Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2018

Mihai-Silviu Chirila, «Η Δήλωση του Τορόντο» στη Ψευδοσύνοδο της Κρήτης [ΚΕΙΜΕΝΟ-ΒΙΝΤΕΟ]

Γράφει ὁ π. Νικόλαος Μανώλης
Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ εἶναι ἡ εἰσήγηση τοῦ κ. Mihai-Silviu Chirila στήν Ἡμερίδα “ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ καί Κολυμπάρι, δυό χρόνια μετά. Αἵρεση - Καθαίρεση - Ὀρθόδοξη Ἀντίσταση”, πού πραγματοποιήθηκε τό Σάββατο 16 Ἰουνίου 2018 στό Grand Hotel Palace Θεσσαλονίκης. Τό κείμενο τό παραθέτω καί σέ ἀρχεῖο scribd γιά τήν εὐκολότερη ἀποθήκευση στόν ὑπολογιστή σας.
Ταυτόχρονα δημοσιεύω καί τό σχετικό βίντεο μέ τήν ὁμιλία του κ. Mihai-Silviu Chirila. Ὁλόκληρο τό βίντεο τῆς ἐκδήλωσης μπορεῖτε νά τό παρακολουθήσετε πατώντας ἐδῶ.


ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΥΡΩΣΗΣ
ΤΟΥ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ «Η ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΤΟΡΟΝΤΟ»
ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
Mihai-Silviu Chirila
Ἐπιχείρημα
Μετά τήν σύνοδο τῆς Κρήτης, οἱ ὑπερασπιστές τῆς ὀρθοδόξου ὁμολογίας, πού ὑποτίθεται πώς εἶχε κάνει αὐτή ἡ συνέλευση σέ ὁλόκληρο τόν κόσμο, ἐπιχείρησαν νά ἀποδείξουν ὅτι δέν ὑπάρχει κανένας λόγος γιά τόν ὁποῖο ἡ σύνοδος πρέπει νά θεωρηθῆ αἱρετική· διότι ναί μέν ἔχουν ληφθῆ κάποιες ἀμφιλεγόμενες ἀποφάσεις, ἀλλά αὐτές δέν εἶναι τόσο σοβαρές, ὥστε νά μήν μποροῦν νά διορθωθοῦν σέ ἄλλη σύνοδο ἀνάλογη μέ τήν σύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου. Ἔχει γίνει ἀκόμη καί μία παραβολή αὐτῆς τῆς συνόδου μέ τήν Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ γεγονότος ὅτι ἐκείνη δέν διόρθωσε ὑποτιθέμενα σοβαρά λάθη τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλά ἁπλῶς ἀνέπτυξε τά σωστά δόγματα τῆς πρώτης Συνόδου, τά ὁποῖα καί ἐπιβεβαίωσε μέ τόν πρῶτο της κανόνα.
Τά περισσότερα ἐπιχειρήματα διατυπώθηκαν γύρω ἀπό τή φράση τῆς παραγράφου 6 τοῦ συνοδικοῦ κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον»: «ἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν τῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ’ αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν»1, ἡ ὁποία δέχθηκε ἔντονη κριτική ἐκ μέρους ὅσων ἀντιτίθενται στήν σύνοδο τῆς Κρήτης.
Ὁρισμένες φωνές προσπάθησαν προσυνοδικά νά προβάλουν τήν ἰδέα ὅτι καί ἄλλα ἐπίσημα κείμενα τῆς Ἐκκλησίας (τά κείμενα τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1484, ἡ Ἐγκύκλιος τῶν Ὀρθοδόξων πατριαρχῶν τοῦ 1848) περιέχουν ἀναφορές σέ κάποιο ἐκκλησιαστικό χαρακτήρα πού ἀναγνωρίστηκε στούς Ρωμαιοκαθολικούς, ἤ ὅτι πολλοί σύγχρονοι θεολόγοι χρησιμοποιοῦν αὐτή τήν διατύπωση. Αὐτή ἡ ἐπιχειρηματολογία ἀγνοεῖ ὁρισμένες πτυχές τοῦ προβλήματος:
Τό κείμενο τῆς Συνόδου τοῦ 15ου αἰώνα εἶναι ἕνα κείμενο διά τοῦ ὁποίου ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία σπάει τόν τεχνητό δεσμό πού δημιουργήθηκε μέ τήν Ρώμη μέ τήν ἀντικανονική σύνοδο τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας. Ἡ σύνοδος αὐτή ἔλαβε χώρα σέ ἕνα κλῖμα πού χαρακτηριζόταν ἀπό τήν κυριαρχία τῶν Τούρκων στόν Ὀρθόδοξο χῶρο καί τήν ἀστάθεια τοῦ πατριαρχικοῦ θρόνου τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου οἱ διορισμοί τῶν πατριαρχῶν ἐξηρτῶντο ἀπό τά πολιτικά παιχνίδια τῆς Ὀθωμανικῆς Πύλης. Μεταξύ ἄλλων, στήν Σύνοδο τοῦ 1484 συζητήθηκε καί ὁ τρόπος ἐπανεισδοχῆς στήν Ὀρθοδοξία ὅσων ζοῦσαν σέ περιοχές πού βρίσκονταν ὑπό τήν κυριαρχία τῶν Λατίνων καί εἶχαν ἀποδεχθῆ τήν Λατινική ὑπεροχή, τήν κηρυσσόμενη ἀπό τήν Σύνοδο τῆς Φερράρας. Ἀπό τά διασωθέντα ἔγγραφα καί τίς ἀναφορές τῶν ἱστορικῶν, καθίσταται σαφές ὅτι ἡ σύνοδος ἀναφέρεται κυρίως στούς Ἕλληνες πού ἀποδέχθηκαν τήν Καθολική ὑπεροχή σέ περιοχές ὅπου κυριαρχοῦσαν οἱ Λατῖνοι, καί ἡ ἀπόφαση τῆς ἐπανεισδοχῆς τους μόνο μέσω χρίσματος δέν σήμαινε τήν ἀποδοχή τοῦ Καθολικοῦ βαπτίσματος ἤ τήν ἀναγνώριση τῆς παπικῆς ἐκκλησιαστικότητας, καί ἡ ἀπόφαση αὐτή ἐλήφθη στό τέλος μιᾶς θεολογικῆς διαμάχης, στό πλαίσιο τῆς ὁποίας ἐκφράστηκε καί μία ἀντίθετη ἄποψη2. Στήν ἀπόφαση τοῦ 1484 πρέπει νά ληφθοῦν ὑπόψη ὅλες οἱ πτυχές: ἡ Λατινική ἐπιρροή, ἡ ἐπιρροή τῆς ὀθωμανικῆς κυριαρχίας, τά πολιτικά παιχνίδια, οἱ προσωπικές θεολογικές ἀπόψεις τῶν ἐμπλεκομένων σέ αὐτήν τήν διαδικασία, ἡ φύση τῶν μεταστρεφομένων στούς ὁποίους ἐχορηγεῖτο τό Χρῖσμα (οἱ περισσότεροι Ἕλληνες πού ἐπιθυμοῦσαν νά ἐπιστρέψουν στήν Μητέρα Ἐκκλησία μετά τήν ἀπαλλαγή τους ἀπό τήν λατινική πολιτική κυριαρχία).
Αὐτή ἡ θεολογική διαμάχη ἀναφορικά μέ τό βάπτισμα τῶν μεταστρεφομένων αἱρετικῶν ἔλαβε τέλος μέ τόν Ὅρο τοῦ 1755, ὅπου ἀποφασίστηκε ὅτι ὅλοι ὅσοι προσέρχονται στήν Ὀρθοδοξία προερχόμενοι ἀπό τούς αἱρετικούς πρέπει νά ἀναβαπτίζονται3. Ὁ Ὅρος ἀμφισβητήθηκε ἔντονα ἀπό τούς παπικούς ἀπεσταλμένους καί ἀπό μερικούς διαφωτισμένους μητροπολῖτες καί συνέβαλε στήν ἀνατροπή τοῦ πατριάρχη πού τόν ἐξέδωσε, καί αὐτό ὑποδεικνύει τό πολιτικό κλῖμα μέσα στό ὁποῖο λήφθηκαν αὐτές οἱ ἀποφάσεις.
Τό πατριαρχικό ἔγγραφο τοῦ 19ου αἰώνα περιγράφει τόν Παπισμό παραβάλλοντάς τον μέ τόν ἀρχαῖο Ἀρειανισμό, προφητεύοντας ὅτι δέν θά ἀντέξει ὡς τό τέλος4. Θεωρεῖ τό filioque αἵρεση καί ἄλλες παπικές διδασκαλίες ὡς καινοτομίες, τούς δέ παπικούς ἱεραποστόλους ἀποκαλεῖ «ψυχοκάπηλους». Ὅταν στό κείμενο γίνεται λόγος γιά «Καθολική Ἐκκλησία», ἐννοεῖται ἡ παγκόσμια Ἐκκλησία καί ὄχι ἡ παπική αἵρεση, ἡ δέ ἀναφορά στήν εἰσαγωγή καινοτομιῶν στήν «Δυτική Ἐκκλησία» ἐννοεῖ τήν (Ὀρθόδοξη) Ἐκκλησία τῆς Δύσεως πρίν τό Σχίσμα τοῦ 1054, ὅταν ἡ Δύση βρισκόταν ἀκόμα σέ κοινωνία μέ τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ὅσο γιά τά κανονικά πρεσβεῖα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης στήν τάξη τῆς ἱεραρχίας, ἡ ἐγκύκλιος δηλώνει ὅτι αὐτά ὑπῆρχαν ὅσο ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης «καθαρῶς ἰθύνετο διά τῶν πατρίων δογμάτων, στοιχοῦσα τῷ ἀλανθάστῳ κανόνι τῆς τε Γραφῆς καί τῶν Ἱερῶν Συνόδων», ἀφοῦ περιέπεσε ὅμως σέ αἵρεση«αὐτό τό πρωτεῖον ἐξ ἀδελφικοῦ τύπου καί πρεσβείου ἱεραρχικοῦ εἰς κυριαρχικόν μεταπεπτωκός»5.
Ἀκόμη καί νά ἦταν ἀλήθεια ὅτι τά κείμενα αὐτά ἀναφέρονται στόν παπισμό μέ τόν ὅρο «Ἐκκλησία» ἤ ὅτι ἐκείνη τήν ἐποχή ὁ παπισμός εἶχε κάποια ἐκκλησιαστικά χαρακτηριστικά, οἱ τεράστιές του πτώσεις μετά τά μέσα τοῦ 19ου αἰώνα, ὅταν ἡ Α΄καί ἡ Β´ Σύνοδος τοῦ Βατικανοῦ διακήρυξαν τήν ὑπεροχή καί τήν οἱονεί θεϊκή ὑπόσταση τοῦ πάπα Ρώμης καί ἄλλα αἱρετικά δόγματα, κατέστησαν κάθε ἀναφορά σέ καταστάσεις τοῦ παρελθόντος ἐντελῶς ἄκυρη γιά τήν παρούσα ἐποχή, δεδομένου ὅτι εἶναι στή φύση μιᾶς αἵρεσης νά ἀπομακρύνεται μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου ὅλο καί περισσότερο ἀπό τήν ἀλήθεια τῆς ὀρθοδόξου πίστεως.
Στήν προσπάθεια διαχείρισης αὐτῆς τῆς πτυχῆς τοῦ ζητήματος οἱ ὑπερασπιστές τῆς συνόδου τῆς Κρήτης ἦρθαν ἀντιμέτωποι καί μέ τήν ἑξῆς παράδοξη κατάσταση:
Ἀφ’ ἑνός, προσπαθοῦν νά ἀποδείξουν ὅτι στήν Κρήτη ἀκολουθήθηκε μιά παλαιότερη ὀρθόδοξη γραμμή, ἡ ὁποία ἀναγνωρίζει τρόπον τινά κάποια ἐκκλησιαστικότητα στόν παπισμό καί στόν προτεσταντισμό καί, ἀφ’ ἑτέρου, διατείνονται περίτρανα πώς ἡ Σύνοδος δέν ἀναγνώρισε μέ κανέναν τρόπο ὅτι ἐκεῖνες οἱ κοινότητες εἶναι «ἐκκλησίες», ἀλλά ἔκανε μόνο μιά «πράξη εὐγένειας», ἀποδεχόμενη τήν πραγματικότητα, ὅτι οἱ ἴδιες ἀποκαλοῦν ἔτσι τόν ἑαυτό τους.
Ἀναπτύχθηκε ἀκόμη καί ἡ ἐπιχειρηματολογία σύμφωνα μέ τήν ὁποία τό ἁπλό γεγονός τῆς ἀναγνώρισης τῆς ἱστορικῆς ὀνομασίας δέν σημαίνει τίποτε, διότι δέν σημαίνει μέ αὐτό πού λέχθηκε ὅτι αὐτές εἶναι καί «ἐκκλησίες» (ὡσάν ἀνήκουσες στήν ὀρθόδοξη), ὡσάν νά ἦταν δυνατόν νά ἀναγνωρίζεις τήν ὀνομασία κάποιου πράγματος καί ταυτόχρονα νά ἀρνεῖσαι τούς λόγους οἱ ὁποῖοι κάνουν ἐκεῖνο τό πρᾶγμα νά ἔχει τήν συγκεκριμένη ὀνομασία.
