Σάββατο, 28 Απριλίου 2018

Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου, Ψυχική παραλυσία

Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου (Ἰω. 5,1-15)
Του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
Ἀκούσατε, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, τὸ ἱερὸ καὶ ἅ­γιο εὐαγγέλιο; Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ περιέχει ἕνα θαῦμα τοῦ Κυρίου. Ἀλ­λὰ γιὰ νὰ καταλάβουμε καλύτερα τὸ θαῦμα αὐ­τό, πρέπει νὰ γίνῃ ἀτομικό, νὰ τὸ κάνουμε προσωπικό, νὰ τὸ μεταφέρουμε στὸν ἑαυτό μας· πρέπει δηλαδὴ νὰ ἐπαναληφθῇ καὶ σ᾿ ἐ­μᾶς. Πῶς θὰ γίνῃ αὐτό; Γιὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ θαῦμα, πρέπει ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ νὰ ἐνερ­γήσῃ ἐπάνω μας. Τότε δὲν θὰ χρειάζεσαι ἄλ­λη βεβαίωσι γιὰ νὰ πιστεύῃς. Θὰ ἔχῃς ἀκράδαντη βεβαιότητα. Μεγαλυτέρα ἀπόδειξις τῆς δυνάμεως τοῦ Χριστοῦ θὰ εἶσαι σύ ὁ ἴδιος.
* * *
Τί λέει, λοιπόν, τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο; Στὰ Ἰεροσόλυμα, κοντὰ στὴν προβατικὴ πύλη, τὴν πύλη δηλαδὴ ἀπ᾿ ὅπου περνοῦσαν τὰ πρόβατα ποὺ ἐπρόκειτο νὰ θυσιαστοῦν στὸ ναό, ὑ­πῆρχε μία δεξαμενὴ ποὺ λεγόταν Βηθεσδά. Τὸ νερὸ αὐτῆς τῆς δεξαμενῆς εἶχε μία θαυμα­τουργικὴ ἰδιότητα. Τί ἰδιότητα· κατὰ ἀραιὰ χρονικὰ διαστήματα, μιὰ φορὰ τὸ χρόνο, κατέ­­βαινε ἐκεῖ ἄγγελος Κυρίου καὶ τάραζε τὸ νερό. Τότε τὸ νερὸ ἀποκτοῦσε, προσωρινά, ἰ­αματι­κὴ ἰδιότητα. Αὐτὸ διαρκοῦσε πολὺ λίγο· ἀ­μέσως κατόπιν τὸ νερὸ ἐπανερχόταν στὴν προ­η­γουμένη φυσικὴ κατάστασι, ἦταν πάλι ἁ­πλὸ νερὸ ὅπως ὅλων τῶν ἄλλων πηγῶν. Ὅ­ποιος λοιπὸν ἀμέσως μετὰ τὴν κάθοδο τοῦ ἀγ­γέλου προλάβαινε νὰ πέσῃ πρῶτος μέσα στὸ ταρα­γμένο νερό, γινόταν ὑγιής, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦταν ἡ ἀσθένεια ἀπὸ τὴν ὁποία ἔπασχε.
Αὐτὸ ἔδινε ἐλπίδα σὲ ὅλους ὅσοι εἶχαν ἀ­πελπισθῆ ἀπὸ τοὺς γιατρούς. Ἔτσι γύρω ἀπὸ τὸ χεῖλος τῆς κολυμβήθρας ἦταν συγκεντρω­μένο ἕνα πλῆθος ἀσθενῶν, ποὺ ἔμεναν ἐκεῖ ξαπλωμένοι σὲ κρεβάτια ἢ φορεῖα. Εἴτε κρύο ἔκανε εἴτε ζέστη, ὅλοι αὐτοὶ οἱ ταλαίπωροι ἄν­θρωποι δὲν ἀπομακρύνονταν ἀπὸ ᾿κεῖ. Γιὰ νὰ προστατεύωνται δὲ ἀπὸ τὴ βροχὴ καὶ τὸν ἥ­λιο, εἶχαν χτιστῆ γύρω ἀπ᾿ τὴ δεξαμενὴ πέντε στοές, πέντε ὑπόστεγα, ὅπου παρέμεναν οἱ ἀ­σθενεῖς καὶ ὅσοι τοὺς συνώδευαν.
