Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου, Υπερηφανεύεσαι;

«Ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται» (Α΄ Κορ. 13,4)
Τῶν ἁγίων Ἀναργύρων
Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου
Ὑπάρχει, ἀγαπητοί μου, μία ἀσθένεια σοβα­ρή, ποὺ κάνει θραῦσι. Ποιά εἶνε αὐτή; ἡ φθί­σι, ὁ καρ­κίνος; Δὲν θέλω νὰ μιλήσω γι᾽ αὐτές.
Δὲν πρόκειται γιὰ ἀσθένεια σωματική· πρό­κειται γιὰ ἀσθένεια ψυχική, ποὺ θά ᾽πρεπε ν᾽ ἀ­κοῦμε τὸ ὄ­νομά της καὶ νὰ τρέμουμε. Κι ὅ­μως θὰ τὸ πῶ καὶ κανείς δὲν θὰ ταραχτῇ. Τὸ ὄνομα τῆς ἀσθενείας αὐ­τῆς εἶνε ὑπερηφάνεια. Γι᾽ αὐτὴν μιλάει ἡ ἁ­γία Γραφή, γι᾽ αὐτὴν λέει ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος στὸ σημερινὸ ἀνάγνωσμα τῆς ἑορτῆς τῶν ἁγίων Ἀναργύρων καὶ δίνει τὸ κατάλληλο φάρ­μακο γιὰ τὴ θεραπεία της.
* * *
Ἂς δοῦμε, ἀγαπητοί μου, γιὰ τί ὑπερηφανεύεται ὁ ἄνθρωπος. Γιὰ διάφορα πράγματα.
Ὁ ἕνας λόγου χάριν ὑπερηφανεύεται γιὰ τὰ λεφτά του. Αὐτὰ εἶνε ὁ θεὸς τοῦ κόσμου. Ἅμα κανεὶς πιάσῃ λεφτά, ἀμέσως φουσκώνει. Τὸν βλέπεις, αὐτὸν ποὺ καθόταν σὲ μιὰ παράγκα, νὰ θέλῃ τώρα νὰ καθί­σῃ σ᾿ ἕνα τερά­στιο οἰκοδόμημα, νὰ τρέχῃ δεξιὰ κι ἀριστερὰ καὶ νὰ ἐ­πιδεικνύεται, ν᾿ ἀ­γορά­ζῃ λιμουζῖνες, νὰ ντύνε­ται φαν­­ταχτερά, «πορφύραν καὶ βύσσον» ὅπως ὁ ἄ­φρων πλούσιος τοῦ εὐαγγελίου (Λουκ. 16,19).
Ὁ ἄλλος ὑπερηφανεύεται γιὰ κάποιο ἀξίωμα. Κατώρθωσε, ν᾿ ἀνεβῇ ψηλὰ στὴν ἱεραρχία τοῦ κράτους, νὰ γίνῃ νομάρχης, ὑ­πουργὸς ἢ πρωθυ­πουργός. Καὶ ἐνῷ μέχρι χθὲς παρακαλοῦσε γιὰ τὴν ψῆφο καὶ τοῦ τελευταί­ου ψηφο­φόρου, τώ­ρα κάθεται στὸ ὑπουργεῖο του καὶ βλέπει τοὺς ἄλλους σὰν κουνούπια.
Ὁ ἄλλος δὲν ὑπερηφανεύεται οὔτε γιὰ χρή­ματα οὔτε γιὰ ἀξιώματα· ὑπερηφανεύεται γιὰ τὰ μπράτσα καὶ τὶς γροθιές του, γιὰ τὰ πό­δια του ποὺ δίνουν κλωτσιὲς στὰ γήπεδα καὶ ποὺ τὰ ἐξ­αργυρώνει μὲ χρήματα πολλά. Αὐτοὶ καυ­χῶνται καὶ ὑπερηφανεύονται γιὰ τὴ σωματικὴ δύναμι, τὴν ὑγεία ἢ τὴν ὀμορφιά τους.
Ἄλλος πάλι καυχιέται γιὰ τὴν καταγωγή του ἢ γιὰ τὶς γνωριμίες καὶ σχέσεις του μὲ μεγά­λα πρόσωπα, συγγενεῖς καὶ φίλους ἰ­σχυροὺς σὲ διάφορες θέσεις καὶ ὑπουργεῖα. Ἄλ­λος καυ­χιέται γιὰ τὴ γυναῖ­κα του, ἄλλη γιὰ τὸν ἄν­τρα της, ἄλλος γιὰ τὰ παιδιά του, καὶ πολλὰ ἄλλα. Ὑ­πάρχει ἄνθρωπος ποὺ νὰ μὴν ἔχῃ μέσα του τὸ μικρόβιο τῆς ὑπερηφανείας;
Καὶ ὄχι μόνο οἱ κοσμικοί· ἡ ψώρα αὐτὴ προσ­βάλλει καὶ θρησκευτικούς. Αὐτοὶ δὲν καυχῶν­ται γιὰ ὑλικὰ πρά­γματα· καμαρώνουν γιὰ πνευμα­τικά. Εἶνε σὰν τὸν Φαρισαῖο ἐκεῖνον ποὺ ­καυ­χιόταν γιὰ τὰ ἔργα του (βλ. Λουκ. 18,11-12). Ἔτσι καὶ με­ρικοὶ καυ­χῶν­ται γιὰ νηστεῖες ἐλεημοσῦνες προσ­ευχές, γιὰ τὴ θρησκευτικότητά τους.