Ἡ μόνη πέτρα σκανδάλου γιά ὅλους, ὅσοι τοποθετήθηκαν ὑπέρ τῆς συνόδου τῆς Κρήτης, ὑπῆρξε ἡ πραγματικότητα ὅτι στήν παράγραφο 19 τοῦ κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» ἔγινε ἡ ἀποδοχή τῆς «Δηλώσεως τοῦ Τορόντο», τῆς ὁποίας οἱ ἐκκλησιολογικές προϋποθέσεις θεωρήθηκαν ὡς κεφαλαιώδους σημασίας γιά τήν συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στό Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν. Οἱ περισσότερες ἀπόψεις τῶν ἀπολογητῶν τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης συγκλίνουν στήν ἰδέα ὅτι ἐκεῖ δέν ἔγιναν δεκτές παρά μόνον οἱ ἐκκλησιολογικές προϋποθέσεις πού παρατίθενται στό κείμενο, χωρίς νά εἶναι ὅμως κατανοητό:
Πῶς εἶναι δυνατόν ἡ διατύπωση τοῦ κειμένου νά χρησιμοποιεῖ ἕναν ἀόριστο πληθυντικό, ὁ ὁποῖος ἀφήνει νά ἐννοηθῆ ὅτι ὅλες οἱ ἐκκλησιολογικές προϋποθέσεις ἐκείνου τοῦ κειμένου εἶναι ἀποδεκτές καί ζωτικῆς σημασίας;
Γιατί ἐπιλέχθηκαν τέσσερις ἐπιδοκιμαστικές ἀπόψεις ἀπό ἕνα κείμενο τό ὁποῖο στό σύνολό του εἶναι ἐντελῶς αἱρετικό;
Γιατί δέν διευκρινίστηκε ὅτι οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες θεωροῦν τίς ὑπόλοιπες προϋποθέσεις τῆς «Δηλώσεως» ὡς αἱρετικές καί τίς καταδικάζουν;
Στήν παροῦσα μελέτη προτιθέμεθα νά ἀποδείξουμε ὅτι τό κλειδί τῆς κατανόησης τοῦ αἱρετικοῦ χαρακτήρα τῆς συνόδου τῆς Κρήτης εἶναι ἡ ἀποδοχή τῆς «Δηλώσεως τοῦ Τορόντο» στά κείμενα της. Ὅλες οἱ ἀποφάσεις πού συμπεριέλαβε ἡ Σύνοδος στό κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» ἐμφοροῦνται ἀπό τό πνεῦμα αὐτῆς τῆς αἱρετικῆς οἰκουμενιστικῆς δηλώσεως καί πρέπει νά κατανοηθοῦν ὑπό τό πρῖσμα αὐτό.
Τί εἶναι ἡ «Δήλωση τοῦ Τορόντο»;
Τό 1950, δύο χρόνια μετά τήν πρώτη Γενική Συνέλευση τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν πού εἶχε λάβει χώρα στό Ἄμστερνταμ, ἡ Κεντρική Ἐπιτροπή τοῦ Παγκόσμιου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν εἶχε συντάξει μιά δήλωση εὐρύτερα γνωστή ὡς «Δήλωση τοῦ Τορόντο». Μαζί μέ τό Καταστατικό τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιῶν ἡ «Δήλωση τοῦ Τορόντο» θεωρεῖται ἕνας ἐκ τῶν στύλων τῆς οἰκουμενιστικῆς κίνησης, φέροντας ἐνίοτε καί τό ὄνομα «Magna Charta» τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν.
Ἡ «Δήλωση τοῦ Τορόντο» ἔχει συνταχθεῖ ἀπό τόν γραμματέα τοῦ Π.Σ.Ε. Willem Visser’t Hooft μαζί μέ τόν συνάδελφό του Oliver Tomkins6 καί ἀποτελεῖ καρπό προκαταρκτικῆς διαβούλευσης μέ τούς ρωμαιοκαθολικούς θεολόγους7 καί ὁρισμένους ὀρθοδόξους θεολόγους, μεταξύ τῶν ὁποίων μιά συμβολή εἶχε καί ὁ πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Φλορόφσκι. Ὁ σκοπός αὐτῆς τῆς δήλωσης ἦταν ἡ σύνταξη μιᾶς ἀντίληψης γιά τό τί ἀποτελεῖ καί τί δέν ἀποτελεῖ τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν. Ἡ ἀφετηριακή ἰδέα αὐτῆς τῆς δήλωσης ἦταν ἡ δημιουργία ἑνός χώρου πού νά λαμβάνει ὑπόψη τήν ποικιλομορφία πού ὑπάρχει στόν χριστιανικό κόσμο, τόσο σέ ἐκκλησιολογικό, ὅσο καί σέ δογματικό ἐπίπεδο. Ὅπως δηλώνει ὁ ρῶσος οἰκουμενιστής Vitali Borovoy, ἡ «Δήλωση» δημιούργησε ἕναν χῶρο ἐκκλησιολογικῆς ποικιλομορφίας8.
Ὑπό τήν μορφή μέ τήν ὁποία ἔγινε δεκτή, ἡ «Δήλωση τοῦ Τορόντο» προσπαθεῖ νά χαράξει τίς γενικές ἀρχές ἀναφορικά μέ τόν τρόπο κατά τόν ὁποῖον πρέπει νά λειτουργεῖ τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν καί νά σχετίζεται μέ τίς «ἐκκλησίες»-μέλη, ἀλλά περιλαμβάνει καί μερικές οὐσιώδεις ἀρχές σχετικά μέ τό τί εἶναι ἡ ἐκκλησία ἀπό οἰκουμενιστικῆς ἀπόψεως. Σέ αὐτό τό κείμενο κάνει ἐντύπωση ἡ ἀμφίσημη γλώσσα, τρόπον τινά σχιζοφρενική, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει ἐν γένει κάθε οἰκουμενιστικό κείμενο.
Ἡ «Δήλωση τοῦ Τορόντο» περιέχει τέσσερα μέρη: μιά εἰσαγωγή, ἡ ὁποία συνδέει τήν Δήλωση μέ τήν ἀπόφαση σχετικά μέ τό «κῦρος τῆς Ἐκκλησίας», ἡ ὁποία ἔχει ληφθῆ στήν Συνέλευση τοῦ Ἄμστερνταμ, ἕνα ἐπιχείρημα ὑπέρ τῆς ἀναγκαιότητας ἀποσαφήνισης τοῦ καταστατικοῦ τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, ἕνα μέρος στό ὁποῖο καθορίζεται τό τί δέν εἶναι τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν καί ἕνα τελικό μέρος στό ὁποῖο καθορίζεται τί ἀκριβῶς εἶναι τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν καί ἰδίως τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ Ἐκκλησία ἐξ ἀπόψεως τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν.
Αὐτό πού μᾶς ἐνδιαφέρει γιά τόν σκοπό τῆς μελέτης μας εἶναι τό γεγονός ὅτι μέ τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης οἱ οἰκουμενιστές, ἐν ὀνόματι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, θεώρησαν καί ἀκόμη θεωροῦν στίς μέρες μας τήν «Δήλωση τοῦ Τορόντο» ὡς οὐσιώδους σημασίας γιά τήν ὀρθόδοξη συμμετοχή στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν.
Ὁ λόγος μίας τέτοιας στάσης εἶναι τό γεγονός ὅτι στό μέρος μέσα στό ὁποῖο καθορίζεται τί δέν εἶναι τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν -αὐτό πού οἱ θεολόγοι ὀνομάζουν «ἀρνητική γλῶσσα» τοῦ κειμένου - βρίσκονται ὁρισμένες ἀρχές τίς ὁποῖες οἱ ὀρθόδοξοι συμμετέχοντες στόν οἰκουμενιστικό διάλογο θεωροῦν ἐπαρκεῖς γιά τήν ἐγγύηση τῆς συμμετοχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σέ αὐτό τόν διάλογο, χωρίς αὐτή νά ὑποχρεοῦται νά κάνει ὑποχωρήσεις στό θέμα τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας.
Μερικοί προτεστάντες θεολόγοι συμμετέχοντες στόν οἰκουμενιστικό διάλογο ἐπέκριναν ἤδη τήν Δήλωση, καταγγέλοντας ὅτι μέ τόν καθορισμό αὐτῆς τῆς οὐδετερότητας τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν γίνεται μία ἐξαιρετικά μεγάλη ὑποχώρηση γιά τούς Ὀρθοδόξους, περιορίζοντας τόν ρόλο τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν σέ ἕνα ἁπλό φόρουμ συζητήσεων9, καί σέ πρακτικό δέ ἐπίπεδο ἡ ἐκκλησιολογική οὐδετερότητα δέν ἔγινε ποτέ πραγματικά σεβαστή.
«Ἡ ἀρνητική γλώσσα»
Οἱ κύριες ἀναφορές τῆς «Δήλωσης»10 σχετικά μέ τό τί δέν εἶναι τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες παρατίθενται σέ γενικές γραμμές καί στήν παράγραφο 19 τοῦ συνοδικοῦ κειμένου τῆς Κρήτης «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» εἶναι οἱ ἀκόλουθες:
«Τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν δέν εἶναι καί δέν πρέπει ποτέ νά γίνει “Ὑπέρ - Ἐκκλησία”» (παρ. § 3, 1).
«Σκοπός τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν δέν εἶναι νά διαπραγματεύεται ἑνώσεις μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν, ὅπερ δύναται νά γίνῃ μόνον ὑπό τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐνεργουσῶν ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, ἀλλά νά φέρῃ τάς Ἐκκλησίας εἰς ζῶσαν ἐπαφήν πρός ἀλλήλας καί νά προαγάγῃ τήν μελέτην καί συζήτησιν τῶν ζητημάτων τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος» (παρ. § 3, 2).
 «Τό Π.Σ.Ε. δέν δύναται καί δέν ὀφείλει νά βασίζεται ἐπί οἱασδήποτε ἰδιαιτέρας ἀντιλήψεως περί τῆς Ἐκκλησίας» (παρ. § 3, 3).
«Τό ἀποτελεῖν μέλος τοῦ Π.Σ.Ε. δέν συνεπάγεται ὅτι μία ἐκκλησία σχετικοποιεῖ τήν δική της περί Ἐκκλησίας ἀντίληψη» (παρ. § 3, 4).
«Τό ἀποτελεῖν μέλος τοῦ Π.Σ.Ε. δέν συνεπάγεται τήν ἀποδοχήν εἰδικῆς διδασκαλίας, ἀφορώσης τήν φύσιν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος» (παρ. § 3, 5).
«Αἱ Ἐκκλησίαι-μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. θεωροῦν τήν σχέσιν ἄλλων Ἐκκλησιῶν πρός τήν Ἁγίαν, Καθολικήν Ἐκκλησίαν, τήν ὁποίαν ὁμολογοῦν τά Σύμβολα, ὡς ὑποκείμενον ἀμοιβαίας ἐξετάσεως. Οὐχ ἧττον τό εἶναι μέλος δέν συνεπάγεται ὅτι ἑκάστη Ἐκκλησία ὀφείλει νά θεωρῇ τάς ἄλλας Ἐκκλησίας-μέλη ὡς Ἐκκλησίαν ἐν τῇ πλήρει καί ἀληθεῖ ἐννοίᾳ τῆς λέξεως» (παρ. § 4, 4).
Ὅλες αὐτές οἱ ἀρχές πού διατυπώνονται στήν Δήλωση φάνηκαν στούς ὀρθοδόξους θεολόγους συμμετέχοντες στόν οἰκουμενιστικό διάλογο μία ἰσχυρή ἐγγύηση προκειμένου νά γίνουν μέλη τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν ἤ νά παραμένουν δραστήριοι σέ αὐτή τήν διαδικασία, παρά τό γεγονός ὅτι τό ὑπόλοιπο κείμενο περιέχει ἐκκλησιολογικές προοπτικές ἀντίθετες πρός τήν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία καί διά τούτου διαψεύδονται οἱ ἀξιώσεις τοῦ Π.Σ.Ε. περί ἐκκλησιολογικῆς οὐδετερότητας.
Θά ἀναλύσουμε ἐν συνεχεία αὐτές τίς ἐκκλησιολογικές ἀρχές πού ἐπικαλεῖται ἡ σύνοδος τῆς Κρήτης καί θά ἀποδείξουμε ὅτι ἀκόμη καί νά ἀγνοήσουμε τό ὑπόλοιπο τοῦ αἱρετικοῦ κειμένου τοῦ Τορόντο, αὐτές ἔχουν ἕνα αἱρετικό περιεχόμενο καί μέ τήν ἀντίφαση στούς ὅρους πού περιέχουν στήν διατύπωσή τους, ἀποτελοῦν μιά χίμαιρα, καί οὐδόλως μιά ἰσχυρή ἐγγύηση μιᾶς συγκεκριμένης συμπεριφορᾶς στό πλαίσιο τοῦ Π.Σ.Ε.
«Τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν δέν εἶναι καί δέν πρέπει ποτέ νά γίνει “Ὑπέρ - Ἐκκλησία”» (παρ. § 3, 1).
Ἡ πιό ἑλκυστική ὑπόσχεση γιά τούς ὀρθοδόξους θεολόγους ὑπῆρξε ἡ προϋπόθεση ὅτι τό Π.Σ.Ε. δέν θά γίνει ποτέ μιά «ὑπέρ-ἐκκλησία» καί ὅτι στήν οὐσία δέν θά προσλάβει ποτέ ἐκκλησιαστικά χαρακτηριστικά. Τό ἔτος 1961 μέ τήν εὐκαιρία τῆς ἐπικύρωσης τῆς «Δήλωσης τοῦ Τορόντο» ἀπό τήν Γενική Συνέλευση τοῦ Π.Σ.Ε. πού ἔλαβε χώρα στό Νέο Δελχί, στό ἄρθρο 49 ἑνός ἐγγράφου μέ τίτλο «Δήλωση περί ἑνότητος» γράφεται: «Εἴμαστε σέ θέση τοὐλάχιστον νά ποῦμε ὅτι τό Παγκόσμιο Συμβούλιο δέν εἶναι κάτι τό ἐντελῶς διαφορετικό ἀπό τίς ἐκκλησίες-μέλη. Αὐτό ἀποτελεῖ τίς ἐκκλησίες εὑρισκόμενες σέ διαρκῆ σύνοδο»11 (ἡ ἔμφαση τοῦ γράφοντος). Μέ ἄλλα λόγια, τό Π.Σ.Ε. δέν εἶναι μία «ὑπέρ-ἐκκλησία», ἀλλά τό ἀνώτατο διαβουλευτικό ὄργανο τῆς οἰκουμενιστικοῦ τύπου «ἐκκλησίας», ἡ διαρκής της σύνοδος. Ἡ ἰδέα αὐτή ἐνισχύεται καί ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τήν βλασφημία πού βρίσκεται στό τέλος τῆς ἀναφερόμενης παραγράφου, στήν ὁποία λέγεται: «Πολλοί χριστιανοί συνειδητοποιοῦν τώρα τό γεγονός ὅτι τό Συμβούλιο εἶναι, κατά ἕναν νέο καί ἄνευ προηγουμένου τρόπο, ἕνα ἐργαλεῖο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διά τοῦ ὁποίου πραγματώνεται τό θέλημα τοῦ Θεοῦ γιά ὅλη τήν Ἐκκλησία καί διά τῆς Ἐκκλησίας, γιά ὅλον τόν κόσμο».
