Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2018

Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου, Αναχωρητές και κόσμος

Συνέντευξη πού δόθηκε στήν Raluca Tanaseanu καί δημοσιεύθηκε στά ρουμανικά σέ βιβλίο γιά τόν Ρουμάνο Ἀναχωρητή Πρόκλο
1. Ἐρώτηση: Σεβασμιώτατε, ἔχετε φροντίσει ἤδη ἀπό τά νεανικά Σας χρόνια νά γνωρίζετε ἀναχωρητές, νά πάρετε ἀπό αὐτούς ἐποικοδομητικό λόγο. Τί σᾶς προσέλκυσε στήν ζωή τῶν ἀναχωρητῶν;
Ἀπάντηση: Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι δέν φρόντισα ἐγώ, ἀλλά φρόντισε ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ.
Κατ’ ἀρχάς, γεννήθηκα μέσα σέ μιά οἰκογένεια πού οἱ γονεῖς μας ζοῦσαν ἀσκητικά. Ὁ πατέρας μου ἤθελε νά γίνη μοναχός στό Ἅγιον Ὄρος, ἀλλά ἀπό ὑπακοή στόν πνευματικό του νυμφεύθηκε μιά εὐλαβέσταστη γυναίκα, τήν μητέρα μου. Ἔτσι, εἶχε σέ ὅλη τήν ζωή του τόν πόθο τοῦ μοναχοῦ καί διάβαζε ἀσκητικά βιβλία. Μεγάλωσα κι ἐγώ διαβάζοντας τήν Κλίμακα τοῦ Ἰωάννου, πού εἶχε ὁ πατέρας μου.
Ἔπειτα, ἀπό μικρός γνώρισα μερικούς κοσμοκαλόγηρους, πού ἀγαποῦσαν πολύ τόν Χριστό μέ ἔργα καί πράξεις. Ἰδιαίτερα ἕναν φίλο τοῦ πατέρα μου, πού ἦταν ἀφιερωμένος στόν Θεό καί ζοῦσε ὡς μοναχός, ἄν καί λαϊκός, εἶχε ξυλουργεῖο καί ὅσα εἰσέπραττε τά ἔδινε ἐλεημοσύνη καί ὁ ἴδιος ζοῦσε μέ προσευχή.
Ἀργότερα, ὡς φοιτητής ἐπισκεπτόμουν τό Ἅγιον Ὄρος, καί μάλιστα τούς ἐρημίτες καί τούς ἀναχωρητές. Μέ προσήλκυσε ἡ τέλεια προσφορά στόν Θεό. Πολύ μέ συγκινεῖ αὐτή ἡ ὁλοκληρωτική ἀφιέρωση στόν Θεό. Ἔβλεπα σέ σκίτσα καί φωτογραφίες ἐρημίτες μοναχούς καί αἰσθανόμουν βαθύτατη συγκίνηση. Ἔβλεπα στήν ζωή τους τόν Ἀδάμ πρό τῆς πτώσεως, τούς Προφῆτες, ὅπως τόν Προφήτη Ἠλία καί τήν ζωή τῶν δικαίων στόν Παράδεισο.
Οἱ ἐρημίτες-ἀναχωρητές αἰσθάνθηκαν σέ ἕναν μικρό ἤ μεγάλο βαθμό τήν ματαιότητα τῶν προσκαίρων, τήν ὡραιότητα τῶν ἄνω καί αἰωνίων, τήν ἔμπνευσή τους, καί κυρίως τήν αἴσθηση ὅτι δέν πρέπει «νά παίζουμε μέ τήν αἰωνιότητα». Τούς ἥλκυε ἡ «μέλλουσα πόλις» καί ὄχι «ἡ μένουσα πόλις» (Ἑβρ. ιγ΄, 14).
Αὐτό μέ ἐντυπωσίαζε πολύ.
2. Ἐρώτηση: Ἔχετε ἐπισκεφθῆ πολλούς Γέροντες. Ποιό ἦταν τό ὄφελος πού ἀποκομίζατε ἀπό τήν συνάντηση μαζί τους;
Ἀπάντηση: Ἀπό φοιτητής ὅταν ἐπισκεπτόμουν τό Ἅγιον Ὄρος, ἀκόμη καί τώρα, δέν μέ ἐνδιαφέρουν τόσο οἱ βιβλιοθῆκες τῶν Μονῶν, τά χειρόγραφα, οἱ ἁγιογραφίες, οἱ ἐκτελέσεις τῶν μουσικῶν μαθημάτων, ὅσο οἱ ἐμπειρικοί μοναχοί, πού ζοῦν μόνο γιά τόν Θεό καί ἀγγίζουν τήν αἰωνιότητα. Βρῆκα κάποτε ἕναν ἐρημίτη πού μοῦ εἶπε: «Δοξάζω τόν Θεό πού ἐφέτος ἔβρεξε πολύ καί ἡ γῆ ἔβγαλε χορταράκι καί μπορῶ νά φάω κάτι». Κάποιος ἄλλος ἐρημίτης μοῦ εἶπε: «Μοῦ δίνουν ἀπό ἕνα Μοναστήρι λίγο ψωμί γιά νά τρώγω, γιά νά ἔχω δυνάμεις, γιά νά ἐργάζομαι∙ λίγο κρασί γιά νά ἀνοίγη ἡ φωνή καί νά προσεύχομαι∙ καί λίγο λάδι γιά νά λαδώνωνται τά γόνατά μου νά μποροῦν νά κάνουν μετάνοιες. Τί ἄλλο θέλω;».
