Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2018

«Η μίμησις του Χριστού». Ένα αιρετικό παπικό βιβλίο

Κωνσταντίνα Ξυγαλατᾶ, Βρεφονηπιοκόμος
Ἐν Θεσσαλονίκῃ τῇ 1ῃ Μαρτίου 2018
Πρόσφατα ἐπισκέφτηκα βιβλιοπωλεῖο ὀρθόδοξης ἀδελφότητας καί ἡ ματιά μου ἔπεσε σέ ἕνα βιβλίο μέ τίτλο «Ἡ μίμησις τοῦ Χριστοῦ». Συνηθίζω, προτοῦ ἀγοράσω κάποιο βιβλίο, νά διαβάζω κάποιες σελίδες, γιά νά καταλάβω κατά πόσο ἀνταποκρίνεται τό ὕφος τοῦ συγγραφέα σέ αὐτό, τό ὁποῖο ἀναζητῶ. 
Ἔτσι, λοιπόν, στήν πρώτη ματιά, πού ἔριξα στή σελίδα, πού τυχαία ἐπέλεξα, παραξενεύτηκα ἀπό τό ὕφος τοῦ συγγραφέα, γιατί δέν μοῦ θύμιζε τό ὕφος, πού ἔχουν τά ἁγιοπατερικά κείμενα. Δέν τό ἀγόρασα, ἀλλά, ὅταν ἐπέστρεψα στό σπίτι, σκέφτηκα νά κάνω μιά ἔρευνα στό διαδίκτυο σχετικά μέ αὐτό τό βιβλίο. Μετά ἀπό μιά σύντομη ἔρευνα, διαπίστωσα ὅτι πρόκειται γιά ἕνα βιβλίο, πού τό ἔχει γράψει παπικός μοναχός, ὁ Θωμᾶς Κεμπήσιος, καί πώς μέ τό ἐν λόγῳ βιβλίο ἔχει ἀσχοληθεῖ ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος, ὁ ὁποῖος χαρακτηριστικά λέει ὅτι «τό βιβλίο αὐτό εἶναι ἐντεταμένο μέσα στά δυτικά πλαίσια καί ἐκφράζει τήν πνευματικότητα τοῦ δυτικοῦ ἀνθρώπου». Πιό κάτω θά σᾶς παραθέσω ὁλόκληρο τό ἄρθρο τοῦ Σεβασμιωτάτου, ἁπλά πρίν τό κάνω, θά ἤθελα νά ἐκφράσω τόν προβληματισμό καί τήν δυσαρέσκειά μου γιά τό γεγονός ὅτι τό ἐν λόγῳ βιβλίο ἐκτίθεται σέ βιβλιοπωλεῖο ὀρθόδοξης ἀδελφότητας.
Τό κείμενο τοῦ Σεβασμιωτάτου [1] ἔχει ὡς ἑξῆς :
«Εἴδαμε προηγουμένως ὅτι μερικοί Ὀρθόδοξοι θεολόγοι εἶναι λίγο διστακτικοί στόν ὅρο «μίμηση τοῦ Χριστοῦ» καί αὐτό γιατί ὁ ὄρος αὐτός ἔχει ταυτισθῆ μέ τό γνωστό βιβλίο «μίμησις τοῦ Χριστοῦ», πού γράφηκε στήν Δύση, καί μεταφέρθηκε καί στήν Ἀνατολή. Ἔχουμε ἤδη ὑπογραμμίσει ὅτι δέν μποροῦμε νά ἀρνούμαστε ἕνα χαρακτηριστικό ὅρο, πού συναντᾶται σέ ὅλη τήν Βιβλικοπατερική Παράδοση, ἐπειδή χρησιμοποιήθηκε κακῶς ἀπό ἀλλοδόξους Χριστιανούς. Τό γεγονός εἶναι ὅτι ὁ ὄρος μίμηση τοῦ Χριστοῦ πρέπει νά ἑρμηνευθῆ μέσα στά γνήσια ὀρθόδοξα πλαίσια.
Τό βιβλίο «μίμησις Χριστοῦ» εἶχε εὐρυτάτη κυκλοφορία καί ἐγαλούχησε πολλές γενιές Χριστιανῶν, ἀκόμη δέ καί Ὀρθοδόξων. Τυπώθηκε γιά πρώτη φορά τό 1475 καί εἶναι ἀπό τά πρῶτα βιβλία, πού τυπώθηκαν καί κυκλοφόρησαν ἐντύπως μετά ἀπό τήν Ἁγία Γραφή. Ὁ συγγράψας τό βιβλίο αὐτό παρέμενε ἄγνωστος, ἀφοῦ ὁ ἴδιος δέν θέλησε νά βάλη τό ὄνομά του πάνω σέ αὐτό, ἀλλά ὅμως ἔχει ἀποδοθῆ στόν Θωμᾶ Κεμπήσιο, πού ὑπῆρξε ἕνας παπικός ἀσκητικός συγγραφεύς, πού ἔζησε μεταξύ τοῦ τέλους τοῦ ΙΔ' αἰῶνος καί τίς ἀρχές τοῦ ΙΕ αἰῶνος (1380-1471). Ὁ Θωμᾶς Κεμπήσιος, ἀφοῦ ἔλαβε καλή μόρφωση, εἰσῆλθε σέ Μονή τῶν Αὐγουστιανῶν καί κατέλαβε καί τήν θέση τοῦ ἠγουμένου [2].