Καθόσον, ἀπό ὀρθόδοξη ἄποψη, τό συνοδικό σύστημα τῆς ἐκκλησίας εἶναι ἐκεῖνο πού δίνει τό μέτρο τῆς καθολικότητάς της, μέ τήν ἀποδοχή αὐτῆς τῆς ἄποψης ὡς ὑπόσχεσης ὅτι τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν δέν θά γίνει μιά ὑπέρ-ἐκκλησία, ἔγινε δεκτή ἡ ἰδέα τῆς καθολικότητας τοῦ Π.Σ.Ε. ὡς ἡγετικοῦ φόρουμ τῆς «Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ», ὅπως τό διατυπώνει ἡ Δήλωση τοῦ Νέου Δελχί.
Ἄν κάνουμε μία ἀναλογία μέ τόν συνοδικό τρόπο διοικήσεως τῆς παγκοσμίου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖον κάθε τοπική Ἐκκλησία εἶναι ἕνα μέλος μέ πλήρη δικαιώματα, τά ὁποῖα ἀπορρέουν ἀπό τήν πληρότητα τῆς χάριτος καί τήν ὀρθοδοξία τῆς πίστεως, μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν θεωρεῖ ὅλα τά συμμετέχοντα μέλη σ’ αὐτήν τήν «διαρκή σύνοδο» ὡς «πλήρεις ἐκκλησίες», εὑρισκόμενες σέ μία πλήρη κατάσταση χάριτος. Διαφορετικά πῶς θά ἦταν δυνατόν νά συμμετέχουν σέ αὐτήν τήν σύνοδο «δία τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ τό Ἅγιον Πνεῦμα»; Πρόκειται γιά μία πρακτική ἐφαρμογή τῆς θεωρίας τῶν κλάδων.
Ἡ θεωρία τῆς «ἀπολεσθείσης ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας» (§ 3, 2)
Ἡ δεύτερη παράγραφος τῆς «Δηλώσεως» διατυπώνει τόν σκοπό πού ἀνέλαβε τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, τό νά φέρει τίς ἐκκλησίες σέ μιά ζῶσα ἐπαφή καί νά προαγάγη τήν μελέτη καί συζήτηση τῶν ζητημάτων τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι προφανές ὅτι ἡ «Ἐκκλησία» στήν ὁποία κάνει ἀναφορά αὐτό τό κείμενο δέν εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλά αὐτό πού τό κείμενο ὀνομάζει «ἀληθή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ», «Ἁγία Καθολική Ἐκκλησία τήν ὁποίαν ὁμολογοῦν τά Σύμβολα».
Ἀπό ἐδῶ προκύπτει ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀνέλαβε μέ μιά αἱρετική ἀπόφαση μιᾶς πανορθοδόξου συνόδου, νά λάβει μέρος στήν πραγμάτωση τῆς ἑνότητος μιᾶς «Ἐκκλησίας» διαφορετικῆς ἀπό τήν ὀρθόδοξη, πρᾶγμα τό ὁποῖο ἀντιβαίνει στό σκοπό καί τήν ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ὅταν ἐρωτῶνται οἱ ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων οἰκουμενιστές, ἀπαντοῦν ἐλλιπῶς ὅτι ὁ σκοπός τῆς παρουσίας τῆς Ἐκκλησίας μας σ’ αὐτήν τήν αἱρετική πλατφόρμα θρησκευτικοῦ διαλόγου εἶναι «νά δίνει μαρτυρία». Ἡ ἀπόφαση τῆς 26ης Ὀκτωβρίου τῆς Συνόδου τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας ἀναφέρει ὅτι «ἡ Αγία και Μεγάλη Σύνοδος ὁμολόγησε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία». Ἡ παράγραφος 3, 2 τῆς «Δηλώσεως» ἀναφέρει ὅμως ὅτι ὁ «σκοπός τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν εἶναι … νά φέρη τάς Ἐκκλησίας εἰς ζῶσαν ἐπαφήν πρός ἀλλήλας καί νά προαγάγη τήν μελέτην καί συζήτησιν τῶν ζητημάτων τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος». Γίνεται λόγος γιά μία ζῶσα ἐπαφή μεταξύ τῶν «ἐκκλησιῶν», δηλαδή γιά μιά ἐκκλησιαστική, ὅσο δυνατόν πραματική σχέση μεταξύ ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν μέ σκοπό τήν πραγμάτωση τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας.
Πουθενά στήν ἱστορία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δέν γίνεται λόγος γιά πραγμάτωση μίας ζώσας ἐπαφῆς μεταξύ τῆς Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καί τῶν αἱρέσεων. Μία ζῶσα ἐπαφή προϋποθέτει δύο ζωντανές ὑποστάσεις, πρᾶγμα τό ὁποῖο μέ τήν σειρά του προϋποθέτει τήν ἀναγνώριση ἀπό τήν Ὀρθοδόξη Ἐκκλησία μιᾶς κάποιας ἐκκλησιαστικότητας στούς συμμετέχοντες στόν διάλογο.
Δέν μποροῦμε νά κατανοήσουμε τήν οἰκουμενιστική ἔννοια τῆς μελέτης καί συζήτησης τῶν ζητημάτων τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος παρά μόνον σέ συνάρτηση καί μέ ἅλλες διατυπώσεις τῆς ἐν λόγῳ δηλώσεως, οἱ ὁποῖες μᾶς δείχνουν τήν θεώρηση τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν ἀφ’ ἑνός γιά τήν «Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ», καί ἀφ’ ἑτέρου γιά τίς «ἐκκλησίες-μέλη».
Ἔτσι, ἐνστερνιζόμενη τόν σκοπό τοῦ Π.Σ.Ε. γιά τήν «μελέτην καί συζήτηση τῶν ζητημάτων τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος», ἡ σύνοδος τῆς Κρήτης ἀποδέχεται ἐμμέσως ὅτι οἱ ἐκκλησίες μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. «πιστεύουν ὅτι συνομιλία, συνεργασία καί κοινή μαρυρία τῶν Ἐκκλησιῶν ὀφείλουν νά στηρίζονται ἐπί τῆς κοινῆς ἀναγνωρίσεως ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ θεία κεφαλή τοῦ σώματος» (παρ. § 4, 1). Αὐτό τό ἀπόσπασμα προϋποθέτει τό γεγονός ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ κεφαλή ὅλων τῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων, οἱ ὁποῖες μέ τήν σειρά τους ὑποτίθεται πώς εἶναι μέλη τοῦ σώματος τοῦ ὁποίου κεφαλή εἶναι ὁ Χριστός. Ἡ «Δήλωση» ὑποστηρίζει μάλιστα αὐτή τήν αἱρετική ἰδέα σέ μία διατύπωση τῶν Ὀρθοδόξων ἀντιπροσώπων στήν οἰκουμενιστική συνάντηση τοῦ Ἐδιμβούργου τοῦ 1937, στήν ὁποία ἀναφέρεται ὅτι «Παρ’ ὅλας τάς διαφοράς ἡμῶν, ὁ κοινός ἡμῶν διδάσκαλος καί Κύριος εἶναι εἷς... ὁ Ἰησοῦς Χριστός, Ὅστις θά ὁδηγήσῃ ἡμᾶς εἰς στενωτέραν ὁλονέν συνεργασίαν πρός τήν οἰκοδομήν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ». Ἡ ἰδέα ὅτι ὁ Χριστός εἶναι κεφαλή ὅλων τῶν αἱρέσεων εἶναι μία βλασφημία, τήν ὁποία οἱ ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων συμμετέχοντες στόν οἰκουμενιστικό διάλογο παραβλέπουν ἤ, ἀκόμη πιό σοβαρό, ὁρισμένοι ἀπό αὐτούς τήν πιστεύουν κιόλας.
Ἀπό αὐτήν τήν αἱρετική ἰδέα μποροῦν νά προκύψουν ὅλες οἱ ἄλλες οἰκουμενιστικές ἀντιλήψεις περί τῆς φύσης τῆς Ἐκκλησίας, διότι, ἄν ἀποδεχτοῦμε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ Κεφαλή ὅλων τῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων, τότε ὅλες αὐτές εἶναι διασκορπισμένα μέλη τοῦ ἴδιου Σώματος. Στήν πραγματικότητα ὅμως ὁ Χριστός εἶναι Κεφαλή μόνον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, διότι ὅλες οἱ ἄλλες χριστιανικές κοινότητες, ὡς αἱρετικές, εἶναι ἀποκομμένες ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας Κεφαλή εἶναι ὁ Χριστός. Ἡ παράγραφος 4, 1 ἀναφέρει στό σχόλιό της ὅτι «σχέσις μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν δέν δύναται νά ὑφίσταται ἤ νά ἐλπίζηται, ἄν μή ἔχῃ τήν ἀρχήν της εἰς τήν κοινήν ὑποταγήν τῶν Ἐκκλησιῶν εἰς τήν ἡγεσίαν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ Του». Ἡ ἰδέα ὅτι ὁ Χριστός εἶναι κεφαλή ὅλων τῶν ἐκκλησιῶν ὑποτίθεται πώς ὑποχρεώνει αὐτές τίς ἐκκλησίες νά «εἰσέλθουν εἰς πραγματικάς καί στενάς σχέσεις πρός ἀλλήλας».Μολονότι ἀφήνει νά ἐννοηθῆ ὅτι ἡ συμμετοχή στούς οἰκουμενιστικούς διαλόγους εἶναι ἀμιγῶς ἕνα ζήτημα μαρτυρίας, οἱ ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων οἰκουμενιστές δέχονται νά συμμετέχουν σέ μία «πραγματική καί στενή σχέση» μέ τίς αἱρέσεις, τίς ὁποῖες θεωροῦν μέρος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ὁ στόχος τοῦ Π.Σ.Ε. παραμένει ἡ πραγμάτωση τῆς ὁρατῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν ἐναρμόνιση τῶν «διαφορῶν» πού ὑπάρχουν ἀνάμεσα σέ ὅσους «ὑποτάσσονται στήν Κεφαλή - Χριστός».
Μία ἄλλη φαινομενικά σωστή διατύπωση εἶναι ὅτι οἱ ἐκκλησίες - μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. ἀναγνωρίζουν, μέ βάση τήν Καινή Διαθήκη, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία (παρ. § 4, 2). Εἶναι φαινομενικά σωστή αὐτή ἡ διατύπωση, διότι αὐτή καθ᾽ ἑαυτήν εἶναι ἀληθής: ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὄντως μία. Ἡ μαρτυρία τῆς Καινῆς Διαθήκης ἐνισχύεται ὅμως καί ἀπό τήν Ἱερά Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἰδίως ἀπό τά ἀπολογητικά καί τά κανονικά συγγράμματα, τά ὁποῖα ὁριοθετοῦν πολύ σαφῶς τήν Ἐκκλησία ἀπό τήν αἵρεση. Κατά ἕναν τρόπο πού θυμίζει τό «sola Scriptura», τό κείμενο δέν ἀναφέρει τίποτα γιά τήν Ἱερά Παράδοση. Ἡ ἐπεξήγηση αὐτῆς τῆς παραγράφου κάνει λόγο γιά τήν ἀντιφατικότητα πού προκύπτει ἀπό τήν ἀντιπαραβολή τῆς καινοδιαθηκικῆς διατύπωσης ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία καί τῆς πραγματικότητας ὅτι«ὑπάρχουν τόσο πολλές ἐκκλησίες οἱ ὁποῖες ἔχουν τήν ἀξίωση ὅτι εἶναι ἐκκλησίες τοῦ Χριστοῦ, ὅμως δέν ζοῦν σέ ἑνότητα μετ’ ἀλλήλων».
Στήν πραγματικότητα ὅμως ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία, ἔτσι ὅπως τήν περιγράφει ἡ Καινή Διαθήκη καί τήν ὁμολογεῖ τό Σύμβολο τῆς Πίστεως (Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως) καί αὐτή εἶναι μόνον ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ἐκτός αὐτῆς δέν ὑπάρχουν παρά μόνο αἱρέσεις καί σχίσματα. Δέν μπορεῖ νά γίνεται λόγος γιά τό ὅτι δῆθεν ὑπάρχουν περισσότερες «ἐκκλησίες», οἱ ὁποῖες ἔχουν τήν ἀξίωση ὅτι εἶναι «ἐκκλησίες τοῦ Χριστοῦ», οὔτε γιά ἕνα «ἁπλό χριστιανικό καθῆκον νά πράξῃ ὅ, τι δυνατόν, ἵνα ἡ Ἐκκλησία ἐκδηλωθῇ ἐν τῇ μοναδικότητί της», στό ὁποῖο ἀναφέρεται ἡ ἐπεξήγηση τῆς παραγράφου, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πρέπει νά συμπεριλαμβάνει καί τίς αἱρέσεις καί τά σχίσματα πού βρίσκονται ἐκτός αὐτῆς.
