Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου, Είμαστε Χριστιανοί;

π. Αυγουστ. συμβ
Κυριακὴ Σαμαρείτιδος (Πράξ. 11,19-30)
«Ἐγένετο… χρηματίσαι τε πρῶτον ἐν Ἀντιοχείᾳ τοὺς μαθητὰς Χριστιανούς» (Πράξ. 11,26)
Του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου
Θαυμάζει, ἀγαπητοί μου, κανεὶς πολλὰ πρά­γματα. Πῶς π.χ. ἀπὸ ἕνα μικρὸ σπόρο βγαί­νει ἕνα λουλούδι ἢ ἕνα μεγάλο δέντρο. Ἀλλὰ πο­λὺ περισσότερο πρέπει νὰ θαυμάσουμε πῶς ἀπὸ τὸ λόγο, τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Κύριος καὶ οἱ ἀπόστολοι, λόγια ἁπλᾶ, φύτρωσε ἕνα οὐ­ράνιο δέντρο, ἡ πίστις μας, ἡ ἁγία μας θρησκεία.
Μιὰ εἰκόνα ζωντανὴ τῆς δυνάμεως τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ταχείας ἐξαπλώσεως τοῦ εὐαγγελίου, μᾶς παρουσι­άζει σήμερα, Κυρια­κὴ τῆς Σαμαρείτιδος, ὁ ἀ­πόστολος. Τί μᾶς λέει;
Πόσοι ἦταν οἱ ἀπόστολοι; 12. Ἔμειναν 12; Ὄχι. Αὐτοὶ οἱ 12 ἔγιναν 70, οἱ 70 ἔγιναν 120, οἱ 120 ἔγιναν 3.000, οἱ 3.000 ἔγιναν 5.000, καὶ συνεχῶς αὐξάνονταν. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δὲν περιωρίστηκε στὰ ὅρια τῆς Παλαιστίνης· οἱ ἀπόστολοι ἀλλὰ καὶ ἄλλοι ποὺ πίστευαν στὸ Χριστὸ ξεκίνησαν ἀπὸ τὰ Ἰεροσό­λυμα καὶ διέδιδαν τὸ κήρυγμα στὶς γειτονικὲς χῶρες· ἄλ­λοι πῆγαν στὴν Κύπρο, ἄλλοι στὴ Φοινίκη, καὶ ἄλ­λοι ἔφτασαν στὴν Ἀντιόχεια ποὺ τότε ἦταν ἡ δεύτερη ἢ τρίτη πόλι τῆς οἰ­κουμένης (ὑπάρχει καὶ σή­μερα ἐκεῖ τὸ ὀρθό­δο­ξο πα­τριαρχεῖο Ἀν­τιοχείας). Ἐκεῖ κήρυξε πρῶτος ὁ Βαρ­νάβας· καὶ ταπεινὸς ὅ­πως ἦταν, ὅταν εἶδε ὅτι τὸ κήρυ­γμα ἔχει ἀ­νάγ­κη κι ἀ­πὸ ἄλλους ἐργάτες, πῆγε στὴν Ταρσό, βρῆ­κε τὸν ἀπόστολο Παῦλο, τὸν ἔ­φερε στὴν Ἀν­τιόχεια καὶ ἐν συνεχείᾳ κήρυτταν καὶ οἱ δύο μαζί. Ἕνα χρόνο ἐργάστηκαν. Καὶ ἐ­κεῖ συνέβη ἕνα σημαντικὸ γεγο­νός. Μέχρι τότε ὅ­σοι πίστευαν στὸ Χριστὸ λέγονταν «μαθηταὶ» – «μαθήτριαι» ἢ «οἱ τῆς ὁδοῦ» ἢ περιφρο­νητι­κὰ «Γαλιλαῖοι» – «Ναζωραῖ­­οι»· μὰ τώρα ποὺ οἱ πι­στοὶ αὐξήθηκαν, πῆραν γιὰ πρώτη φορὰ νέο ὄ­νομα, τιμητικὸ καὶ σχετικὸ μὲ «τὸ ὑ­πὲρ πᾶν ὄ­νο­­μα» (Φιλ. 2,9)· ὠνομάστηκαν «Χριστιανοί» (Πράξ. 11,26).
