Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2018

Το αδύνατον και ανεπίτρεπτον του δευτέρου γάμου των κληρικών

Τί λέγουν ἡ Ἁγία Γραφή, οἱ Ἱεροί Κανόνες καί οἱ ἅγιοι Πατέρες
Πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος
Ἐν Πειραιεῖ 12-9-2018
Ἡ Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στίς 2-9-2018 ἔλαβε τήν ἀντιευαγγελική, ἀντικανονική - μετακανονική καί ἀντιπατερική - μεταπατερική ἀπόφαση νά ἐπιτρέπεται τοῦ λοιποῦ ὁ δεύτερος γάμος τῶν ἱερέων, σέ περίπτωση χηρείας τους ἤ ἐάν τούς ἐγκαταλείψει ἡ πρεσβυτέρα τους[1].
Ἡ ἀνωτέρω ἀπόφαση ἔρχεται σέ ἀντίθεση καί ἀντιπαράθεση μέ τήν ἀπόφαση τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης, πού διοργάνωσε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, κατά τήν ὁποία «συμφώνως πρός τήν ἰσχύουσαν κανονικήν παράδοσιν (κανών 3 τῆς Πενθέκτης ἐν Τρούλλῳ Συνόδου) μετά τήν χειροτονίαν κωλύεται ἡ σύναψις γάμου»[2].
Ὅταν τό ἴδιο τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, πού συνεκάλεσε τήν ψευδοσύνοδο, ὅταν ὁ ἵδιος ὁ οἰκουμενιστής Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, πού ἦταν ὁ πρόεδρος τῆς ψευδοσυνόδου, καί ὅταν οἱ ἴδιοι οἱ οἰκουμενιστές Ἱεράρχες τοῦ Θρόνου, πού συμμετεῖχαν στήν ψευδοσύνοδο καί ὑπέγραψαν τά κείμενά της, δέν σεβάστηκαν τήν ἀπόφαση, πού οἱ ἴδιοι ἔλαβαν στήν ψευδοσύνοδό τους, ἀλλά τήν κατεπάτησαν καί τήν ἀνέτρεψαν, τότε καταλαβαίνουμε ὅτι ὅλοι αὐτοί ἀναιροῦν τόν ἴδιο τους τόν ἑαυτό, αὐτοαναιροῦνται, παίζουν ἐν οὗ παικτοῖς, χάνουν κάθε ἐκτίμηση, αὐτογελοιοποιοῦνται καί προκαλοῦν μέγιστο σκανδαλισμό.    
Θεωροῦμε ὅτι τό θέμα τοῦ ἐπιτρεπτοῦ τοῦ δευτέρου γάμου τῶν κληρικῶν ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἔχει καί παπική, οἰκουμενιστική χροιά. Οἱ οἰκουμενιστές ἐπιθυμοῦν νά διευκολύνουν τόν αἱρεσιάρχη Πάπα νά θεσπίσει καί αὐτός τόν πρῶτο γάμο τῶν παπικῶν ψευδοκληρικῶν, ἀφοῦ ἀποσχηματίζονται καί «παντρεύονται» ἀρκετοί παπικοί ψευδοκληρικοί, ἐπειδή μέχρι σήμερα ἡ ἀγαμία τοῦ κλήρου στούς παπικούς εἶναι ὑποχρεωτική. Ἐφόσον, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο θεσμοθετεῖ τόν δεύτερο γάμο τῶν κληρικῶν, δίνει εὔκολο ἄλλοθι ἐκσυγχρονιστικό καί στούς παπικούς νά θεσμοθετήσουν τόν πρῶτο γάμο. Ἄρα, νά ἕνα ἀκόμη βῆμα «ἐνώσεως» μέ τόν Πάπα καί τούς παπικούς.
Ταπεινῶς φρονοῦμε ὅτι, ἄν τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἤθελε ὄντως νά λύσει τό ἀδιαμφισβήτητα ὑπαρκτό πρόβλημα τῶν ἐν χηρείᾳ ἤ ἐγκαταλελημένων κληρικῶν, θα ἔπρεπε νά ἀκολουθήσει τό παράδειγμα καί τήν διακριτική στάση τῶν ἁγίων καί θεοφόρων πατέρων τῆς ΣΤ΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου, γιά τήν ὁποία θά κάνουμε λόγο κατωτέρω, καί ὄχι νά θεσμοθετήσει ἐπισήμως γιά τίς ἐπαρχίες του τόν ἀνεπίτρεπτο δεύτερο γάμο τῶν κληρικῶν.
Δυστυχῶς, στήν ἐποχή μας φτάσαμε στό ἔσχατο κατάντημα ἀρκετοί κληρικοί νά εἶναι χειρότεροι ἀπό τούς λαϊκούς. Διότι, ἐνῶ οἱ περισσότεροι πιστοί λαϊκοί ἔχουν συνείδηση, διστάζουν, ντρέπονται καί σπανίως τολμοῦν νά ἔλθουν σέ δεύτερο γάμο, διότι γνωρίζουν ὅτι ὁ δεύτερος γάμος οὐσιαστικά δέν εἶναι γάμος, ἀλλά πτώση καί ὑποχώρηση στήν πύρωση τῆς σαρκός, πρᾶγμα τό ὁποῖο ἐπιβεβαιώνουν καί οἱ εὐχές τῆς ἀκολουθίας εἰς δίγαμον[3], καί κατ’οἰκονομίαν εὐλογεῖται ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἐν τούτοις οἱ κληρικοί τώρα νομιμοποιοῦν, θεσμοθετοῦν καί καυχῶνται γιά τήν διγαμία τους καί μάλιστα μετά τήν χειροτονία τους.  