Σέ αὐτούς τούς ἀσκητές βλέπει κανείς τόν τέλειο τρόπο ζωῆς, αἰσθάνεται μιά ζωή χωρίς συμβιβασμούς, βλέπει ἀνθρώπους νά πιστεύουν αὐτό πού ζοῦν, καί νά ζοῦν σύμφωνα μέ τήν πίστη. Ὁπότε, καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ πίστη δέν εἶναι διανοητικό κατόρθωμα, ἀλλά «ὅρασις καί νόησις καρδίας», ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς.
Ὅταν συναντοῦσα τέτοιους μοναχούς, τούς ρωτοῦσα αὐτό πού ποθοῦσα καί αὐτό πού ζοῦσαν ἐκεῖνοι. Ὅταν ἐπισκεφθῆς ἕναν ἰατρό, θά τόν ρωτήσης ἰατρικά θέματα, ὅταν συναντήσης ἕναν δικηγόρο, θά συζητήσης νομικά. Τούς ἐρημίτες τούς ρωτοῦσα αὐτό πού ἤξεραν πολύ καλά, τά σχετικά μέ τήν καρδιά, τόν νοῦ, τήν νοερά προσευχή, τήν διαφορά μεταξύ τῆς λογικῆς καί τῆς νοερᾶς προσευχῆς, τήν ἔμπνευση γιά τόν Θεό.
Ὠφελήθηκα πολύ ἀπό τούς ἐρημίτες, γιατί συναντοῦσα «καθηγητές τῆς ἐρήμου», πού δίδασκαν ἀπό τό Πανεπιστήμιο τῆς ἐρήμου. Δέν βρίσκει κανείς ἐκεῖ διανοητές θεολόγους, ἀλλά χαρισματικούς, ἐμπειρικούς θεολόγους, χωρίς οἱ ἴδιοι νά ἀντιλαμβάνωνται ὅτι εἶναι θεολόγοι. Αὐτοί ἔκαναν μακροχρόνιες ἔρευνες στά θέματα αὐτά καί εἶχαν ἐμπειρίες. Αἰσθανόμουν ὅτι βρισκόμουν μπροστά σέ «πύρινες φλόγες τῆς Πεντηκοστῆς», σέ Ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ, γι’ αὐτό καί ἡ μοναχική ζωή χαρακτηρίζεται ἀπό τούς Πατέρας ὡς ἡ ἀποστολική ζωή.
3. Ἐρώτηση: Στούς Ρουμάνους Χριστιανούς εἶναι γνωστοί οἱ βίοι τῶν Ἁγίων Παϊσίου, Πορφυρίου καί τοῦ πατρός Σωφρονίου, ἅγιοι πατέρες πού ἔχετε γνωρίσει καί ἐπισκεφθῆ. Δέν γνωρίζουμε ὅμως τίποτα γιά τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Καλλίνικο, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε Πνευματικός σας καί πιθανόν, γιά τόν ἅγιο βίο του, νά καταταχθῆ στό Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.
Ἀπάντηση: Θεωρῶ μεγάλο δῶρο τοῦ Θεοῦ πού γνώρισα πολλούς μεγάλους ἀσκητές καί ἐμπειρικούς θεολόγους, ὅπως αὐτούς πού ἀναφέρατε. Ὄχι ἁπλῶς τούς γνώρισα, ἀλλά συνδέθηκα πνευματικά μαζί τους καί ἀξιώθηκα νά κάνω αἴτηση στό Πατριαρχεῖο γιά τήν ἁγιοκατάταξή τους. Ὁ ἅγιος Παΐσιος συνδέθηκε μαζί μου σέ ὅλες τίς φάσεις τῆς ζωῆς μου. Ὁ ἅγιος Πορφύριος ἐπενέβη διακριτικά στήν ζωή μου. Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ἦταν μεγάλος εὐεργέτης μου. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά ἄλλους, ὅπως τόν Γέροντα Ἐφραίμ τόν Κατουνακιώτη, τόν Γέροντα Ἐφραίμ τόν Φιλοθεΐτη, τόν π. Θεόκλητο Διονυσιάτη, τόν Ἡγούμενο τῆς Μονῆς Γρηγορίου Ἀρχιμ. Γεώργιο καί ἄλλους, φανερούς καί ἀφανεῖς ἁγιορείτας.
Ὅμως, μεγάλη δωρεά τοῦ Θεοῦ στήν ζωή μου ἦταν ὁ μακαριστός Γέροντάς μου Μητροπολίτης Ἐδέσσης Καλλίνικος, μέ τόν ὁποῖο ἔμενα στήν Μητρόπολη δέκα πέντε χρόνια καί ἀξιώθηκα ἀπό τόν Θεό νά τόν διακονήσω ἑπτά μῆνες στό κρεββάτι τῆς ἀσθενείας του, καί, κατά τήν πρόρρησή του, νά τοῦ κλείσω τά μάτια.
Τό σημαντικό εἶναι ὅτι οἱ ἁγιορεῖτες πού ἀνέφερα προηγουμένως τόν ἐκτιμοῦσαν πολύ. Ὁ ἅγιος Παΐσιος ὅταν τόν συνάντησε, κατά τήν μαρτυρία ἑνός ὑποτακτικοῦ του, εἶπε: «Πρώτη φορά βλέπω τέτοιον Δεσπότη. Μέχρι τώρα δέν ἔχω δεῖ σάν τόν Καλλίνικο». Καί ἐπειδή ὁ Καλλίνικος στήν διαθήκη του ἔγραψε: «Τό ἔλεος τοῦ Κυρίου ἄς μέ συνοδεύη κατά τήν ἐκ τοῦ ματαίου τούτου κόσμου ἐκδημία μου», ὁ ἅγιος Παΐσιος ὅταν τό ἄκουσε αὐτό εἶπε: «Ὄχι ἁπλῶς τόν συνοδεύει, ἀλλά τόν καταδιώκει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ».