Μέ αὐτά πού παραθέσαμε, φαίνεται ὅτι τό βιβλίο αὐτό εἶναι ἐντεταμένο μέσα στά δυτικά πλαίσια καί ἐκφράζει τήν πνευματικότητα τοῦ δυτικοῦ ἀνθρώπου. Προσεκτική μελέτη του ἀποδεικνύει ὅτι δέν ἔχει σχέση μέ βιβλία, τά ὁποία κυκλοφοροῦσαν παράλληλα στόν Ὀρθόδοξο χῶρο ἐκεῖνο τόν καιρό καί μετέπειτα.
Παρά ταῦτα ἡ «μίμησις τοῦ Χριστοῦ» μεταφράστηκε καί στήν ἑλληνική γλώσσα, καί διαβάστηκε πάρα πολύ ἀπό Ὀρθοδόξους Χριστιανούς. Μπορεῖ κανείς νά διαπιστώση ὅτι ἡ μετάφραση καί ἡ ἀνάγνωση του μέ τήν παράλληλη παραθεώρηση τῶν νηπτικῶν πατερικῶν κειμένων συνετέλεσε στήν δυτικοποίηση τῶν Ὀρθοδόξων. Βέβαια, εἶναι γεγονός ὅτι, ὅταν κανείς διαβάση «τήν μίμησιν τοῦ Χριστοῦ», θερμαίνεται συναισθηματικά, ἄλλ' ὅμως ἐκτρέπεται, χωρίς νά τό καταλάβη, ἀπό τήν γνήσια ἔκφραση τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως.
Τό ἐκπληκτικότερο εἶναι ὅτι ἡ μετάφραση καί κυκλοφορία του στήν ἑλληνική γλώσσα ἐγκρίθηκε καί εὐλογήθηκε καί ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος παλαιότερα, ἡ ὁποία τό συνιστᾶ «ὡς βιβλίον χρήσιμον καί ἀναγκαῖον παντί χριστιανῷ πρός φωτισμόν τοῦ νοός καί αἰχμαλώτισιν τῆς καρδίας εἰς τό ποιεῖν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ζῆν μετά αὐταπαρνήσεως» [3]. Μάλιστα, οἱ ἐκδότες τοῦ βιβλίου αὐτοῦ στήν ἑλληνική γλώσσα θεωροῦν ὅτι μέσα σέ αὐτό «ὁ κάθε ἄνθρωπος ἀνακαλύπτει τόν ἑαυτόν του καί τήν ἰδιαιτέραν του περίπτωσιν. Ἐκ τῆς ἀναγνώσεώς της δέ, ἐνσταλάζεται εἰς τήν ψυχήν βάλσαμον παρηγορίας καί κατανύξεως» [4].
Στούς λόγους αὐτούς, τόσο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὅσο καί τῶν ἐκδοτῶν, φαίνεται ἡ ἐκκοσμίκευση στήν Ἐκκλησία καί τήν θεολογία, ὅπως παρατηρήθηκε κατά τούς παλαιοτέρους χρόνους. Τό βιβλίο αὐτό, ἐκτός τοῦ ὅτι ἐκφράζει τήν κατάσταση, πού ἐπικρατοῦσε στούς κόλπους τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, συγχρόνως ἐπηρέασε καί τήν συγγραφή πολλῶν ἄλλων βιβλίων μέσα σέ αὐτό τό πνεῦμα καί σέ αὐτήν τήν ἀτμόσφαιρα. Πράγματι, ὁ ἀναγνώστης, μέ τήν προσεκτική μελέτη του, θά διαπιστώση ὅτι τό ἴδιο πνεῦμα ἀποτυπώνεται καί σέ ἄλλα «ὀρθόδοξα» βιβλία, γραμμένα ἀπό ὀρθοδόξους Κληρικούς καί λαϊκούς, τά ὁποία, βέβαια, δημιούργησαν πολλά προβλήματα στήν ἐκκλησιαστική ζωή.
Ἐντοπίζεται ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο ὅτι τό βιβλίο αὐτό βοηθᾶ στόν φωτισμό τοῦ νοός, πράγμα τό ὁποῖο σημαίνει ὅτι ὁ νοῦς ταυτίζεται μέ τήν λογική καί συνδέεται στενά ὁ φωτισμός μέ τήν συσσώρευση γνώσεων, εἰκόνων καί εὐσεβῶν λογισμῶν. Αὐτό δείχνει καί τήν προσπάθεια, πού καταβλήθηκε μέ τά Κατηχητικά Σχολεῖα νά ἀντικατασταθῆ, ἀσυνείδητα ἤ συνειδητά, ἡ πατερική θεραπευτική μέθοδος, πού εἶναι ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμός καί ἡ θέωση, μέ μιά ἀναιμική καί ἐπιφανειακή πνευματικότητα.
Τό βιβλίο διαιρεῖται σέ τέσσερα ἐπί μέρους βιβλία. Τό πρῶτο ἔχει τίτλο «συμβουλές γιά τήν πνευματική ζωή», τό δεύτερο «συμβουλές πού πρέπει νά ἀπευθύνουμε στόν ἑαυτό μας», τό τρίτο «διά τήν ἐσωτερικήν παρηγορίαν» καί τό τέταρτον «τό Μυστήριον τῆς Θείας Εὐχαριστίας». Τά τέσσερα αὐτά βιβλία χωρίζονται σέ μικρότερα κεφάλαια, τά ὁποία πάλι ὑποδιαιροῦνται σέ πολλές παραγράφους.
Θά ἤθελα νά δοῦμε μερικά βασικά γνωρίσματα, πού χαρακτηρίζουν τήν «μίμησιν τοῦ Χριστοῦ». Βέβαια, δέν εἶναι εὔκολη ἡ πλήρης ἀναφορά καί παρουσίαση ὅλων τῶν θετικῶν καί ἀρνητικῶν στοιχείων, ἀλλά θά παρουσιάσουμε τήν ἀτμόσφαιρα, πού τό διακρίνει.