Ἄς δοῦμε, ὅμως, τί λέγουν ἡ Ἁγία Γραφή, οἱ Ἱεροί Κανόνες καί οἱ ἅγιοι Πατέρες περί τοῦ θέματος.
Ἡ Ἁγία Γραφή
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν Α΄ πρός Τιμόθεον ἐπιστολή γράφει γιά τούς ἐπισκόπους, πού τότε ἦταν ἔγγαμοι : «Δεῖ οὖν τὸν ἐπίσκοπον…εἶναι μιᾶς γυναικὸς ἄνδρα...»[4], δηλ. πρέπει ὁ ἐπίσκοπος νά εἶναι σύζυγος μιᾶς μόνης γυναικός καί ὄχι δύο καί νά μήν ἔχει συνάψει δεύτερο γάμο. Αὐτό τό λέγει ὁ Ἀπόστολος σέ ἀντιδιαστολή μέ τούς Ἰουδαίους, στούς ὁποίους συγχωροῦνταν ἡ πολυγαμία[5]. Στήν ἴδια ἐπιστολή γράφει γιά τούς διακόνους «Διάκονοι ἔστωσαν μιᾶς γυναικός ἄνδρες»[6], δηλ. οἱ διάκονοι νά εἶναι σύζυγοι μιᾶς γυναικός καί νά μήν ἔχουν ἔλθει σέ δεύτερο γάμο. Ἄς προσέξουμε ὅτι τήν ἀρετή, πού ζητᾶ χρεωστικῶς ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀπό τόν Ἐπίσκοπο, αὐτήν τήν ἴδια ζητᾶ καί ἀπό τούς Διακόνους, διότι καί οἱ Διάκονοι χρωστοῦν παρομοίως μέ τούς Ἐπισκόπους νά εἶναι ἁγνοί, καθαροί καί ἀκατηγόρητοι σέ ὅλα[7]. Τόν Ἀπόστολο Τίτο συμβουλεύει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος νά ἐγκαταστήσει καί νά ἐκλέξει πρεσβυτέρους, ὅπως τόν διέταξε,  δηλ. ὁ πρεσβύτερος νά εἶναι «μιᾶς γυναικός ἀνήρ»[8], νά εἶναι σύζυγος μιᾶς γυναικός σέ κοινωνία ἑνός γάμου, νά ἔχει μία μόνη γυναίκα. Γιατί, ὅποιος παντρεμένος χηρεύσει καί δέν φυλάξει ἀγάπη καί πίστη στήν ἀποθανοῦσα γυναίκα του, ἀλλά πάρει δεύτερη γυναίκα, πῶς αὐτός, ὅταν γίνει κληρικός, θά προστατεύσει καλῶς τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ; Αὐτό εἶναι ἀνακόλουθο. Ἔπειτα, ὁ κληρικός πρέπει νά εἶναι ἀνέγκλητος, χωρίς ἔγκλημα, δηλ. ἀκατηγόρητος. Ὁ δευτερόγαμος δέν εἶναι ἀνέγκλητος, χωρίς ἔγκλημα. Ἔχει ὡς ἔγκλημα (κατηγορία) τήν δευτερογαμία[9].  
Βλέπουμε, λοιπόν, ὅτι ἐπιμένει ὁ θεῖος Παῦλος ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος ἤ ὁ Πρεσβύτερος ἤ ὁ Διάκονος θά πρέπει νά εἶναι μιᾶς γυναικός ἀνήρ.  Γιατί ἐπιμένει σ’ αὐτό τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τοῦ ἀληθινοῦ και γνησίου (καί μή μισθωτοῦ) ποιμένος; Γιατί ἡ μονογαμία ἀκριβῶς ἀποτελεῖ τό πιό σοβαρό δεῖγμα ὡρίμου ἀνδρός μέ ἑνοποιημένη προσωπικότητα. Συναισθηματικές διαρροές, φλερταρίσματα, γελοιότητες καί γλυκόλογα, κοπλιμέντα καί λουλούδια σέ διάφορα πρόσωπα, καί κατά τόν Ἀπ. Παῦλο καί κατά τούς ἀνδρώδεις ἁγίους Πατέρες ἐγγάμους καί ἀγάμους, δέν συνιστοῦν ὡρίμους ποιμένες, τούς ὁποίους μπορεῖ νά ἐμπιστευθεῖ τό χριστεπώνυμο πλήρωμα. Ἐκτός βέβαια καί ἄν θεωρήσουμε τόν θεῖο Παῦλο καί τούς πνευματικούς υἱούς του Τῖτο καί Τιμόθεο, πού ἀποδέχονται τίς συμβουλές του, κολλημένους, ἀναχρονιστές, ἀκραίους, φονταμενταλιστές, τζιχαντιστές, ὀπισθοδρομικούς, ψυχοπαθεῖς,  ἀπομονωμένους καί ἀπροσάρμοστους στά μετανεωτερικά δεδομένα τῶν ἀρχιτεκτόνων τῆς ἀντιχρίστου «Νέας Ἐποχῆς», τῆς «Νέας Τάξεως Πραγμάτων» καί τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως τούς θεωροῦν οἱ σύγχρονοι οἰκουμενιστές[10].