Ἦταν, πράγματι, ἕνας ἀσκητής Ἐπίσκοπος, πού εἶχε ἐσωτερική εὐαισθησία, καθαρότητα ψυχῆς καί σώματος, ἀγάπη γιά τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους, κοσμημένος μέ βαθύτατη ταπείνωση καί προσευχή, ἦταν διαποτισμένος ὁλόκληρος ἀπό τό γνήσιο ἐκκλησιαστικό φρόνημα καί τόν ἁγιορείτικο τρόπο ζωῆς ἀπό τά μικρά του χρόνια, ἀπέφευγε ὅ,τι δέν ἤθελε ὁ Θεός, καί ἦταν ἀπόλυτα ἀφιερωμένος στόν Θεό.
Αὐτός μέ εἰσήγαγε στήν ἡσυχαστική ζωή καί τό χαιρόταν πολύ. Μοῦ ἔδωσε ἀπό τήν ἀρχή, ὅταν ἀποφάσισα νά γίνω μοναχός, νά διαβάσω τό «Συμβουλευτικόν Ἐγχειρίδιον, ἤτοι περί φυλακῆς τῶν πέντε αἰσθήσεων», τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, καί μέ μεγάλωσε πνευματικά μέ ἀγάπη καί ἐλευθερία. Ἔζησα κοντά του τήν ἀρχοντική ἀγάπη καί τήν ἀρχοντική ἐλευθερία. Γνώρισα ἕναν ἅγιο ἀσκητή Ἐπίσκοπο, πού ὅλη τήν ἡμέρα ἔλιωνε ὡς λαμπάδα, προσφέροντας τήν ὀρθόδοξη ζωή στούς ἀνθρώπους τοῦ ποιμνίου του. Λίγο τόν ἀπασχολοῦσαν τά λεγόμενα «πολιτικά τῆς Ἐκκλησίας». Πήγαινε στήν Σύνοδο τῶν Ἐπισκόπων μέ φόβο Θεοῦ καί προσευχή. Σέ μιά ἐπιστολή του, πού μοῦ ἔστειλε ὅταν ἦταν Συνοδικός, μοῦ ἔγραφε: «Σέ παρακαλῶ, γονάτισε καί παρεκάλεσε τόν Ἱδρυτήν τῆς Ἐκκλησίας νά βοηθήση τόν Ἐπίσκοπόν σου καί τήν Ἐκκλησίαν Του».
Ἐπειδή εἶχε τέτοια ζωή, γι’ αὐτό καί ἡ κοίμησή του ἦταν ὁσιακή. Ἀντιμετώπισε τήν ἀσθένειά του –ὄγκο στόν ἐγκέφαλο– μέ μεγάλη αὐτομεμψία, ταπείνωση, ἀγάπη, ἀκόμη καί σέ ἐκείνους πού τόν συκοφάντησαν, προσευχή στόν Θεό, ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, βαθυτάτη αἴσθηση καθαρότητας λογισμοῦ ἐν ὄψει τῆς συναντήσεώς του μέ τόν Χριστό, ἔντονη μνήμη θανάτου.
Ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἔχοντας ὑπ’ ὄψη της ὅλα αὐτά ἀποφάσισε τήν ἁγιοκατάταξή του καί ἔστειλε τήν πρότασή της στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, γιά νά προβῆ στήν ἐγγραφή του στό ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ λαός στήν Ἔδεσσα ἤδη τόν τιμᾶ ὡς ἅγιο, γιατί ἔχει ἀποδείξεις τῆς ζωντανῆς παρουσίας του. Ἔχω γράψει τρία βιβλία γιά τόν μακαριστό Γέροντά μου.
Πολλές φορές σκέπτομαι: Πῶς θά ἀνταποκριθῶ στίς μεγάλες δωρεές τοῦ Θεοῦ;
4. Ἐρώτηση: Ξέρουμε ὅτι οἱ ἀναχωρητές πενθοῦν γιά τίς ἁμαρτίες τους, αἰσθάνονται ὡς οἱ πιό ἁμαρτωλοί ἄνθρωποι. Πῶς φτάνουν σέ αὐτό τό βαθύ αἴσθημα τῆς μετανοίας;
Ἀπάντηση: Μέ τήν ζωή τῆς καθαρότητας πού ζοῦν φθάνουν νά αἰσθανθοῦν βιωματικά τήν κατάσταση τῶν πρωτοπλάστων πρό τῆς πτώσεώς τους, ἀλλά καί τήν ζωή τῶν ἀγγέλων. Ἀκόμη, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ τούς ἀποκαλύπτεται ὁ χῶρος τῆς καρδίας, ὅπου ὑπάρχει τό νοερό θυσιαστήριο, ἕνα ἐσωτερικό ἐκκλησάκι ὅπου γίνεται ἀδιάλειπτη νοερά θεία Λειτουργία, ἐπίσης φθάνουν καί στήν θεωρία τοῦ Φωτός ἤ βλέπουν τήν οὐράνια θεία Λειτουργία, ὅπως τήν εἶδε ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης καί τήν περιγράφει στό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως.
Ὅταν, ὅμως, μειώνεται αὐτή ἡ κατάσταση, τό αἰσθάνονται ὡς βαθύτατη πτώση, καί ἔτσι καταλαβαίνουν τόν Ἀδάμ πού ἐξῆλθε ἀπό τόν Παράδεισο καί θρηνοῦσε. Ὁ ἅγιος Σιλουανός ἔχει γράψει καταπληκτικά κείμενα πάνω σέ αὐτό τό θέμα, πού ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ἀπεκάλεσε ὡς «Ἀδαμιαῖο θρῆνο».
