Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

«Ειπέ τη Εκκλησία» (ο Κύριος – Ματθ. 18,17)

«Ειπέ τη Εκκλησία» (ο Κύριος – Ματθ. 18,17)
ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ
Αναμφίβολα, στα λόγια του Κυρίου καταφαίνεται με τρόπο απόλυτα κατηγορηματικό, ότι η Εκκλησία ως Θεανθρώπινο γεγονός, ως Εκκλησιολογία και ως ζωή, συνιστούν μια ενιαία πραγματικότητα με κέντρο τον Χριστό.
Τις πολλαπλές συνυφάνσεις των αληθειών αυτών τις επισήμαναν Αγιοπνευματικά οι Πατέρες της Ορθοδοξίας. Μας φανέρωσαν και Συνοδικά, ως έκφραση ενότητας της Εκκλησίας, το βαθύτερο νόημά της, τον καθολικότερο (θεολογικά) προσδιορισμό της. Ο Ι. Χρυσόστομος στην 60η ομιλία του στο Κατά Ματθαίον, παρατηρεί: «Εάν δε και τούτων παρακούση, ειπέ τη Εκκλησία· τουτέστι, τοις προεδρεύουσιν. Εάν δε και της Εκκλησίας παρακούση, έστω σοι ως εθνικός και ο τελώνης. Λοιπόν γαρ ανίατα ο τοιούτος νοσεί». Με απλά λόγια: «Εάν όμως δεν τους ακούση και αυτούς, ανάφερέ το εις την Εκκλησίαν, δηλ. εις τους προϊσταμένους αυτής. Εάν όμως δεν ακούση και τους προϊσταμένους της Εκκλησίας, τότε να τον θεωρής ωσάν εθνικόν και ωσάν τελώνην. Διότι η ασθένεια αυτού πλέον είναι αθεράπευτος».
Η ουσιαστική όμως απάντηση των προϊσταμένων της Εκκλησίας απαιτεί – προϋποθέτει μια ολοκληρωτική πνευματική στράτευση τους εν Χριστώ (Αποκ. 14, 4), μία άγρυπνη παρατήρηση των γεγονότων, μια αγιοπνευματική όσμωσή τους με την Αλήθεια της Εκκλησίας. Η απάντησή τους οφείλει να είναι η Φωνή της Εκκλησίας, εκφράζοντας την ακραιφνή Αποστολική και Πατερική δογματική θεολογία.
«Ειπέ τη Εκκλησία» σημαίνει ακόμη ότι η Εκκλησία κατέχει καθολικά, ως Ιερά Παρακαταθήκη, την γνησιότητα της Πίστεως, ως συναίσθηση του επείγοντος για Ορθροπραξία, ως πηγή λυτρωτικής και ιαματικής δυνάμεως για την επίγεια ζωή του ανθρώπου.
«Ειπέ τη Εκκλησία» φανερώνει ακόμη, ότι υπάρχει ιεραρχική συγκρότηση στο Σώμα της, όπως φαίνεται στην Αγία Γραφή και στη διδασκαλία των Πατέρων.
Ξεκάθαρα αυτό τονίζεται και στις επιστολές του Αγ. Ιγνατίου του Θεοφόρου. Επίσκοποι, Πρεσβύτεροι, διάκονοι και Ορθόδοξοι Χριστιανοί, Μοναχοί και Λαϊκοί «συνήρμοσται τη Εκκλησία» ως χορδές κιθάρας.
«Ειπέ τη Εκκλησία», εννοεί ότι η εκάστοτε διοικούσα Εκκλησία δεν είναι αλάθητη, άτρωτη πνευματικά, όπως η αληθινή  διαχρονική Εκκλησία.
«Ειπέ τη Εκκλησία» σημαίνει ότι η Ορθοδοξία είναι θεμελιωμένη στην Αλήθεια (Χριστός) απ’ αρχής. Αυτό το επιβεβαίωσαν οι 20 αιώνες θεμελίωσης επί της Αγίας Γραφής, οι Οικουμενικές σύνοδοι, η Ι. Παράδοση και τα Ιερά – άγια αίματα των Μαρτύρων και Ομολογητών.
«Ειπέ τη Εκκλησία», λόγος Δεσποτικός, προτροπή στους πιστούς, που γίνεται – πραγματώνεται εν χρόνω. Η απάντηση όμως της Εκκλησίας είναι αιώνια, διαχρονική, που την μορφοποιούν έγκαιρα και κατάλληλα, προς θεραπεία των πνευματικών νοσημάτων – αιρέσεων Κλήρος και Λαός, υπό μορφήν τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων.