Οἱ Ἱεροί Κανόνες
Ὁ 17ος Ἱερός Κανὼν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ὁρίζει «Ὁ δυσὶ γάμοις συμπλακείς μετὰ τὸ βάπτισμα, ἢ παλλακὴν κτησάμενος, οὐ δύναται εἶναι ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἢ ὅλως τοῦ καταλόγου τοῦ ἱερατικοῦ»[11].Ὁ παρών Κανόνας διορίζει ὅτι ὅποιος ὕστερα ἀπό τό ἅγιο Βάπτισμα παντρευθεῖ δύο φορές, δέν μπορεῖ νά γίνει Ἀρχιερεύς ἤ Πρεσβύτερος ἤ Διάκονος ἤ ὁλότελα νά συγκαταριθμηθεῖ στόν ἱερατικό κατάλογο καί βαθμό. Διότι, ὅσα ἁμαρτήματα πράξει ὁ ἄνθρωπος πρίν τό βάπτισμα, δέν μποροῦν νά τόν ἐμποδίσουν ἀπό τήν ἱερωσύνη καί τόν κλῆρο, ἐπειδή πιστεύουμε ὅτι ὅλα τά ἀποπλύνει τό ἅγιο Βάπτισμα. Ὄχι, ὅμως, καί ὅσα πράξει ὕστερα, ἀφοῦ βαπτισθεῖ.  
  3ος Ἱερός Κανὼν τῆς ἐν Τρούλλῳ Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Πενθέκτης Συνόδου ὁρίζει : «Ἐπειδὴ δὲ ὁ εὐσεβὴς καὶ φιλόχριστος ἡμῶν βασιλεὺς τῇ ἁγίᾳ ταύτῃ καὶ οἰκουμενικῇ προσεφώνησε συνόδῳ, ὥστε τοὺς ἐν κλήρῳ καταλεγομένους, καὶ ἄλλοις τὰ θεῖα διαπορθμεύοντας, καθαροὺς ἀποφῆναι καὶ λειτουργοὺς ἀμώμους, καὶ τῆς νοερᾶς τοῦ μεγάλου Θεοῦ, καὶ θύματος, καὶ ἀρχιερέως, θυσίας ἀξίους, ἀνακαθᾶραί τε τὰ ἐξ ἀθέσμων γάμων τούτοις ἐπιτριβέντα μύση· πρὸς τοῦτο δὲ τῶν μὲν τῆς Ῥωμαίων ἁγιωτάτης ἐκκλησίας τὸν τῆς ἀκριβείας τηρηθῆναι κανόνα προτιθεμένων, τῶν δὲ ὑπὸ τῶν τῆς θεοφυλάκτου ταύτης καὶ βασιλίδος πόλεως θρόνον, τὸν τῆς φιλανθρωπίας καὶ συμπαθείας, εἰς ἓν ἀμφότερα μίξαντες πατρικῶς ὁμοῦ καὶ θεοφιλῶς, ὡς μήτε τὸ πρᾷον ἔκλυτον, μήτε στύφον τὸ αὐστηρὸν καταλείψοιμεν, καὶ μάλιστα τοῦ ἐξ ἀγνοίας πτώματος εἰς οὐκ ὀλίγων ἀνδρῶν πλῆθος διήκοντος· συνορῶμεν ὥστε τοὺς μὲν δυσί γάμοις περιπαρένταςκαὶ μέχρι τῆς πεντεκαιδεκάτης τοῦ διελθόντος Ἰανουαρίου μηνός, τῆς παρελθούσης τετάρτης Ἰνδικτιῶνος, ἔτους ἐξακισχιλιοστοῦ ἐκατοστοῦ ἐννάτου, δουλωθέντας τῇ ἁμαρτίᾳ, καὶ μὴ ἐκνῆψαι ταύτης προελομένους, καθαιρέσει κανονικῇ ὑποβαλεῖν. Τοὺς δὲ τῷ τοιούτῳ μὲν τῆς διγαμίας πάθει περιπεσόντας, πρὸ δὲ τῆς ἡμῶν ἐπιγνώσεως τὸ συμφέρον ἐπεγνωκότας, καὶ τὸ κακὸν ἐξ ἑαυτῶν περικόψαντας, καὶ πόῤῥω τὴν ξένην ταύτην καὶ νόθον συμπλοκὴν ἐκδιώξαντας, ἢ καὶ ὧν αἱ κατὰ δεύτερον γάμον γυναῖκες ἤδη τετελευτήκασιν, ἢ καὶ αὐτοὶ πρὸς ἐπιστροφὴν εἶδον, μεταμαθόντες τὴν σωφροσύνην, καὶ τῶν πρῴην αὐτοῖς παρανομηθέντων ταχέως ἐπιλαθόμενοι, εἴτε πρεσβύτεροι, εἴτε διάκονοι ὄντες τυγχάνοιεν· τούτους ἔδοξε πεπαῦσθαι μὲν πάσης ἱερατικῆς λειτουργίας, ἤτοι ἐνεργείας, ἤδη ἐπὶ ῥητόν τινα χρόνον ἐπιτιμηθέντας· τῆς δὲ τιμῆς τῆς κατὰ τὴν καθέδραν καὶ στάσιν μετέχειν, ἀρκουμένους τῇ προεδρίᾳ καὶ προσκλαίοντας τῷ Κυρίῳ συγχωρηθῆναι αὐτοῖς τὸ ἐκ τῆς ἀγνοίας ἀνόμημα· εὐλογεῖν γὰρ ἕτερον τὸν τὰ οἰκεῖα τημελεῖν ὀφείλοντα τραύματα, ἀνακόλουθον. Τοὺς δὲ γαμετῇ μὲν μιᾷ συναφθέντας, εἰ χήρα ἡ προσληφθεῖσα ἐτύγχανεν, ὡσαύτως δὲ καὶ τοὺς μετὰ τὴν χειροτονίαν γάμῳ ἑνὶ παρανόμως προσομιλήσαντας, τουτέστι πρεσβυτέρους, καὶ διακόνους, καὶ ὑποδιακόνους, ἤδη ἐπὶ βραχύν τινα χρόνον εἰρχθέντας τῆς ἱερᾶς λειτουργίας, καὶ ἐπιτιμηθέντας, αὖθις αὐτοὺς τοῖς οἰκείοις ἀποκαταστῆναι βαθμοῖς, μηδαμῶς ἐν ἑτέρῳ μείζονι προκόπτοντας βαθμῷ, προδήλως διαλυθέντος αὐτοῖς τοῦ ἀθέσμου συνοικεσίου. Ταῦτα δέ, ἐπὶ τοῖς καταληφθεῖσι μέχρι τῆς πεντεκαιδεκάτης, ὡς εἴρηται, τοῦ Ἰανουαρίου μηνός, τῆς τετάρτης Ἰνδικτιῶνος, ἐν τοῖς προδηλωθείσι πταίσμασι καὶ μόνον ἱερατικοῖς ἐτυπώσαμεν, ὁρίζοντες ἀπὸ τοῦ παρόντος, καὶ ἀνανεούμενοι τὸν κανόνα τὸν διαγορεύοντα, τὸν δυσὶ γάμοις συμπλακέντα μετὰ τὸ βάπτισμα, ἢ παλλακὴν κτησάμενον, μὴ δύνασθαι εἶναι ἐπίσκοπον, ἢ πρεσβύτερον, ἢ διάκονον ἢ ὅλως τοῦ καταλόγου τοῦ ἱερατικοῦ· ὡσαύτως καὶ τὸν χήραν λαβόντα, ἢ ἐκβεβλημένην, ἢ ἑταίραν, ἢ οἰκέτιν, ἢ τῶν ἐπί τῆς σκηνῆς, μὴ δύνασθαι εἶναι ἐπίσκοπον, ἢ πρεσβύτερον, ἢ ὅλως τοῦ καταλόγου τοῦ ἱερατικοῦ»[12].