Αὐτό συντονίζεται μέ ὅλη τήν πατερική παράδοση. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης γράφει ὅτι ἐάν δέν καταλάβουμε σέ ποιά κατάσταση ἤμασταν ὅταν μᾶς δημιούργησε ὁ Κύριος, δέν θά καταλάβουμε σέ ποιά κατάσταση μᾶς ὁδήγησε ἡ ἁμαρτία. Ἔτσι, οἱ ἅγιοι μέ τόν φωτισμένο νοῦ καί τήν θεωρία τοῦ Θεοῦ καταλαβαίνουν ἐμπειρικά πῶς εἶναι ὁ φυσικός ἄνθρωπος καί πῶς ἔγινε παρά φύσιν ἄνθρωπος μέ τήν ἁμαρτία, γι’ αὐτό καί ἐπιδίδονται σέ ἀκράτητο θρῆνο. Κλαῖνε ὄχι μόνον γιά τυχόν ἁμαρτίες, ἀλλά καί γιατί ὁ νοῦς τους δέν μπορεῖ νά παραμείνη γιά πολύ χρόνο στήν μνήμη τοῦ Θεοῦ, γιά ἕναν λογισμό πού τούς πλησιάζει, γιατί χάνουν τήν κοινωνία μέ τόν Θεό, γιά τήν αἴσθηση τῆς φθαρτότητας καί τῆς θνητότητας, πού εἶναι οἱ λεγόμενοι δερμάτινοι χιτῶνες. Αἰσθάνονται τήν ζωή χωρίς Θεό ὡς ζωώδη κατάσταση, καί αὐτό δέν γίνεται μέ ψυχολογικούς καί κοινωνικούς ὅρους, ἀλλά μέ καθαρῶς ἐμπειρικούς θεολογικούς ὅρους. Ὅταν ἀνατέλλη ὁ ἥλιος, τότε ἀποκαλύπτονται τά πάντα καθαρά, καί οἱ μικρότερες ἀκαθαρσίες. Καί ὅταν δύη ὁ ἥλιος, ἔρχεται τό σκοτάδι. Αὐτό γίνεται καί μέ τήν ψυχή.
Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης στήν Ἀποκάλυψη, ὅταν εἶδε τόν Χριστό μέσα στήν δόξα Του ἔπεσε στά πόδια του «ὡς νεκρός» (Ἀπ. α΄, 17). Καί ὅταν εἶδε ὅλη τήν οὐράνια Λειτουργία γέμισε ἀπό πόθο καί εἶπε: «Ἔρχου Κύριε Ἰησοῦ» (Ἀπ. κβ΄, 20). Ἔτσι, οἱ ἅγιοι ζοῦν ἀπό τώρα τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, καί γι’ αὐτό τήν ἀναζητοῦν συνεχῶς, βιώνουν τόν ἀρραβώνα τοῦ Πνεύματος καί ἀναμένουν μέ πόθο καί τόν γάμο μέ τόν Νυμφίο Χριστό, τό Ἀρνίο τῆς Ἀποκαλύψεως.
5. Ἐρώτηση: Γιατί νιώθουμε χαρά ὅταν βρισκόμαστε κοντά σέ ἕναν ἅγιο ἄνθρωπο καί ἔχουμε τήν αἴσθηση ὅτι δέν θά θέλαμε νά τόν ἀποχωριστοῦμε ποτέ πιά;
Ἀπάντηση: Ἡ ἀπάντηση στό ἐρώτημα αὐτό εἶναι συνέχεια τῆς προηγούμενης ἀπαντήσεως. Αὐτό γίνεται, γιατί ὁ ἅγιος ἄνθρωπος εἶναι ὁ φυσικός ἄνθρωπος. Καί ἐπειδή γνωρίσαμε πολλούς παρά φύσιν ἀνθρώπους, γι’ αὐτό μᾶς ἐντυπωσιάζει ὁ κατά φύσιν καί ὑπέρ φύσιν ἄνθρωπος, ὅπως δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό. Ἔπειτα, ἡ ζωή ἑνός ἁγίου εἶναι κρυμμένη «σύν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ» (Κολ. γ΄, 3). Ὁ Πατήρ ἀγαπᾶ τόν Υἱό Του καί ἀγαπᾶ καί αὐτούς πού εἶναι κρυμμένοι μέσα σέ Αὐτόν. Ὅπου εἶναι ὁ Θεός, ἐκεῖ εἶναι ὁ Παράδεισος. Γι’ αὐτό ὅταν συναντοῦμε ἁγίους ὀσφραινόμαστε τήν ἀτμόσφαιρα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Ἔπειτα, ἐπικοινωνώντας μέ πολλούς ἀνθρώπους σήμερα δεχόμαστε, ἄλλοτε περισσότερο καί ἄλλοτε λιγότερο, ἕναν ἰδιόμορφο «βιασμό». Ἡ ἀγάπη πού μᾶς δείχνουν εἶναι γεμάτη ἀπό φιλαυτία, ἰδιοτέλεια, πράγμα πού βιάζει τήν ψυχή μας, δέν εἶναι ἀληθινή ἀγάπη. Δέν μᾶς πλησιάζουν μέ εὐαισθησία, ἀλλά μέ ἀγριότητα, βαναυσότητα, μέ ποικίλα πάθη. Ἐπειδή καί ἐμεῖς εἴμαστε πολύ πληγωμένοι ἀπό διάφορες καταστάσεις, διότι ἔχουμε πικραθῆ πολύ, γι’ αὐτό κάθε κίνηση πρός ἐμᾶς ἑνός ἐμπαθοῦς ἀνθρώπου τήν αἰσθανόμαστε ὡς «βιασμό» τῆς ψυχῆς μας.