Γιά νά κατανοήσουμε πῶς τό Π.Σ.Ε. ἐπιθυμεῖ νά πραγματοποιήσει τόν σκοπό τῆς μελέτης καί τῆς συζήτησης τῶν ζητημάτων τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, θά πρέπει νά ἔχουμε ὑπόψη μας μία ἄκρως ἐπίμαχη προϋπόθεση: «Αἱ Ἐκκλησίαι-μέλη τοῦ ΠΣΕ ἀναγνωρίζουν ἐν ἄλλαις Ἐκκλησίαις στοιχεῖα τῆς ἀληθοῦς Ἐκκλησίας. Θεωροῦν ὅτι ἡ ἀμοιβαία αὕτη ἀναγνώρισις ὑποχρεοῖ αὐτάς ν᾽ ἄρξωνται σοβαρᾶς συνδιαλέξεως μετ᾽ ἀλλήλων, ἐν τῇ ἐλπίδι ὅτι τά στοιχεῖα ταῦτα τῆς ἀληθείας, θά ὁδηγήσουν εἰς τήν ἀναγνώρισιν τῆς ὅλης ἀληθείας καί εἰς ἑνότητα βασιζομένην ἐπί τῆς ὅλης ἀληθείας» (παρ. § 4, 5).
Αὐτή ἡ προϋπόθεση, ἡ ὁποία ἐμπνεύστηκε ἀπό τήν προτεσταντική θεολογία τῶν «στοιχείων πού δεικνύουν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας», θεωρεῖ ὅτι αὐτά τά στοιχεῖα εἶναι τά ἑξῆς: τό κήρυγμα τοῦ λόγου, ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων Γραφῶν καί ἡ τέλεση τῶν Μυστηρίων. Ἀπό τήν ἄποψη τοῦ ὀρθόδοξου δόγματος, ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει κήρυγμα τοῦ λόγου, ἐπειδή οἱ αἱρέσεις ἐμφανίστηκαν στήν ἱστορία ἀκριβῶς ὡς συνέπεια κηρύγματος ἄλλων διδασκαλιῶν διαφορετικῶν ἀπό τόν ζωοποιό Λόγο. Ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων Γραφῶν γίνεται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὑπό τό φῶς τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως, ἤτοι τοῦ φρονήματος τῶν Πατέρων, καί ὄχι βάσει κάποιων προσωπικῶν «ἀποκαλύψεων», ὅπως συμβαίνει παραδείγματος χάριν στόν προτεσταντικό χῶρο. Οἱ κανόνες τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων 45 καί 46, καθώς καί πολλοί ἄλλοι, μᾶς δείχνουν περίτρανα ὅτι ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δέν μπορεῖ νά γίνεται λόγος γιά καμμία τέλεση Μυστηρίων, γιατί τά Μυστήρια μεταδίδουν τήν Θεία Χάρη, τήν ἀναγκαία γιά τήν σωτηρία, καί οἱ αἱρέσεις καί τά σχίσματα εἶναι ἀποκομμένα ἀπό αὐτήν. Ἐπιπλέον, ἡ λεγόμενη ρωμαιοκαθολική καί ἡ προτεσταντική ἀντίληψη περί τῆς κτιστῆς χάριτος συνεπάγεται ὅτι τά σχετικά «μυστήρια» μεταδίδουν κάτι διαφορετικό ἀπό τήν Θεία Χάρη.
Ἡ ἰδέα ὅτι ἡ ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια εἶναι διασκορπισμένη στίς διάφορες αὐτοαποκαλούμενες χριστιανικές ὁμολογίες εἶναι ξένη πρός τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι ταμειοῦχος ὅλης τῆς ἀποκεκαλυμμένης ἀλήθειας, ὅπως τήν παρέδωσε ὁ Σωτήρας μας καί ὅπως τήν ἔχουν κηρύξει οἱ Ἀπόστολοι καί μετά ἀπό αὐτούς, ἕως τίς ἡμέρες μας, ἡ Ἐκκλησία. Ἡ πλήρης ἀλήθεια δέν μπορεῖ νά ἀναγνωρισθῆ μέ τήν συγχώνευση τῶν «ὁμολογιακῶν ἀληθειῶν», ἀλλά μέ τήν ἐξάλειψη ἀπό τήν Θεία Ἀποκάλυψη ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων ἐπινοήσεων, τίς ὁποῖες ἡ αἵρεση καί τό σχίσμα ἔφεραν στήν ζωή ὅσων ἀποκόπηκαν ἀπό τήν Ὀρθοδοξία.
Ἡ παράγραφος 4, 6: «Αἱ Ἐκκλησίαι-μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. θέλουν νά συσκέπτωνται, ἀναζητοῦσαι νά μάθουν παρά τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ποίαν μαρτυρίαν Οὗτος θέλει νά φέρωσι πρός τόν κόσμον ἐπί τῷ ὀνόματί Του», προϋποθέτει, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, τήν ἀπό κοινοῦ μαρτυρία τοῦ Χριστοῦ ἐνώπιον τοῦ κόσμου ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μαζί μέ τίς αἱρέσεις καί τά σχίσματα. Ἡ ἐπεξήγηση αὐτῆς τῆς διατύπωσης κάνει λόγο καί πάλι γιά «τόν αὐτόν Κύριον», ἀλλά καί γιά μιάν «κοινήν μαρτυρίαν» πρό τοῦ κόσμου. Παρόλο πού δέν εἶναι πάντοτε δυνατόν οἱ «ἐκκλησίες» νά δίνουν κοινή μαρτυρία, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ἡ δήλωση, ὅταν συναντιοῦνται, «αἱ Ἐκκλησίαι δύνανται ν’ ἀποδεχθοῦν τοῦτο [τό νά δίνουν κοινή μαρτυρία] ὡς δῶρον τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ ὅτι, παρά τήν διαίρεσίν των, ὁ Θεός τάς ἠξίωσεν νά παράσχωσι μίαν καί τήν αὐτήν μαρτυρίαν».
Μιά ἄλλη προϋπόθεση, ἡ ὁποία βρίσκεται σέ ἄμεση σχέση μέ τίς προηγούμενες, εἶναι αὐτή τῆς παραγράφου 4: «Αἱ Ἐκκλησίαι-μέλη εἰσέρχονται εἰς πνευματικάς σχέσεις, διά τῶν ὁποίων ζητοῦν νά μάθουν παρ᾽ ἀλλήλων καί νά βοηθοῦν ἀλλήλας, ὅπως οἰκοδομηθῇ τό Σῶμα Χριστοῦ καί ἡ ζωή τῶν Ἐκκλησιῶν ἀνακαινισθῆ». Αὐτή ἡ διατύπωση περιέχει ὁρισμένες ἐπικίνδυνες ἰδέες γιά τήν Ὁρθόδοξη Ἐκκλησιολογία: διατείνεται ἐκ νέου ὅτι ἡ Ὁρθοδοξία ἔρχεται σέ πνευματική σχέση μέ τίς αἱρέσεις· ὑποστηρίζεται ὅτι στό πλαίσιο αὐτῆς τῆς πνευματικῆς σχέσεως ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διδάσκεται ἀπό τίς αἱρέσεις· προφέρεται ἡ βλασφημία ὅτι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ οἰκοδομεῖται στό πλαίσιο τῆς σχέσης μεταξύ τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῶν αἱρέσεων· κηρύττεται ἡ ἰδέα ἑνός «aggiornamento» (μιᾶς «ἀναβάθμισης») τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου. Γι’ αυτό γίνεται λόγος καί στήν προηγούμενη παράγραφο. Καί οἱ δύο αὐτές παράγραφοι περιέχουν τήν ἰδέα τῆς συνεργασίας σέ ὁρισμένους τομεῖς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν ἀντικείμενα ἐξελίξεως καί ἀλλαγῆς, ἰδιαίτερα σέ ζητήματα πρακτικά, τά ὁποῖα ἀντιμετωπίζουν ὅλες οἱ χριστιανικές κοινότητες. Ὁ κίνδυνος αὐτῆς τῆς διατύπωσης ἔγκειται στήν ὑποστήριξη μιᾶς πρακτικῆς συνεργασίας μεταξύ Ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν, μέ καταστροφικές συνέπειες γιά τήν Ὀρθόδοξη δογματική αὐτοσυνειδησία.
Τό Π.Σ.Ε. ἔχει δύο τμήματα, ἕνα θεολογικό, «Πίστις καί Τάξις», τό ὁποῖο ἐπαινεῖται ἀπό τό συνοδικό κείμενο τῆς Κρήτης, καί ἕνα διακονικό, «Ζωή καί Ἐργασία». Ἡ θεολογική ἐπιτροπή ἀναλαμβάνει τήν σύνταξη θεολογικῶν οἰκουμενιστικῶν κειμένων, τά ὁποῖα ἔχουν ὡς σκοπό τήν «οἰκοδόμηση τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ» ἀπό θεολογική ἄποψη, ἐνῶ ἡ ἐπιτροπή «Ζωή καί Ἐργασία» ἔχει τήν εὐθύνη τῆς διάβρωσης τῆς ὁμολογιακῆς συνείδησης μέ τήν προσέλκυση Ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν σέ κοινά σχέδια, ὅπως διατείνονται καί τά κείμενα τῆς συνόδου τῆς Κρήτης, σέ κοινωνικά, οἰκονομικά καί οἰκολογικά θέματα. Τό πρακτικό τμῆμα τοῦ Π.Σ.Ε. κατόρθωσε μέχρι στιγμῆς περισσότερα ἀπό ὅ, τι τό θεολογικό, δημιουργώντας τήν ἐντύπωση, τοὐλάχιστον σέ ἐπίπεδο ὀρθοδόξου ἀντιλήψεως, ὅτι ἡ συνεργασία μέ τούς αἱρετικούς δέν παρουσιάζει κανένα πρόβλημα κανονικῆς τάξεως καί οἱ διαφορές δογματικῆς φύσης εἶναι ἁπλές θεολογικές εἰκασίες, ἄνευ σημασίας γιά μιά καλή συνεργασία μέ τούς αἱρετικούς καί τήν πραγμάτωση τῆς πολυπόθητης «ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας».
Τό Π.Σ.Ε. δημιουργήθηκε κατά τό πρότυπο τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης, ἀπό τούς ἴδιους στρατηγούς πού ἔχουν δημιουργήσει καί τήν Ἕνωση. Ἡ διάλυση τῶν ἐθνικῶν ταυτοτήτων τῶν εὐρωπαϊκῶν λαῶν δέν πραγματοποιήθηκε μέσα ἀπό μεγάλες κοινές φιλοσοφίες καί ἰδανικά, ἀλλά μέ τό ἄνοιγμα τῶν συνόρων τῶν πλούσιων χωρῶν στίς φτωχότερες χῶρες καί τήν δημιουργία τῆς ψευδαίσθησης μιᾶς «καλύτερης ζωῆς» γιά τούς ἄπορους. Το ἴδιο μοντέλο ἐφαρμόζεται ἐπίσης σέ θρησκευτικό ἐπίπεδο ἀπό τό Π.Σ.Ε.
«Ἡ ἐκκλησιολογική οὐδετερότητα» (παρ. § 3, 3)
Ἡ παράγραφος 3, 3: «Τό Π.Σ.Ε. δέν δύναται καί δέν ὀφείλει νά βασίζεται ἐπί οἱασδήποτε ἰδιαιτέρας ἀντιλήψεως περί τῆς Ἐκκλησίας» ἀναιρεῖται ἀπό τό ἴδιο τό κείμενο τῆς «Δήλωσης». Τό ἔγγραφο τοῦ Τορόντο χωρίζεται σέ δύο θέματα: ἀφ’ ἑνός στό τί εἶναι καί τί δέν εἶναι τό Π.Σ.Ε. καί ἀφ’ ἑτέρου στό τί εἶναι «ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ», τήν ὁποία προσπαθεῖ τό Π.Σ.Ε. νά πραγματώσει. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι σέ ἐπίπεδο δηλώσεων τό Π.Σ.Ε. διακηρύσσει τήν ἐκκλησιολογική του οὐδετερότητα, ἀλλά εἶναι αὐτονόητο ὅτι μιά πλατφόρμα διαλόγου, ἡ ὁποία ἔχει ὡς στόχο τήν ἐπίτευξη τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει νά ἔχει μιά σαφῆ ἰδέα περί αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας. Διαφορετικά πῶς θά μποροῦσε νά κατορθώσει τήν ἑνότητα αὐτήν;
Ἡ «Δήλωση τοῦ Τορόντο» βρίθει ἐκκλησιολογικῶν διατυπώσεων, οἱ ὁποῖες κατά τό πλεῖστον εἶναι κοινός τόπος γιά τήν πλειονότητα τῶν Προτεσταντικῶν μελῶν τοῦ Π.Σ.Ε.. Τί ἄλλο παρά ἐκκλησιολογικές ἀρχές εἶναι οἱ διατυπώσεις:«κοινή ἀναγνώριση ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ θεία κεφαλή τοῦ σώματος» (παρ. § 4, 1)· «οἱ ἐκκλησίες-μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. πιστεύουν ὅτι … ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία» (παρ. § 4, 2)· «Αἱ Ἐκκλησίαι-μέλη ἀναγνωρίζουν ὅτι τό ἀποτελεῖν μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι περιεκτικώτερον ἢ τό ἀποτελεῖν μέλος τῆς ἰδίας αὐτῶν Ἐκκλησίας» (παρ. § 4, 3)·«Αἱ Ἐκκλησίαι-μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. ἀναγνωρίζουν ἐν ἄλλαις Ἐκκλησίαις στοιχεῖα τῆς ἀληθοῦς Ἐκκλησίας» (παρ. § 4, 5);
Μολονότι προτίθεται νά χαρακτηρίζεται ἀπό μιά ἐκκλησιολογική οὐδετερότητα, στήν πραγματικότητα τό Π.Σ.Ε. θεμελιώνει τίς ἀρχές του στίς πλέον γνωστές ἐκκλησιολογικές προτεσταντικές ἀντιλήψεις, στήν θεωρία τῶν «κλάδων», στήν «βαπτισματική θεολογία», στήν θεωρία τῶν ἰχνῶν, στήν θεωρία τῶν παραδόσεων, στήν θεωρία τῶν «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν», στήν θεωρία τῶν «δύο πνευμόνων», ἡ ἐκείνη τῶν «ἀτελῶν ἐκκλησιῶν».
