Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2018

π.Θεόδωρος Ζήσης, Ενδιαφέρουσα Χρυσοστομική ερμηνεία εις το Ματθ. 5, 19

Γράφει ὁ π. Νικόλαος Μανώλης
Ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης ἀποδεικνύει πάντα τήν καθαρότητα τῆς Πατερικῆς ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τήν ἀναγκαιότητά της στήν κατανόηση τῶν ἁγιογραφικῶν κειμένων, ὥστε νά εἴμαστε σύμφωνοι μέ τό Πνεῦμα τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς, Ἀποστολικῆς καί Πατερικῆς Ἐκκλησίας. Μέ τό παρόν ἄρθρο του ξεκαθαρίζει, μέσῳ τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, τήν παρανόηση ἑνός πολύ σημαντικοῦ χωρίου ἀπό τό ἱερό Εὐαγγέλιο τοῦ Ἀποστόλου καί Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου, πού οἱ αἱρετικοί στήν πλειονότητά τους τό διαστρεβλώνουν, μέ τή βοήθεια δυστυχῶς ὀρθόδοξων μεταφραστῶν καί ἑρμηνευτῶν, γιά νά δικαιώσουν τίς ἀνομίες τους.
Τό κείμενο παρατίθεται καί σέ μορφή αρχείου scribd.

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
Ὁμότιμος Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.
ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ
ΕΙΣ ΤΟ ΜΑΤΘ. 5,19
«Ὅς οὖν ἐάν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καί διδάξῃ οὕτω τούς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν».
Προετοιμαζόμενος νά ὁμιλήσω κατά τήν Ζ´ Κυριακή Ματθαίου, ἑορτή τῶν Ἁγίων καί Θεοφόρων Πατέρων τῆς Δ´ ἐν Χαλκηδόνι Οἰκουμενικῆς Συνόδου, κατά τήν ὁποία ὡς εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα ὁρίζεται ἡ περικοπή Ματθ. 5, 14-19, ἐμελέτησα σχετικά ἑρμηνευτικά ὑπομνήματα καί τίς πιό γνωστές νεοελληνικές μεταφράσεις.
Τήν προσοχή μου ἐρευνητικά εἵλκυσε περισσότερο ὁ στίχος 5, 19: «Ὅς οὖν ἐάν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καί διδάξῃ οὕτω τούς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὅς δ᾽ ἄν ποιήσῃ καί διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν». Τό δεύτερο μέρος τοῦ στίχου πού ἀναφέρεται εἰς ὅσους δέν διδάσκουν μόνον, ἀλλά καί πράττουν οἱ ἴδιοι αὐτά πού διδάσκουν, «ποιοῦν καί διδάσκουν», «ὅς δ᾽ ἄν ποιήσῃ καί διδάξῃ»,δέν ἔχει καμμία δυσκολία ἑρμηνευτική. Ὑποδεικνύει τό πρότυπο τοῦ διδασκάλου, τό πῶς πρέπει νά εἶναι ὁ διδάσκαλος, γιά νά εἶναι τό ἔργο του καρποφόρο, νά ἐφαρμόζει δηλαδή καί νά τηρεῖ ὁ ἴδιος αὐτά πού διδάσκει στούς ἄλλους, νά εἶναι «ὑπογραμμός βίου», παράδειγμα ἐνάρετης καί ἁγίας ζωῆς, ὅπως ἦσαν ὁ Κύριος Ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Εἶναι παράλογο καί ἀπαράδεκτο νά διδάσκει κανείς τούς ἄλλους καί νά μή διδάσκει τόν ἑαυτό του, ὅπως ἐπιπλήττει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τούς ἀσυνεπεῖς Ἰουδαίους νομοδιδασκάλους, Γραμματεῖς καί Φαρισαίους: «Ὁ οὖν διδάσκων ἕτερον σεαυτόν οὐ διδάσκεις;»[1]. Καί ὅπως μέ σοφία λέγει ἡ λαϊκή παροιμία: «Δάσκαλε πού δίδασκες καί νόμον δέν ἐκράτεις». Ὁ ποιῶν καί διδάσκων λοιπόν «μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν».