Ἀντίθετα, οἱ ἅγιοι πού ἔχουν ἀποβάλει τούς δερμάτινους χιτῶνες, τῆς φθαρτότητας, τῆς παθητότητας καί τῆς θνητότητας, πού ἡ φιλαυτία μεταποιήθηκε σέ φιλοθεΐα καί φιλανθρωπία, καί διακρίνονται γιά τήν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη, εἶναι πολύ εὐαίσθητοι, τρυφεροί, ἁπαλοί καί μᾶς πλησιάζουν μέ ἀγάπη πνευματική, σάν τήν αὔρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τελικά, ὁ ἄνθρωπος σήμερα χρειάζεται μιά «θεολογία τρυφερότητας», πού τήν ἔχουν μόνον οἱ ἅγιοι, οἱ ἀληθινοί ἄνθρωποι.
6. Ἐρώτηση: Σεβασμιώτατε, χαιρόμαστε ὅταν ἐπισκεπτόμαστε ἀνθρώπους μέ ἅγιο βίο γιά νά ἀκούσουμε ἐποικοδομητικό λόγο ἐκ μέρους τους, ὅμως δέν καταφέρνουμε νά μετατρέψουμε σέ πρακτική αὐτά τά λόγια. Ἀπό ποῦ προέρχεται αὐτή ἡ ἀνημπόρια καί πῶς μπορεῖ νά ξεπεραστῆ;
Ἀπάντηση: Κατ’ ἀρχάς, ἡ συνάντηση μέ ἁγίους ἀνθρώπους, πού εἶναι ναοί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί πραγματικά μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, «ζωντανοί ὀργανισμοί», θεολόγοι στήν πράξη, εἶναι ἕνα σημαντικό γεγονός γιά κάθε ἄνθρωπο. Μέ αὐτόν τόν τρόπο γνωρίζουμε στήν πράξη τί εἶναι ὁ Θεός, τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τί εἶναι ἡ ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου.
Αὐτό εἶναι σημαντικό, γιατί σήμερα ὅλοι ὁμιλοῦμε γιά τό «τί» καί ὄχι γιά τό «πῶς», δηλαδή κάνουμε λόγο τί εἶναι ὁ Θεός καί ὄχι πῶς θά γίνουμε κατά Χάρη καί μέθεξη θεοί∙ τί εἶναι ἡ ἀγάπη, καί ὄχι πῶς θά ἀποκτήσουμε τήν πραγματική ἀγάπη∙ τί εἶναι οἱ ἅγιοι καί ὄχι πῶς θά γίνουμε καί ἐμεῖς ἅγιοι. Αὐτό εἶναι τό πρόβλημα τῆς σημερινῆς θεολογίας καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ὅτι πολλοί θεολόγοι καί κληρικοί ὁμιλοῦν γιά τό «τί» καί ὄχι γιά τό «πῶς». Οἱ ἅγιοι μᾶς δείχνουν καί τό «τί» καί τό «πῶς» τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Βλέποντας αὐτούς τούς ἁγίους σιγά-σιγά θά ὁδηγούμαστε ἀπό τό «τί» στό «πῶς». Ἀντίθετα, ὅταν μόνον διαβάζουμε, δέν θά βοηθηθοῦμε πραγματικά καί ἀληθινά.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος σέ μιά ὁμιλία του προτρέπει τούς ἀκροατές του νά ἐπισκεφθοῦν ἁγίους μοναχούς στά ὄρη, γιατί θά ὠφεληθοῦν ἀπό τόν τρόπο τῆς ζωῆς τους καί ἀπό τά ὅσα θά ἀκούσουν. Μάλιστα, λέγει ὅτι ὅταν ὁ ἄνδρας ἐπισκεφθῆ αὐτούς τούς ἁγίους μοναχούς, τούς ἐρημίτες πού ζοῦν ἀγγελικό βίο, τότε θά ἀλλάξη ἡ ζωή του καί θά ἐπιστρέψη στό σπίτι του ἥμερος καί ἥσυχος, καθαρός ἀπό κάθε ἡδονή, πιό καλός στούς τρόπους ἀπό ὅ,τι ἦταν προηγουμένως, καί ἔτσι θά τόν δεχθῆ ἡ γυναίκα του ἤρεμο. Τό ἀντίθετο συμβαίνει, ὅπως λέγει, γιά τόν ἄνθρωπο ἐκεῖνον πού πηγαίνει στό θέατρο, ἀφοῦ ἐπιστρέφει στό σπίτι του ἀγριεμένος μέ τήν γυναίκα του, διότι στό θέατρο εἶδε κάποια ἄλλη γυναίκα καλύτερη.
Βλέποντας τέτοια ζωντανά παραδείγματα θά ἀλλάξουμε διαγωγή. Στήν ἀρχή θά βλέπουμε τούς ἁγίους καί θά τούς θαυμάζουμε, ἔπειτα θά κρίνουμε τόν ἑαυτό μας μέ τήν σύγκριση, καί στήν συνέχεια θά παραδειγματιζόμαστε καί θά τούς μιμούμαστε ὅσο μποροῦμε στήν καθημερινή μας ζωή.
