Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2018

π. Άγγελος Αγγελακόπουλος: Εξουνιτισμός των Οικουμενιστών

Ἐν Πειραιεῖ 15-6-2018
Ὁ οὐνίτης ψευδεπίσκοπος Γρατιανουπόλεως Δημήτριος Σαλάχας σέ κείμενό[1] σχετικά μέ τήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης, ἐνῶ ἀπό τή μιά πλευρά τήν ἀποδέχεται καί τήν θεωρεῖ  ἕνα μεγάλο βῆμα ἐκ πλευρᾶς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀπό τήν ἄλλη ἀσκεῖ σκληρή κριτική σ' αὐτήν, διότι, ἐνῶ ὁ Παπισμός ρητῶς ἀναγνωρίζει τήν ἐκκλησιολογική καί μυστηριακή δομή τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἡ ψευδοσύνοδος, μέ τό νά ἀποκαλέσει τόν Παπισμό ὡς «ἑτερόδοξη Χριστιανική Ἐκκλησία καί Ὁμολογία» μή εὑρισκομένη ἐν κοινωνίᾳ μετά τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», δέν ἀναγνωρίζει τήν οὐσιαστική ἔννοια καί φύση τοῦ Παπισμοῦ ὡς «Ἐκκλησία», μέ βάση τήν ἀποστολική διαδοχή καί ἑπομένως τήν ἐκκλησιολογική καί μυστηριακή του ὑπόσταση καί δομή. Γι’αὐτό καί καλεῖ τήν Ὀρθόδοξη πλευρά νά διασαφηνίσει μέ ποιά ἐκκλησιολογική βάση διεξάγει τόν Θεολογικό Διάλογο μέ τόν Παπισμό.  
 Στό ἐν λόγῳ κείμενο ἔγραψε «Ὡς πρός τήν Καθολική Ἐκκλησία, ἡ Β΄ Βατικάνειος Σύνοδος σαφῶς διεκήρυξε ὅτι τόσον ἡ ἴδια ὅσον καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διατήρησαν, παρά τόν ἱστορικό χωρισμό τους, τά στοιχεῖα ἐκεῖνα τῆς ἀποστολικότητας καί μυστηριακῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τά ὁποία τίς καθιστοῦν ὄντως «Ἐκκλησίες», ὄργανα ἁγιασμοῦ καί σωτηρίας, λόγῳ τῶν Μυστηρίων καί ἰδιαιτέρα τῆς Ἱερωσύνης καί τῆς Ἁγίας Εὐχαριστίας».
Σέ ἄλλο σημεῖο : «Ἡ Σύνοδος [ἐννοεῖ τῆς Κρήτης] δέν χρησιμοποιεῖ τόν χαρακτηρισμό «σχισματικές ἤ αἱρετικές χριστιανικές κοινότητες», ἀλλά τίς ἀποκαλεῖ «ἑτερόδοξες Χριστιανικές Ἐκκλησίες καί Ὁμολογίες» μή εὑρισκόμενες ἐν κοινωνίᾳ μετά τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Οἱ ἄλλες λοιπόν Χριστιανικές Ἐκκλησίες, συμπεριλαμβανομένης καί τῆς Καθολικῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης, χαρακτηρίζονται ὡς «ἑτερόδοξες», ὁ δέ ὄρος «Ἐκκλησία» γίνεται ἀποδεκτός «κατά τήν ἱστορική του μόνο ὀνομασία» καί ὄχι «κατά τήν ὀντολογικήν φύσιν» αὐτῆς. Αὐτό σημαίνει - ἐμμέσως πλήν σαφῶς - ὅτι δέν ἀναγνωρίζεται ἡ οὐσιαστική ἔννοια καί φύση τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας ὡς «Ἐκκλησία» μέ βάση τήν ἀποστολική διαδοχή καί ἑπομένως τήν ἐκκλησιολογική καί μυστηριακή αὐτῆς ὑπόσταση καί δομή. Ἡ Καθολική Ἐκκλησία ἔχει τήν αὐτοσυνειδησία ὅτι «ἐν αὐτῇ» ὑπάρχει (subsistit in) πλήρως ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, καί ὀμολογεῖ τήν πίστη τῆς ἀρχαίας ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας, ὅπως ὁρίσθηκε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, γι'αὐτό καί θεωρεῖ ἑαυτήν «ὀρθόδοξη» κατά τήν πατερική ὁρολογία».