«Ἑνότητα ἐν τῇ ποικιλίᾳ στήν ἔκφραση τοῦ Εὐαγγελίου» (παρ. § 3, 4. 3, 5)
Οἱ παράγραφοι 3, 4 καί 3, 5 δηλώνουν ὅτι καμμία «ἐκκλησία»-μέλος τοῦ Π.Σ.Ε. δέν πρέπει νά σχετικοποιεῖ τήν δικιά της ἐκκλησιολογική θεώρηση καί ὅτι τό νά ἀνήκει στό Παγκόσμιο Συμβούλιο δέν συνεπάγεται τήν ἀποδοχή κάποιας ἐκκλησιολογίας. Ἐάν αὐτοί οἱ δύο ἰσχυρισμοί ἦταν ἀληθεῖς, θά ἔπρεπε νά ἀκυρώσουν φαινομενικά τόν τελικό σκοπό πού ἀνέλαβε τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Έκκλησιῶν, τήν πραγμάτωση τῆς ἑνώσεως τῶν πάντων στήν «Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ», ἡ ὁποία μέλλει νά δώσει κοινή μαρτυρία στόν κόσμο γιά τόν Χριστό. Ἐπιπλέον, ἐάν καμμία ἐκκλησία-μέλος τοῦ Π.Σ.Ε. δέν ὑποχρεοῦται νά σχετικοποιήσει τήν δικιά της ἐκκλησιολογία, τότε ἡ Ὀρθόδοξη ὁμολογία, κατά τήν ὁποία ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, δέν ἔχει καμμιά εὐκαιρία κάποια στιγμή νά γίνει τό ἐπίσημο δόγμα ὁλόκληρης τῆς χριστιανοσύνης, καί αὐτό ἀποτελεῖ ἐκ τῶν ὢν οὐκ ἄνευ προϋπόθεση τῆς πραγμάτωσης ἐκείνης τῆς πολυπόθητης χριστιανικῆς ἑνότητος, ὅπως δέχεται ἕνας ἐκ τῶν ὀπαδῶν αὐτῆς τῆς κίνησης, ὁ καθηγητής John Meyendorff12.
Τίθεται οὕτως τό ἑξῆς ἐρώτημα: Ποιό εἶναι τότε τό νόημα τῆς Ὀρθόδοξης συμμετοχῆς στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν; Καί τό πιό σοβαρό ἐρώτημα εἶναι: Ἐάν αὐτή ἡ ἀρχή ἐγγυᾶται τήν διαφύλαξη τῆς ἐσχατολογικῆς προοπτικῆς κάθε μέλους, τότε πῶς ἐξηγεῖται τό γεγονός ὅτι οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες οἱ ὁποῖες μετεῖχαν στήν Σύνοδο τῆς Κρήτης ἐπέλεξαν νά ἀλλάξουν τήν δικιά τους Ἐκκλησιολογία, παρόλο πού κανείς δέν τίς ὑποχρέωνε νά τό κάνουν αυτό;
Ἡ τήρηση αὐτῆς τῆς ἐκκλησιολογικῆς ἀρχῆς θά σήμαινε ἐξαρχῆς τήν καταδίκη του Π.Σ.Ε. στό νά εἶναι διαπαντός ἕνα ἁπλό φόρουμ συζητήσεων - μιά κριτική πού ἔχουν ἐκφράσει πολλοί ἐκ τῶν συμμετεχόντων σέ αὐτόν τόν διάλογο. Ἡ μόνη λύση σέ αὐτό τό ἀδιέξοδο θά ἦταν ἡ ἀποδοχή τῆς προτεσταντικῆς ἀρχῆς, κατά τήν ὁποία οἱ θεολογικές διαφορές οἱ ὁποῖες ὑπάρχουν ἀνάμεσα στίς διάφορες ὁμολογίες νά θεωροῦνται ἁπλές παραδόσεις πού δέν προσκρούουν μέ κανέναν τρόπο στήν «ἑνότητα τῶν χριστιανῶν».
Αὐτό τό παρατήρησαν καί οἱ ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν ἐνεργό μέρος στήν σύνταξη τῆς «Δήλωσης»:
«Ἂν καί κάθε Ἐκκλησία μπόρεσε νά διατηρήσει τήν δική της ἐκκλησιολογική θεώρηση, ὅπως ἀνέφερε ἡ Δήλωση τοῦ Τορόντο τοῦ 1950, τό Π.Σ.Ε. μπόρεσε νά ὁρισθῆ ὡς ἕνα Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν ἀκριβῶς λόγω αὐτῆς τῆς ἀφετηριακῆς πεποίθησης ὅτι κάθε κοινότητα πιστευόντων χριστιανῶν δύναται νά ἀναγνωρισθῆ ὡς Ἐκκλησία, καλούμενη νά συναντηθῆ μέ τίς ἄλλες, διατηρώντας ὅμως τήν δική της ταυτότητα καί σέ κάποια ὅρια ἀκόμη καί τήν δική τῆς ποικιλομορφία»13. Ἀπό αὐτήν τήν ἄποψη, ἡ στάση τήν ὁποία ὑιοθετεῖ τό Π.Σ.Ε. εἶναι μόνο μιά στάση διαλλαγῆς, ἀποκατάστασης τῆς πληρότητας τῆς ὁρατῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία πηγάζει ἀπό τήν συμμετοχή στήν μοναδική εὐχαριστία, καί ὄχι μιά στάση περιορισμοῦ τῆς ποικιλομορφίας, ἐφόσον δέν πρόκειται γιά λάθη, ἀλλά γιά μιά διαφορετική κατανόηση καί ἀνάπτυξη τῆς χριστιανικῆς πίστης, οἱ ὁποῖες πραγματοποιοῦνται ὑπό τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος14 (ἡ ἔμφαση τοῦ γράφοντος).
Αὐτή ἡ Ρωμαιοκαθολική ἀνάλυση τῆς ἀρχῆς τῆς ἐκκλησιολογικῆς οὐδετερότητας τοῦ Π.Σ.Ε. μᾶς προτείνει μιάκοινωνία (fellowship) «ἐκκλησιῶν», ἡ ὁποία ὁδεύει πρός τήν «πληρότητα τῆς ὁρατῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία πηγάζει ἀπό τήν συμμετοχή στήν μοναδική εὐχαριστία», δεδομένου ὅτι «κάθε κοινότητα χριστιανῶν δύναται νά ἀναγνωρισθῆ ὡς Ἐκκλησία», ἐνῶ διατηρεῖ τήν δική της ταυτότητα καί ἀκόμη καί τήν δική της ποικιλομορφία. Ἡ συμμετοχή στήν μοναδική Εὐχαριστία ὑπό τήν προϋπόθεση τῆς δογματικῆς πολυμορφίας εἶναι ἀπαράδεκτη ἀπό τήν ἄποψη τοῦ Ὀρθοδόξου δόγματος, ἀλλά δέν ἀποτελεῖ πρόβλημα γιά τίς προτεσταντικές κοινότητες καί οὔτε γιά τόν Ρωμαιοκαθολικισμό, ἐνῶ εἶναι ἡ μόνη μορφή ὑπό τήν ὁποία τό Π.Σ.Ε. μπορεῖ νά προωθήσει τήν ὑλοποίηση τῆς «χριστιανικῆς ἑνότητος» ὑπό τόν ὅρο τῆς διατήρησης τῆς δογματικῆς οὐδετερότητας.
 Ἡ ἀρχή αὐτή τέθηκε σέ ἐφαρμογή καί στό Πόρτο Αλέγκρε τό 2006, ὅπου ἀναφέρθηκε ὅτι οἱ διομολογιακές διαφορές πρέπει νά νοοῦνται ὡς «ποικιλίες στήν ἔκφραση τοῦ Εὐαγγελίου, πού ἐμπλουτίζουν τήν κοινή ζωή». Ἡ ποικιλία στήν ἔκφραση τοῦ Εὐαγγελίου, στίς λέξεις καί τίς πράξεις, ἐμπλουτίζει τήν κοινή ζωή. Διαφορετικά σημεῖα ἔμφασης ἐμπεριέχονται σήμερα στήν ζωή καί τήν μαρτυρία διαφορετικῶν ἐκκλησιῶν: γιά παράδειγμα, ἡ παράδοση τῆς ἁγιότητας στούς Μεθοδιστές, τό δόγμα τῆς δικαίωσης μόνο ἀπό τήν πίστη μέσω τῆς χάριτος στούς Λουθηρανούς, ἡ ζωή ἐν Αγίω Πνεύματι ἀπό τούς Πεντηκοστιανούς, τό λειτούργημα τοῦ πρωτείου στήν ὑπηρεσία τῆς ἑνότητος στήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία, ἡ ἀξία τῆς περιεκτικότητας στήν ἀγγλικανική κοινωνία, τό δόγμα τῆς θέωσης πού συνδέεται μέ αὐτό “της συνεργίας” στούς Ὀρθοδόξους, κ. λπ. Κατά πόσο τά διαφορετικά σημεῖα ἔμφασης εἶναι συγκρουόμενες θέσεις ἤ μιά ἔκφραση θεμιτῆς ποικιλομορφίας; Τό βάρος πού τοποθετεῖται στά διαφορετικά σημεῖα ἔμφασης ἐπισκιάζει τήν πληρότητα τοῦ μηνύματος τοῦ Ευαγγελίου;»15.
Ἡ ἰδέα αὐτή εἶναι παρούσα ἐπίσης καί σέ τοπικό ἐπίπεδο στίς οἰκουμενιστικές σχέσεις μεταξύ τῶν τοπικῶν «ἐκκλησιῶν». Ἰδού πῶς ἀντιλαμβάνεται ἕνας ἀντιπρόσωπος τῆς προτεσταντικῆς κοινότητος τήν «κοινή προσευχή γιά τήν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν» στήν Ρουμανία: «Στήν Ρουμανία ἡ Εὐαγγελική Ἐκκλησία τῶν Αὐγουστινιανῶν καλεῖ τίς ἄλλες ἐκκλησίες καί τούς χριστιανούς νά ἀφήσουμε πίσω μας τά “παλιά” ἀνθρώπινα πού μᾶς χωρίζουν, νά εἴμαστε εὐαγγελικοί, ἑπομένως πιστοί στό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, νά ἀναμορφώσουμε τούς ἑαυτούς μας, νά ἀνανεώσουμε τήν πίστη μας στόν ἕναν Σωτήρα, τόν Χριστό, νά ἔχουμε ὀρθή πίστη, ἔτσι ὥστε νά εἴμαστε Χριστιανοί μέ ὀρθή πίστη καί πράξη, νά καταστεῖ ἡ πίστη μας καθολική, νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι ἡ πίστη εἶναι οἰκουμενική καί τήν μοιραζόμαστε μέ πολλούς ἄλλους καί νά εἴμαστε Προτεστάντες, ἐκεῖ ὅπου ἡ ἀλήθεια ποδοπατεῖται» (ἡ ἔμφαση τοῦ γράφοντος)16.
Τό γεγονός ὅτι ἡ ἐκκλησιολογική οὐδετερότητα δέν ἔγινε καί δέν μποροῦσε νά γίνει σεβαστή, ὅσο τό Π.Σ.Ε. ἀναζητεῖ«τήν πλήρη ὁρατή ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας», προκύπτει καί ἀπό τίς πιό πρόσφατες δηλώσεις τῆς Γενικῆς Συνέλευσης τοῦ Π.Σ.Ε., πού ἔλαβε χώρα στό Μπουσάν τῆς Νοτίου Κορέας: «Πιστοί στήν κοινή μας αὐτή κλήση, θά  ἐπιζητήσουμε ἀπό κοινοῦ τήν πλήρη ὁρατή ἑνότητα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὅταν θά ἐκφράζουμε τήν ἑνότητά μας παρακαθήμενοι πέριξ τῆς αὐτῆς Τραπέζης τοῦ Κυρίου. Κατά τήν ἐπιδίωξη τῆςἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας θά καθιστάμεθα δεκτικότεροι στήν ὑποδοχή τῶν παραδόσεων ἑκάστου ἐξ ἡμῶν ὡς δώρων πρός ἀλλήλους καί θά προσφέρουμε τά δῶρα μας ἀλλήλοις…»17 (ἡ ἔμφαση τοῦ γράφοντος). Ὁ τρόπος κατά τόν ὁποῖον δύναται νά ἐπιτευχθῆ αὐτή ἡ ἑνότητα εἶναι ὁ δογματικός μινιμαλισμός, ὁ μετασχηματισμός τῶν μεγάλων θεολογικῶν ἐκτροπῶν τῶν αἱρετικῶν ἰδεολογιῶν σέ ἁπλές «παραδόσεις», τίς ὁποῖες τά μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. τίς δέχονται ὡς «δῶρα» τοῦ «Πνεύματος». Σύμφωνα μέ τούς πέντε Ἕλληνες Μητροπολῖτες πού κατήγγειλαν τίς δηλώσεις τοῦ Busan, ἐκεῖ ζητήθηκε ἀπό τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησία νά ζητᾶ συγγνώμη γιά τήν διάσπαση τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου: «Στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν ἤ, καλύτερα, τῶν Αἱρέσεων, πού συνῆλθε στό Μπουσάν τῆς Νοτίου Κορέας, διατυπώθηκαν ἀντίθετες πρός τήν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία θέσεις, ζητήθηκε καί ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία νά ζητήσει συγγνώμη γιά τήν διάσπαση τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, ἀμφισβητήθηκε τό ἀλάθητο τῆς Ἐκκλησίας μας, διατυπώθηκε τό Προτεσταντικό δόγμα περί τῆς δῆθεν “πολυ-δογματικῆς” ἀοράτου ἐκκλησιολογικῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας...»18.