Ὁ συγγραφεύς στήν ἀρχή τοῦ βιβλίου, καθορίζοντας τήν ἔννοια τῆς μιμήσεως τοῦ Χριστοῦ καί ἑρμηνεύοντας τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ «ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μή περιπατήσει ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἄλλ' ἔξει τό φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰω. 8, 12), λέγει ὅτι ὁ Κύριος μᾶς καλεῖ νά μιμηθοῦμε τήν ζωή Του καί νά ἀκολουθήσουμε «τό παράδειγμά Του, ἄν ποθοῦμε πραγματικά τό φῶς τό ἀληθινό». Ἡ ἑρμηνεία αὐτή εἶναι ἀκαθόριστη, ἄγευστη καί ἄοσμη. Τό φῶς τῆς ζωῆς, πού εἶναι τό ἄκτιστο φῶς, ἑρμηνεύεται πολύ ἐπιφανειακά, καί μάλιστα λέγεται ὅτι θά φθάσουμε ἐκεῖ, ἐάν ἀκολουθήσουμε τό παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ.
Τό ὅτι μέσα στά πλαίσια αὐτά βλέπει τήν μίμηση τοῦ Χριστοῦ, φαίνεται ἀπό τήν ἀμέσως ἑπομένη παράγραφο, πού λέγει : «Ἡ πρώτη, λοιπόν, φροντίδα τῆς ζωῆς μας ἄς εἶναι ἡ ἐπιμελής μελέτη καί σπουδή τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ» [5].
Πρόκειται γιά μιά σπουδή καί μελέτη τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ τῆς ἱστορίας.
Ἐπίσης, παρουσιάζεται μιά διαλεκτική ἀντίθεση μεταξύ τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ καί τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων. Ξέρουμε ἀπό τήν Βιβλικοπατερική παράδοση, ὅπως τήν ἐκφράζει καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, πού ζητᾶ νά τόν μιμηθοῦν οἱ Χριστιανοί, ὅτι οἱ ἅγιοι εἶναι μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί, ὅσοι ἔφθασαν στήν θέωση, εἶναι θεόπνευστοι. Στήν «μίμησιν τοῦ Χριστοῦ» λέγεται μέ σιγουριά ὅτι «καμμιά ἀπ' τίς διδασκαλίες τῶν Ἁγίων δέν μπορεῖ νά συγκριθῆ μέ τήν διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ» [6].
Ἡ ἀξία καί ἡ ἀναγκαιότητα τῆς μιμήσεως τοῦ Χριστοῦ στηρίζεται στό γεγονός ὅτι μέ τόν Χριστό ὅλα τά πράγματα θά πᾶνε καλά. Σ' ἕνα ἀφηρημένο καί πολύ ἀφοριστικό ὁρισμό λέγεται : «Ἄν εἶναι μαζή σου ὁ Χριστός, ὅλα θά πηγαίνουν καλά καί τίποτε δέν θά σοῦ φαίνεται βαρύ» [7]. Φαίνεται ὅτι ἡ σχέση μέ τόν Χριστό μπαίνει σέ μιά χρηστική διαδικασία καί σέ μιά σκοπιμότητα ὠφελιμιστική. Δέν γίνεται λόγος γιά τό ἐν Χριστῷ, ἀλλά γιά «μαζή μέ τόν Χριστό».
Ἡ μελέτη τοῦ βιβλίου «ἡ μίμησις τοῦ Χριστοῦ» ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι ἐντελῶς ξένη πρός τήν Ὀρθόδοξη θεολογία. Ὁ συγγραφεύς ἀποφεύγει τήν δογματική ἀναφορά. Εἶναι γνωστόν ὅτι δέν μποροῦμε νά κάνουμε λόγο γιά ἁγιασμό καί θέωση, ἄν δέν καθορίσουμε τί εἶναι ὁ Χριστός, τί σημασία ἔχει ἡ Χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τί εἶναι τό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως κ.λ.π. Στό βιβλίο, ὅμως, πού ἐξετάζουμε ἀποφεύγονται τέτοιες τοποθετήσεις. Εἶναι χαρακτηριστικό ἕνα ἀπόσπασμα :
«Τί θά σέ ὠφελήσουν οἱ βαθυστόχαστες σκέψεις καί συζητήσεις γιά τό μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἄν δέν ὑπάρχη μέσα σου πνεῦμα ταπεινοφροσύνης, μέ τό ὁποῖον γίνεσαι εὐάρεστος εἰς Αὐτήν; ...Ἄς νοιώθω, λοιπόν, βαθειά μέσ' τήν καρδιά μου τήν κατάνυξι κι ἄς μή μπορῶ νά δώσω τόν ἐπιστημονικό της ὁρισμό» [8].
Ὅταν ἡ κατάνυξη καί ἡ ταπείνωση δέν ἀπορρέουν ἀπό τήν δογματική θέση, ὅταν δηλαδή τό δόγμα δέν συνδέεται μέ τό ἦθος, τότε δέν συνιστᾶ γνήσια πνευματικότητα, ἀφοῦ ἐκεῖ μποροῦν νά εἰσχωρήσουν πολλά εἴδη κατανύξεως καί πνευματικότητος. Κάθε ταπεινοφροσύνη καί ἀρετή, καί κάθε κατάνυξη, πού εἶναι ἀποξενωμένη ἀπό τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ καί τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι νεφελώδης, μπορεῖ νά καταλήξη σέ οὑμανιστική ζωή καί βέβαια συνιστᾶ μιά δαιμονιώδη φαρισαϊκή νοοτροπία.