Ἀλλοῦ : « Ἡ Καθολική Ἐκκλησία συνδιαλέγεται ἐν ἀγάπῃ καί ἀληθείᾳ μέ τήν Ἀδελφή Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τῆς ὁποίας ρητῶς ἀναγνωρίζει τήν ἀποστολική προέλευση, τήν ἐκκλησιολογική καί μυστηριακή δομή, μέ ἀποκλειστικό σκοπό τό αἴσθημα «ὑπευθυνότητος καί ἐκ τῆς πεποιθήσεως ὅτι ἡ ἀμοιβαία κατανόησις καί ἡ συνεργασία τυγχάνουν οὐσιώδεις, “ἵνα μή ἐγκοπήν τινά δῶμεν τῷ Εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ” (Α' Κορ. 9, 12)».
Στή συνέχεια λέγει : «Σημειώνουμε, ὅμως, ὅτι ἡ Καθολική Ἐκκλησία - ἀπό καί μετά τήν Β΄ Βατικάνειο Σύνοδο - στίς σχέσεις της πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον, καί εἰδικότερα μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐπανεξέτασε τόν βαθμό κοινωνίας στά τῆς πίστεως καί λατρείας, πού ὑπάρχει ἤδη μέ αὐτήν, καί κατέληξε στή ρητή ἀναγνώριση τῆς ἐκκλησιολογικῆς καί μυστηριακῆς δομῆς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Μέ βάση αὐτήν την πεποίθηση διεξάγει τόν Θεολογικό Διάλογο μέ αὐτήν. Μέλλει νά διασαφηνισθεῖ καί ἀπό πλευρᾶς τῆς Ὀρθοδόξου πλευρᾶς μέ ποιά ἐκκλησιολογική βάση διεξάγει τόν Θεολογικό Διάλογο μέ τήν Καθολική Ἐκκλησία. Αὐτό δέν φάνηκε στίς ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου στήν Κρήτη, τοὐλάχιστον ὡς πρός τήν Καθολική Ἐκκλησία».
Μέχρι ἐδῶ, λοιπόν, ὅλα βαίνουν καλῶς. Ὁ κ. Σαλάχας οὐνίτης εἶναι καί ὡς εἰκός ὑποστηρίζει τά τοῦ Παπισμοῦ. Τό θέμα, ὅμως, ἀποκτᾶ μεγάλο ἐνδιαφέρον, ὅταν μελετήσει κανείς τήν εἰσήγηση τοῦ κ. Στυλιανοῦ Τσομπανίδη[2] στό οἰκουμενιστικό Διεθνές Συνέδριο[3] τῆς Θεσσαλονίκης γιά τήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης. Θά διαπιστώσει, λοιπόν, τήν ταύτιση πνεύματος, σκέψεως καί θέσεων τοῦ κ. Τσομπανίδη μέ τόν κ. Σαλάχα. Ἐνῶ ἀναγνωρίζει τήν ψευδοσύνοδο,  ἀσκεῖ κι αὐτός σκληρή κριτική ἐναντίον της, διότι δέν ἀπάντησε, ὅπως θά ἔπρεπε, στήν ἐκκλησιολογική πρόκληση. Τήν θεωρεῖ μετέωρο βῆμα. Γι’αὐτό τήν καλεῖ νά δώσει μιά σαφῆ ἀπάντηση.
Ὁ κ. Τσομπανίδης, μεταξύ ἄλλων, τόνισε : «Ἐνῶ, ὅμως, ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἀποτελεῖ ἕνα μεγάλο βῆμα ὡς πρός τήν ἑδραίωση τοῦ οἰκουμενικοῦ διαλόγου, τό βῆμα αὐτό ἔμεινε μετέωρο. Δέν μπόρεσε νά ἐξηγήσει σέ αὐτούς, μέ τούς ὁποίους διαλέγεται, πῶς βιώνει ἡ Ὀρθοδοξία τή σχέση της μαζί τους καί τί εἶναι αὐτοί γιά τήν Ὀρθοδοξία. Τό ζήτημα αὐτό ἀποτελεῖ τή λεγόμενη «ἐκκλησιολογική πρόκληση». Ὑπάρχει ἕνα ἔλλειμμα, ὄχι ὡς πρός τήν κατανόηση τῆς αὐτοσυνειδησίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἀλλά ὡς πρός τό πῶς τήν ὑποστηρίζει, πράγμα πού ἐπηρεάζει τή θεώρηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κατάστασης τῶν χριστιανῶν, μέ τούς ὁποίους ἐδῶ καί πολλές δεκαετίες διαλέγεται».