Οἱ Πατέρες τῆς Στ΄ Ἀγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου, διορθώνοντας τό κακό, πού γινόταν τότε, καί διασφαλίζοντας τό μέλλον, ἐξέδωσαν τόν παρόντα Κανόνα τῆς οἰκονομίας, ἐπειδή ὁ Βασιλιάς τούς παρεκάλεσε νά καθαρίσουν τούς τότε ἱερωμένους ἀπό τίς ἀκαθαρσίες τῶν ἀθέσμων καί παρανόμων γάμων, στούς ὁποίους περιέπεσαν. Ἀπό τό ἕνα μέρος οἱ τοποτηρητές τοῦ Ρώμης πρότειναν νά φυλαχθεῖ ἡ ἀκρίβεια τῶν Κανόνων σ’αὐτούς καί ἀπό τό ἄλλο οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἔλεγαν νά γίνει συγκατάβαση καί φιλανθρωπία. Οἱ Πατέρες, λοιπόν, ἀφοῦ συνεκέρασαν καί τά δύο, τήν ἀκρίβεια καί τήν συγκατάβαση (καί μάλιστα ἐπειδή πολύ πλῆθος τῶν τότε Ἱερωμένων περιέπεσε σέ τέτοιους γάμους ἀπό ἄγνοια), λόγῳ τῆς παρακλήσεως τοῦ Βασιλέως, ὅρισαν ὅτι ὅσοι μέν Ἱερωμένοι, πού δευτεροπαντρεύτηκαν, ἔμειναν ἀμετανόητοι μέχρι τόν καιρό τῆς Συνόδου αὐτῆς καί δέν χώρισαν τούς παράνομους γάμους, αὐτοί νά καθαιροῦνται παντελῶς καί νά γίνονται λαϊκοί. Ὅσοι δέ ἀντιθέτως δίγαμοι Ἱερωμένοι, δηλ. Πρεσβύτεροι ἤ Διάκονοι, μετενόησαν καί χώρισαν ἀπό μόνοι τους αὐτόν τόν παράνομο γάμο πρίν γίνει ἡ Σύνοδος, ἤ, ἐπειδή πέθαναν οἱ δεύτερες γυναῖκες τους, ἐπέστρεψαν στήν σωφροσύνη καί τήν μετάνοια, αὐτοί κρίθηκε εὔλογο νά παύσουν μέν ἀπό τό νά ἱερουργοῦν τά τῆς ἱερωσύνης μέχρι ἕνα καθορισμένο διάστημα, νά μετέχουν δέ στήν ἔξω ἀπό τό ἱερό βῆμα τιμή τῆς καθέδρας καί στάσεως μέ τούς ἱερωμένους, προσκλαίοντας στόν Θεό, γιά νά συγχωρεθεῖ τό ἐξ ἀγνοίας ἀνόμημα, καί χωρίς νά εὐλογοῦν κανένα. Διότι, δέν εἶναι πρέπον νά δίνει εὐλογία σέ ἄλλους ἐκεῖνος, πού χρωστᾶ να ἰατρεύει μέ τήν μετάνοια τίς πληγές τῆς ψυχῆς του, καθώς λέγει ὁ 27ος Κανόνας τοῦ Μεγάλου Βασιλείου[13]. Ὅσοι δέ Πρεσβύτεροι, Διάκονοι καί Ὑποδιάκονοι πῆραν γυναίκα χήρα, ἤ ὅσοι ὕστερα, ἀφοῦ χειροτονήθηκαν, παντρεύτηκαν, καί αὐτοί παρομοίως, ἀφοῦ καταστοῦν ἀργοί ἀπό κάθε ἱεροπραξία γιά λίγο καιρό, πάλι νά ἐνεργοῦν τά τῆς ἱερωσύνης, ὅμως νά μήν ἀνεβαίνουν σέ μεγαλύτερο βαθμό, ἀλλά νά μένει καθένας στόν βαθμό, πού βρέθηκε. Ὅμως, αὐτό νά γίνει, ἀφοῦ χωρίσουν τά παράνομα συνοικέσια. Ἀφοῦ, λοιπόν, οἱ Πατέρες ὅρισαν αὐτά κατ’οἰκονομίαν καί κατά συγκατάβασιν γιά τούς προδηλωθέντες ἱερωμένους, ἀνανέωσαν, δηλ. ψήφισαν νά ἔχουν τό κῦρος εἰς τό ἑξῆς οἱ 17ος καί 18ος Κανόνες τῶν ἁγίων Ἀποστόλων[14], τούς ὁποίους καί ἐκθέτουν αὐτολεξεί.                