Τό ὅτι τό βιβλίο αὐτό εἶναι γραμμένο μέσα στήν δυτική «πνευματικότητα» φαίνεται ἀπό τό γεγονός ὅτι ἔχουν εἰσχωρήσει καί δογματικές ἀντιλήψεις, πού ἐκφράζουν τήν αἵρεση τῆς Δύσεως, καί βέβαια ἀπορρίπτονται ἀπό τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία. Σέ κάποιο κεφάλαιο ὁ συγγραφεύς παρουσιάζει τόν Χριστό νά λέγη στόν Ἱερέα του : «Ἐσύ ἀξιώθηκες νά γίνης ἱερεύς, πρέπει νά μιμῆσαι τό παράδειγμά ΜΟΥ. Ἐγώ ἐπάνω στό Σταυρό προσέφερα τά πάντα θυσία στόν Πατέρα μου γιά νά ἐξιλεώσω τήν δίκαια ὀργή του» [9]. Ἡ θεωρία περί τῆς ἐξιλεώσεως τῆς θείας δικαιοσύνης συνιστᾶ αἵρεση καί φυσικά δέν εἶναι ὀρθόδοξη. Ἐδῶ παρουσιάζεται ὁ Θεός ὅτι δίκαια ὀργίζεται καί ἔτσι ὁ Χριστός θυσιάστηκε, γιά νά ἐξιλεώση τήν ὀργή τοῦ Πατέρα Του. Αὐτό, βέβαια, ἀντανακλᾶ σέ ὅλη τήν πνευματική ζωή τοῦ Χριστιανοῦ, ἀφοῦ ὁ Χριστιανός μέ τόν ἀσκητικό του ἀγώνα ἀποβλέπει στό νά ἐξιλεώση καί ἐκεῖνος τόν Θεό. Σ' ἕνα σημεῖο λέγει : «σοῦ προσφέρω ὅλα μου τά ἁμαρτήματα· ὅλες ἐκεῖνες τίς πράξεις καί τίς σκέψεις τίς ἀνάρμοστες, μέ τίς ὁποῖες πρόσβαλα τήν ἀγαθότητά σου» [10].
Ἡ παραθεώρηση τοῦ δόγματος ἀπό τήν ζωή τοῦ Χριστιανοῦ ἀνοίγει τόν δρόμο γιά τήν εὐσεβιστική θεώρηση τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Μέ τόν ὅρο εὐσεβισμό ἐννοοῦμε τόν ἀτομικισμό, τόν περιορισμό στίς ἀτομικές  λογικές σκέψεις, πού δέν συνδέονται μέ τήν ἐσωτερική ζωή, τήν προσμέτρηση τῶν ἀρετῶν, χωρίς νά γίνεται ἀναφορά στά πάθη. Ἀλλά, καί ἄν κάποτε γίνεται λόγος γιά πάθη, αὐτά θεωροῦνται πολύ ἐπιφανειακά. Σ' ἕνα μικρό κεφάλαιο μέ τίτλο «ὁ καρδιογνώστης Κύριος πρέπει νά μᾶς βρίσκη καθημερινῶς καλύτερους» λέγεται ὅτι, ἐπειδή ὁ Θεός ἐρευνᾶ τίς καρδιές μας, πρέπει ἡ ἐσωτερική ζωή νά εἶναι ὑποδειγματική. Γράφει : «Δέν πρέπει νά ὑπάρξη μέσα μας οὔτε ἡ παραμικρή περίπτωσις, στήν ὁποία δέν θά εἴμεθα ἐμπρός στά μάτια τοῦ Θεοῦ καθαροί καί ἁγνοί. Κάθε καινούργια ἡμέρα πρέπει νά εἶναι ὅπως ἡ πρώτη ἐκείνη ἡμέρα τῆς ἐπιστροφῆς μας στό Χριστό. Συνεχής ἀνανέωσις τῶν ἀποφάσεών μας καί ἀδιάκοπος τροφοδοσία τοῦ ζήλου μας πρέπει νά εἶναι τα χαρακτηριστικά τῆς ζωῆς μας» [11]. Ἡ αἴσθηση ὅτι κάθε στιγμή καί ὥρα πρέπει νά εἴμαστε καθαροί καί ἁγνοί, ἡ ἀνανέωση, πού πρέπει νά γίνεται μέ συνεχεῖς ἀποφάσεις καί περισσότερο ζῆλο, συνιστοῦν μιά ἄλλη πνευματικότητα, πού εἶναι ἀποκεκομμένη ἀπό τήν αἴσθηση ὅτι εἴμαστε οἱ χειρότεροι τῶν ἁμαρτωλῶν, καί ὅτι εἴμαστε ἀκάθαρτοι καί γι' αὐτό χρειαζόμαστε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Ὁ συγγραφεύς, ὅμως, τοῦ βιβλίου αὐτοῦ συνιστᾶ στόν ἀναγνώστη νά προσεύχεται γιά τήν ἀποφυγή κάθε στενοχώριας καί θλίψεως. «Ἐλευθέρωσε τήν καρδιά μου ἀπό κάθε στεναχώρια καί θλίψη, ὥστε νά μή μέ παραπλανήση καμμιά ἐπιθυμία» [12]. Ὁ λόγος τῶν Ἀποστόλων ὅτι «διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. 14, 22) εἶναι ἀκατανόητος γιά τόν συγγραφέα τῆς «μιμήσεως τοῦ Χριστοῦ». Αὐτός εὔχεται νά ἀπαλλαγῆ ἀπό κάθε θλίψη καί στενοχώρια.