Σέ ἄλλο σημεῖο : «Πρέπει οἱ Ἐκκλησίες νά ἀπαντήσουν στό ἐρώτημα πῶς κατανοοῦν καί ὑποστηρίζουν τήν ἐκκλησιαστική τους ταυτότητα καί πῶς θεωροῦν τήν ἐκκλησιαστική κατάσταση ἄλλων Ἐκκλησιῶν καί ἄλλων χριστιανῶν. Γι' αὐτό εἶναι ἐπιτακτική ἀνάγκη καί ὀφείλει σύνολη ἡ Ὀρθοδοξία νά δώσει μιά ἀπάντηση στούς ἄλλους, ἀλλά καί στόν ἴδιο τόν ἑαυτό της».
Ἀλλοῦ : «Ἡ Σύνοδος, ὄχι μόνο δέν ἔλυσε τό πρόβλημα, ἀλλά πῆγε κατά κάποιον τρόπο καί πιό πίσω ἀπό τήν πιό ἐπίσημη, ἕως τή σύγκλησή της, σέ πανορθόδοξο ἐπίπεδο τοποθέτηση γιά τό ζήτημα τῆς σχέσης τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας πρός τά ἐκτός τῶν ὁρίων αὐτῆς ὑφιστάμενα χριστιανικά σώματα, πού ἔγινε τό 1986 στήν Γ΄ Προσυνοδική Διάσκεψη, μέ τά κείμενα «Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί Οἰκουμενική Κίνηση» καί «Σχέσεις τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». Ἡ Γ΄ Προσυνοδική ἦταν αὐτή, πού ἀσχολήθηκε πολύ σοβαρά μέ τό ἐπίμαχο θέμα, ἄν οἱ ἑτερόδοξοι μποροῦν νά ὀνομαστοῦν Ἐκκλησίες. Μετά ἀπό ἕναν γόνιμο προβληματισμό ἡ Διάσκεψη δήλωσε ὁμόφωνα : «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ὡς οὖσα ἡ μία, ἁγία, καθολική καί ἀποστολική Ἐκκλησία, ἔχει πλήρη συνείδησιν τῆς εὐθύνης αὐτῆς διά τήν ἑνότητα τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, ἀναγνωρίζει τήν πραγματικήν ὕπαρξιν ὅλων τῶν χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν» («Σχέσεις της Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας…», §2)».
Στή συνέχεια λέγει : «Τό ἐρώτημα γιά τό πῶς ἐκλαμβάνονται οἱ ἑτερόδοξοι ἀπό τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, καθώς καί ὁ βαθμός τῆς σχέσης τους μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία παραμένουν ἀδιευκρίνιστα».
Καί τέλος : «Εἶναι ἰδιαίτερα ἀξιοπρόσεκτο τό γεγονός ὅτι στό πρῶτο κεφάλαιο τῆς «Ἐγκυκλίου», πού καταπιάνεται μέ τήν Ἐκκλησιολογία καί σκιαγραφεῖ σέ γενικές γραμμές πῶς αὐτοκατανοεῖται σήμερα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὑπάρχει ἡ διατύπωση : «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, πιστή εἰς τήν ὁμόφωνον ταύτην ἀποστολικήν παράδοσιν καί μυστηριακήν ἐμπειρίαν, ἀποτελεῖ τήν αὐθεντικήν συνέχειαν τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὡς αὕτη ὀμολογεῖται εἰς τό Σύμβολον τῆς πίστεως καί βεβαιοῦται διά τῆς διδασκαλίας τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας» (πρβλ. «Μήνυμα» §1). Αὐτή ἡ ἀντίληψη στηρίζεται στή βασική ἐκκλησιολογική θέση ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στή φάση τῆς ἐπί γῆς στράτευσης ἔχει τήν ἀλήθεια «ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν» (Β΄ Κορ. 4, 7), δέν κατέχει τήν ἀλήθεια, ἀλλά μετέχει σέ αὐτή. Ἀφήνει δέ οὐσιαστικά περιθώρια γιά σοβαρή ἀντίδοση καί ἀμοιβαῖο ἐμπλουτισμό. Στήν πρόταση αὐτή ἐντοπίζονται οἱ δύο βασικές ὄψεις τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησιολογίας ἐναρμονισμένες ἐπιτυχῶς. Κινεῖται στή διαλεκτική τῆς αὐστηρότητας τῆς «ἀκρίβειας» καί στήν εὐαισθησία τῆς «οἰκονομίας», στή διάκριση τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας σέ κανονικά καί χαρισματικά, πού δέν συμπίπτουν πάντοτε».