  6ος Ἱερός Κανὼν τῆς ἐν Τρούλλῳ Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Πενθέκτης Συνόδου ὁρίζει : «Ἐπειδὴ παρὰ τοῖς ἀποστολικοῖς κανόσιν εἴρηται, τῶν εἰς κλῆρον προαγομένων ἀγάμων, μόνους ἀναγνώστας, καὶ ψάλτας γαμεῖν καὶ ἡμεῖς τοῦτο παραφυλάττοντες, ὁρίζομεν ἀπὸ τοῦ νῦν μηδαμῶς ὑποδιάκονον, ἢ διάκονον, ἢ πρεσβύτερον, μετὰ τὴν ἐπ᾿ αὐτῷ χειροτονίαν, ἔχειν ἄδειαν, γαμικὸν ἑαυτῷ συνιστᾷν συνοικέσιον. Εἰ δὲ τοῦτο τολμήσοι ποιῆσαι, καθαιρείσθω. Εἰ δὲ βούλοιτό τις τῶν εἰς κλῆρον προερχομένων, γάμου νόμῳ συνάπτεσθαι γυναικῖ, πρὸ τῆς τοῦ ὑποδιακόνου, ἢ διακόνου, ἢ πρεσβυτέρου χειροτονίας τοῦτο πραττέτω»[15].
Ὁ 26ος Κανόνας τῶν ἁγίων Ἀποστόλων[16] διορίζει ὅτι μόνο οἱ Ἀναγνώστες καί οἱ Ψάλτες νά παντρεύονται, ἀφοῦ χειροθετηθοῦν. Οἱ Πατέρες αὐτῆς τῆς Συνόδου, ἀφοῦ ἐπεκύρωσαν τόν ἀνωτέρω Ἀποστολικό Κανόνα μέ τόν παρόντα 6ο Κανόνα τους, ὁρίζουν ὅτι ἀπό τώρα καί στό ἑξῆς κανένας Ὑποδιάκονος ἤ Διάκονος ἤ Πρεσβύτερος, ἀφοῦ χειροτονηθεῖ, νά μήν ἔχει ἄδεια νά παντρεύεται. Ἄν, ὅμως, τό κάνει, τότε νά καθαιρεῖται. Ἄν κάποιος ἀπ’αὐτούς θέλει νά παντρευτεῖ, ἄς παντρεύεται πρίν τήν χειροτονία σέ Ὑποδιάκονο, Διάκονο καί Πρεσβύτερο.
Σέ ὑποσημείωση ὁ ὅσιος Νικόδημος ἀπαντᾶ στήν ἐρώτηση γιατί οἱ κληρικοί δέν μποροῦν νά παντρευθοῦν μετά τήν χειροτονία. Μᾶς λέγει ὅτι τήν αἰτία τήν ὁρίζει ἡ τρίτη Νεαρά τοῦ Λέοντος τοῦ σοφοῦ. Δέν εἶναι ἄξιον καί πρέπον αὐτοί, πού ὑψώθηκαν ἀπό τήν σαρκική ταπεινότητα τοῦ γάμου στήν πνευματική ἀνάβαση τῆς ἱερωσύνης, νά γυρίζουν πάλι σ’αὐτήν, ἀλλά μάλιστα τό ἀντίθετο πρέπει νά γίνεται. Δηλ. ὕστερα ἀπό τήν σαρκική ταπεινότητα τοῦ γάμου (δηλ. ἀφοῦ παντρευτοῦν), νά ἀνεβαίνουν στήν ὑψηλή ἀνάβαση τῆς θείας ἱερωσύνης. Ἄν δέν πράττουν ἔτσι, νά καθαιροῦνται.  
 12ος Ἱερός Κανὼν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ὁρίζει ὅτι οἱ δίγαμοι παντελῶς ἀποκλείονται τῆς ὑπηρεσίας (ἱερωσύνης). «Τοὺς διγάμους παντελῶς ὁ κανὼν (ἐννοεῖ τόν 17ο Ἀποστολικό Κανόνα) τῆς ὑπηρεσίας ἀπέκλεισε»[17].
Οἱ ἅγιοι Πατέρες
Στό λόγο Του περί Παρθενίας ὁ ἱερός Χρυσόστομος, πλήρως θεοφώτιστος καί βαθύς γνώστης τῶν ἀληθινῶν ἀναγκῶν τῆς ψυχῆς τῶν πιστῶν καί τῶν οἰκογενειῶν τους, ἀλλά καί ὁ ἴδιος παθών καί μαθών τά τῆς ὀρφανείας καί τῶν ἀκτίστων δωρεῶν πού ἀπήλαυσε ἀπό τή σεμνή χήρα μητέρα του, θεωρεῖ τή χηρεία ὡς τιμητική κλήση τοῦ φιλανθρωποτάτου Κυρίου πρός τόν πιστό τῆς Ἐκκλησίας[18]. 
Ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στό βιβλίο του «Ἐξομολογητάριον»[19] γράφει περί Ἱερωμένων, Μοναχῶν καί Καλογραίων, ἄν παντρευτοῦν μετά τήν χειροτονία καί τό σχῆμα τῶν Μοναχῶν, τά ἑξῆς :
«Ὁ μὲν 26ος Κανὼν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων διορίζει ὅτι μόνο οἱ Ἀναγνώστες καὶ Ψάλτες ἔχουν ἄδεια νὰ παντρευτοῦν ὕστερα ἀπὸ τὴν χειροθεσία.Ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι, δηλαδὴ Πρεσβύτεροι, Διάκονοι καὶ Ὑποδιάκονοι, δὲν ἔχουν ἄδεια νὰ παντρευτοῦν ὕστερα ἀπὸ τὴν χειροτονία. Ὁ δὲ 6ος Κανών τῆς 6ης Οἰκουμενικῆς αὐτόν τὸν ἴδιο Κανόνα τῶν Ἀποστόλων ἐπικυρώνοντας, λέγει ἐπιπροσθέτως ὅτι ἀνίσως κάποιος Πρεσβύτερος ἢ Διάκονος ἢ Ὑποδιάκονος τολμήσει νὰ παντρευτεῖ μετὰ τὴν χειροτονία, νὰ καθαιρεῖται. Τό ἴδιο λέγει καί ὁ 1ος Κανόνας τῆς ἐν Νεοκαισαρείᾳ Συνόδου[20]
Θεσπίζει δὲ τόσο ἡ 2η Διάταξη τοῦ 1ου Τίτλου τῶν Νεαρῶν, ὅσο καὶ ἡ 90ή Νεαρὰ τοῦ Λέοντος, ὅτι ὅποιος Ἀρχιερεὺς δώσει ἄδεια σέ Ὑποδιάκονο ἢ Διάκονο (πόσο μάλλον σὲ Ἱερέα) νὰ παντρευτεῖ μετὰ τὴν χειροτονία, νὰ καθαιρεῖται καὶ νὰ ἐκβάλλεται ἀπὸ τὴν Ἐπισκοπὴ. Ἡ δε 44η Διάταξη τοῦ 3ου Τίτλου θεσπίζει ὅτι τά παιδιά, πού θά γεννήσουν οἱ Ἱερεῖς, Διάκονοι καί Ὑποδιάκονοι, πού παντρεύτηκαν μετά τήν χειροτονία, νά μήν λογίζονται οὔτε ὡς φυσικά παιδιά, οὔτε ὡς νόθα˙ ἀλλά νά μήν μποροῦν νά λάβουν κάτι ἀπό αὐτούς τούς παράνομους πατέρες τους ἤ ὡς κληρονομιά ἤ ὡς δωρεά ἤ ὡς δάνειο ἤ ὅ,τιδήποτε ἄλλο, οὔτε αὐτά τά παιδιά, οὔτε οἱ μητέρες τους˙ ἀλλά ὅλη τήν περιουσία τους νά λαμβάνει ἡ κατ’αὐτούς Ἐκκλησία. Αὐτοί δέ, ἀφοῦ γυμνωθοῦν τῆς Ἱερωσύνης, νά μήν ἀναβιβάζονται σέ κανένα κοσμικό ἀξίωμα˙ ἀλλά νά περνοῦν ὅλη τήν ζωή τους ὡς ἰδιώτες καί εὐτελεῖς.
Μέ ὑποσημείωση στό σημεῖο αὐτό ὁ ὅσιος Νικόδημος μᾶς διηγεῖται ἕνα διδακτικότατο περιστατικό.
«Δὲν μπορῶ ἐδῶ νὰ σιωπήσω τὴν σοφὴ μέθοδο, πού μεταχειρίσθηκε ἕνας φρόνιμος Ἀρχιερεὺς ἑνός Ὀρθοδόξου νησιοῦ, πού πρὶν ὑπόκεινταν στὴν Βενετία, γιὰ νὰ ἐμποδίσει ἕνα κοσμικὸ Ἱερέα, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ χήρευσε, ζητοῦσε νὰ δευτεροϋπαντρευτεῖ, ἐπειδή ἦταν πλούσιος καὶ εἶχε πολλή περιουσία. Γιατί, αὐτός ὁ στήν πραγματικότητα γνωστικὸς Ἀρχιερεύς, ἐνοχλούμενος πολλές φορές ἀπὸ τὸν ἄνωθεν Ἱερέα, γιὰ νὰ τοῦ δώσει ἄδεια νὰ δευτεροϋπαντρευτεῖ, καὶ πολλές φορές συμβουλεύοντάς τὸν νὰ ἐγκαταλείψει αὐτήν τήν ἐπιθυμία, καὶ μὴ εἰσακουόμενος, τέλος πάντων τοῦ εἶπε κι αὐτό : «Ζητᾶς νὰ δευτεροϋπαντρευτεῖς; Ἔστω, ἂς γίνει τὸ θέλημά σου, ὅμως θέλω κι ἐγώ, καθὼς σοῦ ἔδωσα μέ παῤῥησία καὶ ἐνώπιον ὅλων τὴν Ἱερωσύνη, ἔτσι πάλι μέ παῤῥησία, καὶ ἐνώπιον ὅλων νὰ σοῦ τὴν πάρω». Καὶ λοιπόν, ἀφοῦ ἔκανε μονοκλησία, καὶ λειτούργησε μαζί μέ κι ἄλλους