Τρίτη, 3 Ιουλίου 2018

Βιβλιοπαρουσίαση: Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου, Η «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» στην Κρήτη

Πρωτοπρεσβύτερος π. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος
Ἐφημέριος Ἱ. Ν. Ἁγ. Νικολάου Πατρῶν
Πάτρα  1 . 7 . 2018
ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου  Ἰεροθέου,
Ἡ «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος» στὴν Κρήτη, Θεολογικὲς καὶ ἐκκλησιολογικὲς θέσεις,
ἔκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας), 2018.
Ὁ συνοδικὸς θεσμὸς ἀποτελεῖ ἁγιοπνευματικὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ στὴν Ἐκκλησία Του. Ἡ σπουδαιότητα καὶ ἀξία του συνίσταται ἐκτός των ἄλλων καὶ στὴ συνεργία ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ καὶ συνοδικὴ παράδοση ἔχει καταδείξει ὅτι ἡ σύμπραξη τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ στὸ συνοδικὸ θεσμὸ δὲν περιορίζεται μόνο στὴν διὰ τῶν ἐπισκόπων συμμετοχὴ στὶς Συνόδους ἀλλὰ συνεχίζεται καὶ κατὰ τὸ κρίσιμο μετα-συνοδικὸ χρόνο, κατὰ τὸν ὁποῖο ὁ Λαὸς τοῦ Θεοῦ (κληρικοί, μοναχοί, λαϊκοὶ) ὡς «ὑπερασπιστής τῆς θρησκείας», καλεῖται νὰ ἀποφανθεῖ ἀποδεχόμενος ἢ ἀπορρίπτοντας τὴ γενομένη Σύνοδο. Ἐπίσημη ἔκφραση τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτῆς συνειδήσεως θὰ ἔχουμε σὲ μία ἑπομένη Σύνοδο, ἡ ὁποία ἀποφαίνεται γιὰ τὴν ἐνδεχόμενη ἀξία ἢ ἀπαξία τῆς κρινομένης Συνόδου.
Σὲ αὐτὴ λοιπὸν τὴν περίοδο ποὺ διανύουμε μετὰ τὴν «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο», μετα-συνοδικὴ ἀπὸ χρονικῆς ἀπόψεως, ἀλλὰ κατ’ ἐξοχὴν συνοδικὴ ἀπὸ ἐκκλησιολογικῆς πλευρᾶς, καλοῦνται «ὅσοι πιστοί», ἤτοι ὁ Λαὸς τοῦ Θεοῦ, ὃλα τὰ μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ μὲ αὐξημένο τὸ αἴσθημα εὐθύνης ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ νὰ μελετήσουν καὶ νὰ ἀσχοληθοῦν μὲ τὰ γενόμενα ἐν Κρήτῃ τὸν Ἰούνιο 2016.
Ἐνῶ κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου, ἐμᾶς ὡς μέλη τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ στὴν Ἑλλάδα μᾶς ἐκπροσώπησε 25μελής ἀντιπροσωπεία ἐπισκόπων τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας, τώρα, στὸ μετα-συνοδικὸ στάδιο,  ὁ καθένας μας προσωπικά, ὡς μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀναλόγως τῆς διακονίας καὶ τῶν χαρισμάτων μας ὀφείλουμε ἐνεργοποιώντας τὴ δογματικὴ συνείδηση, νὰ σταθοῦμε μὲ σεβασμό, σοβαρότητα καὶ ὑπευθυνότητα ἀπέναντι στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στὸ κρίσιμο καὶ κορυφαῖο ἔργο τῆς ἀποτίμησης τῆς Συνόδου. Ἡ ἀδιαφορία, ἡ ἐπιπολαιότητα, ὁ καιροσκοπισμὸς καὶ οἱ σκοπιμότητες (π.χ. νὰ μὴ στενοχωρήσουμε ἢ νὰ μὴ μᾶς κακοχαρακτηρίσουν) δὲν ἔχουν καμία θέση. Ὑποχρεούμαστε στὴν ὑπεύθυνη  μαρτυρικὴ κατάθεση τῆς ἐκκλησιολογικῆς μας αὐτοσυνειδησίας ὡς μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Καὶ ὅπως ὅλα τά ἐκκλησιαστικὰ ἔργα ἔτσι καὶ αὐτὸ τὸ ὕψιστο ἔργο ἔχει αἴσια ἔκβαση ὅταν  ὑπάρχει θεανθρώπινη ἐνέργεια: Χάρις καὶ Φωτισμὸς τοῦ Θεοῦ σὲ ἕνα ἕκαστο ἀλλὰ καὶ δική μας προσωπικὴ σύμπραξη. Γιὰ νὰ εἶναι ἀποτελεσματικὴ καὶ καρποφόρος ἡ ἀνθρώπινη ἐνέργεια στὴν περίπτωση τῆς ὀρθῆς ἀξιολογήσεως τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης εἶναι ἀναγκαία ἡ κατὰ τὸ δυνατὸν πλήρης καὶ ὑπεύθυνη ἐνημέρωση καὶ γνώση τῶν καίριων καὶ ἐν πολλοῖς σύνθετων θεολογικῶν ζητημάτων ποὺ τέθηκαν στὴ Σύνοδο.
Σὲ αὐτὸ τὸ ἔργο τῆς ὑπεύθυνης προσωπικῆς καταρτίσεως τῶν πιστῶν ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ἔχει ἀναδείξει προσωπικότητες, οἱ ὁποῖες ἀποτελοῦν ἀληθινοὺς ὁδοδεῖκτες στὴν μετασυνοδικὴ πορεία τῆς Ἐκκλησίας μας. Μὲ τὸν ἐμπνευσμένο πατερικὸ λόγο καὶ τὴ γραφίδα τους, ἀψηφώντας κινδύνους καὶ δυσκολίες, διαφωτίζουν ὑπεύθυνα τό Λαὸ τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὸς καθοδηγούμενος μυστικὰ ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας τοὺς ἀκολουθεῖ.
Μιὰ τέτοια προσωπικότητα, ποὺ τὴν κρίσιμη αὐτὴ περίοδο ποὺ διανύουμε μᾶς χάρισε ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, εἶναι ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἰερόθεος. Παρέλκει, ἀσφαλῶς, ἡ παρουσίαση τῆς προσωπικότητας καὶ τῆς συμβολῆς του στὴ σύγχρονη θεολογία. Τὰ 100 καὶ πλέον βιβλία του, ἐκ τῶν ὁποίων τά 85 ἔχουν μεταφραστεῖ σὲ περισσότερες ἀπὸ 25 γλῶσσες,  ἀποτελοῦν τὸν ἀδιάψευστο μάρτυρα τῆς θεολογικῆς ἀξίας καὶ παρουσίας του. Γιὰ τὴν περίπτωση ὅμως τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης ἀξίζει νὰ ὑπενθυμίσουμε ὅτι κατὰ τὸ κρίσιμο προσυνοδικὸ στάδιο οἱ ἐπισημάνσεις τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου γιὰ τὰ προσυνοδικὰ κείμενα καὶ τὸ ἔργο τῆς Συνόδου ποὺ ἐπρόκειτο νὰ γίνει, ξεπέρασαν τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀπέκτησαν διορθόδοξη ἀναφορά, ἔγιναν ἀντικείμενο σοβαροῦ προβληματισμοῦ καὶ μελέτης καὶ ὑποστηρίχθηκαν ἀπὸ τοπικὲς Συνόδους ἄλλων, ἀκόμα καὶ μὴ ἑλληνόφωνων Ἐκκλησιῶν καὶ Πατριαρχείων. Ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ καταθέσω τὴν προσωπική μου μαρτυρία ἀπὸ τὴν ἐπίσκεψη στὸ Πατριαρχεῖο τῆς Γεωργίας ἀμέσως μετὰ τὴ Σύνοδο (Ἰούλιος 2016), γιὰ τὴν ἐκτίμηση καὶ τὸ σεβασμὸ ποὺ ἀπολαμβάνει στὰ ἀνώτατα κλιμάκια τοῦ Πατριαρχείου καθὼς καὶ στοὺς ἁπλοὺς κληρικοὺς τῆς Τυφλίδας ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου ὡς θεολόγος καθώς καὶ τὴ σπουδαιότητα τῶν ἐπισημάσεών του γιὰ τὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης …  
Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, στὴν ὁποία ὁ Σεβασμιώτατος συμμετεῖχε ὡς μέλος, οἱ παρεμβάσεις καὶ ἡ γενικότερη συμβολὴ του ἦταν καθοριστικὴ καὶ ἀναγνωρίστηκε ἀπὸ ὅλες τὶς θεολογικὲς τάσεις τῆς Συνόδου.