Ἀνάμεσα στὸ πλῆθος τῶν ἀσθενῶν, ποὺ πε­­ρίμεναν νὰ βροῦν τὴ θεραπεία τους, ἦταν καὶ ἕνας παράλυτος. Γιατρειὰ δὲν εἶδε ἀπὸ ἄν­θρω­πο. Ἀλλ᾿ οὔτε καὶ στὴ θαυματουργὸ κολυμ­βήθρα τόσον καιρὸ εἶχε βρῆ τὴ θεραπεία του. Τριανταοχτὼ χρόνια περίμενε ἐκεῖ μὲ ὑπομο­νή. Στὸ μακρὸ αὐτὸ διάστημα πολλοὺς συνασθενεῖς εἶδε νὰ πέφτουν στὸ ταραγμένο νερό, νὰ βγαίνουν καὶ νὰ φεύγουν γιὰ τὰ σπίτια τους θεραπευμένοι. Αὐτὸς λόγῳ τῆς παθήσεώς του δὲν ἦταν εὐκίνητος· πάντα κάποιος ἄλλος τὸν προλάβαινε. Ἦταν μόνος καὶ ἀβοήθητος. Ἔτσι τὸ μαρτύριό του συνεχιζόταν.
Μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια ἀποτυχιῶν, τί ἐλπίδα ὑπῆρχε πλέον; Μᾶλλον ἔπρεπε νὰ τὸ πάρῃ ἀ­πόφασι, ὅτι ἐκεῖ θὰ τὸν βρῇ ὁ θάνατος καὶ τότε ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα θὰ μετακομίσῃ στὸ κοιμητήριο· κι ἀντὶ νὰ μπῇ στὸ ἰαματικὸ νερό, θὰ τὸν βάλουν στὸ μαῦρο χῶμα. Ἐν τούτοις ἐξ­ακολουθοῦσε νὰ ἐλπίζῃ, νὰ ὑπομένῃ, νὰ παραμένῃ ἐκεῖ. Σὰν κάποιον νὰ περίμενε! Κάποιο μυστήριο ἔκρυβε ἡ ταλαιπωρία του.
Καὶ ἦρθε ἐπὶ τέλους ἡ στιγμὴ νὰ λυθῇ τὸ δρᾶμα του καὶ νὰ φωτιστῇ τὸ μυστήριο. Μετὰ ἀπὸ ἀγόγγυστη ὑπομονὴ τόσων ἐτῶν, ἦρθε κοντά του ὁ μέγας ἰατρός, τὸ ἄριστο φάρμακο, καὶ τότε βραβεύθηκε ἡ ἀρετή του. Ἦρθε κον­τά του ὁ Χριστός, ὁ παντοδύναμος καὶ πάνσοφος εὐεργέτης, τοῦ εἶπε ἕνα μόνο λόγο, καὶ μ᾿ ἐκεῖνο τὸ λόγο ὁ παράλυτος ἀμέσως ἔ­γινε καλά. Μέγα τὸ θαῦμα· ἕνας ζωντανὸς νεκρὸς στάθηκε ὄρθιος· καὶ αὐτὸς ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ σηκώσῃ οὔτε ἕνα κουτάλι, πῆ­ρε δύναμι καὶ σήκωσε ὁλόκληρο κρεβάτι.
Ὁ παραλυτικὸς αὐτὸς ἔμεινε ἐκεῖ τόσα χρόνια, γιὰ νὰ γίνῃ διδάσκαλός μας. Τριαν­ταοχτὼ χρόνια δὲν γόγγυσε οὔτε βλαστήμησε, ὅπως θὰ ἔκαναν ἄλλοι πού, ὄχι τόσο ἀλλὰ πο­λὺ λιγώτερο χρόνο ἔχουν στὸ κρεβάτι, καὶ τὰ βάζουν μὲ τὸ Θεό. Ὁ παραλυτικὸς εἶνε παράδειγμα ὑπομονῆς. Γι᾿ αὐτὸ ἦρθε κοντά του ὄχι ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός· διότι τὸν σπλαχνίσθηκε. Ἔπειτα ὁ παραλυτικὸς αὐ­τός, ὅταν γιατρεύτηκε, δὲν πῆγε στὸ σπιτάκι του, ἀλλὰ ποῦ πῆγε; στὸ ναό. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ ἔγινε καὶ ἱεροκήρυκας, σαλπιγ­κτὴς τῶν θαυμάτων τοῦ Κυρίου.
* * *
Ἀλλὰ τώρα δὲν θέλω νὰ μιλήσω γιὰ τὸν παραλυτικὸ τοῦ εὐαγγελίου· θέλω νὰ μιλήσω γιὰ τοὺς σημερινοὺς παραλύτους.
