Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2018

Παπαδημούλης: "Για εμάς είναι η Θεσσαλονίκη. Για εσάς, είναι δικό σας θέμα πως θα την αποκαλείτε"

«Με την επικύρωση της συμφωνίας θα αυξηθεί η σταθερότητα στην περιοχή και θα επωφεληθούν οι οικονομίες και της Ελλάδας και της πΓΔΜ» τόνισε ο αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Δημήτρης Παπαδημούλης, σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα της γείτονος, «Nezavisen Vesnik» αναφορικά με τη συμφωνία των Πρεσπών, στο περιθώριο της επίσκεψής του στα Σκόπια, στο πλαίσιο της μεικτής διακοινοβουλευτικής επιτροπής ΕΕ-πΓΔΜ.
Ο επικεφαλής της ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ επεσήμανε πως «όταν πρόκειται για συμβιβασμό, κανείς δεν μπορεί να είναι 100% ικανοποιημένος, αλλά είναι σημαντικό ότι καταφέραμε να χτίσουμε γέφυρες μεταξύ των δύο κρατών, εξασφαλίζοντας ότι και οι δύο πλευρές θα είναι ικανοποιημένες από το αποτελέσματα» και πρόσθεσε ότι δεν πρέπει να χαθεί αυτό το «παράθυρο ευκαιρίας» που «είναι αποτέλεσμα της αποφασιστικότητας των Τσίπρα και Ζάεφ».
Παράλληλα, σημείωσε ότι με τη συμφωνία «η Θεσσαλονίκη, η Βόρεια Ελλάδα, η ελληνική Μακεδονία, ενδυναμώνονται εμπορικά, αυξάνεται η σταθερότητα, ενισχύονται οι πολιτιστικές σχέσεις και ο τουρισμός».
Για τη στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε Ελλάδα και πΓΔΜ, της ΝΔ και του VMRO, ο αντιπρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου υπογράμμισε ότι «παρουσιάζουν αντιφατικά επιχειρήματα, με το VMRO να τονίζει ότι ο Ζάεφ τα έδωσε όλα στον Τσίπρα, και τη ΝΔ μα τονίζει ότι ο Τσίπρας τα έδωσε όλα στον Ζάεφ, κάτι που βέβαια δεν είναι αλήθεια».
«Η αλήθεια είναι υπήρξε μια αμοιβαία επωφελής συμφωνία, την οποία στηρίζει και η πολιτική ομάδα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, στο οποίο συμμετέχουν τόσο το VMRO, όσο και η ΝΔ» είπε, ενώ για τη συνάντηση που είχε με τον επικεφαλής του VMRO, κ. Μιτσκόφσκι, τόνισε ότι «η συμβουλή μου ήταν, μιας και είναι και νέος σε ηλικία πολιτικός, να μην ακολουθήσει τα βήματα του προκατόχου του και να υιοθετήσει μια φιλοευρωπαϊκή, κεντροδεξιά προσέγγιση, που θα ήταν χρήσιμη και για τον ίδιο και για το κόμμα του, αλλά και για τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας του και την πορεία ένταξης στην ΕΕ».
«Σε κάθε περίπτωση» είπε ο κ. Παπαδημούλης, «μια ισχυρή πλειοψηφία υπέρ της συμφωνίας στο δημοψήφισμα, θα ενισχύσει τις προσπάθειες για υιοθέτηση των συνταγματικών αλλαγών», ενώ εξέφρασε την πεποίθηση ότι «θα υιοθετηθεί με καθαρή πλειοψηφία» όταν έρθει στο ελληνικό Κοινοβούλιο.
Σε ερώτηση αν θα συνηθίσουν οι Έλληνες να αποκαλούν Βορειομακεδόνες τους κατοίκους της ΠΓΔΜ, απάντησε ότι "πιστεύω ότι μετά την επικύρωση της συμφωνίας, οι Έλληνες θα ξεκινήσουν να χρησιμοποιούν το «Βόρεια Μακεδονία». Όταν πρόκειται για συμβιβασμό, κανείς δεν μπορεί να είναι 100% ικανοποιημένος, αλλά είναι σημαντικό ότι καταφέραμε να χτίσουμε γέφυρες μεταξύ των δύο κρατών, εξασφαλίζοντας ότι και οι δύο πλευρές θα είναι ικανοποιημένες από το αποτελέσματα. Είναι σημαντικό να μη χαθεί λοιπόν αυτό το «παράθυρο ευκαιρίας», καθώς με την επικύρωση της συμφωνίας θα αυξηθεί η σταθερότητα στην περιοχή και θα επωφεληθούν οι οικονομίες και της Ελλάδας και της πΓΔΜ".
Σε ερώτηση για το αν πρέπει να αποκαλούν οι Σκοπιανοί τη Θεσσαλονίκη με την ελληνική ονομασία της ή Solun, απάντησε ότι "για εμάς είναι η Θεσσαλονίκη. Για εσάς, είναι δικό σας θέμα πως θα την αποκαλείτε. Δεν αποφασίζω πως θα την ονομάζει κάποιος, αλλά για όλους τους Έλληνες, η Θεσσαλονίκη, είναι η Θεσσαλονίκη. Αυτό που έχει σημασία, είναι ότι με τη συμφωνία η Θεσσαλονίκη, η Βόρεια Ελλάδα, η ελληνική Μακεδονία, ενδυναμώνονται εμπορικά, αυξάνεται η σταθερότητα, ενισχύονται οι πολιτιστικές σχέσεις και ο τουρισμός. Πιστεύω ότι η πόλη θα γίνει ένας από τους ισχυρότερους εκφραστές της εφαρμογής αυτής της συμφωνίας".
Επίσης, ο αντιπρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου εκτίμησε ότι «το αργότερο μέχρι το Μάρτιο του 2019 η συμφωνία θα έχει κυρωθεί, με την προϋπόθεση ότι θα έχουν προηγηθεί και προχωρήσει όλα τα απαραίτητα βήματα».
Μιλώντας για την «ανησυχητική αύξηση των αντιευρωπαϊκών, λαϊκίστικων και ακροδεξιών δυνάμεων», με αφορμή τις επικείμενες ευρωεκλογές, ο Δ. Παπαδημούλης υπογράμμισε ότι «είναι σημαντικό να διαμορφωθεί η μέγιστη δυνατή, δημοκρατική και φιλοευρωπαϊκή συμμαχία, ώστε να ενισχυθεί η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης».
«Η ΕΕ πρέπει να απαντήσει στις ανησυχίες των πολιτών για περισσότερη και δικαιότερη ανάπτυξη, για κοινωνική συνοχή, για περισσότερη διαφάνεια και δημοκρατική λογοδοσία. Ο μόνος τρόπος για να απαντήσουμε σε αυτές τις προκλήσεις είναι μέσα από τη διαμόρφωση μιας ισχυρής πλειοψηφίας των δημοκρατικών συμμαχιών» τόνισε.