Ὑπ’ αὐτές τὶς συνθῆκες, ὅσοι ἀσχολούμαστε σοβαρὰ καὶ ὑπεύθυνα μὲ τὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης, περιμέναμε μὲ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον τὴ σημαντικὴ ἔκδοση τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου. Ἔτσι, ἀμέσως μετὰ τὸ Πάσχα κυκλοφόρησε ἡ πολυαναμενόμενη ἐργασία μὲ τίτλο «Ἡ “Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος” στὴν Κρήτη» καὶ ὑπότιτλο «Θεολογικὲς καὶ ἐκκλησιολογικὲς θέσεις» ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις τῆς Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας), ἡ ὁποία εἶχε καὶ τὴν ἐπιμέλεια τῆς ἐκδόσεως.
Ἡ ἔκδοση εἶναι μεγάλου σχήματος (17Χ24), μὲ σύνολο σελίδων 767 καὶ μὲ σκληρὸ χαρτόδετο ἐξώφυλλο. Ὁ συγγραφέας ἀφιερώνει τήν ἔκδοση στοὺς προκατόχους του τέσσερις ἐπισκόπους Ναυπάκτου ποὺ συμμετεῖχαν στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ στὴν Σύνοδο τῆς Σαρδικῆς (Σόφιας, 343).
Περιεχόμενο τῆς ἐκδόσεως
Ἡ ἔκδοση περιλαμβάνει κείμενα τοῦ συγγραφέως ἀπὸ τὸ 2014 μέχρι σήμερα ποὺ ἀφοροῦν στὴν «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο» (ΑΜΣΟΕ). Τὰ περισσότερα ἔχουν ἤδη δημοσιευθεῖ, ἐνῶ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον ἔχουν αὐτὰ ποὺ πρωτοδημοσιεύονται στὴν παροῦσα ἔκδοση.
Μετὰ τὴ σύντομη Εἰσαγωγή, ὅπου ἐκτίθεται συνοπτικὸ ἱστορικὸ περίγραμμα τῆς προετοιμασίας τῆς ΑΜΣΟΕ καὶ σύντομη ἀναφορὰ στὸ περιεχόμενο τοῦ βιβλίου, ἡ ὕλη διαμορφώνεται σὲ 4 ἑνότητες:
 Α΄. Στὴν πρώτη ἑνότητα μὲ τίτλο «Βασικὰ θεολογικὰ καὶ ἐκκλησιολογικὰ θέματα γιὰ τὶς Συνόδους καὶ τοὺς διαλόγους μὲ τοὺς ἑτεροδόξους» (σ. 23-196), περιλαμβάνονται 10 κείμενα, «θεολογικὴ εἰσαγωγή», τὰ χαρακτηρίζει ὁ συγγραφέας, πού ἀφοροῦν στὶς θεολογικὲς καὶ ἐκκλησιολογικὲς ἀρχὲς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
 Β΄. Στὴ δεύτερη ἑνότητα μὲ τίτλο «Πρὶν τὴν σύγκληση τῆς “Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου” (περίοδος Μάρτιος 2014-ἀρχὲς Ἰουνίου 2016)» (σ. 197-304), ἐντάσσονται 7 κείμενα ποὺ ἀφοροῦν στὴν τελευταία προσυνοδικὴ περίοδο (2014-Ἰούνιος 2016) καὶ διαπραγματεύονται ζητήματα ποὺ θὰ συζητοῦσε ἡ Σύνοδος ἀλλὰ καὶ στὴν ἴδια τὴν αὐτοσυνειδησία καὶ κανονικὴ ὑπόσταση τῆς Συνόδου (διευρυμένη Σύνοδος Προκαθημένων, ἀποφάσεις ἐν ὁμοφωνίᾳ, ἐλλιπὴς προετοιμασία κ.ο.κ.). Ἰδιαίτερα σημαντικὰ εἶναι τὰ κείμενα τῆς ἑνότητας αὐτῆς ποὺ δημοσιεύονται γιὰ πρώτη φορὰ καὶ ἀφοροῦν στὴν ἀλληλογραφία καὶ τὶς παρεμβάσεις τοῦ συγγραφέως στὴν Ἱ. Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀποσπάσματα ἀπὸ τὰ πρακτικά τῆς Διαρκοῦς Ἱ. Συνόδου καὶ τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας, καθὼς καὶ οἱ Ἐκθέσεις τῶν ἐκπροσώπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὴν κρίσιμη Εἰδικὴ Ἐπιτροπὴ Ἀναθεωρήσεως τῶν Κειμένων (σελ. 207-247).
 Γ΄. Στὴν τρίτη ἑνότητα μὲ τίτλο «Οἱ παρεμβάσεις μου στὴν “Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο” (Ἰούνιος 2016)» (σ. 305-400)  γίνεται ἐκτενὴς ἀναφορὰ στὶς 12 παρεμβάσεις τοῦ συγγραφέως κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ἐργασιῶν τῆς ΑΜΣΟΕ μὲ ἐκτενῆ διευκρινιστικὰ σχόλια. Ἐπίσης, παρατίθεται ὁ διάλογος ποὺ διεξήχθη στὴ Σύνοδο μὲ ἀφορμὴ τὶς παρεμβάσεις τοῦ συγγραφέως. Ἰδιαίτερα σημαντικὴ εἶναι ἡ κατάθεση τῆς προσωπικῆς μαρτυρίας τοῦ συγγραφέως γιὰ τὸ κλίμα τὸ ὁποῖο ἐπικρατοῦσε κατὰ τὴ διάρκεια τῶν συνεδριῶν τῆς Συνόδου καὶ ἰδιαιτέρως πῶς ὁδηγήθηκε ἡ ἀντιπροσωπεία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νὰ εἰσηγηθεῖ νέα πρόταση, κατὰ παράβαση τῆς ὁμόφωνης ἀποφάσεως τῆς Ἱεραρχίας μας. Τὰ κείμενα τῆς ἑνότητος αὐτῆς στὸ σύνολό τους δημοσιεύονται γιὰ πρώτη φορά.
 Δ΄. Ἡ τελευταία, τέταρτη ἑνότητα μὲ τίτλο «Μετὰ τὴν “Ἁγία καὶ Μεγάλη Συνοδο” (περίοδος Ἰουλίου 2016-2017)» (σ. 401-733) περιλαμβάνει 13 κείμενα, στὰ ὁποῖα ὁ συγγραφέας ἔχοντας πλέον τὴν ἐμπειρία τοῦ συνοδικοῦ μέλους καταθέτει τὴ δική του θεολογικὴ ἀξιολόγηση τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης καὶ τῶν ἀποφάσεών της.
Ἡ ἔκδοση ὁλοκληρώνεται μὲ τὸ Ἐπίμετρο (σ. 735-751), στὸ ὁποῖο δημοσιεύεται ἀναφορὰ στὸ βιβλίο τοῦ συγγραφέως «Ἐκκλησία καὶ ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα» καὶ στὴ μετάφραση καὶ ἔκδοσή του στὰ ἰταλικὰ ἀπὸ ρωμαιοκαθολικὸ θεολόγο.
