Ἐκκλησία τό ἑξῆς : Νά μή γίνει πλῆρες μέλος τῆς ΕΟΚ ἡ Κύπρος. Ἁπλῶς νά ἔχουμε ἐμπορικές, πολιτιστικές καί οἰκονομικές ἐπαφές. Διότι, ἔχουμε ἄλλο πολιτισμό, ἱστορία, θεολογία καί οἰκογενειακό δίκαιο. Ἄν ἐνταχθοῦμε στήν ΕΟΚ, τότε θά ἰσχύει καί ἐδῶ τό Εὐρωπαϊκό οἰκογενειακό δίκαιο. Δηλαδή, θά μᾶς ἐπιβάλουν νά διαλύσουμε πιό εὔκολα τίς οἰκογένειες τῶν Ἑλληνοκυπρίων.
ιδ) Νά τεθοῦν ὁρισμένα ὅρια στό τουριστικό ρεῦμα μέ σκοπό νά διατηρηθεῖ ἡ Ἑλληνορθόδοξή μας ταυτότητα καί τό φυσικό περιβάλλον καί νά προστατευθοῦν οἱ νέοι μας κυρίως ἀπό τό AIDS καί τά ἀφροδίσια νοσήματα.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Νά ξεπεράσουμε τήν κρίση τῆς οἰκογενείας σημαίνει νά ξεπεράσουμε τόν θάνατο. Αὐτό γίνεται μόνο μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. «Στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση», γράφει ὁ σύγχρονος Ρῶσσος συγγραφέας Ἀλέξανδρος Σμέμαν, «ὁ θάνατος σάν ἀπολύτρωση εἶναι ἄγνωστος. Ὁ Χριστιανισμός εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ θανάτου, ἐπειδή εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τῆς ζωῆς.
Ὁ κόσμος, συνεχίζει ὁ Σμέμαν, ὑπόσχεται τόν θάνατο σάν φυσικό. Ὁ Χριστιανισμός διακηρύττει πώς ὁ θάνατος εἶναι ἀφύσικος, ἑπομένως ἀληθινή φρίκη. Κι αὐτή ἡ φρίκη τοῦ θανάτου εἶναι τό τέλος, ἀλλά στό ὅτι εἶναι χωρισμός ἀπό τήν ζωή καί τόν Θεό.
Αὐτός ὁ τόπος ἔχει θησαυρόν μιᾶς τέτοιας Παραδόσεως σ' ὁλόκληρη τήν ἱστορία του. Εἴχαμε δεῖ τήν συνειδητή ἀντιμετώπιση τοῦ θανάτου τήν ἐποχή, πού οἱ νέοι μας στάθηκαν μπροστά στίς ἀγχόνες. Ἕνας ἀπό τούς νέους τῆς Κύπρου, πρίν βαδίσει στήν ἀγχόνη, ἔγραφε στόν ἀδελφό του : «Ἡ ὥρα τοῦ θανάτου πλησιάζει, μές στήν ψυχή μας φωλιάζει ἡ ἠρεμία. Μόνο μέ τήν ἐκτέλεση θά μείνω πάντα νέος ἀθάνατος»[67].

[1] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΡΔΑΜΑΚΗΣ, Ἀγάπη καί γάμος, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1991, ἔκδ. Δ΄, σσ. 19-23.
[2] ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, Λόγος 49, 122. Oratores Attici, ἐκδ. 1850, σ. 931
[3] ΠΛΑΤΩΝ, Πολιτεία Ε 7, 9.
[4] Τοῦ ἰδίου, Νόμος ΣΤ', 773. Πρβλ. ΣΤ' 776 Β'
[5] ΝΙΚΟΣ ΜΠΟΥΓΑΤΣΟΣ, Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία γιά τόν σκοπό τοῦ γάμου, ἐκδ. Ἑπτάλοφος ΑΒΕΕ, Ἀθήνα 1989, σσ. 87-88.
[6] Ὀρθοδοξίας Καλογήρου, Φεμινισμός καί Ὀρθοδοξία, ἐν Ἐφορεία Κατηχητικῶν Σχολείων Παλλουριωτίσσης, ΙΕ' Συνέδριο Στελεχῶν, Συναθλοῦντες, Παλλουριώτισσα 1989, σσ. 17-18.
[7] ΝΙΚΟΣ ΜΠΟΥΓΑΤΣΟΣ, ἔνθ’ἀνωτ., σσ. 88-89.
[8] Γέν. 1, 26-28.
[9] Γέν. 2, 15-25.
[10] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΡΔΑΜΑΚΗΣ, ἔνθ’ ἄνωτ., σ. 27.
[11] Γέν. 3, 13-19.
[12] ΑΡΧΙΜ. ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ ΦΕΦΕΣ, «Ὁ Γάμος τό «μέγα μυστήριον» », ἐν Γάμος Μυστήριον Ἀγάπης, ἐκδ. Σήμαντρο, Ἀθήνα 1973, σ. 18.
[13] Ἰω. 2, 11.
[14] Γέν. 2, 22.
[15] ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, PG 37, 376 καί ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, PG 62, 389
[16] Ἐφ. 5, 32.
[17] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, PG 62, 387.