* * *
Θὰ ἤθελα, ἀγαπητοί μου, νὰ σταθοῦμε ἐδῶ καὶ νὰ ἐξετάσουμε τί σημαίνει Χριστιανός. Σκεφτήκαμε ποτὲ τί σημαίνει τὸ ὄνομά μας;
Χριστιανὸς λέγεται αὐτὸς ποὺ ὄχι ἁπλῶς βα­πτίστηκε καὶ πῆρε ἕνα ὄνομα ἁγίου, ἀλλὰ ἐκεῖ­νος ποὺ βαδίζει ἕνα δρόμο «στενὸ καὶ τεθλιμμέ­νο» (βλ. Ματθ. 7,14), πάνω στὰ ἴχνη ποὺ χάραξε ὁ Χριστὸς μὲ τὸ αἷμα του. Καὶ ὅπως κάθε δρόμος ἔχει ἀρχὴ καὶ τέλος, ἔτσι καὶ ὁ δρόμος αὐτὸς ἀρχίζει ἐδῶ ἀπὸ τὴ γῆ καὶ τέρμα του εἶ­νε τ᾽ ἀ­στέρια, ὁ οὐρανός. Χριστιανὸς λοιπὸν εἶ­νε ὅποιος βαδίζει τὸ δρόμο τοῦ Χριστοῦ μέχρι τέλους.
Ὁ δρόμος τοῦ Χριστοῦ εἶνε γνωστός· εἶνε ἡ ὁδὸς τῆς αὐταπαρνήσεως, τῆς ἀ­ληθείας, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἁγνότητος, τῆς φιλανθρωπί­ας καὶ ἐλεημοσύνης, ἡ ὁδὸς τῆς ἀ­γάπης. Γιατί, ὅπως εἶπε ὁ Χριστός, ὅλες οἱ ἐν­τολὲς «κρέμανται» ἀπὸ τὶς δυὸ μεγάλες ἀγάπες· ἡ μία εἶ­νε φλόγα ποὺ φτάνει μέχρι τὸν οὐ­ρανό, καὶ ἡ ἄλλη ἁπλώνεται ὁριζοντίως ὣς τὰ πέρατα τῆς γῆς. Ἡ μία εἶνε ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, «Ἀγαπή­σεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅ­λης τῆς καρδί­ας σου καὶ ἐξ ὅ­λης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς δυνάμεώς σου» (Δευτ. 6,5), καὶ ἡ ἄλλη ἡ ἀγάπη τοῦ πλησίον, «Ἀ­γαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Ματθ. 22,37-40).
Τὸ ἄριστο ὑπόδειγμα τῆς ἀγάπης αὐτῆς εἶ­νε ὁ Χριστός, ὁ «ἀρχηγὸς τῆς σωτηρίας» μας (Ἑβρ. 2,10). Ἐπάνω στὸ σταυρὸ ὁ Πιλᾶτος κάρφωσε τὴν ἐπιγραφὴ Ἰησοῦς Ναζωραῖ­ος «ὁ βασι­λεὺς τῶν Ἰουδαίων» (Μᾶρκ. 15,26). Πιὸ ταιριαστὴ θὰ ἦταν μιὰ ἄλλη ἐπιγραφή, ποὺ νὰ φανερώνῃ πῶς πέρασε τὴ ζωή του στὴ γῆ καὶ νὰ διαλαλῇ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὸν κόσμο. Κατάλληλα λόγια γιὰ μιὰ τέτοια ἐπιγρα­φὴ βρίσκω ἐκεῖνα ποὺ ἔγραψε ὁ ἀπόστο­λος Πέτρος· ὅτι ὁ Χριστὸς «διῆλθεν εὐεργε­τῶν» (Πράξ. 10,38), πέρασε τὴ ζωή του σκορπώντας τὸ φῶς· δὲν ὑπῆρχε ὥρα τῆς ζωῆς του ποὺ ὁ Χριστὸς νὰ μὴ σκορπᾷ τὸ καλὸ στὸν κόσμο. «Διῆλ­θεν εὐεργετῶν», αὐτὴ εἶνε ἡ ἐπιγραφὴ ποὺ ἔ­πρεπε νὰ μπῇ ἐπάνω στὸ σταυρό.
