Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Πρωθιερεύς Νικολάι Ραγκόζιν: 2. Πνευματικά παιδιά του γέροντος

Πρωθιερεύς Νικολάι Ραγκόζιν (6 Δεκ. 1898 - 16 Δεκ. 1981)
Μαρτυρίες από τη ζωή του χαρισματικού Ρώσου πρωθιερέως του Ρωσικού Πατριαρχείου π.Νικολάι Ραγκόζιν
2. Πνευματικά παιδιά του γέροντος
Γνωρίστε κάποια πνευματικά παιδιά του γέροντος Νικολάι και προσωπικές μαρτυρίες τους. Θα ακολουθήσουν πολύ σοβαρότερες, γι' αυτό είναι χρήσιμο να τα γνωρίσετε από τώρα!

Μαρτυρίες:
Μοναχή Αρσενία: Είπε ο πατήρ ότι είχε ένα όνειρο. Προσωπικά δεν ξέρω πως, συνήθιζε να λέει, αλλά αυτό πραγματικά συνέβη. «Στο όνειρό μου καθόμουν στο κελλί μου και ένα πουλάκι ήρθε στο παράθυρό μου». «Έδωσα το χέρι μου, το πουλάκι κάθισε πάνω σ' αυτό και δεν ήθελε να απομακρυνθεί». «Έριξα μια καλύτερη ματιά και είδα ότι ήταν ακάθαρτη (η ομιλούσα)». Της είπα: «Πως τα κατάφερες να λερωθείς τόσο»; Από τα δεξιά μια φωνή ακούστηκε και είπε: «Πλύνε την και θα καθαρισθεί». Όταν ήρθα για 2η φορά, ήμουν βέβαια φοβισμένη. Στην αρχή ο πατήρ δεν είπε τίποτε. Εξομολογήθηκα σ' αυτόν, μετέλαβα, και όταν η Θεία Λειτουργία τελείωσε, πήγα σ' αυτόν και ο πατήρ μου είπε ότι θα έπαιρνε εμένα, την Γκαλίνα, και λίγα ακόμη πρόσωπα σε γεύμα. Μου είπε να καθίσω δίπλα του. Η σύζυγός του έφερε μια κούπα και είπε: «Προσευχηθείτε και φάτε». Σκέφτηκα: «Πόσο λίγο φαΐ είναι. ∆εν είναι αρκετό ούτε για μένα, αν και συνήθισα να τρώω λίγο. Και είναι 6 ή 7 πρόσωπα». Ο πατήρ ευλόγησε το γεύμα και αρχίσαμε να τρώμε. Η μητέρα έφερε κάτι σε μερικές όχι τόσο μεγάλες κούπες. Έφαγα μέχρι που χόρτασα. Άφησα κάτω το κουτάλι και ο πατήρ που καθόταν στα δεξιά μου, είπε: «Φάγε». Και με ακούμπησε έτσι στο πλευρό. Απάντησα: «Πάτερ, δεν θέλω άλλο φαΐ». Ο πατήρ μου είπε για 2η φορά: «Φάγε, Μαρία»! Απάντησα: «Πάτερ, έφαγα και είμαι φουλ». Το επανέλαβε λίγες φορές ακόμη, μέχρι που αντιλήφθηκα και σκέφτηκα: «Μου διάβασε τις σκέψεις»; Γιατί νόμιζα ότι δεν θα χορτάσω. Αυτού του είδους τις σκέψεις έκανα. Και έτσι ήταν γιατί δεν μου μίλησε πλέον. Όταν ετοιμασθήκαμε να φύγομε είπε: «Γκαλίνα, μη φεύγεις. Θα περπατήσω μαζί σας έξω». Και περπάτησε μαζί μας. Φτάσαμε στο μέσο του βουνού, ενώ από τότε που ήρθε να περπατήσει μαζί μας άρχισα να κλαίω πολύ δυνατά. Αυτοί συζητούσαν και εγώ περπατούσα και έκλαιγα. Με ερώτησε: «Μαρία γιατί κλαις»; ∆εν ήξερα τι να απαντήσω διότι δεν ήξερα γιατί έκλαιγα. ∆εν ήξερα γιατί έτρεχαν τα δάκρυά μου. Μετά που φτάσαμε στο μέσο του βουνού, ο πατήρ είχε, πιθανόν, μια όραση από τη Θεοτόκο. Υπήρχε ένα παγκάκι. Ο πατήρ περπάτησε μέχρι το παγκάκι και δεν προχώρησε πιο πέρα. Αυτό συνέβαινε στο μέσο του βουνού. Ενώ μας ευλογούσε η Γκαλίνα τον ρώτησε: «Πάτερ θα λάβεις την Μαρία σαν πνευματοπαίδι σου; Θα ήθελα να αρχίσει να έρχεται στην εκκλησία». Ο πατήρ απάντησε: «Την έλαβα ήδη. Η Μαρία είναι πνευματική θυγατέρα μου».