Βέβαια, κάνει λόγο γιά μετάνοια, ἀλλά ὅμως καί αὐτήν τήν βλέπει διαφορετικά. Γράφει : «ἄν ἡ μετάνοιά σου εἶναι βαθειά, καί αὐτό δέν εἶναι κάτι τό μέγα». Πέρα ἀπό τήν βαθειά μετάνοια καί τήν θερμή εὐσέβεια καί τήν μεγάλη ἀρετή εἶναι ἡ ταπεινή ἰδέα γιά τόν ἑαυτό μας [13]. Φαίνεται ἐδῶ ὅτι ὑπάρχει ἕνας προβληματισμός. Πῶς εἶναι δυνατόν ἡ μετάνοια νά εἶναι βαθειά καί ὁ ἄνθρωπος νά μήν εἶναι ταπεινός; Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας συνιστοῦν αὐτήν τήν βαθειά μετάνοια, γιατί ἀκριβῶς αὐτή δείχνει καί τήν αὐτογνωσία, ἀλλά καί τήν φώτιση τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ δέν μπορεῖ κανείς νά δῆ τόν ἑαυτό του καί τά πάθη του, ἄν δέν φωτισθῆ ἀπό τόν Θεό.
Σέ κάποιο σημεῖο παρουσιάζει τόν Χριστό νά ἀπευθύνεται στόν ἱερέα καί νά τοῦ τονίζη ὅτι πρέπει νά ἔχη ἐπίγνωση τῶν ἁμαρτιῶν του καί νά μετανοήση. Ἀναφέρει πολλές ἁμαρτίες, γιά τίς ὁποῖες ὁ ἱερεύς πρέπει νά λυπᾶται. Μερικές ἀπό αὐτές εἶναι τό εὔκολο γέλιο, ἡ ἄνεση καί ἡ πολυτέλεια, ἡ κακή συμπεριφορά καί οἱ ἀδιάκριτες πράξεις, ἡ λαιμαργία στό φαγητό καί τό ποτό, ἡ προθυμία στίς φλυαρίες, τό ἀχαλίνωτο τοῦ στόματος, ὁ θυμός καί ἡ προσβολή τῶν ἀδελφῶν, ἡ ἀδιαφορία γιά τά καθήκοντα κ.λ.π. [14]. Ἄν συγκρίνη κανείς αὐτές τίς ἁμαρτίες μέ τά πάθη καί τίς ἁμαρτίες, πού παρουσιάζουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τότε βλέπει τήν παρεκκλίνουσα πνευματικότητα.
Ἐκεῖ, ὅμως, πού φαίνεται ἡ διαφοροποίηση τοῦ βιβλίου ἀπό τήν μίμηση τοῦ Χριστοῦ, ὅπως τήν ἀναλύουν οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι στό θέμα τοῦ συναισθηματισμοῦ. Σέ ὅλο τό βιβλίο αὐτό ἐπικρατεῖ ἕνας ἔντονος συναισθηματισμός, ὁ ὁποῖος τίς περισσότερες φορές κουράζει. Ὁ συναισθηματισμός αὐτός συνδέεται καί ἐκφράζεται μέ ἕναν ἐξομολογητικό τόνο, πού θυμίζει τίς ἐξομολογήσεις τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου. Ὁ τρόπος, μέ τόν ὁποῖο ἐκφράζεται ὁ συγγραφεύς, εἶναι ἄγνωστος στόν ἀνατολικό ὀρθόδοξο χῶρο. Ἄν διαβάση κανείς τίς ἐξομολογητικές προσευχές τῶν ἁγίων Πατέρων, θά διαπιστώση ὅτι διαποτίζονται ἀπό μιά ἄλλη ἀτμόσφαιρα, ἡ ὁποία συνιστᾶ πνευματική ὑγεία καί ἀρχοντιά. Θά ἤθελα νά παραθέσω ἕνα δεῖγμα γραφῆς :
«Φλέγομαι ὁλόκληρος ἀπό τή λαχτάρα νά ἑνωθῶ μαζή σου. Τό μόνο, πού σοῦ ζητῶ, εἶναι νά μοῦ δώσης τόν Ἑαυτό σου, γιατί ξέρω ὅτι καμμιά παρηγοριά μακρυά ἀπό σένα δέν ὑπάρχει... Κι ἐσύ, στοργικέ μου Κύριε, μέ εὐσπλαχνίζεσαι, ὅπως εἶπες τότε γιάτούς  ὄχλους «σπλαχνίζομαι ἐπί τόν ὄχλον, καί ἀπολῦσαι αὐτούς νήστεις οὐ θέλω, μήποτε ἐκλυθῶσιν ἐν τῇ ὁδῷ». Κι ἐμένα, λοιπόν, γλυκεία τῆς ψυχῆς μου τροφή, μεταχειρήσου με μέ τόν ἴδιο τρόπο, ὥστε νά πάρω κι ἐγώ τό μερίδιό μου ἀπό τήν αἰώνια κληρονομιά» [15].
Κάπου ἀλλοῦ λέγει :
«Κύριέ μου. Ἄν ἔχω ἕνα στήριγμα γιά τήν ψυχή μου, αὐτό εἶσαι Ἐσύ. Ἄν ὑπάρχη Κάποιος, στόν ὁποῖο νά μπορῆ νά στηριχθῆ ἡ ἀδυναμία τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, Αὐτός εἶσαι Ἐσύ. Στίς θλίψεις τους, δίνεις παρηγοριά. Ὅταν τσακίζωνται καί πέφτουν, σκύβεις καί τούς σηκώνεις. Ὅταν ἀποθαρύνωνται, ἐσύ τούς ἐμψυχώνεις κι ἡ χάρις Σου σκορπίζει φῶς στίς σκοτεινές τους τίς ψυχές. Πόσο μεγάλος εἶσαι Κύριε, προστάτη τῶν φτωχῶν ὁδοιπόρων τούτου τοῦ ματαίου κόσμου... Ἐσύ, Θεέ μου, εἶσαι ἡ πάντοτε ξεχυλισμένη ἀπό κρύο καθαρό νερό πηγή. Ἐσύ εἶσαι ἡ ἄσβυση παντοτινή φωτιά. Ἄν εἶμαι ἀνάξιος νά πιῶ ἀπό τό καθαρό νερό τῆς πηγῆς Σου, ἄφησέ μέ τοὐλάχιστον μιά μόνο σταγόνα νά ρίξω στά φλογισμένα μου χείλη, ὥστε νά μή ξεραθῆ ὁλότελα τῆς ζωῆς μου τό δένδρο. Κι ἄν δέν μπορῶ νά ἔχω πάντοτε θερμή καί φλογισμένη τήν ψυχή μου ἀπό τήν θεία φωτιά σου, ἄσε με τοὐλάχιστον νά κρατῶ μιά ἔστω σπίθα ἀπό τό ἀπρόσιτο φῶς τοῦ Προσώπου Σου» [16].