Μετά τά ἀνωτέρω τίθενται κρίσιμα ἐρωτήματα : Ὁ κ. Τσομπανίδης προωθεῖ τίς παπικές καί οὐνίτικες θέσεις στόν ὀρθόδοξο χῶρο ἐπεγνωσμένως ἤ ἀνεπιγνώστως; Ἄν ἰσχύει ἡ πρώτη περίπτωση, μήπως πρέπει πλέον ἀνοιχτά νά ὁμιλοῦμε γιά ἐκλατινισμό καί ἐξουνιτισμό τῶν οἰκουμενιστῶν καθηγητῶν τῶν θεολογικῶν σχολῶν; Μήπως οἱ θεολογικές σχολές ἔχουν μεταλλαχθεῖ σέ οὐνιτικές, μέ σκοπό τήν ἐγκαθίδρυση οὐνιτικοῦ τύπου ψευδοένωσης Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί Παπισμοῦ;
Ἄς μή παραλείψουμε νά ἀναφέρουμε ὅτι ὁ πρῶτος διδάξας τόν ἐξουνιτισμό τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος. Αὐτό ἀποδεικνύεται ἀπό δύο τουλάχιστον γεγονότα.
α) Στήν ἐφημερίδα "Ελεύθερος Τύπος" τῆς 26ης Μαΐου 2008 εἶναι γραμμένο ὅτι ἕνα ἅγιο ποτήριο προσέφερε ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος ὡς δῶρο στό νέο «ἐπίσκοπο» τῶν βυζαντινῆς παραδόσεως Οὐνιτῶν τῆς Ἑλλάδος κ. Δημήτριο (Σαλάχα), πού χειροτονήθηκε καί ἐνθρονίστηκε προχθές Σάββατο (24-5-2008), στό ναό τόν ὁποῖο διαθέτουν στήν ὁδό Ἀχαρνῶν. Κατά τήν ἐνθρονιστήρια ὁμιλία του ὁ νέος «ἐπίσκοπος» τῶν Οὐνιτῶν τῆς Ἑλλάδας, πού πῆρε τόν τίτλο «Καρκαβίας», μιᾶς παλιᾶς ἐπισκοπῆς στήν περιοχή τῆς σημερινῆς Τυνησίας, σημείωσε ὅτι ἐπισκέφθηκε τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη στό ξενοδοχεῖο, πού διέμενε, κατά τήν πρόσφατη ἐπίσκεψή του στήν Ἀθήνα, καί τόν ἐνημέρωσε γιά τήν ἐκλογή του καί ἐκεῖνος τοῦ δώρισε τό ἅγιο ποτήριο, τό ὁποῖο, ὅπως εἶπε, ὑπό τά χειροκροτήματα τῶν παρόντων, θά τό χρησιμοποιεῖ σέ κάθε λειτουργία, τήν ὁποία θά τελεῖ ἀπό δῶ καί πέρα. Ὁ κ. Δημήτριος εἶναι ἐκ τῶν στελεχῶν τοῦ Παπισμοῦ, πού συμμετέχουν στή Μεικτή Ἐπιτροπή Θεολογικοῦ Διαλόγου μέ τούς Ὀρθοδόξους καί παλιός γνώριμος τοῦ κ. Βαρθολομαίου[4].