Ἀξιολόγηση τῆς ἐκδόσεως
Α. Ἡ σπουδαιότητα τῆς ἐκδόσεως αὐτῆς καθίσταται προφανὴς λόγῳ τοῦ συγγραφέως:
1. Ὁ συγγραφέας εἶναι ἐγνωσμένου κύρους καὶ θεολογικῆς παιδείας ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μὲ διορθόδοξη ἀκτινοβολία καὶ παρουσία. Εἶχε ἰδιαίτερα ἔντονη ἀλλὰ πάντοτε νηφάλια καὶ τεκμηριωμένη στὴν πατερικὴ παράδοση παρουσία κατὰ τὸ τελευταῖο προσυνοδικὸ στάδιο τῆς ΑΜΣΟΕ. Κυρίως ὅμως ἦταν μέλος τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ κατὰ συνέπεια καὶ τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης. Ἔτσι, εἶδε, ἄκουσε, ἔζησε ἀπὸ μέσα τὴ Σύνοδο καὶ ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴν παροῦσα ἔκδοση κράτησε ἐκτενῆ καὶ λεπτομερῆ πρακτικά τῶν συνεδριάσεών της. Πρόκειται, λοιπόν, γιὰ  κατάθεση ἐπισκοπικῆς προσωπικῆς μαρτυρίας ποὺ εἶναι ἀξιοπρόσεκτη, ἄκρως τεκμηριωμένη ἀλλὰ καὶ μοναδική.
2. Ὁ συγγραφέας μὲ τὴν ἐργασία αὐτὴ καλύπτει τὴν ὑποχρέωση ποὺ εἶχε ἔναντι ὁλοκλήρου του πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Οἱ ἐπίσκοποι δὲν συμμετέχουν στὴ Σύνοδο ὡς ἐγκρατεῖς θεολόγοι καὶ ἐπιστήμονες, ἀλλὰ κυρίως ὡς ἐκπρόσωποι τῆς τοπικῆς τους Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας τὸ ἐκκλησιολογικὸ φρόνημα κομίζουν καὶ ἐκφράζουν ἐν Συνόδῳ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὀφείλουν μετὰ τὴ Σύνοδο νὰ δώσουν ἐπίσημη, ὑπεύθυνη καὶ ὁλοκληρωμένη ἀναφορὰ στὸν “ἐντολέα” τους γιὰ τὴν ἐκπροσώπηση αὐτή. Καὶ στὴ συγκεκριμένη περίπτωση “ἐντολέας” εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Λαὸς τοῦ Θεοῦ, ἤτοι κληρικοί, μοναχοὶ καὶ λαϊκοὶ πιστοί. Ἀπὸ σύντομη ἔρευνα προκύπτει ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ἐπισκόπων ἐσιώπησαν, ἐνῶ λίγοι ἐνημέρωσαν μόνο τὶς ἱερατικὲς συνάξεις τῶν Ἐπαρχιῶν τους – κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἦττον δημοσιογραφικὰ – χωρὶς ὅμως τὴν ἀπαραίτητη θεολογικὴ ἀποτίμηση τῆς Συνόδου καὶ τῶν ἀποφάσεών της. Ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπροσωπείας ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου ἀνταποκρίθηκε στὴν ὑποχρέωση αὐτὴ ἔναντι τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μὲ ἐπὶ μέρους δημοσιεύματα ἀμέσως μετὰ τὴ Σύνοδο καὶ κυρίως μὲ τὴν παροῦσα ἔκδοση. Περιμένουμε καὶ ἐλπίζουμε ὅτι καὶ οἱ λοιποὶ Ἐκπρόσωποί μας θὰ δώσουν τὶς δικές τους προσωπικὲς μαρτυρίες.
3. Μέσα ἀπὸ τὴν ἔκδοση αὐτὴ καθίσταται ἔτι πλέον σαφὴς ὁ μεγάλος σεβασμὸς τοῦ συγγραφέως στό συνοδικό θεσμό, στή συνοδικὴ πράξη καὶ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Σεβασμὸς στὸ συνοδικὸ θεσμὸ τῆς Ἐκκλησίας μας δὲν σημαίνει ἡ ἄκριτη ἀποδοχὴ μιᾶς Συνόδου παρὰ τὰ ὅσα θεολογικὰ καὶ ποιμαντικὰ προβλήματα δημιούργησε. Σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση ὁ Ἃγ. Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς ἀρνούμενος τὴ Σύνοδο τῆς Φλωρεντίας θὰ ἔπρεπε νὰ καταδικαστεῖ, ὅπως μὲ ἐπιμονὴ ζητοῦσε ὁ Βησσαρίων, καὶ στὴ θέση του νὰ τιμοῦμε τοὺς ἐξωμότες Βησσαρίωνα καὶ Ἰσίδωρο! Οὔτε τοὺς Ἁγιορεῖτες Ὁσιομάρτυρες ἔπρεπε νὰ τιμοῦμε ποὺ ἀρνήθηκαν τὴ Σύνοδο τῆς Λυὼν (1274), ἀλλὰ τὸ δήμιό τους Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννη Βέκκο!  Οὔτε τὸν Ἃγ. Γρηγόριο Παλαμᾶ, πού ἀντιτάχθηκε σφόδρα στὴ ψευδοΣύνοδο (1344) τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννη Καλέκα! Σεβασμὸς στὴ συνοδικὴ πράξη δὲν σημαίνει νὰ ἀναγνωρίζω τὰ προβλήματα, νὰ ἀπορρίπτω τὴ Σύνοδο σὲ κατ’ ἰδίαν συζητήσεις ἀλλὰ στὸ δημόσιο λόγο μου, γιὰ λόγους σκοπιμότητας, νὰ σιωπῶ καὶ νὰ εἰρωνεύομαι ὅσους ὁμολογοῦν τὴν ἀλήθεια. Σεβασμὸς στὸ συνοδικὸ θεσμὸ σημαίνει σοβαρή, ὑπεύθυνη, συστηματική, ἐργώδης καὶ πολλάκις ἔμπονη προσπάθεια θεραπείας προβλημάτων, ἐνημερώσεως τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνεργοποιήσεως τῆς Ὀρθόδοξης αὐτοσυνειδησίας τῶν πιστῶν ὥστε ἡ ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση νὰ ἀποφανθεῖ γιὰ τὴν ἀξία ἢ ἀπαξία τῆς Συνόδου. Ἐδῶ ἔγκειται καὶ ἡ σπουδαιότητα καὶ προσφορὰ τοῦ συγγραφέως στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία: στὴν ὑπεύθυνη καὶ τεκμηριωμένη ἐνημέρωση τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας.
Β.  Ἡ μοναδικότητα τῆς ἐκδόσεως αὐτῆς προκύπτει κυρίως ἀπό το  περιεχόμενό της:
1. Τὰ κείμενα ποὺ παρατίθενται στὴν παροῦσα ἔκδοση εἶχαν γραφεῖ μὲ ποιμαντικὴ προοπτική, ἀφοῦ τὰ περισσότερα δημοσιεύθηκαν ἀρχικὰ στὴν ἐφημερίδα τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Ναυπάκτου «Ἐκκλησιαστικὴ Παρέμβαση» καὶ στὸ διαδίκτυο. Ἔτσι, ἂν καὶ ἀναφέρονται σὲ λεπτὰ θεολογικὰ-ἐκκλησιολογικὰ καὶ κανονικὰ ζητήματα ἐν τούτοις εἶναι κατανοητὰ ἀπὸ τὸν μέσο ἀναγνώστη ποὺ δὲν εἶναι ἐξοικειωμένος μὲ τὴ θεολογικὴ ὁρολογία. Στὴν καλύτερη κατανόηση τῶν ζητημάτων συμβάλλουν καὶ οἱ ἐπικαλύψεις καὶ ἐπαναλήψεις ποὺ εἶναι φυσικὸ νὰ ὑπάρχουν στὰ κείμενα, ἀφοῦ πρόκειται γιὰ συλλογὴ δημοσιευθέντων καὶ μὴ κειμένων (2014-2017) καὶ ὄχι γιὰ συστηματικὴ ἐργασία.
