Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2018

Μητροπολίτη Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου, Τιμή στον άγιο Κοσμά

«Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ» (Ψαλμ. 67,36)
Τοῦ Μητροπολίτη Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου
Σήμερα, ἀγαπητοί μου, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει καὶ πανηγυρίζει τὴ μνήμη ἑνὸς ἀ­πὸ τοὺς μεγα­­λυτέρους ἁγίους καὶ μάρτυρες τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, τοῦ νέου ἱερομάρτυ­ρος καὶ ἰ­σαποστόλου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Σήμε­ρα πρέ­πει νὰ ἑορτάζῃ ὁλόκληρη ἡ πατρίδα μας.
Ποιός εἶνε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς; Γιὰ νὰ ἐκτιμη­θῇ ἡ ἀξία του, πρέπει νὰ πᾶμε πίσω, νὰ δοῦμε ποιά ἦταν ἡ κατάστασι στὰ χρόνια ποὺ γεννή­θηκε, ἔδρασε καὶ μαρτύρησε ὁ ἅγιος.
* * *
Ἦταν χρόνια πολὺ σκληρότερα ἀπὸ τὰ δικά μας, χρόνια σκλαβιᾶς, ποὺ τὴ Μακεδονία, τὴν Ἤπειρο, τὴ Θρᾴκη καὶ ὅλη τὴν Ἑλλάδα πατοῦσε ἕνα θηρίο, γιὰ τὸ ὁποῖο ἡ Ἀποκάλυψις λέει ὅτι ἀπὸ τὴν ἄβυσσο θὰ βγῇ καὶ στὴν ἄ­βυσσο θὰ πέσῃ (βλ. Ἀπ. 17,8), θηρίο αἱμοβόρο ποὺ πίνει αἵματα ἁγίων (πρβλ. ἔ.ἀ. 16,6)· καὶ αὐτὸ εἶνε ἡ Τουρκία. Τέτοιο ἦταν καὶ εἶνε μέχρι σήμερα. Ποιός μπορεῖ νὰ διηγηθῇ τί ὑπέφεραν οἱ πρόγονοί μας κάτω ἀπὸ τὴν ἡμισέληνο;
Ποιά εἶνε τὰ σπουδαιότερα ἀγαθὰ στὴν ἀν­θρώπινη ζωή· ἡ περιουσία, παραπάνω ἀπ᾽ τὴν περιουσία ἡ ζωή, παραπάνω ἀπ᾽ τὴ ζωὴ ἡ τιμή, καὶ παραπάνω κι ἀπὸ τὴν τιμὴ γιὰ μᾶς ἡ λευτεριά. Καὶ ὅλα καταπατοῦνταν.
Ὡς πρὸς τὴν περιουσία, οἱ σκλάβοι δὲν ἐξ­ουσίαζαν τίποτα. Ὁ Τοῦρκος τοὺς εἶχε ρημάξει στὴ φορολογία. Κάποιος ἄνοιξε κατάστιχα στὴ βιβλιοθήκη τῆς Κοζάνης καὶ μέτρησε 100 εἰδῶν φόρους· γιὰ τὰ χωράφια, τὰ γίδια, τὰ πρό­βατα, τὰ γελάδια, τὶς κόττες, τὰ παράθυρα, τὶς πόρτες, τὰ ταξίδια, τὰ πανηγύ­ρια, τὶς γιορ­τές, τοὺς γάμους, τὰ βαφτίσια, τοὺς τάφους… Γιὰ νὰ μπορῇ νὰ ἔχῃ τὸ κεφά­λι του στὸν ὦμο ὁ ῥαγιᾶς, πλήρωνε τὸν «κεφαλικὸ φόρο». Ἂν ὁ ἀγᾶς ἐρχόταν σὲ χωριὸ καὶ τοῦ ἔστρωναν νὰ καλοφάῃ, ἔπρεπε νὰ τὸν πληρώσουν – γιατί; γιατὶ …κούρασαν τὰ σαγό­νια του· ἦταν ὁ «φό­ρος τῶν ὀδόν­των» τοῦ ἀ­γᾶ. Μέχρι τέτοιου σημείου! Οἱ Ἕλληνες καλ­λιεργοῦσαν, ἔ­βοσκαν, φύτευαν, οἱ Τοῦρκοι θέριζαν, ἔ­τρωγαν γάλα καὶ βούτυρο, μάζευαν καρπούς.
Οἱ Ἕλληνες δὲν ἐξουσίαζαν σπίτι καὶ οἰκογένεια. Σκέπαζαν τὰ κορίτσια μὲ μαῦρες μαν­­­τῆ­λες, μὴν τὰ δῇ Τοῦρκος καὶ τὰ πάρῃ στὰ χα­ρέμια, ἐνῷ τὰ ἀγόρια τὰ ἔκαναν γενιτσάρους. Ἕνα ἑκατομμύριο Ἑλληνόπουλα ἅρπαξαν.