Ὁ ἰσχυρισμός ὅτι στό πλαίσιο τοῦ Π.Σ.Ε. ἡ «Ἐκκλησία» δέν εἶναι ὑποχρεωμένη νά σχετικοποιήσει τήν ἐκκλησιολογία της, σέ συνάρτηση μέ τόν ὁρισμό τοῦ στόχου ὅτι ἡ ὁρατή ἑνότητα εἶναι ὁ μόνος σκοπός τοῦ Π.Σ.Ε. δέν μποροῦσαν νά ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα παρά μόνο αὐτό τό ὅραμα περί τοῦ «πολυδογματισμοῦ» καί τῆς «εὐαγγελικῆς ποικιλομορφίας».
Ἡ ἀρχή, σύμφωνα μέ τήν ὁποία τά μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. δέν χρειάζεται νά υἱοθετήσουν κανενός εἴδους ἀλλοίωση τοῦ ἐσχατολογικοῦ ὁράματός τους, ἐκφράζει τήν οὐσία τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας πού διακηρύσσει τό Π.Σ.Ε.: αὐτή ἡ ἑνότητα δέν βασίζεται στήν ἀνακάλυψη τῆς ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ τῆς κεκηρυγμένης στόν κόσμο ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλά στήν ὁμοσπονδιακοῦ τύπου ἰδέα τῆς πραγμάτωσης μιᾶς θρησκευτικῆς ἑνότητας κατά τό πρότυπο τῆς «πολυμορφίας ἐν τῇ ἑνότητι», ἀκόμη καί μιᾶς δογματικῆς πολυμορφίας, βάσει τῆς ὁποίας ὅλες οἱ μορφές θρησκευτικῆς ἐκδήλωσης εἶναι ἐξίσου ἀληθεῖς καί ἔγκυρες, καί ἡ ἀρχή τῆς ἀμοιβαίας ἀποδοχῆς ἀντικαθιστᾶ τήν ἀναγκαιότητα τῆς ἑνότητας ἐν Ἀληθείᾳ, τήν δεσμευτική γιά τήν σωτηρία.
Τό ἐρώτημα πού ἐπιβάλλεται νά τεθῆ εἶναι: ἀφοῦ εἶδαν τήν πρόθεση τοῦ Π.Σ.Ε., πού ἐκδηλώθηκε σαφῶς στό Μπουσάν, ἀφοῦ οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἀναγκάστηκαν ἐπανειλημμένα νά διαμαρτυρηθοῦν ἐναντίον κάποιων μορφῶν ἐκδήλωσης τῆς διακοινωνίας στό πλαίσιο τοῦ Π.Σ.Ε. («λειτουργία τῆς Λίμα» κ.λπ.), πῶς εἶναι δυνατόν στήν Κρήτη οἱ Ὀρθόδοξοι ἱεράρχες νά ἐξακολούθησαν νά πιστεύουν σέ αὐτήν τήν παρωχημένη ὑπόσχεση τῆς ἐκκλησιολογικῆς οὐδετερότητας καί νά τήν νομιμοποίησαν μέ μιά ἀπόφαση σέ αὐτό τό ἐπίπεδο;
Ἡ θεωρία τῶν «ἀτελῶν ἐκκλησιῶν» (παρ. § 4, 4)
Ἡ τελευταία ἀπό τίς προϋποθέσεις τίς ὁποῖες οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες πού ἔλαβαν μέρος στήν Σύνοδο τῆς Κρήτης θεωροῦν ὡς «κεφαλαιώδους σημασίας γιά τήν συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στό Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν» εἶναι ἡ παράγραφος 4, 4: «Αἱ Ἐκκλησίαι-μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. θεωροῦν τήν σχέσιν ἄλλων Ἐκκλησιῶν πρός τήν Ἁγίαν, Καθολικήν Ἐκκλησίαν, τήν ὁποίαν ὁμολογοῦν τά Σύμβολα, ὡς ὑποκείμενον ἀμοιβαίας ἐξετάσεως. Οὐχ ἧττον τό εἶναι μέλος δέν συνεπάγεται ὅτι ἑκάστη Ἐκκλησία ὀφείλει νά θεωρῇ τάς ἄλλας Ἐκκλησίας-μέλη ὡς Ἐκκλησίαν ἐν τῇ πλήρει καί ἀληθεῖ ἐννοίᾳ τῆς λέξεως». Τό τελευταῖο μέρος αὐτῆς τῆς προϋπόθεσης θεωρήθηκε ἀπό τούς ἐκ τῶν Ὀρθόδοξων οἰκουμενιστικούς θεολόγους τῆς δεκαετίας τοῦ 1960 ὡς ἐπαρκές γιά νά ἐξασφαλίσουν στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τήν ἐγγύηση ὅτι μέ τήν συμμετοχή της στήν οἰκουμενιστική κίνηση δέν θά ὑποχρεωθῆ νά ἀναγνωρίσει στά ἄλλα μέλη «Ἐκκλησίες ὑπό τήν ἀληθῆ καί πλήρη ἔννοιαν τοῦ ὅρου».
Ἡ ἐπεξήγηση τήν ὁποία δίνει ἡ δήλωση σ’ αὐτήν τήν ἐκκλησιολογική προϋπόθεση περιέχει δύο αἱρετικές ἰδέες, τίς ὁποῖες οἱ ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων οἰκουμενιστές θεολόγοι φαίνεται νά μήν τίς θεώρησαν πολύ σοβαρές. Ἐν πρώτοις ὑποστηρίζεται ἤ διατείνεται ὅτι, παρά τίς «διαφορές πίστεως καί διοικήσεως», οἱ Ἐκκλησίες - μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. ἀναγνωρίζουν ἀλλήλας ὡς διακονούσας τόν αὐτόν Κύριον. Αὐτή ἡ αἱρετική ἰδέα ἀναιρεῖται ἀπό τήν θεολογία τῶν Πατέρων, σύμφωνα μέ τήν ὁποία δέν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἡ «καθολική Ἐκκλησία ἡ τῶν ὀρθοδόξων ὁμολογούντων τήν πίστιν ὁμήγυρις»19, ἐνῶ οἱ αἱρετικοί ἐξαπατῶνται ἀπό τούς δαίμονες, τούς ὁποίους καί προσκυνοῦν:«Ὁ ἐχθρός, ὁ ὁποῖος βλέπων τά εἴδωλα αὐτοῦ ἐγκαταλελειμμένα, τούς (Ἱερούς) τόπους καί τούς ναούς ἠρειπωμένους ἐξ αἰτίας τοῦ λίαν αὐξανομένου πλήθους τῶν πιστῶν (τῶν Χριστιανῶν), μηχανεύεται νέαν ἀπάτην, ὥστε ὑπό τόν τίτλον αὐτοῦ τούτου τοῦ Χριστιανικοῦ ὀνόματος ἐξαπατᾶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δέν προσέχουν; Αὐτός ἔχει ἐπινοήσει τάς αἱρέσεις καί τά σχίσματα, ἵνα δι’ αὐτῶν ἀνατρέπη τήν πίστιν, φθείρη τήν ἀλήθειαν, διασπᾷ τήν ἑνότητα. Ἐκείνους, τούς ὁποίους δέν εἶναι ἱκανός ὅπως κρατήση εἰς τό σκότος τῆς παλαιᾶς ὁδοῦ, ἐξαπατᾶ καί πλανᾷ (ὁδηγῶν αυτούς) διά νέας ὁδοῦ. Ἀφαρπάζει ἀνθρώπους ἀπό αὐτῆς ταύτης τῆς Ἐκκλησίας. Καί ἐνῶ οὗτοι νομίζουν, ὅτι ἔχουν ἤδη προσεγγίσει τό Φῶς καί ὅτι ἔχουν διεκφύγει τήν νύκτα τοῦ κόσμου, αὐτός ρίπτει ἐπ’ αὐτῶν πάλιν νέον σκότος ἐν ἀγνοίᾳ αὐτῶν, ὥστε ἐνῶ οὗτοι δέν ἐμμένουν σταθεροί εἰς τό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, οὔτε εἰς τόν Νόμον Αὐτοῦ, οὐδέ εἰς τάς ἐντολάς Αὐτοῦ, ὀνομάζουν ἑαυτούς Χριστιανούς. Καί ἐνῶ εὑρίσκονται ἐν τῷ σκότει, νομίζουν, ὅτι κατέχουν τό Φῶς»20.
Ὁ δεύτερος αἱρετικός ἱσχυρισμός συνίσταται στήν βλασφημία ὅτι, συνεπεία τῆς ἐναρμόνισης τῶν μεταξύ τους διαφόρων, οἱ Ἐκκλησίες-μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. ἔχουν τήν πεποίθηση «ὅτι δύνανται οὕτω νά ὁδηγηθοῦν ὑπό τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, ἵνα ἐκδηλώσουν τήν ἑνότητα αὐτῶν ἐν Χριστῷ». Ἡ ἰδέα ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα θά κατηύθυνε τίς προσπάθειες προσέγγισης μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί κακοδοξίας μέ βάση τίς οἰκουμενιστικές ἀρχές τῆς Δήλωσης τοῦ Τορόντοἐπαναλαμβάνεται κάπως ἀπό τήν παράγραφο 18 τοῦ συνοδικοῦ κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον»: «τό Ἅγιον Πνεῦμα, ὅπερ “ὅλον συγκροτεῖ τον θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας”, θά ἀναπληρώσῃ τά ἐλλείποντα». Εἴδαμε παραπάνω ὅτι ἡ Γενική Συνέλευση τοῦ Νέου Δελχί τοῦ 1961 ὁρίζει τό Π.Σ.Ε. ὡς τό ὄργανο διά τοῦ ὁποίου τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐκδηλώνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ σέ ὁλόκληρη τήν «Ἐκκλησία» καί ἀκόμη καί σέ ὁλόκληρο τόν κόσμο.
Σέ αὐτές τίς αἱρετικές ἰδέες προστίθεται καί ἡ διευκρίνηση: «αἱ ἀπεσχισμέναι αὐταί Ἐκκλησίαι, ἄν καί δέν ἠμποροῦν νά ἀποδεχθοῦν ἀλλήλας ὡς ἀληθεῖς καί καθαράς Ἐκκλησίας…», καί αὐτό δείχνει ὅτι ἡ παράγραφος 4, 4 εἶναι μιά μεταβατική φάση στήν διαδικασία ἐνσωμάτωσης τῶν κοινοτήτων - μελῶν σέ αὐτό πού τό Π.Σ.Ε. ὀνομάζει «ἀληθινή Ἐκκλησία».
Ἡ παράγραφος 4, 4 πρέπει νά θεωρεῖται σέ ἄμεση συνάρτηση μέ τήν προηγούμενη παράγραφο, 4, 3, τήν πλέον σκανδαλώδη ἀπό τήν ἄποψη τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας: «Αἱ Ἐκκλησίαι-μέλη ἀναγνωρίζουν ὅτι τό ἀποτελεῖν μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι περιεκτικώτερον (more inclusive) ἢ τό ἀποτελεῖν μέλος τῆς ἰδίας αὐτῶν Ἐκκλησίας. Ἐντεῦθεν καί ζητοῦν νά εἰσέλθουν εἰς ζῶσαν ἐπαφήν μετά τῶν ἐκτός τῶν ἰδίων τάξεων, αἵτινες ὁμολογοῦν τήν Κυριότητα τοῦ Χριστοῦ». Στήν ἐξήγηση αὐτῆς τῆς προϋπόθεσης ἀναφέρεται ὅτι: «Ὅλαι αἱ Χριστιανικαί Ἐκκλησίαι, περιλαμβανομένης καί τῆς Ρωμαϊκῆς, δέχονται ὅτι δέν ὑπάρχει πλήρης ταὐτότης μεταξύ τοῦ εἶναι μέλος τῆς παγκοσμίου (καθολικῆς) Ἐκκλησίας καί τοῦ εἶναι μέλος τῆς ἰδίας Αὐτοῦ Ἐκκλησίας, ἀναγνωρίζουσαι ὅτι ὑπάρχουν μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἐκτός τῶν ὁρίων (extra muros), ὅτι οὗτοι κατά διαφορετικόν τρόπον (aliquo modo) ἀνήκουν εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί ἀκόμη ὅτι ὑπάρχει ”ἐκκλησία ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας” (ecclesia extra ecclesiam). Ἡ ἀναγνώρισις αὐτή ἐκδηλοῦται διά τοῦ γεγονότος ὅτι αἱ Ἐκκλησίαι, πλήν ὀλίγων ἐξαιρέσεων, δέχονται ὡς ἔγκυρον τό Βάπτισμα, τό τελεσθέν ὑπό ἄλλων Ἐκκλησιῶν».
Αὐτή ἡ αἱρετική ἰδέα συμπληρώνεται ἀπό τήν ἐξήγηση ὅτι, στό πλαίσιο τῆς οἰκουμενικῆς κίνησης, κάθε «ἐκκλησία» ἔχει ἕναν θετικό ρόλο καί ἕνα καθῆκον: νά ἐπιδιώξει τήν κοινωνία μέ ὅλους, ὅσοι, ἄν καί δέν εἶναι μέλη τοῦ ἴδιου ὁρατοῦ σώματος, ἀνήκουν στό ἴδιο μυστικό σῶμα. Ἡ θεολογία τῆς μυστικῆς ἀόρατης ἑνότητος εἶναι χαρακτηριστική τῆς προτεσταντικῆς ἐκκλησιολογικῆς προοπτικῆς, τήν ὁποία ἡ «Δήλωση» τήν υἱοθετεῖ, παρά τήν ὑπόσχεση τῆς παραγράφου 3, 3, σύμφωνα μέ τήν ὁποία τό Π.Σ.Ε. δέν ἐπιβάλλει καμμία ἐκκλησιολογική θεώρηση.