Λυδία: Άκουσα ότι υπάρχει κάποιος πατήρ και είχα μεγάλη επιθυμία να τον επισκεφθώ. ∆εν ξέρω γιατί, αλλά ο πατήρ με συμπάθησε από την πρώτη στιγμή που πήγα εκεί. Μου έδωσε ένα μεγάλο πρόσφορο και μου είπε: «Αν θα σ' άρεσε και εσένα, έλα ξανά». Και άρχισα να ξανάρχομαι. Με ρώτησε: -«Ξέρεις για ποιο σκοπό ζούμε»; -«Όχι δεν ξέρω». -«Ζούμε έτσι ώστε να μπορέσομε να σώσουμε τις ψυχές μας!» Του είπα ότι είναι η πρώτη φορά που τ' άκουσα. Ο πατήρ πάντα με συμβούλευε. Θα καθόταν πλάι μου και θα με ρωτούσε αν τα καταλαβαίνω όλα. «Τα κατάλαβα», συνήθιζα να απαντώ. Μετά, όταν επέστρεφα, συνήθιζα να σκέπτομαι συνεχώς όσα μου είπε. Όταν ήμουν πιο νέα δεν σκεπτόμουν οτιδήποτε. Μετά, τέτοια αλλαγή μου συνέβη που πάντα σκεπτόμουν γι' αυτό, ακόμη και όταν πήγαινα να εργασθώ. Πως μπορούσα να σώσω την ψυχή μου; Πως μπορούσα να σώσω την ψυχή μου; Που θα μάθαινα περισσότερα γι' αυτό; Τότε δεν υπήρχε κάτι. Συνήθιζα να αντιγράφω το οτιδήποτε. Ξόδεψα νύχτες αντιγράφοντας τις πληροφορίες που εύρισκα. Έγραφα, έγραφα, έγραφα. Ήμουν πολύ ευτυχής που είχα την ευκαιρία να έχω τέτοιο πνευμ. πατέρα.
Κλαυδία Βερσίνινα: Περίμενα για την ευλογία του όταν με πλησίασε και μου είπε: «Κλαυδία θα μείνεις μαζί μου». Του είπα: «Πάτερ, δεν ζήτησα την άδεια από το σπίτι μου και πιθανόν κάποιος να νομίζει ότι χάθηκα». Ο πατήρ είπε: «Πήγαινε σπίτι, πάρε άδεια και έλα πάλι». Όταν σε πρωτο-συνάντησε ο πατήρ του συστήθηκες; Του είπες: «Είμαι η Κλαυδία»; Όχι δεν του συστήθηκα, ο πατήρ με κάλεσε με το όνομά μου. Αμέσως μόλις σε είδε; Ναι, αμέσως. Αναρωτήθηκα μάλιστα: Πως με ήξερε; Πως με ονόμασε σωστά; ήμουν έκπληκτη.
Με σχήμα μοναχή Νικολάγια Κόπτεβα: ∆εν είχα πνευματικό πατέρα. Ήρθα εκεί. Γνώριζα μία μοναχή που ζούσε στην οδό Γκαζέτα Ζβέζντα 30. Πήγα και της είπα ότι δεν είχα πνευματικό πατέρα. Με ρώτησε που πηγαίνω για εξομολόγηση. Της είπα ότι δεν είχα πνευματικό και μου είπε ότι στο Χουσόβκιε Γκορόντκι ζει ο π. Νικολάι, ένας πολύ πράος και ντόμπρος πατέρας. Και ότι δεν χρειάζομαι πιο καλό πνευματικό. Φύγαμε μαζί για το Χουσόβσκιε Γκορόντκι. Αυτή η μοναχή ήταν τελείως τυφλή, δεν έβλεπε. Έπρεπε να την κρατώ από το μπράτσο. Μ' αυτό τον τρόπο πήγαμε να συναντήσουμε τον π. Νικολάι εκεί... Ο πατήρ μου είπε ότι με δέχεται σαν πνευματική θυγατέρα του και ότι θα προσεύχεται για μένα και τους γονείς μου. Από τότε, αν και σπανιότερα, επισκεπτόμουν τον π. Νικολάι μέχρι που πέθανε.
Μαρία Σουμίλοβα, κατόπιν Μοναχή Αρσενία: Μετά που άρχισα να τον επισκέπτομαι ο πατήρ μου είπε κάτι που δεν το κατάλαβα: «Μαρία, ο Θεός μου έδειξε το καθετί για σένα». Και σ' αυτούς που ήξερε ο πατήρ θα τους έλεγε: «Η Μαρία θα αλλάξει το όνομά της στα 60 χρόνια της. Αλλά εγώ δεν θα ζω ως τότε». Ο πατήρ ήξερε ακόμα και το Μοναχικό μου όνομα. Η Θεομήτωρ του έδειξε το όνομά μου. Όταν ήμασταν οι δύο μας στο κελί κάθισε δίπλα μου και μου είπε: «Ξέρεις Μαρία, όταν οι άνθρωποι γίνονται Μοναχοί, κατά την τελετή, τα ονόματά τους αλλάζουν. Μερικές φορές οι γυναίκες παίρνουν ονόματα (αγίων) ανδρών». Μιλούσε γενικά: «Για παράδειγμα υπάρχει το όνομα Αρσένιος και όταν μια γυναίκα γίνει Μοναχή παίρνει το όνομα Αρσενία». Και ο πατήρ με κοίταξε στα μάτια, σαν να τό 'λεγε αυτό σε μένα προσωπικά. Ο πατήρ συνήθιζε να ενεργεί σαν διά Χριστόν σαλός. Το καλοκαίρι θα φορούσε ένα ψάθινο καπέλο με μια τρύπα, και τον χειμώνα ένα χρησιμοποιημένο παλτό με τρύπες, που καλύπτονταν από ύφασμα αντίσκηνου.