2. Ὁ ἀναγνώστης ποὺ θὰ μελετήσει μὲ προσοχὴ τὴν ἐργασία ἀποκτᾶ ὁλοκληρωμένη καὶ πλήρη εἰκόνα τῆς ὅλης θεολογικῆς προβληματικῆς τῆς Συνόδου. Ὁ συγγραφέας δὲν περιορίζεται σὲ μονόλογο, στὴν ἁπλὴ παράθεση τῶν ἀπόψεών του, ἀλλὰ προχωρᾶ σὲ οὐσιαστικὸ διάλογο. Ὁ διάλογος δὲν περιορίζεται μόνο στὴν τρίτη ἑνότητα (σ. 305-400) μὲ τὶς 12 παρεμβάσεις του κατὰ τὴ διάρκεια τῶν συνεδριάσεων τῆς Συνόδου, ἀλλὰ ἐκτείνεται ἰδιαίτερα στὴν τέταρτη ἑνότητα (σ. 401-733) στὰ μετὰ τὴ Σύνοδο κείμενα. Στὰ κείμενα αὐτὰ ὁ συγγραφέας τολμᾶ καὶ “διαλέγεται” κατὰ πρόσωπο μὲ τὴν ἐπιχειρηματολογία τῶν “ὑπερμάχων” τῆς Συνόδου. Ἔτσι, μὲ ἐπιστημονικὴ πληρότητα καὶ σεβασμὸ στὴν ἄλλη ἄποψη παραθέτει τὴν ἐπιχειρηματολογία της καὶ ἀκολούθως τῆς ἀσκεῖ κριτικὴ μὲ βάση τὴν πατερικὴ καὶ συνοδικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Κανένα ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα τῆς ἄλλης πλευρᾶς ποὺ ἐπιστρατεύτηκαν γιὰ νὰ δικαιολογήσουν τὶς ἐκτροπὲς ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση δὲν μένει ἀναπάντητο ἀπὸ τὸν συγγραφέα: ὁ ὅρος «Ἐκκλησία» γιὰ τοὺς ἑτεροδόξους ὡς «τεχνικὸς ὅρος», ὡς κατ’ οἰκονομία ἢ συμβατικὰ χρησιμοποιούμενος, ὅτι δῆθεν ἔχει χρησιμοποιηθεῖ ἀπὸ Ἁγίους καὶ Συνόδους, οἱ ὃροι «ἑτερόδοξες ἐκκλησίες» καὶ «ἀδελφὲς ἐκκλησίες», τὸ ἔγκυρο καὶ ὑποστατὸ τοῦ βαπτίσματος τῶν ἑτεροδόξων, ἡ βαπτισματικὴ θεολογία, τὰ χαρισματικὰ καὶ κανονικὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, ἐκκλησιολογικός ἀποφατισμός καί ἑτεροπροσδιορισμός, ἡ Ἐκκλησία ὡς εἰκόνα τῆς Ἃγ. Τριάδος, ἡ θεολογία τοῦ προσώπου εἶναι ὁρισμένα ἀπὸ τὰ θεολογικὰ ζητήματα ποὺ διαπραγματεύεται μὲ ἰδιαίτερη ἐπιτυχία ὁ συγγραφέας. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἡ ἄλλη πλευρὰ δὲν τόλμησε νὰ ἀντιτάξει οὐσιαστικὸ θεολογικὸ ἀντίλογο!
3. Ἰδιαίτερα σημαντική, ὀρθότερα μοναδική, εἶναι ἡ συμβολὴ τῆς ἐκδόσεως αὐτῆς στὴν ἐνημέρωση τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ἀκόμα καὶ τῶν ἐπισκόπων, διότι περιέχει στοιχεῖα τὰ ὁποῖα γιὰ πρώτη φορὰ βλέπουν τὸ φῶς τῆς δημοσιότητας καὶ λύνουν πολλὲς ἀπορίες ὅσων ἀσχολοῦνται σοβαρὰ καὶ ὑπεύθυνα μὲ τὰ ζητήματα αὐτά. Ἐνδεικτικὰ ἀναφέρουμε:
α) Τὴν ἀλληλογραφία τοῦ συγγραφέως μὲ τὴν Ἱ. Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος,
β) Τὰ ἐκτενῆ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὰ πρακτικά τῶν Συνεδριάσεων τῆς Διαρκοῦς Ἱ. Συνόδου καὶ τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, στὰ ὁποῖα ἔχουν πρόσβαση μόνο οἱ Μητροπολίτες καὶ ὄχι τὸ λοιπὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας,
γ) Τὶς Ἐκθέσεις τῶν ἐκπροσώπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὴν Εἰδικὴ Ἐπιτροπὴ Ἀναθεωρήσεως τῶν Κειμένων κατὰ τὸ τελευταῖο κρίσιμο προσυνοδικὸ στάδιο (2014-2015). Οἱ ἐκθέσεις αὐτὲς ἀναγράφουν στὴν προμετωπίδα «ΚΕΙΜΕΝΟ ΜΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΙΜΟ» καὶ παραμένουν μέχρι σήμερα ἄγνωστες ἀκόμα καὶ στὴν πλειονότητα τῶν Ἱεραρχῶν. Ὁ συγγραφέας εἰσηγεῖται τὴ δημοσίευση τῶν Ἐκθέσεων αὐτῶν, ἰσχυριζόμενος, μάλιστα, ὅτι, ἐκτός των ἄλλων, παρέχουν καὶ σημαντικὰ στοιχεῖα ὥστε νὰ καταλάβουμε γιατί ἀπουσίασαν τὰ τέσσερα Πατριαρχεῖα ἀπὸ τὴν Κρήτη.
δ) Τὶς ὁμοφώνως ἐγκριθεῖσες προτάσεις τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (24-25.5.16) γιὰ διόρθωση τῶν προσυνοδικῶν κειμένων.
ε) Τὶς δώδεκα παρεμβάσεις τοῦ συγγραφέως κατὰ τὴ διάρκεια τῶν Συνεδριάσεων τῆς ΑΜΣΟΕ.
στ) Τὰ ἐκτενῆ ἀποσπάσματα ἐκ τῶν πρακτικῶν ποὺ τήρησε προσωπικὰ ὁ συγγραφέας κατά τὴ διάρκεια τῶν Συνεδριὰσεων τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, στὰ ὁποῖα ἀποτυπώνεται ἡ σκέψη καὶ ὁ λόγος Προκαθημένων καὶ ἐπιφανῶν ἐπισκόπων τῆς ἀνὰ τὴν οἰκουμένη Ὀρθοδοξίας.
ζ) Τὸ πλαίσιο στὸ ὁποῖο ἀναγκάστηκε ἡ ἀντιπροσωπεία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νὰ τροποποιήσει τὴν πρότασή Της παραβαίνοντας τὴν ὁμόφωνη ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας της.
4. Ὁ συγγραφέας ἀναφερόμενος ἐκτενῶς στὶς Συνεδριάσεις τῆς ΑΜΣΟΕ δὲν περιορίζεται σὲ δημοσιογραφικοῦ ἐπιπέδου ἀναφορές, ἀλλὰ καταθέτει ἐκτενῆ ἀποσπάσματα ἀπὸ πρακτικά τῶν Συνεδριάσεων ποὺ ὁ ἴδιος τήρησε καὶ προχωρᾶ σὲ θεολογικὴ ἀποτίμηση καὶ κριτικὴ τῶν λεχθέντων κατὰ τὶς Συνεδριάσεις μὲ σεβασμὸ ἀλλὰ χωρὶς «νὰ βλέπει πρόσωπο ἀνθρώπου» ἂν αὐτὸς εἶναι Προκαθήμενος ἢ ὄχι.