Ἡ δυσκολία βρίσκεται στό ὅτι ἔχουμε μάθει στήν ζωή τῆς πτώσεως μέ τούς πολλούς λογισμούς, τήν φαντασίωση καί τήν ἀσθένεια τοῦ νοῦ, νά τά θεωροῦμε ὅλα αὐτά ὡς φυσική ζωή, ἐνῶ εἶναι παρά φύσιν ζωή. Ἔτσι, ἀρρωσταίνει ὁ νοῦς, τό λογιστικό καί τό παθητικό μέρος τῆς ψυχῆς, γιά τά ὁποῖα ἡ θεραπεία εἶναι μακροχρόνια. Ἕνας ἄρρωστος νοῦς, ἡ ἄρρωστη λογική, ἡ ἐπιθυμία, ὁ θυμός γιά νά ἀλλάξουν πρέπει νά ἀγωνισθῆ ὁ ἄνθρωπος πολύ μέ τήν ἐνέργεια τῆς θείας Χάριτος. Στόν ἀγώνα αὐτόν ἡ ἐπικοινωνία μέ τούς ἁγίους ἀνθρώπους μᾶς βοηθᾶ ἀποτελεσματικά, γιατί αὐτοί λειτουργοῦν καί ὡς ζωντανά πρότυπα καί ὡς προπονητές πού μᾶς ἀθλοῦν στήν πνευματική ζωή, γιά νά γίνουμε καί ἐμεῖς ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ.
7. Ἐρώτηση: Ὁ γέροντας Πρόκλος μᾶς παρότρυνε νά προσευχόμαστε ἀδιαλείπτως, νά κοιμόμαστε καί νά ξυπνᾶμε μέ τήν προσευχή. Μιλῆστε μας, σᾶς παρακαλοῦμε, γιά ἀνθρώπους τούς ὁποίους ἔχετε συναντήσει, οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν τήν ἀδιάλειπτη προσευχή!
Ἀπάντηση: Ἡ προσευχή εἶναι ἀπαραίτητη γιά τήν ζωή μας. Ὁ Χριστός μᾶς ὑπέδειξε τόν τρόπο τῆς προσευχῆς. Ἐνῶ Ἐκεῖνος εἶχε διαρκῆ ἐπικοινωνία μέ τόν Πατέρα Του καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἐν τούτοις ἀνέβαινε στό Ὄρος νά προσευχηθῆ μόνος Του. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἑρμηνεύει ὅτι δέν τό εἶχε ἀνάγκη, ἀλλά τό ἔκανε γιά μᾶς, γιά νά γίνη ὑπόδειγμα, ὥστε νά ἀγαπήσουμε τήν προσευχή σέ ἔρημο τόπο. Ἀκόμη, ὁ Χριστός δίδαξε τούς Μαθητές Του, καί δι’ αὐτῶν καί ἐμᾶς νά προσευχόμαστε διαρκῶς. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γράφει κάπου ὅτι περισσότερο πρέπει νά προσευχόμαστε, παρά νά ἀναπνέουμε, δηλαδή «μνημονευτέον τοῦ Θεοῦ μᾶλλον ἤ ἀναπνευστέον». Τόση ἀνάγκη ἔχει ὁ ἄνθρωπος τῆς συνεχοῦς προσευχῆς, δηλαδή τῆς συνεχοῦς ἀναφορᾶς του στόν Θεό! Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος παρήγγειλε στούς Χριστιανούς τῆς ἐποχῆς του∙ «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α' Θεσ. ε΄, 17).
Ἡ προσευχή εἶναι ἔκφραση ἀγάπης στόν Θεό. Ἕνας ἄνθρωπος πού ἀγαπᾶ κάποιον ἄλλον, ὁ σύζυγος πού ἀγαπᾶ τήν σύζυγό του ἤ τό ἀντίστροφο, ἡ μητέρα πού ἀγαπᾶ τό παιδί της, θέλουν νά τούς σκέπτωνται συνεχῶς. Ὅταν κανείς ἀγαπᾶ τόν Θεό, θέλει συνεχῶς νά Τόν ἐνθυμεῖται, νά προσεύχεται, ὄχι ὡς καθῆκον, ἀλλά ὡς ἀνάγκη, σάν νά εἶναι μιά ὄρεξη τῆς ψυχῆς γιά τόν Θεό. Εἶναι μιά θεία ἀγάπη, ἕνας θεῖος ἔρωτας. Καί ἐπειδή αἰσθάνεται κανείς μέσα του τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ νά γεμίζη τήν ψυχή του, ἐπειδή αἰσθάνεται νά τελῆται μέσα στήν καρδιά του ἡ νοερά θεία λειτουργία, γι’ αὐτό αὐξάνεται αὐτή ἡ ἀγάπη του πρός τόν Χριστό. Τελικά, ἡ προσευχή καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο τελεῖται εἶναι τό θερμόμετρο τῆς πνευματικῆς ζωῆς, δείχνει τήν κατάσταση στήν ὁποία βρίσκεται ὁ πνευματικός μας ὀργανισμός.
Συνάντησα πολλούς μοναχούς, ἀκόμη καί ἀνθρώπους πού ζοῦν στόν κόσμο, μερικοί ἀπό αὐτούς ἦταν οἰκογενειάρχες, πού εἶχαν ἀδιάλειπτη μνήμη Θεοῦ. Ἡ μητέρα μου ἦταν μιά ἀπό αὐτούς, πού στό τέλος τῆς ζωῆς της ἦταν πέντε χρόνια κατάκοιτη καί ποτέ δέν διαμαρτυρόταν, ἀλλά πάντοτε δόξαζε τόν Θεό καί μάλιστα ἔλεγε: «Δέν εἶμαι ἄξια νά Τόν δοξάζω». Αὐτό ἔκανε σέ ὅλη τήν ζωή της. Μπορῶ νά προσθέσω καί τήν μητέρα τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, μιά Καππαδόκισσα γυναίκα, πού ζοῦσε στό Μανχάτταν τῆς Νέας Ὑόρκης, πολύ κοντά στό σημεῖο πού εἶναι τό κτίριο τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, καί εἶχε ἀδιάλειπτη προσευχή, ἔβλεπε ἁγίους καί ἀγγέλους. Εἶναι ἐκπληκτικό τό νά ζῆ κανείς στό κέντρο τῶν οἰκονομικῶν καί πολιτικῶν καταστάσεων τοῦ κόσμου καί αὐτός νά μήν ἐπηρεάζεται ἀπό αὐτό, ἀλλά νά ζῆ τόν πνευματικό κόσμο καί τόν δημιουργό τοῦ κόσμου. Ἀπό ἐκεῖ κληρονόμησε τήν παράδοση αὐτή ὁ υἱός της, ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης.