1. Ἡ συνήθης ἑρμηνεία ἐγείρει ἐρωτήματα
Τό πρῶτο μέρος τοῦ στίχου κάθε φορά πού τόν ἄκουγα, χωρίς πατερική βοήθεια στήν ἑρμηνεία, μοῦ δημιουργοῦσε ἐρωτηματικά καί ἐπιφυλάξεις, ἡ πρόχειρη δέ καταφυγή στίς νεοελληνικές μεταφράσεις, οἱ ἐκπονητές τῶν ὁποίων ὑποτίθεται ὅτι βασανίζουν τήν ἑρμηνεία, δέν μοῦ ἔλυνε τά ἐρωτηματικά καί τίς ἐπιφυλάξεις. Τί λέγει λοιπόν τό πρῶτο μέρος τοῦ χωρίου καί ποῦ μπορεῖ νά σκοντάψει ὁ ἐρευνητικός νοῦς, ὅταν μάλιστα ἡ εὔκολη καί ἀβασάνιστη ἑρμηνεία ἔχει ἀρνητικές καθυσυχαστικές συνέπειες γιά τήν μή αὐστηρή τήρηση ὅλων τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ; Μᾶς λέγει λοιπόν ὁ Χριστός ὅτι ὅποιος παραβεῖ, ὅποιος καταργήσει, καί μία μόνο ἀπό τίς ἐλάχιστες, τίς μικρές ἐντολές καί διδάξει στούς ἀνθρώπους νά κάνουν τό ἴδιο, θά ὀνομασθεῖ ἐλάχιστος στήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν: «Ὅς οὖν ἐάν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καί διδάξει οὕτω τούς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν».
Δηλαδή μέ βάση τήν ἁπλή, ἀβασάνιστη γραμματική ἑρμηνεία, συμπεραίνουμε ὅτι ὅποιος παραβαίνει καί καταργεῖ τίς μικρές ἐντολές καί διδάσκει καί στούς ἄλλους νά τίς παραβαίνουν, δέν θά ὑποστεῖ κάποια τιμωρία, δέν θά ἔχει συνέπειες στό αἰώνιο μέλλον του, δέν θά χάσει τήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν· ἁπλῶς δέν θά ἔχει μεγάλη καί σπουδαία θέση ἐκεῖ ἀλλά μικρή, δέν θά εἶναι μέγας, ἀλλά ἐλάχιστος: «Ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν». Μποροῦμε ἔτσι οἱ πιστοί νά κρίνουμε μόνοι μας ποιές ἐντολές εἶναι μικρές ἤ μεγάλες, νά ἀθετοῦμε ὄχι μόνον τίς πραγματικά μικρές, ἀλλά καί τίς θεωρούμενες ἀπό ἐμᾶς μικρές, καί νά εἰσάγεται ἔτσι ἕνας ἠθικός ὑποκειμενισμός καί σχετικισμός, πού καταργεῖ τόν ἀπόλυτο χαρακτήρα τοῦ Εὐαγγελίου. Τούς περισσοτέρους δέν τούς συγκρατεῖ ἀπό τό κακό τό ὅτι δέν θά εἶναι σπουδαῖοι καί μεγάλοι, ἀλλά ὁ φόβος τῆς τιμωρίας καί τῆς κολάσεως. Ἄς εἴμαστε μικροί καί ἐλάχιστοι στήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἄς ἔχουμε ἔστω καί τήν τελευταία θέση στόν παράδεισο, μία μικρή γωνίτσα, ἀρκεῖ νά μή κολασθοῦμε.
Μία τέτοια ἑρμηνεία ὅμως καταλύει τόν ἀπόλυτο χαρακτήρα τοῦ Εὐαγγελίου, τό ὁποῖο ἀπαιτεῖ τήρηση ὅλων τῶν ἐντολῶν, καί τῶν μικρῶν καί ἐλαχίστων. Στήν ἴδια συνάφεια ὁ Χριστός ἐδίδαξε ὅτι δέν ἦλθε νά καταλύσει τόν νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλά νά τόν συμπληρώσει καί ὅτι οὔτε ἕνα γιώτα ἤ ἕνα κόμμα δέν θά καταργηθεῖ ἀπό τόν νόμο, μέχρις ὅτου ὁλοκληρωθεῖ τό σωτηριῶδες σχέδιο τοῦ Θεοῦ[2]. Ἀποστέλλοντας τούς μαθητάς στό κήρυγμα, τούς εἶπε νά μαθητεύσουν πάντα τά ἔθνη, νά τούς βαπτίζουν εἰς τό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος καί νά τούς διδάσκουν νά τηροῦν ὅλα ὅσα τούς ἐδίδαξε, χωρίς διάκριση μικρῶν καί μεγάλων: «Διδάσκοντες αὐτούς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν»[3]. Ὁ Μέγας Βασίλειος σχολιάζοντας αὐτήν τήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ πρός τούς μαθητάς λέγει ὅτι δέν τούς εἶπε «τά μέν