5. Ἄξιον ἐπισημάνσεως εἶναι ὅτι ὁ συγγραφέας ἀντιμετωπίζει μὲ ἰδιαίτερο σεβασμὸ τὰ τέσσερα Πατριαρχεῖα ποὺ δὲν συμμετεῖχαν στὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης (Ἀντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας). Τολμᾶ μάλιστα νὰ διαφοροποιηθεῖ ἀπὸ τὴν κρατοῦσα στὴν ἑλληνόφωνη Ὀρθοδοξία ἀντίληψη ποὺ ἀποδίδει ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο σὲ γεωπολιτικοὺς συσχετισμοὺς καὶ ἐθνοφυλετικὰ κριτήρια τὴ μὴ συμμετοχή τους καὶ ἐπισημαίνει καὶ τὶς θεολογικὲς παραμέτρους ποὺ ὁδήγησαν στὴν ἀπόφαση αὐτή (σ. 226, 228-229, 405-407). Δυστυχῶς, σημαίνοντες ἐκκλησιαστικοὶ παράγοντες ποὺ ἔχουν ἀναγάγει τοὺς γεωπολιτικοὺς συσχετισμοὺς καὶ τὴ διπλωματία σὲ κύριο κριτήριο καὶ ὁδηγὸ στὴν ἐκκλησιαστική τους διακονία σὲ διορθόδοξο ἐπίπεδο, κρίνοντας ἐξ ἰδίων τά ἀλλότρια, δὲν μποροῦν νὰ καταλάβουν ὅτι ὑπάρχουν καὶ κάποιες Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖοι σέβονται τὸ παραδοσιακό-ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα τοῦ ποιμνίου τους καὶ ἐνεργοῦν μὲ βάση καὶ τὴν Ὀρθόδοξη θεολογία. Τὸ πλέον λυπηρὸ εἶναι ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν παραδοσιακῶν κληρικῶν, ἀκόμα καὶ ἐπισκόπων, ἐντελῶς ἄκριτα ἐπαναλαμβάνουν ὅσα ἡ “ἐκκλησιαστικὴ” προπαγάνδα ἔχει ἐπιβάλει στὸν ἑλληνόφωνο ἐκκλησιαστικὸ χῶρο.
6. Ὁλόκληρη τὴν ἔκδοση τὴ διαπερνᾶ ὁ καημὸς καὶ πόνος τοῦ συγγραφέως γιὰ τὴν περιφρόνηση τῆς θεολογίας στὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης. Πολλὲς φορὲς ἐπανέρχεται στὸ σημεῖο αὐτό. Ἀναφέρει, μάλιστα, συγκεκριμένες παρεμβάσεις ἐπιφανῶν ἐπισκόπων ποὺ χαρακτήρισαν τὴν οὐσιαστικὴ θεολογικὴ συζήτηση «βυζαντινισμὸ» καὶ «χάσιμο χρόνου» (σ. 661) ἢ  ὅτι «δὲν εἶναι ὀρθὸ νὰ θέτουμε τέτοια δογματικὰ θέματα» διότι «τὸ Ἱερὸ Σῶμα θὰ καταπονηθεῖ μὲ ἀντιδικίες θεολογικῆς καὶ φιλοσοφικῆς φύσεως» (σ. 661). Μὲ ἰδιαίτερο πόνο σημειώνει τὴν παρέμβαση τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ  Προκαθημένου ποὺ ἀπαξίωσε τὶς θεολογικὲς συζητήσεις κατὰ τὶς Συνεδριάσεις τῆς Συνόδου καὶ παρ’ ὅλα αὐτὰ χειροκροτήθηκε ἀπὸ τὴν πλειοψηφία τῶν παρόντων Ἐπισκόπων καὶ τῶν Προκαθημένων (σ. 662) καταδεικνύοντας τὸ ἀρνητικὸ κλίμα πού ὑπῆρχε γιὰ σοβαρὲς θεολογικὲς συζητήσεις στὴ Σύνοδο. Διαπιστώνει μὲ θλίψη ὁ συγγραφέας: «δὲν ἦταν ἐπιθυμητὴ ἡ θεολογία στὶς Συνεδριάσεις στὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης καί, ἑπομένως, ἰσχύει κατὰ πάντα ὁ λόγος τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ὅτι πολλοὶ Ἐπίσκοποι, Κληρικοὶ καὶ θεολόγοι “τεχνολογοῦσι ἀλλ’ οὐ θεολογοῦσι”» (σ. 684). Διερωτῶμαι ὅμως, εἶναι δυνατὸν μία Σύνοδος ποὺ ἀπαξιώνει τὴν Ὀρθόδοξη θεολογία νὰ καταταγεῖ στὶς Ἁγίες καὶ Μεγάλες Συνόδους τῆς Ὀρθοδοξίας;
Ἂν λοιπὸν δὲν ἦταν ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία τὸ κύριο ἔργο τῆς Συνόδου, ἡ βάση τῶν συζητήσεων καὶ τῶν προβληματισμῶν τῶν συνοδικῶν μελῶν,  τότε τί ἦταν αὐτὸ πού καθόρισε τὶς βασικὲς συνοδικὲς ἀποφάσεις στὰ κρίσιμα ζητήματα; Ὁ συγγραφέας εἶναι ἀπολύτως κατηγορηματικός: δὲν ἦταν ἡ θεολογία ἀλλὰ ἡ γεωπολιτικὴ διπλωματία! Πάλιν καὶ πολλάκις ἐπανέρχεται στὸ ζήτημα αὐτό (σ. 251, 301-304, 433), διότι τὸ θεωρεῖ – καὶ δικαίως – ὡς τὸ μεῖζον προβληματικὸ σημεῖο τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης καὶ τὴ γενεσιουργὸ αἰτία ὅλων τῶν προβλημάτων της. Ἔχοντας προσωπικὴ πείρα ἀπὸ τὴ συμμετοχὴ στὰ Συνοδικὰ Ὄργανα καὶ στὴν Ἀντιπροσωπεία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ κυρίως ἀπὸ τὴν οὐσιαστικὴ παρουσία του στὴν ΑΜΣΟΕ, ἀντιλαμβάνεται καὶ μὲ τόλμη καταγγέλλει ὅτι τὸ βασικὸ κριτήριο τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης δὲν ἦταν ἡ θεολογία τῶν Πατέρων καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀλλὰ ἡ ἐκκλησιαστικὴ διπλωματία καὶ οἱ γεωπολιτικοὶ συσχετισμοί. Ἀλλὰ τί τραγικό, μία Σύνοδος τέτοιου ὑψηλοῦ ἐπιπέδου, ἡ ὁποία συνεκλήθη ὡς «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος» καὶ φιλοδοξεῖ νὰ συγκαταριθμηθεῖ στὶς πράγματι Ἁγίες καὶ Μεγάλες Συνόδους τῆς Ἐκκλησίας, νὰ ἔχει θέσει ὡς πυξίδα τῆς πορείας της τὴ γεωπολιτικὴ διπλωματία! Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση θὰ τὴν ἀντιμετωπίσει ὅπως στὸ παρελθὸν ἄλλες παρόμοιες (Λυῶνος, Φλωρεντίας). Ἐπιπλέον δέ, τὰ ἀνωτέρω καταδεικνύουν τὴν ἔλλειψη σοβαροῦ θεολογικοῦ προβληματισμοῦ τῆς «Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου», καὶ ἑρμηνεύουν πλήρως τὴν ἀξιοθρήνητη θεολογικὴ παραγωγή της καὶ συνεπακόλουθα τὴν ἀπαξίωσή της ἀκόμα καὶ ἀπὸ τοὺς συμμετέχοντες…
7. Ὁ συγγραφέας δὲν δυσκολεύεται νὰ ἐπισημάνει καὶ τὰ θετικὰ σημεῖα τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης καὶ τῶν κειμένων της, ἰδιαίτερα τῆς Ἐγκυκλίου καὶ τοῦ Μηνύματος τῆς Συνόδου τὰ ὁποῖα «ἔχουν πολλὰ θεολογικὰ νοήματα… καὶ ἀπὸ πλευρᾶς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ μαρτυρίας» (724). Ἐπίσης, τονίζεται ἡ ἀναγνώριση τῶν Μεγάλων Συνόδων τοῦ Ἃγ. Φωτίου (779-880), τοῦ Ἃγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ (1341-1368), τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1484 καὶ τῶν Συνόδων τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς ὡς «καθολικοῦ κύρους». Ἂς μοῦ ἐπιτρέψει ὅμως νὰ προσθέσω καὶ δύο ἐπὶ πλέον θετικὰ σημεῖα τῆς Συνόδου τὰ ὁποῖα, πιστεύω, ἔχουν ἰδιαίτερη σημασία:
i. Μὲ ἀφορμὴ τὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης, ξυπνήσαμε οἱ Ὀρθόδοξοι! Ἁπλοὶ πιστοί, μοναχοί, κληρικοὶ ἀκόμα καὶ Σύνοδοι Ἐκκλησιῶν ἀσχολήθηκαν, ἐνδιαφέρθηκαν, ἀνησύχησαν, ἔλαβαν οὐσιαστικὲς ἀποφάσεις. Πρώτη φορὰ στὴ νεώτερη ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία ὁ λαὸς ἀσχολήθηκε μὲ θεολογικὰ ζητήματα. Κατάλαβε τὶς μεθοδεύσεις κατὰ τῆς πίστεως, ἀντιστάθηκε καὶ κατόρθωσε ἐν πολλοῖς νὰ ματαιώσει τὰ ἄνομα σχέδια. Ἰδιαίτερα ἐνδεικτικό: τὴν Ἡμερίδα τῶν τεσσάρων Μητροπόλεων καὶ τῆς «Συνάξεως Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν»  στὸν Πειραιὰ (23.3.16) ‒ στὴν ὁποία συμμετεῖχε ὡς εἰσηγητὴς  ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου καὶ ἡ εἰσήγησή του περιλαμβάνεται στὴν παροῦσα ἔκδοση ‒ τὴν παρακολούθησαν ἄνθρωποι σὲ ὁλόκληρη τὴν ὑφήλιο (πάνω ἀπὸ 100.000 ἄτομα μέσω τοῦ intv.gr, ἐνῶ εἶναι ἀπροσδιόριστος ὁ ἀριθμὸς μέσω youtube καὶ ἄλλων ἱστοσελίδων καὶ ἱστολογίων, χιλιάδες τὰ views στὰ ἀναρτηθέντα κείμενα σὲ ἑκατοντάδες ἱστοσελίδες καὶ ἱστολόγια καὶ ἡ μετάφρασή τους σὲ πολλὲς γλῶσσες). Αὐτὸ καὶ μόνο καταδεικνύει τὴν ἀνησυχία καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ σὲ  πανορθόδοξο ἐπίπεδο.