Στό «Ἆσμα Ἀσμάτων» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γράφεται: «Ἐγώ καθεύδω καί ἡ καρδία μου ἀγρυπνεῖ» (Ἆσμ. Ἀσμ. ε΄, 2). Εἶναι δυνατόν κανείς νά κοιμᾶται τό βράδυ, πού σημαίνει ὅτι ὅλα τά ὄργανα τοῦ σώματος ὑπολειτουργοῦν, καί ὅμως τό νοερό τῆς ψυχῆς νά ἔχη μνήμη Θεοῦ. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος τήν ἡμέρα ἔχη μνήμη Θεοῦ, τότε καί τήν νύκτα πού τό σῶμα του ἠρεμεῖ, ὁ νοῦς του, ἡ καρδιά του, οἱ μνῆμες του θά εἶναι στόν Θεό. Μιά τέτοια ἑρμηνεία δίνει καί ὁ Μέγας Βασίλειος σέ αὐτήν τήν κατάσταση.
Καί αὐτό τό ἔργο δέν εἶναι σπάνιο. Οἱ ἐμπαθεῖς ἄνθρωποι τήν νύκτα ὀνειρεύονται ὅ,τι ἔχει σχέση μέ τά πάθη τους πού ἐκδήλωσαν τήν ἡμέρα, ἐνῶ οἱ ἀπαθεῖς ἄνθρωποι, τῶν ὁποίων οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς στρέφονται πρός τόν Θεό, ὅλη τήν νύκτα πού κοιμοῦνται, τότε πού χαλαρώνει τό σῶμα τους καί ὑπολειτουργοῦν τά σωματικά ὄργανα, αἰσθάνονται τήν πνευματική καρδιά τους νά προσεύχεται, νά ἐκφράζη τήν ἀγάπη τους πρός τόν Θεό. Αὐτή εἶναι ἡ φυσική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου τῆς θείας Χάριτος.
Αὐτό φαίνεται σέ μιά προσευχή πού κάνουμε στόν Χριστό πρίν τόν ὕπνο καί περιλαμβάνεται στήν ἀκολουθία τοῦ Ἀποδείπνου. Ἀφοῦ παρακαλοῦμε τόν Θεό νά μᾶς ἀναπαύση τό σῶμα καί τήν ψυχή κατά τήν διάρκεια τοῦ ὕπνου καί νά μᾶς ἀπαλλάξη ἀπό τήν σκοτεινή καί νυκτερινή ἡδυπάθεια, καί ἀπό τίς ὁρμές τῶν παθῶν, καί νά καταστείλη τίς ἐπαναστάσεις τῆς σαρκός, στήν συνέχεια προσευχόμαστε: «Καί δώρησαι ἡμῖν ὁ Θεός, γρήγορον νοῦν, σώφρονα λογισμόν, καρδίαν νήφουσαν, ὕπνον ἐλαφρόν, καί πάσης σατανικῆς φαντασίας ἀπηλλαγμένον». Καί ὅλα αὐτά τά ζητᾶμε νά συμβοῦν κατά τήν διάρκεια τοῦ ὕπνου. Ἐπίσης, παρακαλᾶμε: «Παννύχιον ἡμῖν τήν σήν δοξολογίαν χάρισαι εἰς τό ὑμνεῖν καί εὐλογεῖν καί δοξάζειν, τό πάντιμον καί μεγαλοπρεπές ὄνομά σου». Καί ἔπειτα ζητᾶμε νά μᾶς ἀναστήση στόν καιρό τῆς προσευχῆς καί νά εἴμαστε στηριγμένοι στίς ἐντολές Του. Αὐτή ἡ προσευχή πού γίνεται πρό τοῦ ὕπνου περιγράφει τήν ἐμπειρία τῆς προσευχῆς κατά τόν ὕπνο. Εἶναι μιά πολύ σημαντική αὐτή ἡ πληροφορία γιά τήν νοερά προσευχή καί κατά τήν διάρκεια τοῦ σωματικοῦ ὕπνου.
Καί κάτι ἀκόμη ἐκπληκτικότερο. Ὅταν μάθη κανείς νά ζῆ ἔτσι, τότε καί τό διάστημα, πρίν ἀποχωρήση ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα, δηλαδή πρό τοῦ θανάτου, ἐνῶ τό σῶμα θά εἶναι ἀδύνατο, ἄρρωστο, ἡ ψυχή θά προσεύχεται, ὁ νοῦς θά εἶναι σέ πνευματική ἔνταση καί ἔτσι θά φύγη ὁ ἄνθρωπος ἀπό τόν κόσμο αὐτόν προσευχόμενος γιά νά συναντήση τόν Θεό στήν Βασιλεία Του, ὅπου θά συμμετάσχη στήν Οὐράνια θεία Λειτουργία.
Ἐάν ὁ ἄνθρωπος δέν μάθη ἀπό τήν ζωή αὐτήν τήν ἀδιάλειπτη προσευχή, πῶς θά μπορέση νά συμμετάσχη στήν ἀδιάλειπτη Λειτουργία τῆς αἰώνιας ζωῆς, τήν ὁποία περιγράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος στήν Ἀποκάλυψη; Ἄλλωστε, ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τό «Κύριε ἐλέησον» καί τό «Δόξα σοι ὁ Θεός ἡμῶν, δόξα σοι».