Τά παραδείγματα αὐτά δείχνουν καθαρά ὅτι ὁ συγγραφεύς ἐπιδιώκει νά προσφέρη στόν ἀναγνώστη μιά ψυχολογική καί συναισθηματική ἀτμόσφαιρα. Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔχουν ὑπογραμμίσει τόν σοβαρό κίνδυνο, πού προέρχεται ἀπό τήν σύγχυση μεταξύ τῶν ψυχολογικῶν ἐκδηλώσεων καί τῶν πνευματικῶν βιωμάτων. Ἡ ἔντονη συναισθηματικότητα, ὅταν μάλιστα παρατείνεται στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου, δημιουργεῖ πολλά προβλήματα, δέν ἀφήνει τόν ἄνθρωπο νά δῆ βαθύτερα τήν πνευματική του ζωή.
Ἔτσι, λοιπόν, ἡ μίμηση τοῦ Χριστοῦ στό βιβλίο «ἡ μίμησις τοῦ Χριστοῦ» ἐξαντλεῖται στήν ἐπιφάνεια, δέν ἔχει σχέση μέ τήν ἐν Χριστῷ ζωή, ὅπως τήν παρουσιάζουν οἱ ἅγιοι Πατέρες.
Γράφοντας τά ἀνωτέρω γιά τήν «μίμησιν του Χριστοῦ» τοῦ Θωμᾶ Κεμπησίου, ἔχω ὑπ' ὄψη μου τίς ἐπανειλημμένες ἐκδόσεις, πού ἔγιναν στήν ἑλληνική γλώσσα, κυρίως τήν ἔκδοση τοῦ 1958, ἡ ὁποία, ὅπως φαίνεται, εἶναι μετάφραση τοῦ ἀρχικοῦ κειμένου, μέ διάφορες ἀλλαγές.
Τελευταία ἐκδόθηκε ἕνα βιβλίο μέ τίτλο «ἑρμηνεῖαι εὐσεβεῖς περί μιμήσεως τοῦ Χριστοῦ» (Γρεβενά 1985), τό ὁποῖο στηρίζεται σέ ἔκδοση τοῦ Δημητρίου Θεοδοσίου τοῦ ἐξ Ἰωαννίνων (Βενετία το 1770) καί, καθώς λέγεται, αὐτή ἡ ἔκδοση θεωρεῖται πληρεστέρα ἀπό ὀρθοδόξου πλευρᾶς.
Τό πνεῦμα τῶν νέων κειμένων βασικά εἶναι τό ἴδιο καί σέ γενικές γραμμές ἰσχύουν τά ὅσα εἴπαμε προηγουμένως, ἁπλῶς σέ μερικά σημεῖα εἶναι διαφορετική ἡ μεταφραστική ἐργασία, καθώς ἐπίσης καί διορθώνονται ἡ προστίθενται μερικές φράσεις, οἱ ὁποῖες, καθώς λέγεται ἀπό τόν ἔκδοτη, εἶχαν ἀφαιρεθῆ ἀπό τούς Λουθηρόφρονας τῆς Χάλας στήν Σαξωνία.
Στήν ἔκδοση αὐτή προστίθενται δύο νέα κεφάλαια.
Πρῶτον, ἕνα πρόλογος τοῦ ἔκδοτου μέ τίτλο «παραίνεσις ὁπλοφόρος», στήν ὁποία ἀναιροῦνται μερικές ἀπόψεις τῶν Λουθηροκαλβίνων σχετικά μέ τήν τιμητική προσκύνηση τῆς Θεοτόκου καί τῶν ἁγίων, καί παρουσιάζεται ἡ ἀξία τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως. Γιά τόν σκοπό αὐτό χρησιμοποιοῦνται χωρία πατέρων, κυρίως δυτικῶν. Ἔτσι, λοιπόν, γίνεται ὑπεράσπιση τῶν ὀρθοδόξων ἀπόψεων καί διδασκαλιῶν, ὥστε τό βιβλίο αὐτό νά γίνη εὐπρόσδεκτο ἀπό τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς.