Περιουσία καὶ οἰκογένεια δὲν εἶχαν, μήπως εἶχαν θρησκεία; Ἔπρεπε νὰ λειτουργοῦν προ­τοῦ νὰ βγῇ ὁ ἥλιος, καμπάνες καὶ σήμαντρα δὲν χτυποῦσαν, ἐκκλησιὲς δὲν μποροῦσαν νὰ χτίσουν. Ἂν τολμοῦσε κανεὶς νὰ πῇ κάτι γιὰ τὸ Μω­άμεθ, τὸν ὑποχρέ­ωναν ἢ ν᾽ ἀλ­λάξῃ θρησκεία ἢ νὰ μαρτυρήσῃ. Πολλοὶ μαρτύρησαν τότε, ἀλ­λὰ καὶ πολλοὶ –μὴ λησμονοῦμε– ἀλλαξοπίστη­­σαν. Στὴν Ἀλβανία (ἀρχαία Ἰλλυρία), ἐνῷ ἦταν ὅλοι Χριστιανοὶ για­τὶ ἀπὸ ᾽κεῖ πέρασε ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἀπὸ τὶς 500 χιλιάδες ὀρθοδό­ξων ἔμειναν μόνο 50, στοὺς νομοὺς Ἀργυροκά­στρου καὶ Κορυτσᾶς· οἱ ἄλλοι ἔγιναν μωαμεθα­νοί. Στὴ δυτικὴ Μακεδονία, μέχρι τὴν ἀνταλλα­γὴ τῶν πληθυσμῶν, οἱ λεγόμενοι βαλα­ᾶδες (στὶς περιοχὲς Σιατίστης, Γρεβενῶν, Καστοριᾶς) ἦ­ταν οἱ ἐξισλαμισθέντες Ἕλληνες. Χρόνια δύσκολα.
Μὲ τέτοιες συνθῆκες θὰ σβήναμε σὰν φυλή. Ἀλλὰ «θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις αὐ­τοῦ», λέει ὁ ψαλμῳδός (Ψαλμ. 67,36)· μᾶς λυπήθηκε καὶ ἔ­κανε τὸ θαῦμα του, ἔστειλε τὸν ἅγιο Κοσμᾶ.
* * *
Ποῦ ἦταν ὣς τότε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς; Ἦταν ἕ­να φτωχόπαιδο ἀπὸ τὴν Ἀκαρνανία καὶ λεγόταν Κώνστας. Ὁ πατέρας του χωρικός, ἀλλὰ πιστός· ἡ μάνα του μαζὶ μὲ τὸ γάλα της τὸν πό­τισε τὴν ἀγάπη στὸ Χριστό. Νέος ἔφυγε, πῆ­­γε στὸ Ἅγιο Ὄρος καὶ ἔγινε καλόγερος μὲ τὸ ὄ­νομα Κοσμᾶς· ἀσκήτευε, νήστευε, προσευχό­ταν· ἦ­ταν ἕνας τίμιος καὶ εἰλικρινὴς ἀσκητής.
Μὰ δὲν ἔμενε εὐχαριστημένος. Ὅπως τὸ σαράκι τρώει τὸ ξύλο, ἔτσι ἐκεῖνον τὸν βασά­νι­ζε μέρα – νύχτα ἡ σκέψι, ὅτι αὐ­τὸς μὲν εἶνε καλὰ ἀσφαλισμένος ἐκεῖ στὸν Ἄ­θωνα, μὰ οἱ ἀδελφοί του ζοῦν μέσ᾽ στὸ δάκρυ καὶ στὸ αἷ­μα, καὶ ὅποιος κοιτάζει μόνο τὸ δικό του καλὸ κι ἀδιαφορεῖ γιὰ τὸν πλησίον του δὲν ἀξίζει νὰ λέ­γεται Χριστιανός. Τὸ φανέρωσε στὸν ἡγούμενο, καὶ μιὰ μέρα μὲ τὴν εὐ­λογία τοῦ μοναστηριοῦ ἔφυγε καὶ πῆγε στὴν Κωσταντινούπολι. Ἐκεῖ εἶπε τὸ λογισμό του στὸν πατρι­άρχη, κ᾽ ἐκεῖνος τοῦ ἔδωσε τὴν εὐχὴ νὰ βγῇ γιὰ νὰ κηρύξῃ. Ἔτσι ἄρχισε τὶς περιοδεῖες του.
