Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

Εξαιρετική πρόταση...

katanixis.gr: Που και που μέσα στο συρφετό της παραγωγής διαδικτυακού λόγου και αντιλόγου, για σημαντικά ζητήματα, αναδύονται προκλητικές προτάσεις που μας δίνουν τροφή για σκέψη.
Μια τέτοια πρόταση περιγράφεται στο άρθρο που σας παραθέτουμε σήμερα, σε συνέχεια της απόφασης κόλαφο του ΣτΕ για το μάθημα των Θρησκευτικών  που επιχειρείται να μετατραπεί σε θρησκειολογικό.
Η πρόταση του σημερινού άρθρου είναι "να ανατεθεί η διδασκαλία στα Ελληνικά σχολεία της Κρατούσας θρησκείας στην Εκκλησία"! Η πρόταση βέβαια δε θα υλοποιηθεί ποτέ. Γιατί αν υποθετικά ανατεθεί στην Εκκλησία η διδασκαλία των Θρησκευτικών στα σχολεία της χώρας, θα αποκαλυφθεί ότι η λεγομένη ως Αγία και Μεγάλη Σύνοδος του Κολυμπαρίου, επιβάλλει την μετατροπή του μαθήματος των θρησκευτικών σε θρησκειολογικό.
Τότε θα καθίσει κάθε κατεργάρης στον πάγκο του.
Η ατελής εκκοσμίκευση του ελληνικού κράτους