Αὐτὰ εἶνε τὰ εἴδη τῆς ὑπερηφανείας.
* * *
Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἀγαπητοί μου, ἔλεγε· Ὅταν δῶ ἄν­θρωπο ταπεινὸ μοῦ φαίνε­ται πὼς βλέπω ἄγγελο, ἅμα δῶ ὑπερήφανο καὶ φαντασμένο νομίζω πὼς βλέπω διάβολο. Μεγά­λο κακὸ ἡ ὑ­περηφάνεια. Γιατί; Διότι εἶ­νε ἡ ρίζα ὅ­λων τῶν κακῶν. Αὐτὴ γκρέμι­σε τὸν ἑωσ­φόρο καὶ τοὺς ἀγ­γέ­λους του ἀ­πὸ τὸν οὐρανὸ καὶ τοὺς ἔκανε δαίμονες· αὐ­τὴ ἔ­διωξε τὸν Ἀ­δὰμ καὶ τὴν Εὔα ἀ­π᾽ τὸν παράδει­σο καὶ τοὺς ἔρριξε μαζὶ μὲ τόσους ἀπογόνους στὸν κόσμο αὐτόν· αὐτὴ κάνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ φθονοῦν­ται, νὰ ζηλεύ­ουν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλλο, καὶ γίνον­ται τόσα κα­­κὰ στὴν οἰκογένεια, στὴν κοινωνία, στὰ ἔθνη.
Καὶ δὲν ὑπάρχει λοιπὸν φάρμακο ἐναντίον τῆς ὑπερηφανείας; Ὑπάρχει. Ἡ Ἐκκλησία εἶ­νε ἰατρεῖο καὶ διαθέτει φάρμακα. Φάρμακα γιὰ τὶς σωματικὲς ἀσθένειες δίνουν τὰ νοσοκομεῖα· ἡ Ἐκκλησία εἶνε τὸ πνευματικὸ ἰατρεῖο καὶ ἔχει τὰ φάρμακα γιὰ τὶς ψυχικὲς παθήσεις. Ἂς ἔρθῃ λοιπὸν στὴν Ἐκκλησία ὅποιος ἄντρας ἢ γυναίκα εἶ­νε ὑπερήφανος –καὶ ποιός δὲν εἶ­νε, ἀφοῦ ὁ ταπει­νὸς εἶνε κά­τι σπάνιο– νὰ ζητή­­σῃ τὰ φάρμακα. Ἂς ἔρ­θῃ σήμερα ν᾿ ἀκούσῃ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, ποὺ δίνει τὴ συνταγή.
Τὸ πρῶτο φάρμακο ποὺ συνιστᾷ εἶνε ἡ ταπείνω­σι. Ἄνθρωπε, λέει, ὅ,τι ἔχεις δὲν εἶνε δικό σου· ὅλα εἶνε ξένα. Τίνος εἶνε; Τοῦ Θεοῦ.
Καυχιέσαι γιὰ σωματικὴ δύναμι καὶ ὑγεία. Καὶ δὲν καταλαβαίνεις, ταλαίπωρε, ὅτι φτάνει ἕνα μικρόβιο νὰ σὲ ῥί­ξῃ στὸ κρεβάτι, ὅτι ἕνα ἀγ­γεῖο νὰ σπάσῃ καὶ μιὰ σταγόνα αἷμα νὰ πέσῃ στὸν ἐγκέφαλο μένεις παράλυτος; Ἡ ζωὴ εἶνε εὔθραυστη σὰν τὸ γυα­λί, ἐφήμερη σὰν τὸ ἄνθος.
Καυχιέσαι γιὰ λεφτά. Καὶ δὲν βλέπεις ὅτι μπορεῖ νὰ συμβῇ κάτι στὸ χρηματιστήριο, μία κρίσις οἰκονομική, καὶ ξαφνικὰ νὰ δῇς τὰ χαρτο­νομίσματα νὰ γίνουν πλατανόφυλλα καὶ νὰ μὴ μπο­ρῇς ν᾿ ἀγοράσῃς οὔτε ἕ­να κουτὶ σπίρτα; Μή­πως δὲν εἴδαμε πλουσίους νὰ πέφτουν καὶ νὰ ζητιανεύουν; Τροχὸς εἶνε ἡ ζωή, τὰ ἄνω γίνον­ται κάτω· «πάντα σκιᾶς ἀσθενέστερα, πάντα ὀνείρων ἀπατηλότερα» (Ἰω. Δαμασκηνοῦ – Ἀκολ. εἰς κεκοιμ.).