τηρεῖν, τῶν δέ ἀμελεῖν, ἀλλά τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν». Ὁ ἴδιος Ἅγιος Πατήρ λέγει ὅτι οἱ ἐντολές εἶναι ἕνα ἀδιαίρετο σύνολο, ἀκολουθοῦν ἡ μία τήν ἄλλη, συνδέονται ἡ μία μέ τήν ἄλλη· ἄν καταργήσεις τήν μία, καταργοῦνται καί οἱ ἄλλες: «Πᾶσαι γάρ ἀλλήλων ἔχονται κατά τόν ὑγιῆ τοῦ λόγου σκοπόν, ὡς ἐν τῇ λύσει τῆς μιᾶς καί τάς λοιπάς ἐξ ἀνάγκης συγκαταλύεσθαι»[4]. Τά ἴδια διδάσκει καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, ἐπικαλούμενος καί τό παράδειγμα τοῦ βασιλικοῦ νομίσματος. Ὅπως, λέγει, στά βασιλικά νομίσματα, ἄν περικόψει κανείς μικρό μέρος τῆς μορφῆς τοῦ βασιλέως, ἀχρηστεύει ὅλο τό νόμισμα, τό καθιστᾶ κίβδηλο, ἔτσι καί στά τῆς ὑγιοῦς πίστεως· ὅποιος ἀνατρέψει καί τό πιό μικρό στοιχεῖο, καταστρέφει τό πᾶν, προχωρώντας ἀπό τήν ἀρχή στά χειρότερα: «Καθάπερ γάρ ἐν τοῖς βασιλικοῖς νομίσμασιν, ὁ μικρόν τοῦ χαρακτῆρος περικόψας, ὅλον τό νόμισμα κίβδηλον εἰργάσατο· οὕτω καί ὁ τῆς ὑγιοῦς πίστεως καί τό βραχύτατον ἀνατρέψας, τῷ παντί λυμαίνεται ἐπί τά χείρονα προϊών ἀπό τῆς ἀρχῆς»[5]. Χίλια χρόνια ἀργότερα, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, ἐπιβεβαιώνοντας τήν διά τῶν αἰώνων συμφωνία τῶν Πατέρων, λέγει ὅτι εἰς τά τῆς πίστεως τό παραμικρό δέν εἶναι μικρό, καί τά μικρά ἑπομένως εἶναι μεγάλα: «Οὐ μικρόν ἐν τοῖς περί Θεοῦ τό παραμικρόν»[6].
2. Ἡ Χρυσοστομική ἑρμηνεία τοῦ χωρίου. Ποιές εἶναι οἱ «ἐλάχιστες» ἐντολές καί τί σημαίνει τό «ἐλάχιστος κληθήσεται».
Ἐπειδή λοιπόν καί οἱ «ἐλάχιστες», οἱ μικρές ἐντολές πρέπει νά τηροῦνται, ὅπως καί οἱ μεγάλες, εἴμαστε δέ ὑποχρεωμένοι «τηρεῖν πάντα» ὅσα διδάσκει τό Εὐαγγέλιο, ἡ παράβαση καί ἡ ἀκύρωση τῶν μικρῶν ἐντολῶν συνεπιφέρει τόν ἀποκλεισμό μας ἀπό τήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν καί ὄχι ἁπλῶς τήν μικρότερη, τήν ἐλάχιστη θέση ἐντός αὐτῆς. Ἄς παρακολουθήσουμε τό σκεπτικό τῆς ἑρμηνείας τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, τό ὁποῖο πειστικά ἀπαντᾶ στά ἐρωτηματικά καί στίς ἐπιφυλάξεις πού ἐγείρει ἡ συνήθης ἑρμηνεία.
Ἐξηγεῖ ἐν πρώτοις ὅτι ὁμιλώντας ὁ Χριστός γιά «ἐλάχιστες ἐντολές» δέν ἐννοεῖ τίς ἐντολές τοῦ νόμου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Γιά αὐτές εἶπε, ἀπολογούμενος πρός τούς Ἰουδαίους, πού τόν κατηγοροῦσαν ὅτι καταργεῖ τόν νόμο, ὅτι δέν ἦλθε νά τίς καταργήσει ἀλλά νά τίς συμπληρώσει·«Μή νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τόν νόμον ἤ τούς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλά πληρῶσαι»[7]. Ἀφοῦ λοιπόν ἀποστόμωσε τούς κατηγόρους του γιά τήν παλαιά νομοθεσία, ἀρχίζει τώρα καί ὁμιλεῖ γιά τήν δική του νομοθεσία, τήν μέλλουσα νομοθεσία, τήν ὁποία ἀμέσως παρουσιάζει στούς ἑπομένους στίχους ἀντιπαραθέτοντάς την μέ τήν Παλαιά: «Ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις... Ἐγώ δέ λέγω ὑμῖν». Μέ τό «ὅς οὖν ἐάν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων»δέν ἐννοεῖ τήν παλαιά νομοθεσία ἀλλά τήν νέα νομοθεσία, πού ἐπρόκειτο νά διδάξει· «Οὐχ ὑπέρ τῶν παλαιῶν νόμων εἴρηκεν, ἀλλ᾽ ὑπέρ ὧν αὐτός ἔμελλε νομοθετεῖν»[8].