Γι’ αὐτό εἶναι σημαντικό αὐτό πού σᾶς ἔλεγε ὁ Γέροντας Πρόκλος, ὁ ὁποῖος ἀπό ὅ,τι φαίνεται εἶχε πνευματικές ἐμπειρίες πάνω στό θέμα τῆς νοερᾶς προσευχῆς.
8. Ἐρώτηση: Πῶς νά ἀποκτήσουμε τήν ἐσωτερική εἰρήνη σέ αὐτούς τούς τόσο ταραγμένους καιρούς καί μέ τόσους πειρασμούς;
Ἀπάντηση: Ὅλα αὐτά πού εἴπαμε μέχρι τώρα μᾶς δείχνουν τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο πρέπει νά ζοῦμε, γιά νά ὑπερβαίνωνται ὅλα τά προβλήματα τῆς ζωῆς μας, καί νά ζοῦμε τήν εἰρήνη τῆς καρδίας. Ὁ Χριστός δέν μᾶς εἶπε ὅτι θά ζοῦμε σέ ἤρεμες κοινωνίες, ἀντίθετα ἔστειλε τούς Μαθητές Του στόν κόσμο «ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων» καί τούς ἀνήγγειλε διωγμούς, προβλήματα, δυσκολίες, μαρτύριο. Δέν εἶπε ὁ Χριστός ὅτι θά σταματήσουν οἱ πόλεμοι καί οἱ δυσκολίες στήν γῆ, ἀντίθετα μάλιστα εἶπε ὅτι ὅσο πλησιάζουμε πρός τό τέλος τοῦ κόσμου, τόσο θά αὐξηθοῦν τά προβλήματα, γι’ αὐτό εἶπε: «ἐγερθήσεται γάρ ἔθνος ἐπί ἔθνος καί βασιλεία ἐπί βασιλείαν, καί ἔσονται λιμοί καί λοιμοί καί σεισμοί κατά τόπους· πάντα δέ ταῦτα ἀρχή ὠδίνων. τότε παραδώσουσιν ὑμᾶς εἰς θλῖψιν καί ἀποκτενοῦσιν ὑμᾶς, καί ἔσεσθε μισούμενοι ὑπό πάντων τῶν ἐθνῶν διά τό ὄνομά μου» (Ματθ. κδ΄, 7-8).
Ἡ εἰρήνη τήν ὁποία ὕμνησαν οἱ ἄγγελοι τήν ἡμέρα τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, καί ἡ βασιλεία γιά τήν ὁποία ὁμίλησε ὁ Χριστός ἀναφέρονται στήν κατάσταση τῆς ψυχῆς, ὅταν ἔρχεται ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα σέ αὐτήν, καί κυρίως ὅταν ὁ ἄνθρωπος δῆ τόν Χριστό μέσα στό Φῶς. Ἔτσι, ἔζησαν ὅλοι οἱ ἅγιοι, οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Μάρτυρες, οἱ Πατέρες, οἱ ὅσιοι καί ἀσκητές, τά εὐλογημένα ἀνδρόγυνα. Δέν ἔζησαν σέ εἰρηνικές κοινωνίες, ἀλλά αὐτοί οἱ ἴδιοι ἔζησαν τήν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ στήν καρδία τους.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἦταν αἰχμάλωτος στήν Ρώμη καί ἀπό ἐκεῖ ἔστειλε τέσσερεις Ἐπιστολές γεμάτες θεολογία, ἰδιαιτέρως ἡ πρός Φιλιππησίους Ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἶναι μιά Ἐπιστολή γεμάτη χαρά, πουθενά δέν ὑπάρχει μεμψιμοιρία γιά τίς ἐξωτερικές δυσκολίες πού ὑπῆρχαν.
Ὁπότε, πρέπει νά μάθουμε ἕναν τρόπο ζωῆς πού θά ὑπερβαίνη τά προβλήματα, ὅπως τό ἀεροπλάνο ὑψώνεται πάνω ἀπό τά σύννεφα καί ὅπως ὁ δορυφόρος πού ξεφεύγει ἀπό τόν νόμο τῆς βαρύτητας, ἐξέρχεται ἀπό τήν γῆ ὅπου ἰσχύουν ἄλλοι νόμοι. Οἱ κοσμοναῦτες ἀπό τόν δορυφόρο βλέπουν τήν γῆ, χωρίς νά ἀναμειγνύωνται στά προβλήματά της. Πρέπει νά ζοῦμε τήν ὑπέρβαση τῶν δυσκολιῶν μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Αὐτό μᾶς διδάσκουν οἱ ἅγιοι, πού εἶναι μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ οἱ πλέον φυσικοί ἄνθρωποι, ἄν καί ζοῦν σέ ἀφύσικες κοινωνίες εἶναι οἱ ὑπέρ φύσιν ἐν Χριστῷ ἄνθρωποι. Ὁ νοῦς τους εἶναι οὐράνιος, δέχεται τό Φῶς τοῦ Θεοῦ, καί μέ τόν τρόπο αὐτόν μᾶς κατευθύνουν. Ἀνάπτουν μέσα μας τόν οὐράνιο πόθο, τήν δίψα τῆς αἰωνίου ζωῆς. Γι’ αὐτό καί μᾶς ἐμπνέουν.
Τιμᾶμε τούς ἁγίους γιά νά γίνουν πρότυπα ζωῆς, γιά νά ἀγαπήσουμε πιό πολύ τόν Χριστό πού κατοικεῖ μέσα σέ αὐτούς, ὥστε ἀπό τό παρά φύσιν νά φθάσουμε στό κατά φύσιν, καί ἀπό ἐκεῖ νά ἀνεβοῦμε στό ὑπέρ φύσιν. Αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι δευτερεύοντα.