[18] ΑΡΧΙΜ. ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ ΦΕΦΕΣ, ἐνθ’ ἀνωτ., σσ. 18-19.
[19] Γαλ. 3, 27-28.
[20] Ἐφ. 5, 22 - 6, 4.
[21] Ὀρθοδοξίας Καλογήρου, ἐνθ’ ἀνωτ., σ. 21
[22] Ματθ. 19, 13-15.
[23] Γέν. 1, 26.
[24] Ματθ. 5, 48 καί Ἰω. 10, 35.
[25] ΝΙΚΟΣ ΜΠΟΥΓΑΤΣΟΣ, ἐνθ’ ἀνωτ., σ. 93.
[26] ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως Β', 13. M.P.G. 94, 929-932.
[27] ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ, Πρός Σμυρναίους, XIII, 2. 32, 316. Σχ. βλ. ΝΙΚΟΣ ΜΠΟΥΓΑΤΣΟΣ, ἔνθ’ἀνωτ., σσ. 26-27.
[28] ΝΙΚΟΣ ΜΠΟΥΓΑΤΣΟΣ, ἔνθ’ἀνωτ., σ. 94.
[29] Γέν. 1, 28.
[30] ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Λόγοι ΛΖ, 10. P.G 36, 293.
[31] Α' Τιμ. 5, 9-10.
[32] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Εἰς τήν Γένεσιν, ὁμιλία ΛΗ', 2. Εἰς τούς Μακκαβαίους Α, 3. P.G. 52, 211-212. Σχ. βλ. ΝΙΚΟΣ ΜΠΟΥΓΑΤΣΟΣ, ἐνθ’ ἀνωτ., σσ. 74-75.
[33] Α' Τιμ. 2, 15.
[34] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Εἰς τάς Πράξεις, ὁμιλία Η, 3, P.G 60, 75.
[35] Α' Τιμ. 2, 4. Πρβλ. ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, P.G. 50, 621.
[36] Ἐφ. 6, 4.
[37] Α' Κορ. 6, 12-14, Σχ. βλ. ΝΙΚΟΣ ΜΠΟΥΓΑΤΣΟΣ, ἔνθ’ ἀνωτ., σσ. 100-101.
[38] ΑΡΧΙΜ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ, Ἡ οἰκογένεια κατά τόν ἱ. Χρυσόστομον, ἐκδ. Σωτήρ, Ἀθήνα 1990, ἐκδ. ΙΑ', σσ. 132-160.
[39] Γέν. 2, 18.
[40] ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Ἠθικῶν, Εὐδημίων, Ζ’10, 6 καί 8.
[41] Τοῦ ἰδίου, Πολιτικά, Α' 1,12
[42] Ψαλμ. 132, 1-3.
[43] Ματθ. 18, 20.
[44] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Εἰς τόν Ματθαῖον, Ὁμιλία 16η, 8, P.G. 57, 250.
[45] Γέν. β', 24
[46] Τοῦ ἰδίου, P.G. 62, 387.
[47] Γαλ. 6, 2.
[48] ΝΙΚΟΣ ΜΠΟΥΓΑΤΣΟΣ, ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 105.
[49] Τοῦ ἰδίου, ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 106.
[50] Α' Κορ. 7, 2.
[51] Α' Κορ. 7, 9.
[52] Α' Κορ. 7, 5-6.
[53] Α' Τιμ. 5, 14-15.
[54] ΝΙΚΟΣ ΜΠΟΥΓΑΤΣΟΣ, ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 107.
[55] Α' Κορ. 13, 13.
[56] Βίος καί θαύματα τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, ἐκδ. Σπύρου Δαρεμᾶ, Ἀθήνα, σσ. 356-359.
[57] ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΗΣΤΟΥ, Ὁ κύρηξ τῆς Χάριτος καί τοῦ Φωτός, ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, ἐκδ. Ἱ. Μ. Ἀγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Κουφάλια Θέσσαλονίκης, 1986, ἔκδ. Β', σσ. 18-31.
[58] ΚΩΣΤΑΣ ΣΑΡΔΕΛΗΣ, Ὁ προφήτης τοῦ Γένους Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἐκδ. Ἀστέρος, Ἀθήνα 1998, σσ. 45-46.
[59] Ὅ. π., σ. 44.
[60] Ὅ. π., σσ. 53-54.
[61] Ὅ. π., σσ. 130-131.
[62] Ματθ. 5, 44.
[63] Ὅ. π., σσ. 134-135.
[64] Ἰω. 8, 3-11.
[65] «Νόμιμα και Συνταγματικά τά οἰκογενειακά δικαστήρια, πού ἀντικατέστησαν τά Ἐκκλησιαστικά», ἐν ἐφημερίδᾳ Φιλελεύθερος (17-12-1992) 1.
[66] ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΤΑΤΣΗΣ, Ἀθωνικόν Ἡμερολόγιον, ἐκδ. Ὀρθοδόξου Τύπου, Ἀθῆναι 1989, σ. 22
[67] Δρ ΠΑΥΛΟΣ ΚΥΜΙΣΗΣ, «Ἀγωνίες καί προοπτικές τῆς σημερινῆς νεολαίας», ἐν Πρακτικά Α' Παγκοσμίου Συνεδρίου τῆς ΧΕΚΕ, Λευκωσία 1981, σσ. 20-21.