Βασίλης Ψαριανός


Το ελληνικό Σύνταγμα, και όσον αφορά τις διατάξεις για την εθνική παιδεία, υποδηλώνει ένα κράτος με ατελή εκκοσμίκευση, ένα κράτος του οποίου το εκπαιδευτικό σύστημα δεν έχει αποκοπεί από την βυζαντινή παράδοση, όπου η Εκκλησία είχε τον έλεγχο της εκπαίδευσης και επέβαλλε την διδασκαλία των «Ιερών Γραμμάτων». Το ελληνικό Σύνταγμα, ενώ αναγνωρίζει ότι «Η παιδεία αποτελεί βασικήν αποστολήν του κράτους», εκχωρεί, εμμέσως, το δικαίωμα στην Εκκλησία να παρεμβαίνει στην αγωγή των Ελληνοπαίδων. Και αυτό συμβαίνει, διότι στους σκοπούς της εκπαίδευσης περιλαμβάνεται -μεταξύ των άλλων- και η ανάπτυξη -παράλληλα προς την «εθνική συνείδηση»- και της «θρησκευτικής συνειδήσεως», έργο που αφορά και ανήκει κανονικά στην δικαιοδοσία της Εκκλησίας.
Με την αναγνώριση από το Σύνταγμα ότι «επικρατούσα θρησκεία εν Ελλάδι είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας» και με την ανάληψη από το κράτος της ευθύνης για την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς την έννοια των άλλων σχετικών διατάξεων του Συντάγματος, με τις οποίες αναγνωρίζεται ότι «Η ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως είναι απαραβίαστη» και ότι ο βασικός σκοπός της παιδείας είναι η διάπλαση των εκπαιδευόμενων «ως ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών». Και αυτή η δυσκολία να κατανοηθεί ο τρόπος συνύπαρξης των παραπάνω αντιφατικών διατάξεων προκαλεί και τα προβλήματα στη σχέση της Εκκλησίας με το κράτος, εξαιτίας της διαφορετικής άποψης που έχει η κάθε πλευρά για το περιεχόμενο που πρέπει να έχει το μάθημα των θρησκευτικών. Το μεν Υπουργείο Παιδείας επιδιώκει την «εκκοσμίκευση» των Θρησκευτικών, αντικαθιστώντας τα με το μάθημα της Θρησκειολογίας -πιστεύοντας ότι έτσι υπηρετεί το στόχο της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης- ενώ η Εκκλησία επιμένει στην παράδοση των «Ιερών Γραμμάτων» σκοπεύοντας στην ενδυνάμωση της πίστης στο δόγμα της «επικρατούσας θρησκείας».
Καταρχάς, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η στενή σχέση του ελληνικού κράτους με την Ορθόδοξη Εκκλησία και η ανάληψη από το κράτος της ευθύνης για την θρησκευτική αγωγή υπαγορεύτηκε -ιστορικά- από την ανάγκη της διαμόρφωσης και ισχυροποίησης της ελληνικής εθνικής συνείδησης, καθότι η διαμόρφωση και η συγκρότηση του νεοελληνικού Έθνους συντελέστηκε στη βάση -κυρίως- των δύο ιδιαίτερων χαρακτηριστικών: της ελληνικής γλώσσας και του ορθόδοξου δόγματος ( στις περιπτώσεις, μάλιστα, δίγλωσσων Σλαβόφωνων ή Βουλγαρόφωνων πληθυσμών, η εκκλησιαστική υπαγωγή και παραμονή τους στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης έπαιξε καθοριστικό ρόλο για την ελληνική συνείδησή τους και στη συνέχεια για τον εθνικό αυτοπροσδιορισμό τους ).
Εφόσον, όμως, η ελληνική Πολιτεία αναγνώρισε ως εθνική ανάγκη την ανάληψη της ευθύνης για την θρησκευτική αγωγή των Ελληνοπαίδων, ως ήταν επόμενο, προέκυψε το πρόβλημα της ίσης μεταχείρισης και των άλλων θρησκευτικών δογμάτων. Και έτσι αναγκάστηκε κατά την συνταγματική τάξη, να νομοθετήσει την διδασκαλία των Θρησκευτικών και για τα άλλα θρησκευτικά δόγματα στα μειονοτικά σχολεία Μωαμεθανών, Καθολικών και Εβραίων. Σύμφωνα με τον Νόμο 4386/2016, άρθρο 55 «Εφόσον στα δημόσια σχολεία δεν υπάρχει δάσκαλος του Καθολικού δόγματος για την κάλυψη των αναγκών των μαθητών του Καθολικού δόγματος ή της Εβραϊκής θρησκείας και Γλώσσας, προσλαμβάνονται εκπαιδευτικοί, εκτός των οικείων πινάκων αναπληρωτών εκπαιδευτικών, για τη διδασκαλία του μαθήματος του Καθολικού δόγματος και για τη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών και της γλώσσας της Εβραϊκής θρησκείας».
Στην ύπαρξη του παραπάνω νόμου στηρίζεται και ο σημερινός αντίλογος της Ελληνικής Εκκλησίας: είναι συνταγματικά ορθόν, ενώ μισθοδοτούνται από το ελληνικό δημόσιο δάσκαλοι για να διδάσκουν τα Θρησκευτικά των άλλων δογμάτων, τα ελληνόπουλα -που στην πλειονότητά τους ανήκουν στο Ορθόδοξο δόγμα- να διδάσκονται «Θρησκειολογικά» μαθήματα;
Εάν είμαστε μια «κανονική χώρα» και ένα κανονικό «κοσμικό κράτος», η ριζική λύση θα ήταν το κράτος να αποποιηθεί την ευθύνη της « θρησκευτικής Αγωγής» και να την μεταβιβάσει στην Εκκλησία. Οι λύσεις, όμως, των προβλημάτων στην Ελλάδα, όσο απλές κι αν φαίνονται, δεν είναι τόσο εύκολες, διότι είμαστε μια χώρα που αντιμετωπίζει σύνθετα και ιδιάζοντα προβλήματα, με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε -και λόγω της γεωπολιτικής μας θέσης- συνεχώς, «εν κινδύνω» και να αισθανόμαστε ανασφαλείς, ως « έθνος ανάδελφον».
Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη τα ιστορικά δεδομένα και τις εθνικές ανάγκες, είναι, νομίζω, φρονιμότερο να αποβάλουμε την ψευδαίσθηση πως είμαστε μια κανονική και ασφαλής χώρα, σαν να βρισκόμαστε κάπου, σε μια ήσυχη γωνιά του πλανήτη, και να αναστοχαστούμε τις εθνικές μας προτεραιότητες.
Και να σταματήσουμε, επιτέλους, να τρώμε, ως έθνος -αλόγιστα- τις σάρκες μας, δημιουργώντας συνεχώς νέες εστίες διχασμού του λαού μας;