«Διῆλθεν εὐεργετῶν». Ἄρρωστοι στὸ Χριστὸ βρῆκαν τὸ γιατρὸ καὶ τὸ φάρμακο, πεινα­σμένοι βρῆκαν ψωμί, διψα­σμένοι σωματικὰ καὶ πνευματικὰ ὅπως ἡ Σαμαρείτιδα ξεδίψασαν, πονεμένοι βρῆκαν τὴν παρηγο­ριά, παιδιὰ ἀπρο­στάτευτα βρῆκαν τὸν προστά­τη, ἁμαρτωλὲς γυ­ναῖκες βρῆκαν τὴν ἄφεσι, ἄ­σωτοι ἄντρες βρῆ­καν τὸν Πατέρα. Ὁ Χριστὸς πέρασε ἀπὸ τὴ γῆ αὐτὴ σκορπώντας συμ­πόνια, ἔλεος, ἀγάπη.
Ὅπως λοιπὸν ἔζησε ὁ Χριστός, ἔτσι νὰ βαδίσουμε κ᾽ ἐμεῖς· στὸ δρόμο τῆς ἀγάπης πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τὸ συνάνθρωπο, στὸ δρόμο τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀρετῆς. Ὅποιος βαδίζει ἔτσι, αὐτὸς λέγεται Χριστιανός. Δὲν μᾶς δόθηκε τὸ ὄ­νομα τοῦ Χριστιανοῦ χωρὶς ὑποχρεώσεις.
Στὸν κόσμο αὐτόν, ποὺ βασιλεύει σκοτάδι, κάθε Χριστιανὸς καὶ κάθε Χριστιανὴ πρέπει νά ᾽νε φῶς, ἕνας μικρὸς ἥλιος. Τὸ εἶπε ὁ Κύρι­­ος· «Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου» καὶ «Οὕ­τω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀν­θρώπων…» (Ματθ. 5,14-16). Στὴν κοινωνία αὐτή, ποὺ βασιλεύει ἡ διαφθορά, ὁ Χριστιανὸς νά ᾽νε τὸ ἁ­λάτι ποὺ ἐξυγιαίνει καὶ νοστιμίζει, νά ᾽νε τὸ προ­­ζύμι ποὺ ζυμώνει κι ἀνακουφίζει ὅλο τὸ κοινω­νικὸ φύραμα, κάθε ψυχή, κάθε οἰκογένεια.
Γιὰ νὰ γίνουν αὐτά, ὁ Χριστι­α­νὸς πρέπει ν᾽ ἀ­γωνίζεται διαρκῶς, νὰ μὴν ἀφήνῃ ποτέ τὰ ὅπλα του, νά ᾽νε πάν­τα ἐν ἐγρηγόρσει, νά ᾽νε στρατι­­ώτης Χριστοῦ. Ν᾽ ἀγωνίζεται πρῶτα – πρῶτα ἐν­αντίον τοῦ σατανᾶ ποὺ ἐξαπατᾷ, ἐναντίον τοῦ δι­εφθαρμένου κόσμου ποὺ περιβάλλει καὶ ἐπηρεάζει, καὶ περισσότερο ἐναντίον τοῦ ἑαυ­τοῦ του, τοῦ διεφθαρμένου ἐγὼ καὶ τῶν πα­θῶν του, τοῦ «παλαιοῦ ἀνθρώπου» (῾Ρωμ. 6,6. Ἐφ. 4,22. Κολ. 3,9).