–Μὰ ὑπάρχουν καὶ σήμερα παράλυτοι;
Ὑπάρχουν. Καὶ δὲν ἐννοῶ μόνο τοὺς σωμα­τικῶς παραλύτους. Ἐννοῶ κυρίως τοὺς ψυ­χικῶς παραλύτους. Αὐτοὶ εἶνε περισσότερο ἀξιολύπητοι. Διότι πάνω ἀπὸ τὴ σωματικὴ ἀσθένεια ὑπάρχει ἡ ψυχικὴ ἀσθένεια, καὶ πάνω ἀπὸ τὴ σωματικὴ παραλυσία ὑπάρχει ἡ ψυχικὴ παραλυσία.
Τί εἶνε ψυχικὴ παραλυσία; Μποροῦμε νὰ ποῦμε, ὅτι εἶνε ἡ πλέον συχνὴ καὶ ἡ πλέον διαδεδομένη νόσος. Ἀπὸ ποῦ ν᾿ ἀρχίσω καὶ ποῦ νὰ τελειώσω; Μερικὲς φωτογραφίες τῶν σημερινῶν ψυχικῶς παραλύτων θὰ σᾶς παρουσιάσω καὶ θὰ τελειώσω.
Πρῶτο παράδειγμα. Ὁ παράλυτος ποὺ ἰάτρευσε ὁ Κύριος τριανταοχτὼ χρόνια εἶχε νὰ πάῃ στὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ. Πῆγε μικρὸ παιδί, καὶ ξαναπῆγε τώρα, μετὰ τὴ θεραπεία του, μὲ ἄ­σπρα πλέον τὰ μαλλιά. Ἀλλ᾿ ἐκεῖνος δικαιολογεῖται· ἦταν ἀσθενής, δὲν εἶχε πόδια, καὶ παρέμενε ἀκίνητος ἐκεῖ παρὰ τὸ χεῖλος τῆς κολυμβήθρας. Οἱ σημερινοὶ ὅμως ψυχικῶς πα­ράλυτοι, ἐνῷ σωματικῶς εἶνε ὑγιέστατοι καὶ κινοῦνται καὶ τρέχουν δεξιὰ κι ἀριστερά, ἔχουν ὅμως σαράντα καὶ πενήντα χρόνια νὰ πατήσουν τὸ πόδι τους στὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ. Ἦρ­θαν νήπια, ὅταν τοὺς ἔφερε ἡ μάνα νὰ βαπτισθοῦν, καὶ θὰ ἔρθουν ἄλλη μιὰ φορά, ὅταν σηκωτοὺς θὰ τοὺς φέρουν νὰ τοὺς κηδεύσουν. Στὴν ἐκκλησία τώρα δὲν ἔρχονται· ἀλ­λοῦ πηγαίνουν εὐχαρίστως. Πές τους γιὰ κινηματογράφο, πές τους γιὰ θέατρο, νὰ δῇς πῶς τρέχουν. Λησμονοῦν τὸ Θεό, ποὺ μᾶς δίνει ὅλα τὰ ἀγαθά, καὶ τὴν ὑγεία καὶ τὴν ἀρτιμέλεια, καὶ δὲν ἔρχονται νὰ τοῦ ποῦν ἕνα εὐ­χαριστῶ. Λησμονοῦν, ὅτι τὰ πόδια μᾶς δόθηκαν γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ ὄχι γιὰ τὸ διάβολο.