«Το πνεύμα το Άγιον δια τους Αποστόλου, και αγγέλους αναθεματίζει παρά το κήρυγμα τι νομοθετούντας», υπογραμμίζει θεολογικά ο Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής (Ε.Π.Ε. Φιλοκαλία, 15 Γ, σελ. 88). Όταν εκβάλονται τα ορθά, τότε έχουμε «Εκκλησία των ώδε», που διοικείται δηλ. από την ανθρώπινη υποκειμενικότητα.
Ας θυμηθούμε τον διάλογο ανάμεσα στον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή και στην αντιπροσωπεία της Κων/λεως:
• Τότε λέγει προς αυτόν ο έπαρχος· κοινωνείς τη Εκκλησία των ώδε η ου κοινωνείς;
- Απεκρίθη (Αγ. Μάξιμος) και είπεν· Ου κοινωνώ.
• Λέγει αυτώ· Δια τι;
- Απεκρίθη· ότι έξω έβαλε τας συνόδους.
• Και είπεν· Εάν έξω έβαλε τας συνόδους, πως εις τα δίπτυχα αναφέρονται;
- Και λέγει (αγ. Μάξιμος)· Και τις όνησις ονομάτων, των δογμάτων εκβεβλημένων;
Είναι λάθος η θέση σύγχρονων κληρικών, αξιόλογων κληρικών, ότι δεν κλιμακώνουμε τον αγώνα εναντίον του Οικουμενισμού ή των Οικουμενιστών επισκόπων, εφ’ όσον η Εκκλησία (εννοούν τη Διοικούσα Εκκλησία) δεν τους καταδίκασε.
Ερώτημα: Ποιος έδωσε την πνευματική εξουσία – ευχέρεια στην Διοικούσα Εκκλησία να εκβάλει έξω ορθά δόγματα, να μετατρέπει μια τοπική Εκκλησία σε «εκκλησία των ώδε», σε ανθρώπινη υποκειμενικότητα δηλ. και το Σώμα να είναι «νομοτελειακά» υποταγμένο στην αίρεση, χωρίς το πνευματικό δικαίωμα αντίδρασης (αποτείχισης) στα βήματα των Αγίων Πατέρων; Ουδείς! Στη σημερινή εποχή, στο πλήθος των πιστών και σε κύκλους «θεολόγων», η αντίληψη περί Εκκλησίας, η καθολικότητά της, εκλαμβάνεται ως μία νομική συνοχή, που περιφρουρείται από κάποιο δίκαιο (επισκοπικό).
Οι αντιλήψεις αυτές οδηγούν κατ’ ευθείαν στον Παπισμό.
Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, όχι μόνος ο Επίσκοπος. Ο λόγος του Κυρίου «Ειπέ τη Εκκλησία», ως θεολογικά διαστρωμένος, λειτουργεί και αντίστροφα. Δεν νοείται να μην απαντά ορθόδοξα – αληθινά η ποιμαίνουσα Εκκλησία, όπως συνέβη (δυστυχώς) στην Κρήτη.
Η σύγχρονη ποιμαίνουσα ηγεσία ανόρθωσε «δόγματα» ενάντια στην διαχρονική Ορθοδοξία και δεν καταδίκασε τον οικουμενισμό.
Ο οικουμενισμός είναι ήδη καταδικασμένος από την Εκκλησία, διότι παραβίασε και αλλοίωσε θεολογικά τους τρεις άξονες που εμπεριέχονται στο λόγο του Κυρίου «Ειπέ τη Εκκλησία» και που είναι: Εκκλησία – Εκκλησιολογία και Εκκλησιαστική ζωή.
Η νόσος, το μικρόβιο νοθεύσεως του Ευαγγελίου, με το οποίο μόλυνε ο οικουμενισμός την Εκκλησία, δεν καταπολεμείται μόνο σε επίπεδο εσωτερικής βιωματικής αντιδράσεως.
Αναμφίβολα, ο οικουμενισμός συνιστά αδαμιαία πτώση, μια μετάθεση από τον παράδεισο στον θάνατο, όπως στην περίπτωση των Γαλατών (Γαλ. Α΄,6).
Τελικά, το Ορθόδοξο φρόνημα κρίνεται, αξιολογείται και σφραγίζεται από το μέγεθος των θυσιών στις οποίες υποβάλλεται ένας ποιμένας ή πιστός ως επιμαρτυρία της πίστεώς του. Ευχής έργο να ακολουθεί «τω αρνίω όπου αν υπάγη» (Αποκ. 14,4).
ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ
ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