Κ᾽ ἐσὺ ποὺ καυχιέσαι γιὰ τὴν ὀ­μορφιά σου καὶ κοιτάζεσαι στὸν καθρέφτη, δὲν πᾶς στὸ νε­κροταφεῖο νὰ δῇς τοὺς τάφους καὶ νὰ μοῦ πῇς ἀπ᾽ ὅλους ἐκείνους ποιές ἦταν οἱ ὡ­ραῖες καὶ ποιοί οἱ ἄσχημοι; Δὲν βλέπεις τὴ ματαιότητα;
Κ᾽ ἐσὺ ὁ ἄλλος, ποὺ καυχιέσαι γιὰ τὶς σχέ­σεις μὲ τοὺς ἰσχυροὺς τῆς ἡμέρας, ἔλα στὴν ἐκκλησία ν᾿ ἀκούσῃς τί λέει ὁ Δαυΐδ· «Μὴ πεποί­­θατε ἐπ᾽ ἄρχοντας, ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία» (Ψαλμ. 145, 3). Μὴ στηρίζεσαι σ᾽ αὐτούς· σήμερα εἶνε στὴν ἐξουσία, αὔριο βρίσκονται στὶς φυλακὲς καὶ πᾶνε γιὰ ἐκτέλεσι.
Κ᾽ ἐσὺ ὁ ἄλλος, ποὺ καυχιέσαι γιὰ τὴν ἐ­πι­­στήμη, ὅτι πῆγες στὰ πανεπιστήμια καὶ ξέρεις πολλά, δὲν βλέπεις τί εἶνε οἱ γνώσεις; σταγόνα στὸν ὠκεανό. Σκέψου καὶ τὸ ἄλλο; ὅτι αὐτὰ ποὺ γνωρίζεις τὰ γνωρίζεις γιατὶ κάποιος σοῦ ἔ­δωσε μυαλό. Βάλε ἕνα πίθηκο στὸ δημοτικὸ σχολεῖο· δέκα χρόνια νὰ καθίσῃ στὰ θρανία, δὲν μπορεῖ νὰ μάθῃ οὔτε τὸ ἄλφα. Γιατί; Δὲν ἔ­χει μυαλὸ ὅπως ἔχεις ἐσύ. Τὸ μυαλό, ποὺ κινεῖ τὴ γλῶσσα, ποὺ κάνει τὴ γραφή, τὴν τέχνη, τὴν ἐπιστήμη, ἐρωτοῦμε τοὺς ἀπίστους, ποιός τὸ ἔ­­δωσε; Ἀπαντῆστε, ἄθεοι. Τὸ ἔδωσε ὁ Θεός.
Κ᾽ ἐσὺ τέλος ποὺ καυχιέσαι γιὰ ἀρετές, τί ἔχεις; προσευχή, νηστεία; Ὅλα εἶνε δῶρα. Ἂν πάρῃ ὁ Θεὸς τὴ χάρι του, κι ὁ μεγαλύτερος ἅγι­ος πέφτει, γίνεται ἁμαρτωλός. Ὁ Θεὸς νὰ φυλάῃ. Γι᾿ αὐτὸ λέμε «Μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν» (Ματθ. 6,13). Νομίζουμε πὼς εἴμαστε καλοὶ Χριστι­ανοί, ἀλλὰ δὲν ἦρθε ἀκόμα πειρασμός. Ἅμα ὁ Θεὸς στείλῃ τὸ κόσκινο, ὅπως κοσκίνισε τὸν Πέτρο, θὰ ποῦμε «Οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον» (Ματθ. 26,72), θ᾽ ἀ­δειάσουν οἱ ἐκκλησίες.
Ὅλα εἶνε τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτὸ πῶς τὰ ὀνομά­ζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐδῶ στὴν ἐπιστολή του· «χαρίσματα» (Α΄ Κορ. 12,31). Χάρισμα ἡ ὑ­γεία, χάρισμα ἡ τέχνη, χάρισμα ἡ ἐπιστήμη, χάρισμα οἱ ἱκανότητες. Δὲν εἶνε δικά σου, ὁ Θεὸς τὰ ἔδωσε· κάποτε θὰ σοῦ ζητήσῃ λόγο γι᾽ αὐτά.