Ἡ παράγραφος 4, 4 ἀξίζει κάποια περαιτέρω ἀνάλυση, ἐπειδή ἀποτελεῖ τήν σπονδυλική στήλη τῆς οἰκουμενικῆς προσέγγισης καί ἔγινε ἀποδεκτή ἀπό τούς ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων οἰκουμενιστικούς θεολόγους, παρά τό γεγονός ὅτι ἀπό ὅλα τά μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ μόνη πού δέν μοιράζεται αὐτή τήν ἐκκλησιολογία.
Ἡ Β΄ Βατικάνειος Σύνοδος υἰοθέτησε τήν γνωστή στήν Ρωμαιοκαθολική θεολογία ὡς ἀρχή subsistit in: «Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πραγματώνεται (subsistit) στήν Ρ/Καθολική Ἐκκλησία»21. Αὐτή ἡ ἀρχή ἀντικατέστησε τήν παλαιότερη δήλωση «ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία», ἀφήνοντας περιθώρια στόν ἰσχυρισμό ὅτι ἐκτός τῆς [Καθολικῆς] Ἐκκλησίας δέν βρίσκονται μόνο ἐγκαταλελειμμένοι χριστιανοί, ἀλλά «στοιχεῖα τῆς Ἐκκλησίας» καί ἕως καί «Ἐκκλησίες καί κοινότητες, οἱ ὁποῖες, μολονότι δέν εἶναι σέ πλήρη κοινωνία, ἀνήκουν δικαιωματικά στήν μία Ἐκκλησία καί ἀποτελοῦν μέσα σωτηρίας γιά τά μέλη τους»22. Μέ αὐτήν τήν ἐννοιολογική διευκρίνιση ἡ Β΄ Βατικάνειος Σύνοδος καθορίζει ἕναν «συγκεκριμένο τόπο» τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, καί ἐκείνος ὁ τόπος εἶναι στήν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ βρίσκεται συγκεκριμένα στήν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης. Ἡ σύνοδος χαιρετᾶ ὅμως τήν «ἐνεργό παρουσία» τῆς Μίας Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καί στίς ἄλλες Ἐκκλησίες καί ἐκκλησιαστικές Κοινότητες (σύμφωνα μέ τήν ἐγκύκλιο Ut una sint), παρόλο πού αὐτές δέν βρίσκονται ἀκόμη σέ κοινωνία μαζί της.
Αὐτή ἡ θεώρηση, τήν ὁποία ἔχει υἱοθετήσει ἡ Β΄ Βατικάνειος Σύνοδος ὡς γραμμή ἐκκλησιολογικῆς σκέψεως, ὀνομάζεται στόν θεολογικό χῶρο «ἡ θεωρία τῶν ἀτελῶν ἐκκλησιῶν». Αὐτή ἡ θεώρηση προέρχεται ἀπό τήν Προτεσταντική θεολογική σκέψη τοῦ Καλβίνου, ὁ ὁποῖος μιλοῦσε γιά «ἀπομεινάρια τῆς ἀληθοῦς Ἐκκλησίας». Σύμφωνα μέ τήν θεωρία τῶν «ἀτελῶν ἐκκλησιῶν», ὁ Χριστός δέν ἀρνεῖται νά χρησιμοποιεῖ καί τίς ἄλλες «ἐκκλησίες» ὡς ὄργανα σωτηρίας23, καί ἐπίσης ὑποστηρίζεται ὅτι σέ αὑτές τίς κοινότητες ἐνεργεῖ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία μεταδίδεται διαμέσου αὐτῶν τῶν ὀργάνων σωτηρίας, ἀλλά ἡ ἀποτελεσματικότητα τῆς δράσης τῆς χάριτος ἐξαρτάται ἀπό τήν σχέση αὐτών τῶν «ἐκκλησιῶν» μέ τήν Καθολική Ἐκκλησία, ἡ ὁποία κατέχει «τήν πληρότητα τῆς χάριτος καί τῆς ἀληθείας». Ἀπό αὐτήν τήν ἄποψη, ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία εἶναι ἡ μόνη «πλήρης Ἐκκλησία», ἐνῶ οἱ ἄλλες εἶναι ἀτελεῖς, ἄν καί «ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὑπάρχει -ὑπό μίαν ἀτελή μορφή καί σέ διάφορους βαθμούς- καί ἐκτός τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας».
Παρά τίς διαφορετικές ἀντιλήψεις περί τοῦ «τόπου ὅπου βρίσκεται ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ», ἡ προτεσταντική καί ἡ ρωμαιοκαθολική θεολογία τῶν «ἀτελῶν ἐκκλησιῶν» συναντῶνται στήν «Δήλωση τοῦ Τορόντο», ἡ ὁποία δέχεται ὅτι τά μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. δέν πρέπει νά ἀναγνωρίζουν ἡ μία τήν ἄλλη ὡς «ἐκκλησίες» ὑπό τήν ἀληθῆ καί πλήρη ἔννοιαν τοῦ ὅρου, ἀλλά νά δέχονται ἐντούτοις τήν ὕπαρξη κάποιων ὁρισμένων στοιχείων τῆς «ἀληθοῦς Ἐκκλησίας» στά ἄλλα μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. καί τό ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ κεφαλή ὅλων αὐτών. Ἐπίσης, δέχονται ὅτι ἡ ἀμοιβαία ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος εἶναι τό κλειδί τῆς ἀντίληψης περί ὑπάρξης Ἐκκλησίας ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ρωμαιοκαθολικισμός θέλει ὅλες τίς «ἀδελφές ἐκκλησίες» νά ἐπανέρχονται στήν κοινωνία μέ μία Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἀνανεωμένη καί πιό καθολική24, ἐνῶ ἡ οἰκουμενιστική ἀντίληψη περί τοῦ τί θά ἔπρεπε νά εἶναι «ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ» διαμορφώνεται περισσότερο γύρω ἀπό τήν ἰδέα μιᾶς ὁμοσπονδιακῆς ἑνότητας πού ἐπιτυγχάνεται μέσω τῆς δογματικῆς πολυμορφίας, ἀλλά δέν ἀποκλείει μιά ἐνδεχόμενη κοινωνία μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης.
Προκαλεῖ ἔκπληξη τό γεγονός ὅτι οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες δέχτηκαν αὐτήν τήν θεωρία τῶν «ἀτελῶν ἐκκλησιῶν» καί τήν νομιμοποίησαν στό κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», τόσο μέ τήν «ἀποδοχή τῆς ἱστορικῆς ὀνομασίας» τῶν «ἄλλων ἑτεροδόξων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν», τῆς παραγράφου 6, ὅσο καί μέ τήν ὑποστήριξη αὐτῆς τῆς ἀναγνώρισης μέ τό δεύτερο μέρος τῆς παραγράφου 4, 4, τό ὁποῖο ἔχει προστεθῆ στήν προσυνοδική μορφή τοῦ κειμένου. Ἡ διατύπωση «ἀποδοχή τῆς ἱστορικῆς ὀνομασίας» τῶν «ἄλλων ἑτεροδόξων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν» εἶχε στήν προσυνοδική ἐκδοχή τοῦ κειμένου τήν μορφή «ἀναγνωρίζει τήν ἱστορική ὕπαρξη τῶν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν»25, καί στήν τελική ἐκδοχή ἀντικαταστάθηκε μέ μιά ἠπιώτερη διατύπωση, ἡ ὁποία πηγάζει ὅμως ἀπό τήν ἴδια ἀντίληψη περί τῶν διαφόρων βαθμῶν ἐκκλησιαστικότητος. Ἡ διάκριση πού γίνεται στήν παρ. 6 μεταξύ «ἐκκλησιῶν» καί «ὁμολογιῶν» (ἡ ὁποία δέν ὑπάρχει στά οικουμενιστικά ἔγγραφα, γιατί ἐκεῖ λειτουργεῖ καί ἡ θεωρία τῶν «κλάδων») ὑποδηλώνει ὅτι τό κείμενο θεωρεῖ κάποιες αἱρέσεις πιό ἄξιες ἀπό κάποιες ἄλλες νά ἀποκαλοῦνται «ἐκκλησίες» (οἱ διάφορες αἱρέσεις ἀποκαλοῦνται διαρκῶς «ἐκκλησίες», οὕτως ὥστε ἡ διάκριση αὐτή ἀντανακλᾶ τήν ἄποψη τῶν οἰκουμενιστῶν συμμετεχόντων στήν σύνοδο τῆς Κρήτης σχετικά μέ τό ὁμολογιακό πλαίσιο). Ἤ, γιά νά χρησιμοποιήσουμε τήν ὁρολογία τῆς παραγράφου 4 τοῦ κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία «ἐκαλλιέργει πάντοτε διάλογον μετά τῶν ἐξ αὐτῆς διεστώτων», μερικοί ἀπό τούς ὁποίους βρίσκονται πιό κοντά, ἐνῶ ἄλλοι πιό μακριά ἀπό τήν πλήρη Ἐκκλησία, ὅπως ἀκριβῶς ὑποστηρίζει ἡ θεωρία τῶν «ἀτελῶν ἐκκλησιῶν», ἡ ὁποία εἶναι ξένη πρός τήν πατερική σκέψη, γιά τήν ὁποία ὅλες οἱ αἱρέσεις εἶναι ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι πιό κοντά ἤ πιό μακριά.
Ἀπό τήν ἀνάλυση πού ἔκανε ὁ Μητροπολίτης Κυθήρων Σεραφείμ στήν ἐπιστολή πού ἀπηύθυνε στόν Πατριάρχη τῆς Γεωργίας διαφαίνεται ἡ ἰδέα ὅτι ὁ Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης Ζιζιούλας προσπαθεῖ νά ἐπιβάλει στόν ὀρθόδοξο χῶρο τήν θεωρία τῶν «ἀτελῶν ἐκκλησιῶν», συσχετίζοντάς τες μέ τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία26. Μέσα ἀπό αὐτήν τήν προοπτική, θά μποροῦσε κανείς νά καταλάβει τήν εὐκολία μέ τήν ὁποία χορηγήθηκε στίς αἱρέσεις ἡ «κοινωνιολογική»27 ὑπόσταση τῶν «ἐκκλησιῶν». Ἀκόμη καί ὁ ἰσχυρισμός ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία λαμβάνει ἕνα νέο περιεχόμενο, ἐπειδή, σύμφωνα μέ τήν λογική πού χρησιμοποιεῖ ὁ Ρωμαιοκαθολικισμός, δέν ἐμποδίζει καθόλου τήν συνύπαρξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τίς ἄλλες «ἐκκλησίες».
Ἡ συσχέτιση τῶν «ἀτελῶν ἐκκλησιῶν» μέ τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία δέν εἶναι λιγότερο αἱρετική ἀπό τήν συσχέτιση της μέ τόν Ρωμαιοκαθολικισμό, γιατί ἀπό τήν ἄποψη τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας, ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δέν ὑπάρχουν παρά μόνο αἱρέσεις καί σχίσματα. Ἀκόμη κι ἄν τέτοιοι ἰσχυρισμοί ἔχουν ὡς ἀφετηρία τήν ἀλήθεια ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ μοναδική πλήρης Ἐκκλησία ἤ τήν ἰδέα τήν διαμορφωθεῖσα κατά τό ρωμαιοκαθολικό μοντέλο, ὅτι «ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πραγματώνεται (subsistit) στήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησία», δέν μπορεῖ νά γίνει δεκτό ὅτι ὑπάρχει Ἐκκλησία ἔξω ἀπό τά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπό τήν ἄποψη τῆς ρωμαιοκαθολικῆς ἤ προτεσταντικῆς ἐκκλησιολογικῆς πραγματικότητας, ἡ ἰδέα ὅτι ὑπάρχει μιά «Ἐκκλησία ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας» εἶναι περισσότερο μιά ἐνστικτώδης αὐτοαναγνώριση τοῦ μή ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτήρα αὐτῶν τῶν κοινοτήτων καί μιά πιό σωστή διατύπωση γιά αὐτές θά ἦταν ὅτι ἡ [Ορθόδοξος] Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὑπάρχει ἐξ ὁλοκλήρου ἐκτός τῶν «ἐκκλησιῶν» τους. Ἡ Ὀρθοδοξία δέν εἶναι ὅμως σέ θέση νά δεχθῆ τέτοιες ἀντιλήψεις, οἱ ὁποῖες ἀντιβαίνουν στούς Ἱερούς Κανόνες καί στό φρόνημα τῶν Ἁγίων Πατέρων.
Μιά σημαντική πτυχή τῆς θεωρίας τῶν «ἀτελῶν ἐκκλησιῶν» καί τῆς ἰδέας ὅτι ὑπάρχει «Ἐκκλησία ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας» εἶναι ἡ ἀναγνώριση τῆς ἐγκυρότητος τοῦ βαπτίσματος πού τελεῖται ἀπό ἄλλες «ἐκκλησίες». Ἡ «θεωρία τῶν ἀτελῶν ἐκκλησιῶν» καί ἡ «θεωρία τῶν κλάδων» ἐξαρτῶνται σέ μεγάλο βαθμό ἀπό μιάν ἄλλη αἱρετική θεωρία, τήν βαπτισματική θεολογία, ἡ ὁποία προάγεται στόν Ὀρθόδοξο χῶρο ἀπό τόν Μητροπολίτη Ἰωάννη Ζηζιούλα καί τόν Πρωτοπρεσβύτερο Γεώργιο Φλωρόφσκυ (ὁ ὁποῖος συμμετεῖχε ὡς “σύμβουλος” στήν σύνταξη τῆς Δήλωσης τοῦ Τορόντο. Σύμφωνα μέ τήν θεωρία αὐτή, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἐπεκτείνεται παντοῦ ὅπου ὑπάρχει τελεσθέν βάπτισμα. Τά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι τά ὅρια τοῦ βαπτίσματος. Πιό συγκεκριμένα, ἐκτός Ἐκκλησίας εἶναι μόνο ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν λάβει κανένα βάπτισμα. Κατά τήν ἀντίληψη αὐτήν τό Ὀρθόδοξο βάπτισμα καί τό βάπτισμα τό ὁποῖο τελεῖται ἀπό τίς αἱρετικές κοινότητες εἶναι ἰσόκυρα.