Καί γιά ποιό λόγο αὐτές τίς ἐντολές τῆς νέας νομοθεσίας τίς ἐκάλεσε ἐλάχιστες, ἐνῶ εἶναι τόσο μεγάλες καί ὑψηλές; Ἐπειδή ἐπρόκειτο ὁ ἴδιος νά εἰσαγάγει αὐτήν τήν νομοθεσία. Ὅπως λοιπόν ταπείνωσε τόν ἑαυτό του καί ὁμιλεῖ πολλές φορές μέ μετριοφροσύνη γιά τόν ἑαυτό του, ἔτσι ὁμιλεῖ ταπεινά καί γιά τήν νομοθεσία του, διδάσκοντας ὅλους καί μέ αὐτό νά εἴμαστε σέ ὅλα μετριόφρονες. Ἐπειδή μάλιστα οἱ καχύποπτοι θά ἔλεγαν ὅτι αὐτά εἶναι καινοτομίες, χρησιμοποιεῖ μετριασμένες ἐκφράσεις. Ἐπίσης τό «ἐλάχιστος ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» δέν πρέπει μέ κανένα ἄλλο τρόπο νά ἑρμηνευθεῖ, ἀλλά ὅτι σημαίνει κόλαση καί γέεννα. Βασιλεία ἄλλωστε δέν σημαίνει μόνο τήν ἀπόλαυση, ὁπότε θά ἐσήμαινε μικρή ἀπόλαυση, ἀλλά σημαίνει καί τόν καιρό τῆς ἀναστάσεως, τήν φοβερή δευτέρα παρουσία. Διαφορετικά θά ἦταν παράλογο, ἀδικαιολόγητο, αὐτός πού ὀνομάζει τόν ἀδελφό του μωρό[9] καί παραβαίνει μία ἐντολή νά ὁδηγεῖται στήν γέεννα τοῦ πυρός, ἐνῶ αὐτός πού τίς ἀκυρώνει ὅλες καί ὁδηγεῖ σ᾽ αὐτό καί ἄλλους, νά εἰσάγεται στήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Δέν ἐννοεῖ, λοιπόν, αὐτό, ἀλλά ὅτι κατά τόν καιρό ἐκεῖνο θά εἶναι «ἐλάχιστος», δηλαδή «ἀπερριμμένος, ἔσχατος». Καί ὁ ἔσχατος ἀσφαλῶς τότε θά πάει στήν κόλαση. Λόγῳ τῆς σπουδαιότητος αὐτῆς τῆς ἑρμηνείας τήν παραθέτουμε αὐτολεξεί:
«Τίνος οὖν ἕνεκεν ἐλαχίστας αὐτάς ἐκάλεσε, καίτοι οὕτω μεγάλας καί ὑψηλάς οὔσας; Ἐπειδή αὐτός τήν νομοθεσίαν εἰσάγειν ἔμελλεν. Ὥσπερ γάρ ἑαυτόν ἐταπείνωσε, καί μέτρια πολλαχοῦ περί ἑαυτοῦ φθέγγεται· οὕτω καί περί τῆς ἑαυτοῦ νομοθεσίας, παιδεύων ἡμᾶς κἄν τούτῳ πανταχοῦ μετριάζειν. Ἄλλως δέ καί ἐπειδή καινοτομίας ἐδόκει τις ὑποψία εἶναι, ὑπεσταλμένως τέως κέχρηται τῷ λόγῳ. Ὅταν δέ ἀκούσῃς ἐλάχιστον ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, μηδέν ἄλλο ὑπόπτευε ἤ γέενναν καί κόλασιν. Βασιλείαν γάρ οἶδεν οὐχί τήν ἀπόλαυσιν μόνον λέγειν, ἀλλά καί τόν καιρόν τῆς ἀναστάσεως, καί τήν παρουσίαν ἐκείνην τήν φοβεράν. Ἐπεί πῶς ἄν ἔχοι λόγον, τόν μέν εἰπόντα τόν ἀδελφόν μωρόν, καί μίαν παραβάντα ἐντολήν, εἰς τήν γέενναν ἐμπεσεῖν· τόν δέ ὅλας λύοντα, καί ἑτέρους εἰς τοῦτο ἐνάγοντα, ἐν τῇ βασιλείᾳ εἶναι; Οὐ τοίνυν τοῦτό φησιν, ἀλλ᾽ ὅτι ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ ἐλάχιστος ἔσται, ἀπεῤῥιμμένος, ἔσχατος· ὁ δέ ἔσχατος πάντως εἰς τήν γέενναν ἐμπεσεῖται τότε»[10].