* * *
Ὅτι αὐτή, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ ἀποστολὴ τοῦ Χριστιανοῦ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἀλλὰ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· ἐμεῖς εἴ­μαστε Χριστιανοί; ἀκολουθοῦμε τὰ ἴχνη τοῦ Χριστοῦ μας; Στὰ χαρτιὰ βέβαια εἴμαστε ὅλοι Χριστιανοί· κουρά­στηκαν τὰ χέρια τῶν ἀστυνόμων νὰ γράφουν στὶς ταυτότητες «Χρι­στιανὸς ὀρθόδοξος». Ἀλ­λὰ εἴμαστε πραγματι­κὰ Χριστιανοί; Ἀπὸ ποῦ θὰ φανῇ ὅτι εἴμαστε; Τὸ δέντρο φαίνεται ἀπὸ τοὺς καρπούς, καὶ ὁ Χριστιανὸς θὰ φανῇ ἀπὸ τὰ ἔργα του. Καὶ τὰ ἔργα μας τί ἀποδεικνύουν, ἀδελφοί μου; Ζοῦμε μὲ τὸ Εὐαγγέλιο;
Μία ἀνατομία τῆς ὅλης ζωῆς μας (οἰκογένει­α, κοινωνία, σχολεῖο, στρατός, δικαστήρια, ἀ­γο­ρά, ἐμπόριο, καλύβες καὶ παλάτια) θὰ ἔδει­χνε ὅτι ὁ Χριστιανὸς σήμερα εἶνε σπάνιο πρᾶγμα.
Σᾶς ἐρωτῶ· ἐκεῖνος ποὺ ἀ­γαπάει τὴν πο­λυτέλεια, ἄντρας ἢ γυναίκα, καὶ δὲν ἀρκεῖται στὸ ἁπλὸ ροῦχο ἢ ἔπιπλο ὅπως οἱ πρόγονοί μας, ἀλλὰ ξοδεύει τόσα χρήματα γιὰ περιττά, μπορεῖ νὰ ὀνομάζεται Χριστιανός; Χριστιανὸς καὶ πολυτέλεια εἶνε δύο πράγματα ἀσυμβίβα­στα. Εἴδαμε σήμερα τὸ Χριστό, ποὺ εἶνε ὁ «βα­σιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ κύρι­ος τῶν κυριευόντων» (Α΄ Τιμ. 6,15), νὰ κάθεται «οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ» (Ἰω. 4,6), νὰ κάθεται ἔτσι στὸ πηγάδι, χωρὶς καρέκλες καὶ πολυθρόνες, σὰν ἕ­νας ἁπλὸς ὁδοιπόρος, καὶ νὰ μιλᾷ μὲ μιὰ φτωχὴ γυναῖκα. Ὁ Χριστὸς ἔζησε ἁπλᾶ καὶ ταπεινά, καὶ οἱ Χριστιανοὶ πρέπει νὰ ζοῦν ἁπλᾶ καὶ ταπεινά, ὄχι μὲ ἐπιδείξεις καὶ σπατάλες.
Κ᾽ ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀρέσκεται νὰ πίνῃ νερά­κι ἀπὸ τὴν πηγή, ὅπως σήμερα ὁ Χριστὸς ποὺ εἶπε «Δός μοι πιεῖν» (ἔ.ἀ. 4,7), ἀλλὰ θέλει ποτὰ οἰ­νοπνευματώδη, καὶ τὴ νύχτα κυλιέται στοὺς δρόμους ἢ γυρίζει στὸ σπίτι καὶ τοὺς βασανίζει, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς τοῦ ἀλκοὸλ καὶ τῆς μέ­θης, ἔχει καμμιὰ σχέσι μὲ τὸ Χριστιανισμό;
Κι ὁ ἄλλος ἐκεῖνος, ποὺ ἀπ᾽ τὸ πρωὶ ὣς τὸ βράδυ δὲν λέει ἀλήθεια, ἀλλὰ ψεύδεται, μπορεῖ νὰ ἔχῃ σχέσι μὲ τὸ Χριστό; Χριστιανὸς καὶ ψέμα δὲν συμβιβάζονται.
