Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2018

«Η ακτή της Κορνουάλης»

Στήν Ἀγγλία ὑπάρχει μία ἀκτή πού πάντα εἶναι φουρτουνιασμένη. Εἶναι ἡ ἀκτή τῆς Κορνουάλης. Τά ὠκεάνεια κύματα τοῦ Ἀτλαντικοῦ ὁρμοῦν μέ ἀκατάσχετη μανία στούς μαυριδερούς της βράχους καί ἀπειλοῦν νά θρυμματίσουν κάθε σκάφος πού παραπλέει τήν ἀκτή αὐτή.
Ἀποφάσισαν λοιπόν, εἰς τό ὑψηλότερο σημεῖο της νά ὑψώσουν ἕναν φάρο, διά νά τόν βλέπουν οἱ θαλασσινοί καί νά ἀποφεύγουν τήν καταστροφή.
Τήν ἄνοιξη λοιπόν, ἐπιδέξιοι τεχνίτες ὕψωσαν ἕνα φάρο, στήν κορυφή τοῦ ὁποῖου ἄναβε καί ἔσβηνε ἕνα κόκκινο φῶς.
Ἔφθασε καί ὁ χειμώνας! Ὁ Ἀτλαντικός μέ ὅλη του τήν ὁρμή βάλθηκε νά σωριάση σέ ἐρείπια τόν φάρο. Καί τό πέτυχε. Τήν ἑπόμενη ἄνοιξη ἀνέθεσαν σέ ἄλλους τεχνίτες νά οἰκοδομήσουν ἕνα νέο φάρο. Ἀλλά καί αὐτός εἶχε τήν ἴδια τύχη. Τήν τρίτη ἄνοιξη ἀνέθεσαν σ᾿ ἕναν εὐλαβῆ μηχανικό νά ἀνεγείρει τόν φάρο. Αὐτός ἔσκαψε βαθιά στόν βράχο. Σχημάτισε μιά στερεή βάση ἀπό τσιμέντο στά πλευρά τῆς ὁποίας ἔγραψε: «Ἐάν μή Κύριος οἰκοδομήσῃ οἶκον μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες» Ψαλμ. 126:1.
Σ᾿ αὐτήν τήν βάση ὕψωσε τόν φάρο. Ἔφθασε καί ὁ χειμώνας. Τό ὑγρό στοιχεῖο τοῦ ὠκεανοῦ ὥρμησε μέ μανία ἐναντίον τοῦ φάρου. Γιά μιά στιγμή ὁ φάρος κλονίστηκε. Τό ὡσάν αἷμα κόκκινο φῶς του τρεμόσβηνε. Ὅλοι οἱ Ἄγγλοι, πού παρακολουθοῦσαν ἀπό τήν στεριά περίεργοι τόν φάρο, ὑπέθεσαν ὅτι καί ὁ τρίτος φάρος δέν θά ἀποφύγει τήν καταστροφή. Ὅμως ὁ φάρος στάθηκε ἐκεῖ σάν μυθικός ἥρωας πού δέν φοβᾶται τά βέλη τῶν ἐχθρῶν του. Δέν ἔπεσε!
Στέκει ἐκεῖ ὑψώνοντας εἰς τούς οὐρανούς τήν κόκκινη κορυφή του, διά νά διακηρύττη σ᾿ ὅλους τούς αἰῶνες πώς ὅ,τι εἶναι οἰκοδομημένο ἐπάνω στήν πίστη εἰς τόν Θεόν δέν φοβᾶται τήν κακόττητα τοῦ κόσμου, ἔστω καί ἐάν αὐτή μέ ὅλη τήν ἔντασή της ὁρμάει ἐναντίον του.
Καί σύ, νέε μου, πύργωσε τήν ζωή σου στήν πίστη, οἰκοδόμησέ την ἐπάνω εἰς τόν Ἰησοῦν Χριστόν. Καί νά εἶσαι βέβαιος ὅτι ὅσες θύελλες καί ἐάν πέσουν ἐπάνω σου, ὅσες δυστυχίες καί ἐάν συναντήσεις, δέν πρόκειται νά ἡττηθῆς, νά καταστραφῆς. Διότι ἔχεις θεμέλιον τόν Ἰησοῦν Χριστόν.
«Ἐν τίνι κατορθώσει νεώτερος τήν ὁδόν αὐτοῦ; Ἐν τῷ φυλάσσεσθαι τόν νόμον σου». Μέ ποῖον τρόπον θά ἐπιτύχει ἕνας νέος ἄνθρωπος εἰς τήν ζωήν του; ἐρωτᾶ ὁ Δαβίδ. Καί ἀπαντάει: Μέ τό νά φυλλάττη τόν νόμον σου, ὦ Κύριε!
Συνεχίζεται…
Τέλος καί τῷ Βασιλεῖ τῶν αἰώνων
ἀφθάρτῳ ἀοράτῳ μόνῳ σοφῷ Θεῷ
τιμή καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.