Δεύτερον, σέ κάθε κεφάλαιο τοῦ ἀρχικοῦ βιβλίου τῆς «μιμήσεως τοῦ Χριστοῦ» προστέθηκαν τρία τμήματα, ἤτοι στοχασμοί («στόχασες»), ἀποφάσεις («ἀπόφασες»), κατάνυξις («κατάνυξες»), πού εἶχαν ἀφαιρεθῆ ἀπό ἄλλες ἐκδόσεις. Ὁ συντάκτης τῶν κειμένων αὐτῶν παραμένει ἄγνωστος. Ἡ μελέτη τους καθιστᾶ φανερό ὅτι δέν προέρχεται ἀπό τόν συγγραφέα τῆς μιμήσεως τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ἀποδίδεται στόν Θωμᾶ Κεμπήσιο, ἀλλά ἀπό κάποιον ἄλλο μεταγενέστερο ἐξηγητή. Ἔτσι, μετά τήν ἀνάγνωση κάθε κεφαλαίου τῆς «μιμήσεως τοῦ Χριστοῦ» ἀκολουθοῦν στοχασμοί πάνω στό κείμενο, πού προηγήθηκε, τίς περισσότερες φορές μέ τόν τύπο ἐρωτήματος, ἔπειτα ἀκολουθοῦν ἀποφάσεις πάνω στούς προβληματισμούς τῶν στοχασμῶν, καί στήν συνέχεια κατακλείονται μέ μιά κατάνυξη, πού στήν πραγματικότητα εἶναι προσευχή.
Ὅταν μελετήση κανείς προσεκτικά τά παρέμβλητα κείμενα «στόχασες-ἀπόφασες-κατάνυξες», μέσα ἀπό τό πρίσμα τῆς νηπτικῆς, ἀλλά καί Θεολογικῆς παραδόσεως τῶν Ὀρθοδόξων πατέρων, θά διαπιστώση ὅτι ὑπολείπονται κατά πολύ ἀπό τήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία, δέν κινοῦνται μέσα σέ ὀρθόδοξα καί ἐκκλησιαστικά πλαίσια, τόσο ἀπό ἀπόψεως μορφῆς, ὅσο καί ἀπό ἀπόψεως νοήματος. Μάλιστα, ἄν θελήση κανείς νά σχολιάση ἀπό πατερικῆς πλευρᾶς πολλές φράσεις, τότε θά διαπιστώση τήν παρέκκλιση ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Πνευματικότητα. Ἑπομένως, ἰσχύουν καί γιά τήν ἔκδοση αὐτή ὅ,τι εἴπαμε προηγουμένως.
Ὁ Ἕλληνας ἔκδοτης, πού προσπαθεῖ νά ὀρθοδοξοποιήση τό βιβλίο «μίμησις τοῦ Χριστοῦ», σέ κάποιο σημεῖο ὀνομάζει τήν Ἁγία Γραφή Λόγο τοῦ Θεοῦ καί «τήν μίμησιν τοῦ Χριστοῦ», «ὡσάν μιάν πηγήν Ἁγιωσύνην, ἀπό τήν ὁποίαν (πολλοί) ἐπιθυμοῦσαν νά πίνουν ὅλην τήν ἡμέραν τήν Οὐράνιον χάριν» [17]. Ἤδη καί αὐτές οἱ φράσεις, πού γράφονται ἀπό «ὀρθόδοξο» ἔκδοτη, ὁ ὁποῖος προσπαθεῖ νά πολεμήση τούς Προτεστάντας καί νά ὀρθοδοξοποιήση τήν «μίμησιν τοῦ Χριστοῦ», δείχνουν τόν ἐπηρεασμό του ἀπό τήν δυτική θεολογική προβληματική. Γιατί, ἡ Ἁγία Γραφή δέν εἶναι Λόγος Θεοῦ, ἀλλά λόγος περί τοῦ Λόγου, καί ποτέ δέν εἶναι δυνατόν ἕνα βιβλίο νά εἶναι πηγή Ἁγιωσύνης, πού τροφοδοτεῖ τούς ἀνθρώπους μέ τήν Οὐράνια Χάρη.
Εἶναι, βέβαια, γεγονός ὅτι εἶναι ἀρκετά δύσκολο νά καταλάβη κανείς ὅτι τό περιεχόμενο «τῆς μιμήσεως τοῦ Χριστοῦ» δέν κινεῖται μέσα σέ ὀρθόδοξα πλαίσια καί δέν μπορεῖ νά βοηθήση τόν Χριστιανό. Αὐτό συμβαίνει, γιατί, δυστυχῶς, ἔχουν χαθῆ ἀπό τόν πολύ κόσμο τά κριτήρια τῆς Ὀρθοδόξου Πνευματικότητος, τά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως. Ἔχω τήν γνώμη ὅτι αὐτό τό σημεῖο εἶναι τό πιό ἐπικίνδυνο καί κρίσιμο στίς ἡμέρες μας. Μπορεῖ κάποιος νά διαβάση τρία βιβλία περί προσευχῆς γραμμένα ἀπό ἕνα Ὀρθόδοξο, ἕνα Παπικό καί ἕνα Προτεστάντη καί νά μή καταλάβη τό ὑπόβαθρο κάθε βιβλίου, οὔτε τίς προϋποθέσεις, μέ τίς ὁποῖες γράφτηκε, ἀλλά νά θεωρήση ὅτι καί τά τρία βιβλία εἶναι ἐξ ἴσου καλά καί ὠφέλιμα. Αὐτό εἶναι τό μεγαλύτερο πρόβλημα. Κάποιος Ὀρθόδοξος Θεολόγος, χαριτολογώντας, ἀλλά καί ἐκφράζοντας τήν πνευματική σύγχυση τῶν ἡμερῶν μας, εἶπε ὅτι εἶναι δυνατόν καί ὁ διάβολος νά γράφη γιά τήν προσευχή καί ὅμως μερικοί Χριστιανοί νά μή τό ἀντιληφθοῦν.