β) Ἐπίσης, ἀναφέρουμε τίς εὐχαριστίες καί τήν διαβεβαίωση τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου πρός τον ἐπικεφαλῆς τῶν οὐνιτῶν τῆς Οὐκρανίας Σβιάτοσλαβ Σέβτσουκ «γιά τήν ὑποστήριξή του πρός τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο γιά τήν διοργάνωση τῆς Συνόδου στήν Κρήτη»! Ἔγραψε σέ ἐπιστολή του ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος : «Ἔχουμε τήν εὐχαρίστηση νά ἐπωφεληθοῦμε τῆς εὐκαιρίας νά ἐκφράσουμε τήν εἰλικρινή μας εὐγνωμοσύνη γιά τήν ἐπιστολή σας καί γιά τίς ἀδελφικές εὐχές σας γιά τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, ἡ ὁποία – μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τή συνέργια τῶν ἀδελφῶν μας Προκαθημένων καί ἱεραρχῶν τῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἀπό ὅλο τόν κόσμο – συνῆλθε στίς 19 Ἰουνίου καί ἐπιτυχῶς ἐτελείωσε στίς 26 Ἰουνίου 2016 στήν Ὀρθόδοξη Ἀκαδημία Κρήτης. Μποροῦμε νά σᾶς διαβεβαιώσουμε, Σεβασμιώτατε, ὅτι ἡ δέσμευσή μας στόν διάλογο μέ τήν Ἀδελφή μας Ἐκκλησία ὑπερβαλλόντως ὑποστηρίχθηκε στίς Συνοδικές Ἐπιτροπές καί ἐπισήμως ἀναφέρεται στό τελικό ἀνακοινωθέν. Αὐτή, κατά την ἄποψή μας, εἶναι βεβαίως κρίσιμη γιά τήν ἀξιόπιστη καί ἑνωτική μαρτυρία τοῦ Εὐαγγελίου στόν ταραγμένο κόσμο τῆς ἐποχῆς μας»[5].
Γιά μιά ἀκόμη φορά δικαιωνόμαστε, ὅταν χαρακτηρίζουμε τήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης, ὄχι μόνο ληστρική, αἱρετική καί οἰκουμενιστική, ἀλλά καί οὐνιτική.

[1] ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΑΛΑΧΑΣ, ΟΥΝΙΤΗΣ «ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ» ΓΡΑΤΙΑΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, «Ἡ πρόσφατη Πανορθόδοξη Σύνοδος καί οἱ διαχριστιανικές σχέσεις˙Ἀπόφαση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου : Ἐμπεδώνεται ἡ βούληση διαλόγου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον. Ἐπιπτώσεις στό διάλογο μέ τήν Καθολική Ἐκκλησία», ἐν περιοδικῷ «Ἀνοιχτοί Ὀρίζοντες» «Πανορθόδοξη Σύνοδος καί διαχριστιανικές σχέσεις», τ. 1101 (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2016) 6-11, http://jesuits.gr/wp-content/uploads/2018/01/Τεύχος-1101.pdf
[2] ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΤΣΟΜΠΑΝΙΔΗΣ Ὀρθοδοξία καί Οἰκουμένη στόν 21ο αἰώνα: Ἡ “ἐκκλησιολογική πρόκληση” μετά τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στήν Κρήτη (2016), Εἰσήγηση στό 8ο Διεθνές Συνέδριο Ὀρθοδόξου Θεολογίας, 27-5-2018, http://blogs.auth.gr/moschosg/ὀρθοδοξία-καί-οἰκουμένη-στόν-21ο-αἰώνα/
[3] Διεθνές Συνέδριο γιά τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, http://fanarion.blogspot.gr/2018/05/blog-post_0.html
[4] Περιοδικό Ἐν Συνειδήσει. Οἰκουμενισμός. Ἱστορική καί κριτική προσέγγιση, ἔκτακτη ἔκδοση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου, Ἅγια Μετέωρα, Ἰούνιος 2009, σ. 70, http://aktines.blogspot.com/2009/06/blog-post_4784.html
[5] ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ,  Προβληματισμός ἀπό φιλενωτικές ἐνέργειες, 29-8-2016, http://aktines.blogspot.gr/2016/08/blog-post_782.html