3. Λοιπή Ἑρμηνευτική Παράδοση
Ἡ ἑρμηνευτική αὐτή προσέγγιση τοῦ χωρίου ἀπό τόν Ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο εἶναι ἡ κυριαρχοῦσα στήν πατερική ἑρμηνευτική Παράδοση, στήν ὁποία ἐνδεικτικά καί ὄχι ἐξαντλητικά θά ἀναφερθοῦμε, ἀφήνοντας σέ ἄλλους πατρολόγους ἤ καινοδιαθηκολόγους τήν ἐξαντλητική καί ἐκτενῆ ἔρευνα. Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας ἑρμηνεύοντας τό ὑπό συζήτηση χωρίο λέγει ὅτι, ἐπειδή στήν νομοθεσία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὑπῆρχαν μικρές ἐντολές, ἡ παράβαση τῶν ὁποίων δέν ἐτιμωρεῖτο, γι᾽ αὐτό συμπληρώνοντας τήν νομοθεσία ὁ Χριστός λέγει ὅτι καί οἱ παραβαίνοντες τίς μικρές ἐντολές θά τιμωρηθοῦν στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ: «Ταῦτα εἰ παρέβη τις, οὐκ ἦν τιμωρία ὁρισθεῖσα ὑπό τοῦ νόμου, ἥν ἀποπληρῶν ὁ Χριστός φησιν, ὅτι ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ ὁ τοιοῦτος ἐξουθενηθήσεται. Ταύτην οὖν καί εἰ ἐλαχίστην ἐντολήν, ἐφ᾽ ἥν οὐκ ἦν ἐκεῖ παραβάσεως ἐπαγομένης κόλασις, ὁ ἀθετῶν, οὕτος ἐκ τῆς νέας διαθήκης τιμωρηθήσεται»[11].
Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ἀσφαλῶς ἄριστος γνώστης τῆς πρό αὐτοῦ Πατερικῆς Παραδόσεως, ἐκτός τοῦ ὅτι δέχεται ὅτι ὅποιος ἀθετεῖ μία ἀπό τίς μικρές ἐντολές θά καταλήξει εἰς τό πῦρ τῆς κολάσεως, μᾶς πληροφορεῖ ἐπίσης, ἐλέγχοντας ἔτσι τήν πλειονότητα τῶν συγχρόνων νεοελληνικῶν μεταφράσεων, ὅτι αὐτή εἶναι ἡ παραδεδομένη πατερική ἑρμηνεία. Γράφει: «Καί ὁ λύων μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὗτος ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, ἤγουν εἰς τό πῦρ, ὡς οἱ Πατέρες ἑρμηνεύουσιν, ἐμβληθήσεται»[12]. Σέ ἄλλη του ἐπιστολή ὑποστηρίζοντας τήν θέση ὅτι ἕνα ἀνόμημα ἀρκεῖ νά ἀνατρέψει ὅλον τόν νόμο, ἀναφέρεται στήν θέση τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, πού καί ἐμεῖς προηγουμένως μνημονεύσαμε, κατά τήν ὁποία οἱ ἐντολές ἀποτελοῦν ἑνιαῖο σύνολο, καί ὅποιος καταλύει μία, συγκαταλύονται κατ᾽ ἀνάγκην καί οἱ ἄλλες. Καί αὐτό δέν τό λέγει ὁ Μ. Βασίλειος ἀφ᾽ ἑαυτοῦ, ἀλλά προέρχεται ἀπό τόν Χριστό ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ διά τοῦ Βασιλείου καί λέγει ὅτι «πᾶς ὁ λύων μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὗτος ἐλάχιστος κληθήσεται, δηλονότι ἀπολλύμενος». Προσθέτει δέ καί ὅσα σχετικά λέγει ὁ Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος, ὅτι «ὅστις ὅλον τόν νόμον τελέσει, πταίσει δέ ἐν ἑνί, γέγονε πάντων αἴτιος»[13].
Τήν χρυσοστομική ἑρμηνεία διασώζουν καί παραδίδουν τούς 11ο καί 12ο αἰῶνες δύο σπουδαῖοι ἑρμηνευτές τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὁ Εὐθύμιος Ζιγαβηνός καί ὁ Θεοφύλακτος Ἀχρίδος. Ἑρμηνεύοντας λοιπόν τό συγκεκριμένο χωρίο οὐσιαστικῶς ὁ Ζιγαβηνός παραδίδει ἀκριβῆ περίληψη τῶν ὅσων λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος: «Ἐλαχίστας ἐντολάς λέγει, ἅς μέλλει αὐτός παραδοῦναι· οὐ γάρ τάς νομικάς. Ὀνομάζει δέ αὐτάς ἐλαχίστας, διά ταπείνωσιν, ἵνα καί παιδεύσῃ μετριοφρονεῖν ἐπί ταῖς διδασκαλίαις. Ἐλάχιστος δέ κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ, ἀντί τοῦ ἐν τῇ ἀναστάσει ἔσχατος καί ἀπερριμμένος εἰς γέενναν. Οὐ γάρ εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν εἰσελεύσεται, ἄπαγε· ἀλλά βασιλείαν τήν ἀνάστασιν νόει»[14]. Τά ἴδια λέγει καί ὁ Θεοφύλακτος Ἀχρίδος: «Ἐπείπερ δέ ἀπήλλαξεν ἑαυτόν τῆς πονηρᾶς ὑποψίας, λοιπόν ἐκφοβεῖ, καί ἀπειλήν τίθησι μεγίστην, ὑπέρ τῆς μελλούσης νομοθεσίας αὐτοῦ. Ὅστις ἀθετήσῃ, φησί, μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων, ὧν μέλλω νομοθετῆσαι, καί μή μόνον ἀθετήσῃ, ἀλλά καί ἑτέροις ὑπόδειγμα τοιοῦτον γένηται· ἐλαχίστας δέ ταύτας ἐκάλεσε, τοῦτο μέν, μετριοφρονῶν, τοῦτο δέ, ἵνα μή ἐπαίρωνται οἱ κατορθοῦντες αὐτάς· ἅμα δέ καί παιδεύων ἡμᾶς, ἐξευτελίζειν τά οἰκεῖα, ἐπεί μεγάλαι εἰσί καί ὑψηλαί· ὁ τοιοῦτος οὖν ἐλάχιστος κληθήσεται, τουτέστιν ἔσχατος πάντων, φαυλότατος, ἀπεῤῥιμμένος, ὅ ἐστιν, εἰς τήν κόλασιν ἐμβληθήσεται. Βασιλείαν δέ τῶν οὐρανῶν νῦν τήν δευτέραν παρουσίαν αὐτοῦ φησιν, ἐν ᾗ βασιλεύς οὗτος ἁπάντων ἀναφανήσεται»[15].