Κ᾽ ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀρκεῖται στὰ λίγα, ἀλλὰ προσπαθεῖ μὲ χίλια χέρια ν᾽ ἁρπάξῃ τὸν κόπο τοῦ ἄλλου, νὰ πλουτίσῃ καὶ νὰ θησαυρίσῃ, αὐ­τὸς ποὺ ἀγαπάει τὴν πλεονεξία, τὴν ἀδικία, τὴν ἁρπαγή, ἔχει καμμιὰ σχέσι μὲ τὴ χριστι­ανο­σύνη;
Μὰ κι ὁ ἄλλος ποὺ δὲν ἀγαπάει τὴ γυναῖκα ποὺ στεφανώθηκε ἀλλὰ ἀλλάζει γυναῖκες ὅπως ἄλλαζε τοὺς ἄντρες ἡ Σαμαρείτιδα τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου (βλ. ἔ.ἀ. 4,18), ἔχει καμμιὰ σχέσι μὲ τὸ Χριστό; Χριστιανὸς καὶ μοιχεία ἢ πορνεία δὲν συμβιβάζονται.
Μὰ κ᾽ ἐκεῖνος, ὁ χειρότερος ἀπ᾽ ὅλους, ποὺ μὲ τὴ μπουκιὰ στὸ στόμα βλαστημάει τὰ θεῖα καὶ ἅγια, ἔχει καμμιὰ σχέσι μὲ τὸ Χριστό; Χριστιανὸς καὶ βλαστήμια συμβιβάζονται;
Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν χριστιανοσύνη. Χριστια­νὸς θὰ πῇ διαμάντι, φῶς· ἁπλότης, δικαιοσύνη, φιλαλήθεια, ἁγνότης, ἐλεημοσύνη, ἀγάπη. Ἂν αὐτὰ δὲν τά ᾽χουμε, εἴμαστε δέντρα ἄ­καρπα καὶ «Πᾶν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκ­κόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται» (Ματθ. 3,10). Καὶ στὴν ἄκαρπη συκιὰ ὁ Χριστὸς εἶπε «Μηκέτι ἐκ σοῦ καρπὸς γένοιτο εἰς τὸν αἰῶνα» (ἔ.ἀ. 21,19).
Ἂς πάρουμε στὰ χέρια τὴ ζυγαριὰ τοῦ Εὐαγγελίου νὰ ζυγιστοῦ­με. Κι ἂς προσπαθήσῃ καθέ­νας μας νὰ γίνῃ δένδρο καρποφόρο, μὲ καρποὺς τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ μας. Καὶ εὔχομαι, ὅλοι, ἄντρες καὶ γυναῖκες, στὸ μάταιο αὐτὸ κό­σμο, νὰ βαδίσουμε «ἀξίως τῆς κλήσεώς» μας (Ἐφ. 4,1), ἀξίως τοῦ μεγάλου ὀνόματός μας, γιὰ νὰ μᾶς ἀξιώσῃ ὁ Θεὸς μιὰ μέρα νὰ γίνουμε τέκνα ἄ­ξια τοῦ οὐρανίου Βασιλέως καὶ νὰ ἑορτάζουμε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Νικολάου Καισαριανῆς – Ἀθηνῶν τὴν 12-5-1963. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 7-4-2015.
Τὴν ὁμιλία αὐτὴ μπορεῖτε νὰ τὴν ἀκούσετε χωρὶς περικοπὲς στὸ cd 78β΄Α τῆς σειρᾶς «ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ» (πληροφορίες στὸ τηλέφωνο 23850-28868)