Προσθέτει ὅμως καὶ κάποιο ἄλλο φάρμακο ἰ­σχυρότερο ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Στὴν ἐκκλη­σία τῆς Κορίνθου, στὴν ὁποία ἔγραψε τὰ λόγια αὐτά, οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια ὁ ἕνας καυχιόταν γιὰ τὴ ῥητορεία του, ὁ ἄλλος γιὰ τὸ ψάλσιμό του, ὁ ἄλ­λος γιὰ τὴ διδασκαλία του, ὁ ἄλλος γιὰ τὶς προ­φητεῖες του, ὁ ἄλλος γιατὶ ἔ­βγαζε δαιμόνια. Εἶχαν χωριστῆ μεταξύ τους, ὑ­πῆρχε διχόνοια. Τοὺς λέει λοιπόν· Παραπάνω ἀ­π᾽ ὅλα τὰ χαρίσματα, πα­ραπάνω ἀπὸ τὴν προφητεία, τὴ διδασκαλία, τὴ θαυματουργία, τὴ γλωσ­σολαλία, παραπάνω κι ἀπὸ τὴν πίστι, τὸ κορυφαῖο χάρισμα εἶνε ἡ ἀγάπη. Τό ᾿χουμε; ἔχει κα­λῶς. Δὲν τό ᾿χουμε; κρίμα στὶς προσ­ευχές, στὶς νηστεῖες, στὶς μετάνοιες, στὴν ἐπιστήμη μας, κρί­μα σ᾿ ὅλα. Μηδὲν ὁ κόσμος, «γῆς Μαδιὰμ» (βλ. Ἔξ. 4,19), «Ἁρμαγεδών» (Ἀπ. 16,17).
Ἐγὼ θὰ προτιμοῦσα νά ᾿χαμε ἕνα δράμι, μιὰ σταλαγματιὰ ἀπ᾽ αὐτό. Τὰ ἄλλα μὴν τὰ ζηλεύε­τε. Ἔλα, Χριστέ, ἔλα καὶ ῥίξε μιὰ σταγό­να ἀπ᾽ αὐτὸ τὸ βάλσαμο μέσ᾿ στὰ ἀντρόγυνα, στὰ σπίτια, στὶς κοινωνίες, στὴν ἀνθρωπότητα! Τότε οἱ ἄνθρωποι γίνονται ἄγγελοι.
* * *
Δὲν σᾶς λέω περισσότερα, ἀδέρφια μου. Ὅ­ταν πᾶτε στὸ σπίτι, ἀνοῖξτε τὸ Εὐαγγέλιο, ἀ­νοῖ­ξτε τὴν Πρώτη πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ στὸ 13ο κεφάλαιο καὶ διαβάστε αὐτὴ τὴν περι­κοπὴ περὶ τῆς ἀγάπης. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη ἑνώνει τὸ ἀν­τρόγυνο καὶ τὰ παιδιά, ὅλη τὴν κοινωνία. Αὐτὴ τὴν ἀγάπη, ποὺ εἶνε οὐρανὸς καὶ παράδεισος, αὐτὴν ἦρθε νὰ διδάξῃ ὁ Χριστός, αὐτὴν κηρύτ­τουν σήμερα καὶ οἱ δύο ἅγιοι ποὺ ἑορτάζουμε.
Οἱ ἅγιοι Ἀνάργυροι εἶχαν χαρίσματα· καταγωγὴ ἀπὸ τὴ ῾Ρώμη, πλούτη, νειᾶτα, ὀμορφιά, ἐπιστήμη ἰατρική. Ἀλλὰ παραπάνω ἀπ᾿ ὅ­λα εἶχαν τὴν ἀγάπη. Γι᾽ αὐτὸ δὲν ἐξασκοῦσαν τὴν ἰατρικὴ ὡς ἐκμετάλλευσι, δὲν «γδύνανε» τοὺς φτωχούς. Τὰ χαρίσματα ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ Θεὸς τὰ προσέφεραν θυσία στὸ Χριστὸ καὶ στὸν φτωχὸ ἀδελφό, σὰν λιβάνι ποὺ καίγεται.
Ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς. Ὅ,τι χάρισμα ἔχουμε, εἴτε ὀ­μορφιὰ εἴτε ἱκανότητα εἴτε χρήματα εἴτε τέχνη, μὴν τὰ ἔχουμε γιὰ νὰ ἐκμεταλλευώμαστε τοὺς ἄλλους. Ὅλα νὰ τὰ θέσουμε στὴν ὑπηρε­σία τοῦ πλησίον μας, ὅλα γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μας· γιὰ νὰ λατρεύεται καὶ νὰ δοξάζεται ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα εἰς αἰῶ­νας αἰ­ώνων διὰ πρεσβειῶν τῶν ἁγίων Ἀναργύρων· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(ἱ. ναὸς Ἁγ. Μαρίνης Ἡλιουπόλεως – Ἀθηνῶν 1-11-1964)