Ἡ «μίμησις τοῦ Χριστοῦ», ὅπως εἴπαμε προηγουμένως, δημιουργεῖ μιά συναισθηματική ἀτμόσφαιρα, βοηθᾶτόν  ἄνθρωπο νά προσέχη τίς σκέψεις καί τίς πράξεις του, ἀλλά τελικά ἐξαντλεῖται σέ εὐσεβεῖς σκέψεις καί συναισθηματικές καταστάσεις. Γιά νά διαπιστώση κανείς αὐτό τό γεγονός θά πρέπει νά διαβάση τό βιβλίο αὐτό παράλληλα μέ ἄλλα ὀρθόδοξα καί πατερικά βιβλία, στά ὁποία γίνεται λόγος γιά τήν μίμηση τοῦ Χριστοῦ, πού ταυτίζεται μέ τήν ἐν Χριστῷ ζωή. Τότε θά διαπιστώση ὅτι, ἐνῶ στό βιβλίο τοῦ Θωμᾶ Κεμπησίου γίνεται λόγος γιά μίμηση τοῦ παραδείγματος τοῦ Χριστοῦ, στά ἄλλα βιβλία γίνεται λόγος γιά ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Χριστό καί μέθεξη τῶν ἄκτιστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ. Δηλαδή, δέν πρόκειται γιά μιά ἐξωτερική συμμόρφωση τῆς ζωῆς μας πρός τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά γιά κάθαρση, φωτισμό καί θέωση τοῦ ἀνθρώπου, μέ τήν μέθεξη τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ Χάριτος».
Ἐκτός ἀπό τόν Σεβασμιώτατο κ. Ἱερόθεο, γιά τό βιβλίο «Μίμησις τοῦ Χριστοῦ» ἔχει γράψει καί ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ, ὁ ὁποῖος λέγει :
«Καί κλασσικό παράδειγμα ἀσκητικοῦ βιβλίου, πού ἐγράφη ἀπό συγγραφέα,πού βρισκόταν στήν κατάσταση τῆς πλάνης, πού ὀνομάζεται «ἀπόνοια», μποροῦμε νά θεωρήσωμε τήν «Μίμηση τοῦ Χριστοῦ» τοῦ Θωμᾶ Κεμπήσιου.
Ἀποπνέει μιά λεπτή φιληδονία καί ὑψηλοφροσύνη, πού σέ ἀνθρώπους γεμάτους πάθη καί τυφλωμένους ἀπό αὐτά προκαλοῦν ἕναν ἡδονισμό, πού αὐτοί τόν θεωροῦν «πρόγευση τῆς θείας χάριτος»! Οἱ ταλαίπωροι! Οἱ ἐσκοτισμένοι! Δέν τό καταλαβαίνουν κἄν ὅτι, ὀσφραινόμενοι τήν λεπτή αὐτήν εὐωδία τῶν παθῶν, πού ζοῦν μέσα τους, ἡδονίζονται ἐξαιτίας της. Καί - στήν τύφλωση τους - τήν θεωροῦν «ὀσμή τῆς θείας χάριτος»! Δέν τό καταλαβαίνουν ὅτι ἄξιοι νά δεχθοῦν τήν ὀσμή, νά αἰσθανθοῦν τήν εὐωδία τῆς χάριτος, εἶναι μόνον οἱ ἅγιοι! Οὔτε ὅτι, γιά νά αἰσθανθῆ ὁ ἄνθρωπος τήν πνευματική γλύκα μέσα του, πρέπει πρῶτα νά ἀποκτήσει μετάνοια καί νά καθαρθῆ ἀπό τά πάθη!
Ὁ ἁμαρτωλός πρέπει νά τό καταλάβει, ὅτι δέν εἶναι οὔτε ἱκανός οὔτε ἄξιος γιά πνευματική γλύκα! Καί ὀφείλει νά τό ὀμολογεῖ καί νά τό διακηρύττει ὅτι εἶναι ἀνάξιος γιά αἴσθηση τέτοιας γλύκας πνευματικῆς. Καί ἄν ἀρχίσει κάτι τέτοιο νά τοῦ ἔρχεται, ὀφείλει νά μή τό ἀποδέχεται· ἀλλά νά τό ἀπορρίπτει σάν κάτι τό ξένο· σάν μιά ὁλοφάνερη καί πανώλεθρη αὐταπάτη· σάν μιά ἐκλεπτυσμένη κίνηση ματαιοδοξίας, ὑψηλοφροσύνης καί ἡδυπαθείας [18].
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ κ. ΙΕΡΟΘΕΟΣ, Ἡ μίμηση τοῦ Χριστοῦ κατά τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, http://trelogiannis.blogspot.gr/2013/01/blog-post_9077.html?m=1
2. ΘΗΕ 6 (587) καί 8 (1160-1161)
3. Ἡ μίμησις τοῦ Χριστοῦ, ἐκδ. Φῶς, Ἀθήνα 1958, σ. 8.
4. Ἔνθ. ἀνωτ., σ. 7.
5. Ἔνθ. ἀνωτ., σσ. 9-10.
6. Ἔνθ. ἀνωτ., σ. 10.
7. Ἔνθ. ἀνωτ., σ. 95.
8. Ἔνθ. ἀνωτ., σ. 10.
9. Ἔνθ. ἀνωτ., σ. 292.
10. Ἔνθ. ἀνωτ., σ. 294.
11. Ἔνθ. ἀνωτ., σ. 47.
12. Ἔνθ. ἀνωτ., σ. 188.
13. Ἔνθ. ἀνωτ., σσ. 109-110.
14. Ἔνθ. ἀνωτ., σ. 209.
15. Ἔνθ. ἀνωτ., σσ. 280-281.
16. Ἔνθ. ἀνωτ., σσ. 284-285.
17. Ἑρμηνεῖαι εὐσεβεῖς περί μιμήσεως τοῦ Χριστοῦ, Γρεβενά 1985.
18. ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΙΑΝΙΝΩΦ, Προσφορά στόν σύγχρονο μοναχισμό, τ. Α ΄, ἔκδ. Ἱ. Μ. Πρεβέζης, 1993, σσ. 136-137.