Θέλετε ἄλλο παράδειγμα ψυχικῶς παραλύτου; Οἱ προηγούμενοι ἔχουν παράλυτα τὰ πόδια, αὐτοὶ ἔχουν παράλυτα τὰ χέρια γιὰ τὸ Θεό. Πέστε λ.χ. στὸν ἄλλο, τὸ φιλάργυρο καὶ ἰ­διοτελῆ, νὰ ἐλεήσῃ. Ἀδύνατον. Αὐτός, ὅταν πρόκειται νὰ δώσῃ κάτι σὲ φτωχό, αἰσθάνεται παράλυτο τὸ χέρι. Τὸν παραλύει ὁ δαίμων τῆς φιλαργυρίας. Προτιμότερο νὰ τοῦ κόψουν τὸ χέρι παρὰ νὰ δώσῃ μιὰ δραχμή. Ἢ πέστε στὸ δειλὸ καὶ κρυπτοχριστιανὸ νὰ ὁμολογήσῃ τὴν πίστι του ὅταν χτυπᾷ ἡ καμπάνα ἢ ὅταν περνᾷ ἔξω ἀπὸ μιὰ ἐκκλησία. Ντρέπεται, φοβᾶται καὶ τὸν ἴσκιο του, καὶ σταυρὸ δὲν κάνει. Ἔ, σᾶς ἐρωτῶ· αὐτοὶ δὲν ἔχουν τὰ χέρια τους πα­ράλυτα; Λησμονοῦν, ὅτι τὰ χέρια δόθηκαν γιὰ νὰ βοηθοῦν τὸν πλησίον, νὰ ἐλεοῦν, νὰ ἐρ­γάζωνται τὸ ἀγαθό, καὶ ὄχι νὰ μουντζώνουν καὶ νὰ πληγώνουν. Λησμονοῦν, ὅτι τὰ χέρια δόθη­καν γιὰ νὰ ὁμολογοῦν τὴν πίστι, γιὰ νὰ δοξάζουν τὸ Θεό, καὶ ὄχι νὰ τὸν ἀρνοῦνται μὲ τὴ δειλία τὴν ἰδιοτέλεια καὶ τὶς τόσες ἄνομες πράξεις καὶ ἀπρεπεῖς χειρονομίες· τὰ χέρια δόθηκαν γιὰ νὰ ἐργάζωνται τὶς θεῖες ἐντολὲς καὶ ὄχι νὰ τὶς καταργοῦν εἴτε κλέβοντας εἴτε παλαμίζοντας τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο μὲ τοὺς ὅρ­κους.
Ἄλλο ἕνα παράδειγμα ψυχικῶς παραλύτων. Εἶνε αὐτοὶ ποὺ ἔχουν παράλυτη τὴ γλῶσσα. Ἡ γλῶσσα τοῦ ἀνθρώπου εἶνε τέλειο ὄργανο. Ὄχι μόνο ὡς μέλος καὶ ὄργανο τοῦ σώματος ἀλλὰ καὶ ὡς μέσο ἐπικοινωνίας. Λένε, ὅτι ἀ­νατομικῶς ὁ οὐρακοτάγκος ἔχει καλύτερη γλῶσσα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ τί νὰ τὴν κά­νῃς; ἡ γλῶσσα του δὲν μπορεῖ ν᾿ ἀρθρώσῃ λέξι. Ἐνῷ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ γλῶσσα του ὁμιλεῖ, συνεννοεῖται, ἐκφράζει τὰ συναισθήματα καὶ τὶς σκέψεις του. Πόσα λόγια λέει τὴν ἡμέρα; 100, 300, 500, 1.000, 2.000, 10.000, 20.000, 30.000 λέ­ξεις. Ψάχνω ὅμως μέσα στὶς τόσες αὐτὲς λέ­ξεις νὰ βρῶ διαμάντι, καὶ δὲν βρίσκω. Χαλί­κια καὶ κόπρια. Ἀκούγονται βλαστήμιες, αἰσχρο­λογίες, βωμολοχίες, λόγια βρωμερά· μόνο λό­για τοῦ Θεοῦ δὲν ἀκούγονται. Γιατί, ἄνθρωπε, ὁ Θεὸς σοῦ ἔδωσε τὴ γλῶσσα; Σοῦ τὴν ἔ­δωσε νὰ τὸν δοξολογῇς, νὰ διαλαλῇς τὰ θαύματά του, νὰ λὲς τὸν καλὸ λόγο στὸν πλησίον σου. Ὅταν ἐσὺ τὴ χρησιμοποιῇς γιὰ τὸ διάβολο, δὲν εἶσαι παράλυτος στὸ καλό;
* * *
Ἀδελφοί μου, πρὶν τελειώσω συνιστῶ· Γόνατα καὶ πόδια παραλελυμένα, ἀνορθωθῆτε (πρβλ. Ἠσ. 35,3). Χέρια νεκρὰ καὶ καρδιὲς παγωμένες, θερμανθῆτε. Γλῶσσες καὶ στόματα, καθαρισθῆτε, πάρτε φωνή, αἰνεῖτε τὸν Κύριον· πέστε «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός· ἀμήν» (Φιλ. 2,11 καὶ θ. Λειτ.).
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Τριῶν Ἱεραρχῶν Πετραλώνων – Ἀθηνῶν τὴν 30-4-1961.
Τὴν ὁμιλία αὐτὴ μπορεῖτε νὰ τὴν ἀκούσετε χωρὶς περικοπὲς στὸ cd 30α΄Α τῆς σειρᾶς «ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ» (πληροφορίες στὸ τηλέφωνο 23850-28868)