ii. Ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης ἔγινε ἀφορμὴ γιὰ μία διορθόδοξη οὐσιαστικὴ ἐπικοινωνία ὄχι σὲ ὑπηρεσιακὸ-θεσμικὸ ἐπίπεδο ἡγεσιῶν. Στὸ ἐπίπεδο αὐτὸ πολλὲς φορὲς δὲν ὑπάρχει ἡ χριστιανικὴ ἁπλότητα καὶ εἰλικρίνεια, ἀλλὰ ἐπικρατοῦν ἦθος καὶ πρακτικὲς πολιτικῆς καὶ διπλωματίας. Ἡ Σύνοδος, λοιπόν, βοήθησε στὴν ἐπικοινωνία, τὴ συνεργασία  καὶ τὴν ἀνταλλαγὴ ἀπόψεων μεταξύ τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ σὲ πανορθόδοξο ἐπίπεδο.  Ἦταν μοναδικὸ στὰ ἐκκλησιαστικὰ χρονικά τῶν τελευταίων πολλῶν δεκαετιῶν τὸ ἐνδιαφέρον καὶ ἡ ἀνησυχία ‒ «ἐν πολλοῖς δικαιολογημένη», ὅπως τὴν χαρακτήρισε ἡ Ἱεραρχία μας ‒ τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ σὲ πανορθόδοξο ἐπίπεδο γιὰ ἕνα ἐκκλησιαστικὸ-θεολογικό γεγονός!
Δὲν ὑπάρχει τέτοιο προηγούμενο: μὲ ἁπλότητα καὶ εἰλικρίνεια, χωρὶς μεθοδεύσεις, μηχανισμοὺς στήριξης καὶ managers κάποια πρόσωπα ξεπέρασαν τὰ ὅρια τῶν Τοπικῶν τους Ἐκκλησιῶν καὶ ἀναδείχθηκαν σὲ πανορθόδοξο ἐπίπεδο οἱ φορεῖς μέσῳ τῶν ὁποίων ἡ πανορθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση ἐκφράστηκε. Ἀναφέρομαι σὲ τρία πρόσωπα: τὸν συγγραφέα Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ἰερόθεο, τὸν πρωτοπρεσβύτερο Θεόδωρο Ζήση, Ὁμότιμο Καθηγητή Πατρολογίας, καὶ τὸν Καθηγητὴ τῆς Δογματικῆς κ. Δημ. Τσελλεγγίδη. Ὁ καθένας ἀπὸ τὴν ἰδιαίτερη θέση ποὺ ἔχει ταχθεῖ, μὲ τὸ δικό του τρόπο, μὲ τὸ δικό του ὕφος ἀλλ’ ὅμως μὲ ἑνιαῖο ἐκκλησιαστικὸ ἦθος καὶ ἀγάπη γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας, μὲ τεκμηριωμένο στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση λόγο. Εἶναι συγκινητικὸ καὶ συνάμα συγκλονιστικό, γιατί θυμίζει παλαιότερες κρίσιμες στιγμὲς τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ Θεὸς αὐτοὺς κυρίως ἐπέλεξε αὐτὴ τὴν πολὺ κρίσιμη στιγμὴ νὰ σηκώσουν τὸ βάρος τῆς ὑπεράσπισης τοῦ συνοδικοῦ θεσμοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως σὲ πανορθόδοξο ἐπίπεδο, μὲ σημαντικὸ προσωπικὸ κόστος. Ἔτσι, τὰ κείμενά τους θεμελιωμένα στὴν πατερικὴ καὶ συνοδικὴ ὀρθόδοξη παράδοση καὶ στὴν ἁγιοπνευματικὴ ἐμπειρία τῶν συγχρόνων ἁγίων, ξεπέρασαν τὰ ὅρια τῆς ἑλληνόφωνης Ὀρθοδοξίας, μεταφράστηκαν καὶ ἀξιοποιήθηκαν σὲ πανορθόδοξο ἐπίπεδο καὶ ἀποτέλεσαν τὴ βάση τοῦ προβληματισμοῦ ἀκόμα καὶ γιὰ Συνόδους Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν καὶ Πατριαρχείων.
8. Ἰδιαίτερα σημαντικὴ εἶναι ἡ ἔκδοση, διότι προχωρεῖ μὲ ἐξαιρετικὴ παρρησία – δυστυχῶς, ἀσυνήθιστη σὲ ἐπισκοπικὸ ἐπίπεδο – σὲ νηφάλια ἀλλὰ αὐστηρὴ θεολογικὴ ἀποτίμηση καὶ κριτικὴ τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης καὶ τῶν κειμένων της. Εἶναι πράγματι μιὰ κατάθεση ψυχῆς μαρτυρική, μὲ τὴ διττὴ ἔννοια: καὶ ὡς κατάθεση προσωπικῆς ἐμπειρίας, ἀλλά, εἶναι σίγουρο αὐτό, καὶ  ὡς θυσιαστικὴ προσφορὰ στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, σὲ ὅλη τὴν Ἐκκλησία. Ὅλοι γνωρίζουμε τὸ τί περιμένει ὅσους σεβόμενοι τὴν πίστη καὶ τὴ συνείδησή τους μαρτυροῦν καὶ ὑπεραμύνονται τῆς Ἀληθείας: Ἀπομόνωση, εἰρωνεῖες, λοιδορίες, λεκτικὸς προπηλακισμός, ἀπειλὲς καθαιρέσεων κ.ο.κ. ἀπὸ κέντρα καὶ παράκεντρα “ἐκκλησιαστικῆς” ἐξουσίας. Καὶ, δυστυχῶς, αὐτὲς οἱ μεθοδεύσεις ἔχουν ἀποτέλεσμα: οἱ πλεῖστοι των ἐπισκόπων μας ἐνῶ ἔχουν παραδοσιακὸ φρόνημα καὶ δὲν ἀποδέχονται τοὺς οἰκουμενιστικοὺς ἀκροβατισμοὺς οὔτε τὴ νέα περιεκτικὴ ἐκκλησιο-λογία, σιωποῦν διότι δὲν ἔχουν τὴν ἐσωτερικὴ δύναμη νὰ ἀνταπεξέλθουν στὸν έντονο φανερὸ ἢ ἀφανῆ πόλεμο τῆς Νέας Τάξης Ἐκκλησιαστικῶν Πραγμάτων (σ. 427)!