Στίς γνωστές ἐπίσης ἑρμηνευτικές «Σειρές» (Catenae), ὅπου παρατίθενται συγκεντρωτικά οἱ ἑρμηνεῖες τῶν Ἁγίων Πατέρων γιά κάθε χωρίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, γιά τό συγκεκριμένο χωρίο τοῦ Ματθαίου, παρατίθεται ἡ ἑρμηνεία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου ὡς ἑξῆς: «Εἰπών δέ ὅτι “ἐλάχιστός ἐστιν, ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν”, τοῦτο ἐσήμανεν ὅτι εἰς γέενναν καί κόλασιν ἀπελεύσεται ὁ τοιοῦτος. Χρή δέ καί τοῦτο εἰδέναι, ὅτι βασιλείαν οὐ τήν ἀπόλαυσιν λέγει μόνον, ἀλλά καί τόν καιρόν τῆς ἀναστάσεως, καί τήν παρουσίαν ἐκείνην τήν φοβεράν. Εἰδότες τοίνυν τήν ἀπειλήν, μήτε αὐτοί κἄν μίαν τῶν ἐντολῶν αὐτοῦ παραβαίνωμεν, μήτε τούς βουλομένους ταύτας φυλάττειν ἐκλύωμεν»[16].
Ἐντυπωσιακό ἐπίσης εἶναι ὅτι σέ «Λεξικό» πού ἀποδίδεται στόν Ἰωάννη Ζωναρᾶ (Ψευδο Ζωναρᾶς), τῆς ἰδίας ἐποχῆς μέ τούς Ζιγαβηνό καί Θεοφύλακτο, καί μέ τίτλο «Συναγωγή λέξεων, συλλεγεῖσα ἐκ διαφόρων βιβλίων Παλαιᾶς τε φημι Γραφῆς καί τῆς Νέας καί αὐτῆς δήπου τῆς θύραθεν», ἡ λέξη «ἐλάχιστος» ἑρμηνεύεται ὡς ὁ «ἔσχατος» καί «ἀπερριμένος» εἰς τήν γεένναν:«Ἐλάχιστος παρά τῷ Εὐαγγελίῳ ὁ ἔσχατος καί ἀπερριμένος εἰς τήν γεένναν, ὡς τό “ἐλάχιστος κληθήσεται”»[17].
4. Τό χωρίο στίς σύγχρονες νεοελληνικές μεταφράσεις
Ἡ τόσο σημαντική καί κυριαρχοῦσα ἑρμηνευτική Πατερική Παράδοση δυστυχῶς δέν ἐλήφθη ὑπ᾽ ὄψιν ἀπό τήν συντριπτική πλειονότητα τῶν νεοελληνικῶν μεταφράσεων τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ἀπό τίς πέντε νεοελληνικές μεταφράσεις μόνον ἡ μία προσεγγίζει τήν ἑρμηνευτική πατερική παράδοση· οἱ τέσσερες ἀφήνουν νά ἐννοηθεῖ ὅτι αὐτός πού ἀθετεῖ, μία ἀπό τίς ἐλάχιστες, τίς μικρές ἐντολές θά εἰσέλθει στήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν, δέν θά εἶναι ὁ «ἀπερριμμένος», δέν θά πάει στήν κόλαση, ἀλλά ἁπλῶς θά εἶναι μικρός, ἐλάχιστος μέσα στήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Παραθέτουμε τίς ἑρμηνευτικές ἀποδόσεις τοῦ χωρίου:
α) Ἀγνοοῦν τήν Πατερική Παράδοση
Ι. Μετάφραση παλαιῶν τεσσάρων καθηγητῶν, Β. Βέλλα, Ευ. Αντωνιάδη, Αμ. Αλιβιζάτου, Γερ. Κονιδάρη: «Ἐκεῖνος λοιπόν πού θά παραβῇ μίαν ἀπό τάς ἐντολάς αὐτάς τάς ἐλαχίστας καί διδάξῃ τούς ἄλλους νά κάνουν τό ἴδιο, αὐτός θά ὀνομασθῇ ἐλάχιστος εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν»[18].