Ἱερεῖς, ἔχοντας συλλειτουργὸ καὶ τὸν ἄνωθεν Ἱερέα, ὅταν ἔφτασαν στήν ὥρα ἐκείνη, πού γίνεται ἡ χειροτονία τῶν Ἱερέων, προστάζει ὁ Ἀρχιερεὺς τὸν ψάλτη τοῦ δεξιοῦ χοροῦ νὰ ψάλλει τὸ τροπάριο ἐκεῖνο, πού λέγει ∙ «Σήμερον ὁ Ἰούδας καταλιμπάνει τὸν Διδάσκαλον καὶ παραλαμβάνει τὸν διάβολον∙ τυφλοῦται τῷ πάθει τῆς φιλαργυρίας, ἐκπίπτει τοῦ φωτὸς ὁ ἐσκοτισμένος» (Ἀντίφωνο Ὄρθρου Μεγάλης Παρασκευῆς) καὶ τή συνέχεια τοῦ τροπαρίου. Ἔπειτα προστάζει καὶ τὸν ψάλτη τοῦ ἀριστεροῦ χoροῦ νὰ ψάλλει ἀκολούθως τὸ ἄλλο τροπάριο, πού λέγει ∙ «Σήμερον ὁ Ἰούδας παραποιεῖται θεοσέβειαν, καὶ ἀλλοτριοῦται τοῦ χαρίσματος∙ ὑπάρχων μαθητής, γίνεται προδότης» (Ἀντίφωνο Ὄρθρου Μεγάλης Παρασκευῆς) καὶ τή συνέχεια τοῦ τροπαρίου. Ἀφοῦ ἄκουσε νά ψάλλονται αὐτά ὁ Ἱερεὺς ἐκεῖνος, ἀπὸ τὴν ντροπή του ἦλθεν σέ συναίσθηση τοῦ κακοῦ, πού ἔπρόκειτο νὰ κάνει∙ γι’αὐτό κατανύγεται ἡ καρδιά, κλαίει καὶ χύνει πικρότατα δάκρυα, καὶ ὅταν ὁ Ἀρχιερεὺς ἦρθε, γιὰ νὰ τοῦ βγάλει τὰ Ἱερὰ, πού φόρούσε, καὶ σέ καθένα νὰ κηρύξει τό, Ἀνάξιος, πέφτει ὁ Ἱερεὺς στά πόδια του, τρέμοντας ὁλόκληρος, καὶ ἀγωνιόντας, καὶ γεμάτους ἔχοντας τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀπὸ δάκρυα, τοῦ λέγει∙ «Μὴ, Δέσποτά μου Ἅγιε, μὴ το κάνεις αὐτό, μετανοῶ, καὶ στὸ ἑξῆς δὲν θέλω, ὄχι νὰ παντρευτῶ, ἀλλ’ οὔτε στέργω, ἂν ὑπῆρχε τρόπος, νὰ μοῦ δοθεῖ ὁλόκληρο βασίλειο, νὰ χάσω τὴν χάριν τῆς Ἱερωσύνης μου»∙ γι’αὐτό μὲ αὐτόν τὸν τρόπο συγχωρέθηκε, καὶ πέρασε τὴν ζωή του μέ σωφροσύνη καὶ παρθενία».
Οἱ Πρεσβύτεροι και Διάκονοι, πού παντρεύτηκαν μετά τήν χειροτονία, πρέπει νά χωρίζουν ὁπωσδήποτε ἀπό τίς γυναῖκες ἐκείνες, μέ τίς ὁποίες παρανόμως συνεζεύθηκαν. Αὐτό, τό νά χωρίζεται τό παράνομο συνοικέσιο, συμφέρει πολύ τήν Ἐκκλησία, σύμφωνα μέ τόν 6ο Κανόνα τοῦ Μ. Βασιλείου[21]˙ πρῶτον, γιά νά μήν κάνει κι ἄλλος παρόμοιο πρᾶγμα˙ δεύτερον, γιά νά μήν καταφρονεῖται ἡ αἰτία τῆς Ἱερωσύνης˙ καί τρίτον, γιά νά μήν βρίσκουν λαβή οἱ αἱρετικοί νά μᾶς κατηγοροῦν γι’αὐτό, λέγοντας ὅτι ἀφήνουμε τούς Κληρικούς νά μένουν καί νά συζοῦν στήν ἁμαρτία, μή χωρίζοντας τούς ἀθέσμους γάμους τους. Ἀφοῦ αὐτοί χωρίσουν, πρέπει νά λαμβάνουν τό ἐπιτίμιο καί τόν κανόνα τῶν πόρνων (γιά νά μήν πῶ καί τῶν μοιχῶν) καί τότε νά μεταλαμβάνουν. Γιατί, πορνεία εἶναι καί ὄχι γάμος, αὐτός ὁ γάμος τους, κατά τόν ρηθέντα 6ο Κανόνα τοῦ Μ. Βασιλείου. Ἐπίσης, αὐτοί, ἀφοῦ χωρίσουν ἀπό τόν παράνομο γάμο καί μετανοήσουν, πρέπει νά λαμβάνουν καί τό σχῆμα τῶν Κληρικῶν, σύμφωνα μέ τόν 21ο Κανόνα τῆς ΣΤ΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου[22], καί νά μήν εἶναι λαϊκοί. Ἄν δέν θέλουν νά τό φορέσουν θεληματικῶς, να τό φοροῦν καί στανικῶς, σύμφωνα μέ τήν 7η και 8η Νεαρά τοῦ Λέοντος.