Ὅμως ὁ Σεβασμιώτατος σεβόμενος τοὺς Ἀρχιερατικούς του Ὅρκους τολμᾶ καὶ μαρτυρεῖ περὶ τῆς Ἀληθείας. Δὲν φοβᾶται νὰ χρησιμοποιήσει λέξεις ποὺ ἀποδίδουν τὴ ζοφερὴ πραγματικότητα: μιλάει γιὰ «παγίδευση» τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸ προσυνοδικὸ στάδιο, ἀναφέρεται σὲ «κοσμικοὺς συμβιβασμοὺς καὶ σκοπιμότητες» (σ. 250), καὶ ἐπισημαίνει ὅτι «ὅταν δημοσιευθοῦν τὰ Πρακτικά τῆς Συνόδου,… τότε θὰ φανεῖ καθαρὰ ὅτι στὴν Σύνοδο κυριαρχοῦσαν ἡ θεωρία τῶν κλάδων, ἡ βαπτισματικὴ θεολογία καὶ κυρίως ἡ ἀρχὴ τῆς περιεκτικότητος, δηλαδὴ ἡ διολίσθηση ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἀποκλειστικότητος στὴν ἀρχὴ τῆς περιεκτικότητος» (σ. 473). Ἐπίσης, καταγγέλλει καὶ αὐτὸς δύο καίριας σημασίας στοιχεῖα, ποὺ ὅλοι ὃσοι ἀσχολοῦνται μὲ τὴν Σύνοδο ἔχουν διαπιστώσει: α) «προβληματικότητα τῆς Συνόδου ἀπὸ πλευρᾶς θεολογίας» (σ. 684) καὶ β) ὅτι «μὲ τὴ Σύνοδο αὐτὴ δὲν ἐξυπηρετήθηκε ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας» (σ. 713). Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης δὲν ὑπηρέτησε τὴν ἐν Ἀληθείᾳ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Συνεπῶς, «πὼς δ’ αὖ Ἁγία καὶ Μεγάλη»;!
9. Ὅπως εἶναι ἀναμενόμενο, ὁ συγγραφέας ἀναφέρεται ἰδιαίτερα στὸ 6ο κείμενο τῆς ΑΜΣΟΕ μὲ τίτλο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν κόσμον». Τὸ κείμενο αὐτὸ εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν δογματικὸ-ἐκκλησιολογικὸ κείμενο τῆς Συνόδου καὶ οὐσιαστικὰ εἶναι ἡ λυδία λίθος ποὺ θὰ καθορίσει τὴν ἐγκυρότητα ἢ μὴ τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση. Σὲ πολλὰ σημεῖα ὁ Σεβασμιώτατος ἀναφέρει ὅτι τὸ κείμενο αὐτὸ δὲν ἦταν «ὥριμο» πρὸς συζήτηση καὶ ἐπικύρωση, διότι «τὸ ὅλο κείμενο εἶναι ἐλλειμματικὸ καὶ ἀντιφατικὸ ὡς πρὸς τὴν ἐκκλησιολογία του» (σ. 412). Πιὸ συγκεκριμένα ὁμιλεῖ γιὰ «διγλωσσία», «ἀμφισημία» (σ. 608, 727) «ἀντιφατικότητα» (σ. 473), «ἐκκλησιολογικὴ σύγχυση» (σ. 549, 728), «διπλωματικὴ δημιουργικὴ ἀσάφεια» (σ. 506, 728), «ὄχι μόνο δὲν εἶναι θεολογικό, ἀλλὰ συγχρόνως δὲν εἶναι καθαρό, δὲν ἔχει καθαρὲς προοπτικὲς καὶ βάσεις, εἶναι διπλωματικό. Ὅπως ἔχει γραφῇ, διακρίνεται ἀπὸ μιὰ διπλωματικὴ δημιουργικὴ ἀσάφεια. Καὶ ὡς διπλωματικὸ κείμενο δὲν ἱκανοποιεῖ οὔτε τοὺς Ὀρθοδόξους οὔτε τοὺς ἑτεροδόξους. Δὲν μπορῶ νὰ κατανοήσω πῶς θὰ τὸ δεχθοῦν οἱ ἄλλοι Χριστιανοὶ τοὺς ὁποίους ἀποκαλοῦν ταυτοχρόνως “ἐτεροδόξους”, δηλαδή αἱρετικούς, “λοιποὺς Χριστιανούς” καὶ “ἀδελφούς”, ἢ ταυτο-χρόνως ὁμιλοῦν γιὰ “ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες” καὶ “ἀδελφὲς Ἐκκλησίες”» (σ. 506). Τὰ ἀνωτέρω στοιχεῖα ἀκυρώνουν πλήρως τὸ κείμενο αὐτὸ ὡς συνοδικὴ ἀπόφαση Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου καὶ συμπαρασύρουν καὶ τὴ Σύνοδο ποὺ τὸ ἐπικύρωσε!
10. Ἀναφερόμενος ὁ συγγραφέας στὰ ὅσα ὁδήγησαν τὴν Ἀντιπροσωπεία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος νὰ παραβεῖ τὴν ὁμόφωνη ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας Της (24-25.5.2016) καὶ νὰ καταθέσει πρόταση μὲ τὴν ὁποία χαρακτηρίζονται οἱ αἱρετικὲς Χριστιανικὲς Κοινότητες ὡς «Ἐκκλησίες», παραθέτει ἐκτενὲς ἀπόσπασμα μὲ τὴν ἔντονη προτροπὴ τοῦ Προέδρου τῆς Συνόδου καὶ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου πρὸς τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν (σ. 395-396).