ΙΙ. Μετάφραση καθηγητοῦ Π. Τρεμπέλα: «Ἀφοῦ λοιπόν αἱ ἐντολαί ἔχουν κῦρος καί ἰσχύν ἀκατάλυτον, ἐκεῖνος πού θά παραβῇ μίαν ἀπό ἐκείνας τάς ἐντολάς μου, πού φαίνονται πολύ μικραί καί θά διδάξῃ τούς ἀνθρώπους οὕτω, ἤτοι νά θεωροῦν αὐτάς μικράς καί ἀσημάντους θά κηρυχθῇ ἐλάχιστος καί τελευταῖος εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν[19].
Πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι ὁ Π. Τρεμπέλας γνωρίζει τήν ἑρμηνεία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, διότι χρησιμοποιεῖ συχνά θέσεις του, ὄχι στήν ἑρμηνεία, ἀλλά στά ἑρμηνευτικά σχόλια, ὅπου μάλιστα πολλές φορές τίς ἀπορρίπτει ὡς «ἧττον πιθανάς». Στήν προηγούμενη περίπτωση χρησιμοποιεῖ στά ἑρμηνευτικά σχόλια μόνον τήν γνώμη τοῦ Ζιγαβηνοῦ, ὁ ὁποῖος, ὅπως εἴπαμε, υἱοθετεῖ τήν ἑρμηνεία τοῦ Χρυσοστόμου: «Τό ἐλάχιστος ἤ ἔσχατος πάντων, φαυλότατος, ἀπερριμμένος, ὅ ἐστιν εἰς κόλασιν ἐμβληθήσεται».
ΙΙΙ. Μετάφραση Ι. Κολιτσάρα: «Ἐκεῖνος λοιπόν, πού θά παραβῇ μίαν ἀπό τάς ἐντολάς αὐτάς, πού φαίνονται μικραί καί ἀσήμαντοι, καί διδάξῃ ἔτσι τούς ἀνθρώπους, θά ὀνομασθῇ ἐλάχιστος εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν»[20].
IV. Μετάφραση τεσσάρων νεωτέρων καθηγητῶν, Γ. Γαλίτη, Ιω. Καραβιδόπουλου, Ιω. Γαλάνη, Π. Βασιλειάδη:
«Ὅποιος, λοιπόν, καταργήσει ἀκόμα καί μία ἀπό τίς πιό μικρές ἐντολές αὐτοῦ τοῦ νόμου καί διδάξει ἔτσι τούς ἄλλους, θά θεωρηθεῖ ἐλάχιστος στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ»[21].
Ἐκτός τοῦ ὅτι καί ἡ μετάφραση αὐτή εἶναι ἀντίθετη πρός τήν ἑρμηνευτική Παράδοση τῶν Πατέρων, ὅπως καί οἱ τρεῖς προηγούμενες, ἔχει καί ἄλλες ἀστοχίες: Τό «ἀκόμα καί μία» δέν προκύπτει ἀπό τό κείμενο, τό ὁποῖο λέγει ἁπλῶς «μία», ὅπως μεταφράζουν σωστά οἱ τρεῖς προηγούμενοι. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τό «αὐτοῦ τοῦ νόμου»· τό κείμενο λέγει «τῶν ἐντολῶν τούτων», χωρίς νά λέγει «τῶν ἐντολῶν αὐτοῦ τοῦ νόμου». Ἀντί τοῦ «καί διδάξει ἔτσι τούς ἄλλους», εἶναι προτιμότερο καί πιό σύμφωνο μέ τό κείμενο τό «καί διδάξει ἔτσι τούς ἀνθρώπους»,ὅπως ἑρμηνεύουν ὅλοι οἱ ἄλλοι μεταφραστές. Τό «θά θεωρηθεῖ ἐλάχιστος» δέν ἀποδίδει μέ ἀκρίβεια τό «ἐλάχιστος κληθήσεται»· προτιμότερο τό «θά ὀνομασθῇ ἐλάχιστος» τῶν ἄλλων ἑρμηνευτῶν.
β) Συμφωνοῦν μέ τήν Πατερική Παράδοση
Ι. Μετάφραση Ν. Σωτηροπούλου:
«Ἐκεῖνος δέ ὁ ὁποῖος θά καταργήσῃ μία ἀπό τίς ἐντολές αὐτές τίς πολύ μικρές καί θά διδάξῃ ἔτσι τούς ἀνθρώπους, θά εἶναι πολύ μικρός γιά τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν (δηλαδή θ᾽ ἀποκλεισθῇ ἀπό τήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν)[22].