Ξεκίνησε κρατώντας τὸν τίμιο σταυρὸ καὶ βαδίζοντας στὰ ἴχνη τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Ποιός μπορεῖ νὰ περιγράψῃ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του; Νηστι­κὸς καὶ πεινασμένος, κυνηγημένος ἀ­πὸ τοὺς Ἑβραίους καὶ διωγμένος ἀπὸ τοὺς Τούρκους περπάτησε ὅλη σχεδὸν τὴν πατρίδα μας, ἀπὸ βουνὸ σὲ βουνό, ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό, ἀπὸ πολιτεία σὲ πολιτεία, πῆγε παντοῦ.
Τὰ λόγια του ἦταν ἁπλᾶ. Κήρυττε κάτω ἀπ᾽ τὴ σκιὰ τοῦ σταυροῦ. Οἱ ψυχές, σὰν διψασμέ­νη γῆ καὶ σὰν σφουγγάρι ποὺ ῥουφάει τὸ νερό, τὸν ἀκολουθοῦσαν καὶ τὸν ἄκουγαν ἄλλοτε μέ­σα στὶς ἐκκλησιὲς κι ἄλλοτε κάτω ἀπ᾽ τὰ δέν­τρα, ἄλλοτε σὲ βουνοπλαγιὰ κι ἄλλοτε σὲ ἀ­κροθαλασσιά, ἄλλοτε στὸ φῶς τῆς ἡμέρας κι ἄλλοτε νύχτα μὲ τὸ φεγγάρι. Ἔτσι παρηγο­ροῦ­σε καὶ κατήρτιζε τὸ σκλαβωμένο γένος.
Ἔκανε καὶ θαύματα ὁ ἅγιος Κοσμᾶς καὶ γινόταν μεγάλη ὠφέλεια. Τὸ πέρασμά του ἦταν ἐπίσκεψι ἀγγέλου. Χωρισμένα ἀντρόγυνα ξαναέσμιγαν, κλεμμένα πράγματα ἐπιστρέφον­ταν μέχρι καὶ μιὰ βελόνα. Ἔδινε ἐλπίδα στοὺς ἀπελπισμένους καὶ θάρρος στοὺς σκλαβω­μένους, φρόντιζε γιὰ τὴν παιδεία τῶν ἀγραμμάτων ἀνοίγοντας ἑκατοντάδες σχολεῖα, γιὰ νὰ μαθαίνουν τὰ παιδιὰ «γράμματα σπουδάσματα, τοῦ Θεοῦ τὰ πράματα» (δημῶδες).
Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς δὲν ἦταν μόνο διδάσκαλος τοῦ εὐαγγελίου, ἦταν καὶ προφή­της, προεῖπε πράγματα ποὺ ἔγιναν στὶς ἡμέρες μας· διαβάστε τὶς προφητεῖες του. Εἶπε π.χ.· ὅτι θὰ δῆτε στὸν οὐρανὸ μαυροπούλια ποὺ θὰ ῥίχνουν στὴ γῆ φωτιά (ἐννοεῖ τὰ πολεμικὰ ἀεροπλάνα)· ὅτι μιὰ μέρα ὅλη ἡ γῆ θὰ ζωστῇ μὲ μιὰ κλωστή (ἐννοεῖ τὰ τηλέφωνα)· ὅτι θὰ πέ­σῃ πεῖνα καὶ θὰ δίνουν γιὰ μιὰ φούχτα ἀλεύρι μιὰ φούχτα χρυσάφι (ἡ «μαύρη ἀγορὰ» τῆς Κατοχῆς)· ὅτι ὁ διάβολος θὰ φέρῃ γῦρες μὲ τὸ κολοκύθι του (ἐννοεῖ τὰ διαστημόπλοια)· ὅτι θά ᾽ρθῃ μέρα ποὺ θὰ ἀδειάσουν οἱ ἐκκλησιὲς καὶ θὰ γεμίσουν οἱ φυλακές…
Καὶ ποιό ἦταν τὸ τέλος του; Ἐπειδὴ μὲ τὸ λόγο του καταργοῦσε τὰ παζάρια τῆς Κυρια­κῆς, οἱ Ἑβραῖοι ποὺ ἔχαναν κέρδη τὸν κατηγό­ρησαν στοὺς Τούρκους, αὐτοὶ τὸν συνέλαβαν κοντὰ στὸ Βεράτι (ὅπου ἔφθασαν τὰ στρα­τεύματά μας στὸν ἑλληνοϊταλικὸ πόλεμο)· ἐκεῖ λοιπὸν τὸν πρόδωσαν. Οἱ Τοῦρκοι τὸν ἔ­πιασαν, τὸν ἔδεσαν καὶ τὸν πήγανε στὸν Ἄψο ποταμό. Κατάλαβε ὅτι θὰ τὸν ἐκτελέσουν, ζήτησε προθεσμία καὶ προσευχήθηκε, εὐλόγησε μετὰ σταυροειδῶς τὰ βουνά, καὶ τέλος, σὰν ἀθῷο παιδάκι, ἀφέθηκε καὶ τὸν κρέμασαν. Σὰν σήμερα τὸ 1779, τέτοια ἅγια ἡμέρα προτοῦ νὰ βγῇ ὁ ἥλιος, ἡ ψυχή του πέταξε στὰ οὐράνια, καὶ ζῇ ἐκεῖ μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους.