Ὁ Παναγιώτατος στὴν προσπάθειά του νὰ πείσει τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος νὰ ἀποστῆ τῆς ὁμόφωνης ἀποφάσεως τῆς Ἱεραρχίας Της μὲ τὴν ὁποία ἀρνεῖτο νὰ χαρακτηρίσει συνοδικὰ ὡς «Ἐκκλησίες» τοὺς αἱρετικοὺς καὶ νὰ καταθέσει καινούργια πρόταση εἶπε ἐπὶ λέξει: «Ἐκκλησία Μία, Ἁγία, Καθολικὴ εἴμαστε μόνο ἐμεῖς. Ὀνομάζουμε συμβατικὰ Ἐκκλησίες καὶ τοὺς ἄλλους» (σελ. 396)! Ἀξίζει νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι τὴ φράση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου τὴν ἀποσιώπησαν ὅλοι ὅσοι ἀναφέρονται στὴ Σύνοδο καὶ μᾶς τὴν ἀποκαλύπτει μόνο ὁ Σεβασμιώτατος Ναυπάκτου. Γιατί, ἄραγε; Τὰ ἐρωτήματα ὅμως ἀπὸ τὴν Πατριαρχικὴ παρέμβαση εἶναι καταλυτικά: Εἶναι δυνατὸν σὲ συνοδικὸ κείμενο ἐπιπέδου Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου νὰ χρησιμοποιεῖται ἐκκλησιολογική ὁρολογία «συμβατικά»; Ἢ γιατί τουλάχιστον ἡ φράση αὐτὴ τοῦ Παναγιωτάτου δὲν τέθηκε ὡς διευκρίνιση στὸ συνοδικὸ κείμενο ὅτι «Ἐκκλησία Μία, Ἁγία, Καθολικὴ εἶναι μόνο ἡ Ὀρθόδοξη καὶ ὀνομάζουμε συμβατικὰ (ἢ κατ’ οἰκονομία) Ἐκκλησίες καὶ τοὺς ἄλλους Χριστιανούς», γιὰ νὰ μὴν ὑπάρχει δυνατότητα παρερμηνείας ἀλλὰ καὶ νὰ καθησυχάσουν οἱ πιστοὶ;  
Ὅμως ἂς μᾶς ἐπιτραπεῖ νὰ διερωτηθοῦμε: Πῶς είναι δυνατόν ὁ Παναγιώτατος ὅταν ἀπευθύνεται στὸ Σῶμα τῶν Ὀρθοδόξων Ἱεραρχῶν ἐν Κρήτῃ καὶ ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Προεδρίας τῆς ΑΜΣΟΕ ἀναφέρει ὅτι «Ἐκκλησία Μία, Ἁγία, Καθολικὴ εἴμαστε μόνο ἐμεῖς. Ὀνομάζουμε συμβατικὰ Ἐκκλησίες καὶ τοὺς ἄλλους» καί ἀπό τήν ἄλλη ἐκπρόσωποι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ἢ καὶ ὁ Ἴδιος ἀπευθυνόμενος ἢ ὑπογράφοντας κοινὲς δηλώσεις μὲ τὸν πάπα τῆς Ρώμης ἢ στὸ Κείμενο τοῦ Balamand ἢ στὴν «Ὁμολογία τῶν Θυατείρων» (σ. 179-196) ἀποδίδει στὴ Ρώμη ἢ σέ Προτεσταντικές Κοινότητες ὄχι «συμβατικὰ» ἀλλὰ πλήρη τά στοιχεῖα τῆς ἐκκλησιαστικότητας (ἀποστολικὴ παράδοση, ἀποστολικὴ διαδοχή, μυστήρια, ἰδιαιτέρως τήν Ἱερωσύνη καί τό Βάπτισμα, μετοχὴ στὴ διαποίμανση τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ κ.ο.κ.) ἀναγνωρίζοντάς τους ἔτσι πλήρη μετοχὴ στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ (σ. 602-608); Ποιὰ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἐκκλησιολογικὴ θέση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου; Ἀποδέχεται τὴν «ἀποκλειστικὴ» ἢ «περιεκτικὴ» ἐκκλησιολογία; Γιατί σὲ αὐτὰ τὰ κρίσιμα ζητήματα νὰ ὑπάρχει τόση ἀσάφεια;
Καὶ ἔτι πλέον: Ἔγινε ἀποδεκτὴ στὴν Κρήτη ἡ θεολογικῶς ἀπαράδεκτη καὶ αὐτοαναιρούμενη  φράση «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες». Ὅμως δύο χρόνια τώρα, ποῦ καὶ πότε χρησιμοποιήθηκε ἡ φράση αὐτή σέ κείμενο ἢ ὁμιλία τοῦ Παναγιωτάτου ἢ στελεχῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ἢ ἄλλων Ἐκκλησιῶν ποὺ τὴν προσυπέγραψαν καὶ ὑπεραμύνονται τῆς σοβαρότητός της; Ποτὲ καὶ πουθενά! Ὅλοι αὐτοὶ ὁμιλοῦν πλέον μόνο γιὰ «Ἐκκλησίες» ἢ «Ἀδελφὲς Ἐκκλησίες», ποτὲ ὅμως γιὰ «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες»! Ἀπὸ τὴ μιὰ ἔκαναν τὰ πάντα γιὰ νὰ ἐγκριθεῖ στὸ κείμενο ἡ φράση «ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες» καὶ στὴν πράξη ἐπιβάλλουν τὸν ὅρο «Ἐκκλησίες», ἀποδίδοντας ὅλα τά βασικὰ ἐκκλησιολογικὰ στοιχεῖα τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ (σ. 602-608)! Αὐτό, ἂν δὲν εἶναι διγλωσσία, εἶναι παραπλάνηση τῶν Συνοδικῶν μελῶν – ἰδιαιτέρως δε, τῆς Ἀντιπροσωπεία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος – καὶ τοῦ πληρώματος τῶν Ὀρθοδόξων.
Δυστυχῶς, φοβοῦμαι πὼς ὁ μητροπολίτης Ναυπάκτου ἔχει δίκιο ὅταν δηλώνει μὲ ἀπόλυτη σαφήνεια ἀναφερόμενος σέ πολλοὺς κληρικοὺς καὶ θεολόγους: «Τελικὰ ἐκεῖνο ποὺ ἐνοχλεῖ στὴν ὑπόθεση αὐτὴ εἶναι ὅτι στὶς συζητήσεις ἐντὸς καὶ ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας χρησιμοποιεῖται ἡ διγλωσσία, τριγλωσσία καὶ πολυγλωσσία, δὲν ὑπάρχει ἑνιαία γλώσσα. Ἀλλιῶς ἐκφράζονται σὲ ὀρθόδοξα καὶ μοναχικὰ περιβάλλοντα καὶ ἀλλιῶς ἐκφράζονται σὲ ἑτερόδοξα περιβάλλοντα. Στὴν οὐσία, ὅπως φαίνεται καθαρότατα, διολισθαίνουν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἀποκλειστικότητας στὴν ἀρχὴ τῆς περιεκτικότητας» (σ. 607).
Συμπερασματικά, ἡ παροῦσα ἔκδοση καταδεικνύει περίτρανα ὅτι ὅσοι βιάζονται καὶ πιέζουν φορτικὰ νὰ σταματήσει ἡ συζήτηση καὶ κριτικὴ στὴν «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο», διότι ὅλα ἔγιναν τάχα καλῶς, ἢ δὲν καταλαβαίνουν ἢ ὑπηρετοῦν ἐγκόσμιες σκοπιμότητες ξένες πρὸς τὸ ἀληθινὸ ἐκκλησιολογικὸ καὶ συνοδικὸ φρόνημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας παραδόσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραβλέψει ἡ ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση τὰ καίρια ζητήματα ποὺ μὲ θεολογικὴ σαφήνεια, ἀξιομίμητη τόλμη καὶ νηφάλια παρρησία θέτει ὁ Σεβασμιώτατος. Οἱ Ἡγεσίες τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ὀφείλουν νὰ ἐνσκήψουν σ’ αὐτὰ καὶ νὰ τὰ ἀντιμετωπίσουν μὲ ὑπευθυνότητα καὶ σοβαρότητα, θεραπεύοντας τὶς πληγὲς ποὺ δημιούργησε ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας σὲ διορθόδοξο ἀλλὰ καὶ σὲ ἐπίπεδο τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Σὲ ἀντίθετη περίπτωση τὰ προβλήματα τόσο σὲ τοπικό, ὅσο καὶ σὲ πανορθόδοξο ἐπίπεδο θὰ αὐξάνονται. Ἀπὸ τὴν πλευρὰ του ὁ Λαὸς τοῦ Θεοῦ ὀφείλει νὰ ἀναζωπυρώσει τὸ χάρισμα ποὺ ἔχει ὡς μέλος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ νὰ ἐκφράσει συνειδητὰ καὶ ὑπεύθυνα τὴν ἐκκλησιολογικὴ του αὐτοσυνειδησία στὸ μέτρο τῆς διακονίας καὶ τοῦ χαρίσματος ποὺ ἔχει στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ συμβολὴ τῆς παρούσης ἐκδόσεως στὴ διακονία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι μοναδικὴ καί πολύτιμη στὴν κρίσιμη αὐτὴ μετα-Συνοδικὴ περίοδο.
Κλείνω τὴ βιβλιοπαρουσίαση μὲ τὶς σκέψεις τοῦ ἴδιου τοῦ συγγραφέως: «Τελικά, ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης ἀνήκει στὴν ἱστορία καὶ θὰ τὴν κρίνει ἡ “δογματικὴ συνείδηση” τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ποὺ ἔχουν “νοῦν Χριστοῦ” (Α΄Κορ. β΄, 16) καὶ εἶναι φίλοι τοῦ Χριστοῦ. Ἐμεῖς εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ καταθέτουμε τὶς σκέψεις μας καὶ τὴν μαρτυρία μας» (σ. 722).