Τέλος, καταλήγει ὁ ὅσιος Νικόδημος, ἐπισημαίνοντας : «Ὅσοι γίνουν ρασοφόροι, δέν μποροῦν πλέον νά πετάξουν τά ράσα καί νά παντρευτοῦν. Ἀλλοίμονο! Γιατί, πῶς θά τό τολμήσουν αὐτό, ἐνῶ ἔχει γίνει ἡ κουρά τῶν τριχῶν τῆς κεφαλῆς τους, ἡ ὁποία δηλώνει πώς ἀπέρριψαν ἀπό τήν κεφαλή τους κάθε κοσμικό φρόνημα καί ἀφιέρωσαν τήν ζωή τους στόν Θεό; Πῶς θά τό τολμήσουν αὐτό, ἐνῶ φόρεσαν τά ράσα καί τό καλιμαύκιο μέ εὐλογία καί διαβάστηκαν σ’αὐτούς οἱ εὐχές τῆς χειροτονίας, μέ τίς ὁποίες ὁ Ἀρχιερεύς εὐχαριστεῖ τόν Θεό, ἐπειδή τούς λύτρωσε ἀπό τήν κοσμική ζωή καί τούς κάλεσε στό σεμνό λειτούργημα τῶν Κληρικῶν καί Τόν παρακαλεῖ νά τούς δεχθεῖ στόν σωτήριο ἀμπελώνα του; Δέν μπορεῖ, λοιπόν, νά παραβεῖ τήν ὑπόσχεση αὐτός, πού φορᾶ ράσα. Γι’αὐτό καί ὁ ἑρμηνευτής Βαλσαμών λέγει ὅτι ὁ ρασοφορῶν δέν ἔχει πλέον ἄδεια νά γίνει λαϊκός, ἀλλά πρέπει νά ἀναγκασθεῖ νά ἐκπληρώσει τόν πρῶτο σκοπό του, δηλ. νά γίνει τέλειος Κληρικός. Ἄν, ὅμως, δέν θέλει, νά τιμωρεῖται».

[1] Ἀπόφαση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιά δεύτερο γάμο Ἱερέων, 2-9-2018, http://www.romfea.gr/epikairotita-xronika/23626-apofasi-tou-oikoumenikou-patriarxeiou-gia-deutero-gamo-iereon
[2] Σχ. βλ. τό κείμενο τῆς λεγομένης «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου» τῆς Κρήτης (Ἰούνιος 2016) μέ τίτλο ‘’Τό μυστήριον τοῦ γάμου καί τά κωλύματα αὐτοῦ’’ στό II μέρος μέ τίτλο ‘’Κωλύματα Γάμου καί ἐφαρμογή τῆς Οἰκονομίας’’ στήν §4, https://www.holycouncil.org/-/marriage?_101_INSTANCE_VA0WE2pZ4Y0I_languageId=el_GR
[3] Ἀκολουθία τοῦ γάμου, ἔκδ. Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, 2008, σσ. 32-48.
[4] Α΄ Τιμ. 3, 2.
[5] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Ἑρμηνεία εἰς τάς ΙΔ΄ ἐπιστολάς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τ. Γ΄, ἐκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/κη 1990, σ. 196.
[6] Α΄ Τιμ. 3, 12.
[7] Ὅ. π., σ. 210.
[8] Τίτ. 1, 5-6.
[9] Ὅ. π., σ. 386.
[10] ΑΡΧΙΜ. ΣΑΡΑΝΤΗΣ ΣΑΡΑΝΤΟΣ, Ἐπιστολή πρός τόν Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Χριστόδουλον περί τοῦ δευτέρου γάμου τῶν ἐν χηρείᾳ κληρικῶν, Μαρούσι 20-12-2006,  https://www.hristospanagia.gr/41919/
[11] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ἈΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σσ. 18-19.
[12] Ὅ. π., σσ. 221-223.
[13] Ὅ. π., σ. 608.
[14] Ὅ. π., σσ. 18-20.
[15] Ὅ. π., σσ. 223-224.
[16] Ὅ. π., κς΄ Ἀποστολικός Κανών : «Τῶν εἰς κλῆρον προελθόντων ἀγάμων κελεύομεν, βουλομένους γαμεῖν, Ἀναγνώστας καὶ Ψάλτας μόνον», σ. 26.
[17] Ὅ. π., σ. 599.
[18] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Λόγος περί παρθενίας, PG 48, Σχ. βλ. ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, Τέχνη Παρθενίας. Γάμος καί ἀγαμία εἰς τά περί παρθενίας πατερικά ἔργα, ἐκδ. Βρυέννιος, Θεσ/κη 1997, σσ. 133-161.
[19] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Ἐξομολογητάριον,  Περί Ἱερωμένων, Μοναχῶν καί Καλογραίων, ἄν ὑπανδρευθοῦν μετά τήν χειροτονίαν καί τό σχῆμα τῶν Μοναχῶν, ἐκδ. Ὁ Ἅγιος Νικόδημος, Ἀθήναι, σσ. 158-164.
[20] Τοῦ ἰδίου, Πηδάλιον, Α΄ Κανών τῆς ἐν Νεοκαισαρείᾳ : «Πρεσβύτερος ἐάν γήμῃ (δηλ. ὑπανδρευθῇ), τῆς τάξεως αὐτόν μετατίθεσθαι (δηλ. καθαιρεῖσθαι)˙ ἐάν δε πορνεύσῃ ἤ μοιχεύσῃ, ἐξωθεῖσθαι αὐτόν τέλεον καί ἄγεσθαι αὐτόν εἰς μετάνοιαν», σσ. 385-386.        
[21]Ὅ. π., 6ος Κανών Μ. Βασιλείου : «Τῶν Κανονικῶν (δηλ. Κληρικῶν) τάς πορνείας εἰς γάμον μή καταλογίζεσθαι, ἀλλά παντί τρόπῳ διασπᾶν αὐτῶν τήν συνάφειαν. Τοῦτο γάρ καί τῇ Ἐκκλησίᾳ πρός ἀσφάλειαν λυσιτελές, καί τοῖς αἱρετικοῖς οὐ δώσει καθ’ἡμῶν λαβήν, ὡς διά τήν τοῦ ἁμαρτάνειν ἄδειαν ἐπισπωμένων πρός ἑαυτούς», σ. 593.  
[22] Ὅ. π., σσ. 236-237.