* * *
Αὐτὸς εἶνε, ἀδελφοί μου, ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, ποὺ ἔσπειρε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Τὸ λέω καὶ τὸ τονίζω· Ἂν δὲν ἦταν αὐτός, σήμερα ἐ­δῶ δὲν θὰ ὑπῆρχε τίποτε, οὔτε ἔθνος Ἑλληνικὸ οὔτε σημαία Ἑλληνική. Ἡ ἀξία του εἶνε ἀνυπολόγι­στη. Γι᾽ αὐ­τὸ ἔχουμε χρέος νὰ τὸν τιμοῦμε.
Πῶς νὰ τὸν τιμοῦμε; Χτίζοντας βέβαια ναοὺς ἐπ᾽ ὀνόματί του, τελώντας κάθε χρόνο τὴ θεία λειτουργία στὴν ἐπέτειο τῆς θυσίας του, ψάλλοντας ὕ­μνους γι᾽ αὐτὸν, ἀνάβοντας κερὶ καὶ καίοντας λιβάνι στὴ μνήμη του. Αὐτὰ ὅ­μως εἶνε σχετικῶς εὔκολα. Ἡ καλύτερη τιμὴ σ᾽ αὐτόν, ποὺ εὐχαριστεῖ τὸν ἅγιο, εἶνε κάτι ἄλλο. Ποιό; Εἶνε, νὰ βγοῦν καὶ σήμερα ἀ­πὸ ᾽δῶ νέοι Κοσμᾶδες ποὺ θὰ κηρύξουν τὸ Χριστό· κάποιο ἀπὸ τὰ παιδιά μας νὰ τὸν μιμη­θῇ. Ἀλλὰ οἱ γονεῖς δυστυχῶς σκέπτονται διαφορετικά, ἄλλα σχεδιάζουν γιὰ τὰ παιδιά.
Ὁ Χριστὸς βέβαια δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ μᾶς, ἐμεῖς ἔχουμε ἀνάγκη τὴν εὐλογία του. Οὔτε ὁ Χριστὸς οὔτε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ἔχουν ἀνάγ­κη ἀπὸ μᾶς τὰ σκουλήκια. Κι ἂν ἐμεῖς ἀρνηθοῦμε τὸ Χριστό, κι ἂν ἐμεῖς γίνουμε βαλαᾶ­δες, κι ἂν ἐμεῖς γίνουμε ἄπιστοι καὶ ἄθεοι, κι ἂν ἐμεῖς ἀρνηθοῦμε τὸ Χριστό, κι ἂν ἐμεῖς τὸν βλαστημήσουμε, κι ἂν ἐμεῖς λησμονήσου­με τὸν φωτιστή μας ἅγιο, κι ἂν ἀκόμα τὰ παιδιά μας γίνουν διαβολόπαιδα, τότε ἡ φύσις θὰ δι­αμαρτυρηθῇ· καὶ οἱ πέτρες ποὺ πατοῦμε θὰ γίνουν φίδια νὰ μᾶς φᾶνε, καὶ τὰ ποτάμια θὰ φουσκώσουν νὰ μᾶς πνίξουν τοὺς ἀχάριστους ἀπογόνους, καὶ τὰ ἀστέρια θὰ γίνουν ἀστροπελέκια νὰ πέσουν στὰ κεφάλια μας, καὶ ἡ γῆ θὰ σεισθῇ ἐκ θεμελίων· αὐτὰ τὰ ἄψυχα θὰ φω­νάξουν, ὅτι «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χρι­στός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός» (Φιλ. 2,11 καὶ θ. Λειτ.).
Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς διὰ πρεσβει­ῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁ­γίων ἂς μᾶς ἐλεήσῃ· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(ἱ. ναὸς Ἁγ. Ἀθανασίου τοῦ χωριοῦ Ἅγιος Κοσμᾶς (πρώην Τσιράκι) τῆς ἱ. μητροπόλεως Σισανίου & Σιατίστης 24-8-1966 Τετάρτη)