Ὁ μεταφραστής οὔτε θέλει νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τήν γραμματική ἐξήγηση οὔτε νά ἀγνοήσει τό νόημα τοῦ στίχου πού δίνουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Τά ἐπιτυγχάνει καί τά δύο. Τό «ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» τό μεταφράζει «θά εἶναι πολύ μικρός γιά τήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν» μέ ἀρκετή φιλολογική τόλμη, ἀφοῦ οὔτε τό «κληθήσεται» σημαίνει «εἶναι» οὔτε τό «ἐν τῇ βασιλείᾳ» σημαίνει «γιά τή βασιλεία». Ἡ πατερική ἑρμηνεία διασώζεται εὐτυχῶς μέ τήν ἐντός παρενθέσεως ἐπεξήγηση (δηλαδή θ᾽ ἀποκλεισθῇ ἀπό τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν).
ΙΙ. Ἡ ἰδική μας ἑρμηνευτική ἀπόδοση μέ βάση τήν Πατερική (=Χρυσοστομική) Παράδοση:
«Ὅποιος, λοιπόν, καταργήσει μία ἀπό αὐτές τίς ἐντολές, τίς πολύ μικρές, καί διδάξει ἔτσι τούς ἀνθρώπους, θά ἀπορριφθεῖ στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν καί θά κολασθεῖ».

[1]. Ρωμ. 2, 21.
[2]. Ματθ. 5, 17-18.
[3]. Ματθ. 28, 19-20.
[4]. Ὅροι κατά πλάτος, Προοίμιο, PG 31, 893AB.
[5]. Εἰς Γαλάτας Ὁμιλία Α´, PG 61, 622.
[6]. Περ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος Α´, Προοίμιο, εἰς Γρηγοριου Του Παλαμα, Συγγράμματα, τόμ. 1, σελ. 24, ἐκδ. Π. Χρηστου, Θεσσαλονίκη 1962.
[7]. Ματθ. 5, 17.
[8]. Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Ματθαῖον Ἅγιον Εὐαγγέλιον, Ὁμιλία 16, 4, PG 57, 242-243.
[9]. Ματθ. 5, 22: «Ὅς δ᾽ ἄν εἴπῃ μωρέ, ἔνοχος ἔσται εἰς τήν γέενναν τοῦ πυρός».
[10]. Αὐτόθι, Ὁμιλία 16, 4, PG 57, 243. Τά ἴδια λέγει ἑρμηνεύοντας τήν Πρός Ἐφεσίους Ἐπιστολή. Βλ. PG 62, 34: «Καί πάλιν, “Ἄν λύσῃ τις μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν”, τουτέστιν ἐν τῇ ἀναστάσει. Οὐ γάρ δή εἰς βασιλείαν εἰσελεύσεται· οἶδε γάρ καί αὐτόν τόν καιρόν τῆς ἀναστάσεως βασιλείαν καλεῖν. “Μίαν ἐάν λύσῃ, φησίν, ἐλάχιστος κληθήσεται”. Ὥστε πασῶν ἡμῖν δεῖ».
[11]. Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Ματθαῖον, PG 72, 376B.
[12]. Ἐπιστολή 36, Εὐπρεπιανῷ καί τοῖς σύν αὐτῶ, εἰς G. Fatouros, Theodori Studitae Epistulae, W. De Gruyter, Βερολίνο 1992, τόμ. 1, σελ. 102.
[13]. Ἐπιστολή 34, Λέοντι πάπα Ρώμης, Αὐτόθι, τόμ. 1, σελ. 97. Ἰακ. 2, 10.
[14]. Ἑρμηνεία εἰς τό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, PG 123, 193.
[15]. Ἑρμηνεία εἰς τoῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου, PG 129, 205.
[16]. Βλ. J. A. Cramer, Catenae Graecorum Patrum, in Novum Testamentum, ἔκδοση G. Olms, Hildesheim 1967, τόμ. 1, σελ. 35.
[17]. Johannis Zonarae, Lexicon ex tribus codicibus manuscriptis, ἔκδ. Johannes Tittman, Lipsiae 1808, ἀνατ. 1967.
[18]. Ἡ Καινή Διαθήκη. Τό πρωτότυπον κείμενον μέ νεοελληνικήν μετάφρασιν, ἔκδ. Βιβλικῆς Ἑταιρείας, Ἀθῆναι 1967.
[19]. Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, ἔκδ. Ἀδελφότητος θεολόγων «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 1989, σελ. 91-92.
[20]. Ἡ Καινή Διαθήκη. Κείμενον - Ἑρμηνευτική ἀπόδοσις, Ἀδελφότης Θεολόγων ἡ «Ζωή», Ἀθῆναι 199116, σελ. 28.
[21]. Ἡ Καινή Διαθήκη. Σέ μετάφραση στή δημοτική, Ἑλληνική Βιβλική Ἑταιρεία, Ἀθήνα 2003, σελ. 13.
[22]. Ἡ Καινή Διαθήκη. Σέ μετάφραση στή δημοτική, Ἀθήνα 2001, ἔκδ. Ἀδελφότητος «Ὁ Σταυρός», σελ. 23.