Μέχρι πρόσφατα, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐφήρμοζε τήν ἀρχή τῆς οἰκονομίας σχετικά μέ τήν ἀναγνώριση τοῦ Βαπτίσματος τῶν αἱρετικῶν, κατά τήν ὁποίαν λαμβανόταν ὑπόψη καί ὁ  σωστός τύπος τοῦ βαπτίσματος καί ἰδίως ἡ ἀναγκαιότητα τῆς σωτηρίας αὐτοῦ πού προσερχόταν στό Βάπτισμα. Κατ᾽ ἀκρίβειαν, ὅμως, σύμφωνα μέ τούς Ἱερούς Κανόνες, ἡ Ἐκκλησία δέν ἀναγνώριζε τό βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν. Μιά μαρτυρία γι᾽ αὐτό εἶναι καί ὁ Ὅρος τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ 1775, ὁ ὁποῖος ὁρίζει ὅτι μόνον τό Ὀρθόδοξο Βάπτισμα εἶναι ἔγκυρο, ἐνῶ τά ἄλλα δέν γίνονται σύμφωνα μέ τήν εὐαγγελική ἐντολή τοῦ Κυρίου καί μέ τίς σχετικές κανονικές διατάξεις28.
 Ἀπό τότε  πού οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες συμμετέχουν στόν Οἰκουμενισμό, ἡ οἰκονομία κατέστη κανόνας, καί τό βάπτισμα πού τελεῖται στίς αἱρέσεις καί στά σχίσματα πού χρησιμοποιοῦν τόν βαπτιστικό τύπο: «εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» ἀναγνωρίζεται, ἄν καί αὐτές οἱ αἱρέσεις ἔχουν συνήθως μιά ἐσφαλμένη ἀντίληψη περί τῆς Ἁγίας Τριάδος.
 Σέ μία ὑποσημείωση τοῦ πατρός Καθηγητῆ Ἰωάννη Ν. Φλώκα στόν κανόνα 68 τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὁ Ρουμᾶνος κανονολόγος ἀναφέρει: «Ἀναφορικά ὅμως μέ τούς σχισματικούς καί ἐν προκειμένω μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς καί ἐκείνους πού ἀνήκουν στίς Ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς, τό ἐκκλησιαστικό ἔθιμο ὅρισε ὅπως καί τό βάπτισμα καί ἡ χειροτονία τους νά ἀναγνωρίζονται ὡς ἔγκυρα»29 (ἡ ἔμφαση τοῦ γράφοντος).
 Ἀπό τό ἀπόσπασμα αὐτό βλέπουμε καταρχάς ὅτι οἱ Ρωμαιοκαθολικοί καθώς καί οἱ ἀνήκοντες στίς «Ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς» δέν θεωροῦνται αἱρετικοί, ἀλλά σχισματικοί, καί δεύτερον ὅτι ἡ ἀναγνώριση τοῦ ρωμαιοκαθολικοῦ βαπτίσματος καί τῶν καθολικῶν χειροτονιῶν ἔχει καθιερωθῆ διά τοῦ «ἐκκλησιαστικοῦ ἐθίμου», χωρίς νά διευκρινισθῆ ἐάν αὐτό ἔχει συμβῆ εἰδικά τήν τελευταία περίοδο, ἀπό τότε πού ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀνέλαβε ἐνεργό μέρος στόν «διάλογο τῆς ἀγάπης» μέ τόν Ρωμαιοκαθολικισμό καί τόν Προτεσταντισμό.
 Ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο τά βαπτίματα τῶν αἱρετικῶν γίνονται γενικά ἀποδεκτά ἀπό τό «ἐκκλησιαστικό ἔθιμο» εἶναι ἡ ὑποτιθέμενη τέλεσή τους στό ὄνομα τῆς Παναγίας Τριάδος, τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στην περίπτωση τῶν αἱρετικῶν, ὡστόσο, εἶναι πολύ σημαντικό καί τό τί ἀντιλαμβάνονται αὐτοί περί τῆς Ὑπεραγίας Τριάδος, δεδομένου ὅτι οἱ περισσότερες αἱρέσεις καί τά σχίσματα ὀφείλουν τήν ὕπαρξή τους ἀκριβῶς στήν λαθεμένη κατανόηση τοῦ δόγματος περί τῆς Ἁγίας Τριάδος. Αὐτό γίνεται ἀντιληπτό καί ἀπό τήν διατύπωση τοῦ ΜΖ´ Κανόνα τοῦ Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, ὅπου, ὅταν ἀναφέρεται στούς Ἐγκρατῖτες, τούς Σακκοφόρους καί τούς Ἀποτακτῖτες, ὁ συγγραφέας ἀπαιτεῖ ἐπιτακτικά τόν ἀναβαπτισμό τους: «Μή γάρ λεγέτωσαν, ὅτι εἰς Πατέρα καί Υἱόν καί ἅγιον Πνεῦμα ἐβαπτίσθη μέν, οἳ γε κακῶν ποιητήν ὑποτιθέμενοι τόν Θεόν, ἐφαμίλλως τῷ Μαρκίωνι καί ταῖς λοιπαῖς αἱρέσεσιν»30.
 Ἀπό τόν κανόνα αὐτόν προκύπτει ὅτι γιά τήν ἐγκυρότητα τοῦ Βαπτίσματος δέν ἀρκεῖ ἡ ἁπλή ἐκφώνηση τῶν ὀνομάτων τῶν Τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀλλά ἀπολύτως ἀπαραίτητη εἶναι ἡ ὀρθή πίστη στήν Ἅγια Τριάδα.
Ἡ σύσταση τοῦ ΜΖ´ Κανόνα τοῦ Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου ὑιοθετήθηκε καί ἀπό τόν Ζ´ Κανόνα τῆς Β’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία καθορίζει ποιοί αἱρετικοί μποροῦν νά λαμβάνουν μόνο τό Χρῖσμα καί ποιοί πρέπει νά «ἀνα»-βαπτίζονται. Ἀνάμεσα σέ αὐτούς πού πρέπει νά ἀναβαπτίζονται ἀπαριθμοῦνται καί οἱ ὀπαδοί τῆς αἵρεσης τῶν Εὐνομιανῶν, οἱ ὁποῖοι τελοῦσαν τό βάπτισμα μέ μίαν μόνο κατάδυση καί δίδασκαν ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὡς ἁπλό κτίσμα, ὑποτασσόταν στόν Πατέρα καί τόν Υιό31. Οἱ ἐντυπωσιακές ὁμοιότητες μέ τό Ρωμαιοκαθολικό δόγμα συνέβαλαν στό νά ἐφαρμόζει ἡ Ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική πρακτική στούς Παπιστές τήν ἴδια μεταχείριση γιά τό βάπτισμα πού ὁ Ζ´ κανόνας τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐφαρμόζει γιά τούς Εὐνομιανούς32 - τό βάπτισμα. Τό «ἐκκλησιαστικό ἔθιμο» μέσω τοῦ ὁποίου ἀναγνωρίστηκε τό βάπτισμα ἐκείνων νοεῖται κυρίως ὡς προϋπάντημα στίς συμφωνίες τοῦ Μπαλαμάντ, ὅπου οἱ οἰκουμενιστικοί ἀντιπρόσωποι τῆς Ὀρθοδοξίας ἀναγνώρισαν τήν «ἀδελφική» πρός τήν Ὀρθόδοξον Εκκλησία ὑπόσταση τῆς «Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας» καί, ἐμμέσως, καί τά μυστήρια τοῦ Βαπτίσματος καί τῆς Ἱερωσύνης, ἀπολύτως ἀπαραίτητα γιά τήν θεώρηση αὐτῆς τῆς αἵρεσης ὡς «ἐκκλησίας».  
Ὅσο γιά τό προτεσταντικό «βάπτισμα», τά πράγματα εἶναι ἀκόμη πιό ἁπλά, ἐπειδή ὁ Προτεσταντισμός ἀπορρίπτει ἀπερίφραστα τήν ἱερωσύνη, γεγονός πού καθιστᾶ τό προτεσταντικό βάπτισμα οὐσιαστικά ἀνύπαρκτο, ἀφοῦ δέν τελεῖται ἀπό κανέναν. Αὐτή ἡ κατάσταση δέν εἶναι καθ᾽ ἑαυτήν πολύ διαφορετική ἀπό αὐτήν τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ, διότι, καθώς δέν ὑπάρχει ἔγκυρο βάπτισμα, πῶς θά μποροῦσε νά ὑπάρχει ἔγκυρη ἱερωσύνη, ἤ, ὅπως ἀποφαίνεται ἡ Σύνοδος τῆς Καρχηδόνας τοῦ 256· «δοκιμάζειν γάρ ἐστι τό τῶν αἱρετικῶν καί σχισματικῶν βάπτισμα, τό συνευδοκεῖν τοῖς ὑπ’ ἐκείνων βεβαπτισμένοις. Οὐ γάρ δύναται ἐν μέρει ὑπερισχύειν· εἰ ἠδυνήθη βαπτίσαι, ἴσχυε καί ἅγιον Πνεῦμα δοῦναι· εἰ οὐκ ἠδυνήθη, ὅτι ἔξω ὤν, Πνεῦμα ἅγιον οὐκ ἔχει, οὐ δύναται τόν ἐρχόμενον βαπτίσαι, ἑνός ὄντος τοῦ βαπτίσματος, καί ἑνός ὄντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καί μιᾶς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν, ἐπάνω Πέτρου τοῦ ἀποστόλου, ἀρχῆθεν λέγοντος, τῆς ἑνότητος τεθεμελιωμένης. Καί διά τοῦτο τά ὑπ’ αὐτῶν γινόμενα, ψευδῆ καί κενά ὑπάρχοντα, πάντα ἐστίν ἀδόκιμα» (ἡ ἔμφαση τοῦ γράφοντος)33.
 Γιά τήν σχέση ἀνάμεσα στήν ἀναγνώριση τῆς ἐγκυρότητος τοῦ βαπτίσματος καί τήν ἀναγνώριση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτήρα τῶν αἱρετικῶν κάνει λόγο καί ὁ μοναδικός κανόνας τῆς Συνόδου τῆς Καρχηδόνας τοῦ 256, κατά τήν περίοδο τοῦ Ἁγίου Κυπριανοῦ: «Ἀλλά καί αὐτή ἡ ἐρώτησις, ἡ ἐν τῷ βαπτίσματι γενομένη, μάρτυς ἐστί τῆς ἀληθείας. Λέγοντες γάρ τῷ ἐξεταζομένῳ· “Πιστεύεις αἰώνιον ζωήν καί ἄφεσιν ἁμαρτιῶν λαμβάνειν”; οὐκ ἄλλο τι λέγομεν, εἰ μή ὅτι ἐν τῇ καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ δοθῆναι δύναται. Παρά δέ τοῖς αἰρετικοῖς, ὅπου Ἐκκλησία οὐκ ἔστιν, ἀδύνατον ἁμαρτημάτων ἄφεσιν λαβεῖν. Καί διά τοῦτο οἱ τῶν αἱρετικῶν συνήγοροι ἢ τήν ἐπερώτησιν ἐναλλάξαι ὀφείλουσιν ἢ τήν ἀλήθειαν ἐκδικῆσαι,εἰμή τι αὐτοῖς καί τήν Ἐκκλησίαν προσνέμουσιν, οὓς βάπτισμα ἔχειν διαβεβαιοῦνται» (ἡ ἔμφαση τοῦ γράφοντος)34. Αὐτό ἀκριβῶς ἔκαναν στήν Κρήτη αὐτοί πού βρίσκονται σέ «διάλογο καί συνεργασία» μέ τούς αἱρετικούς.
Ἡ ἀποδοχή τῆς προϋπόθεσης 4, 4 περιέχει καί μιά ἄλλη παγίδα, ἐπειδή μέ τήν ἀποδοχή τῆς ἰδέας ὅτι στό Π.Σ.Ε. καμμία εκκλησία-μέλος δέν εἶναι ὑποχρεωμένη νά ἀναγνωρίσει τά ἄλλα μέλη ὡς «Ἐκκλησίες ὑπό τήν ἀληθῆ καί πλήρη ἔννοιαν τοῦ ὅρου» ἐπετράπη ἡ σχετικοποίηση τῆς μοναδικότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σέ αὐτό τό θρησκευτικό τοπίο. Ἐάν ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει τό δικαίωμα νά μήν θεωρεῖ ὡς Ἐκκλησίες μέ τήν πλήρη καί ἀληθινή ἔννοια τοῦ ὅρου τά μέλη τοῦ Π.Σ.Ε.πού δέν πληροῦν τίς ὀρθόδοξες ἐκκλησιολογικές προϋποθέσεις γιά νά θεωρηθοῦν ὡς «ἐκκλησίες», γιατί νά μήν ἔχουν τό ἴδιο δικαίωμα καί τά ὑπόλοιπα μέλη τοῦ Π.Σ.Ε.; Αὐτό ἀποδεικνύεται καί ἀπό τήν δήλωση τῶν πέντε Ἑλλήνων Μητροπολιτῶν πού ἄσκησαν κριτική στά δρώμενα τῆς συνέλευσης τοῦ Μπουσάν καί ἀποκάλυψαν ὅτι ἐκεῖ «ἀμφισβητήθηκε τό ἀλάθητο τῆς Ἐκκλησίας μας»35.
 Μέ τήν ἀναγνώριση αὐτῆς τῆς ἀρχῆς, οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἔχουν δώσει μία ἀντι-μαρτυρία πίστης, ἐπιτρέποντας σέ ὅλα τά μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. νά κρίνουν τόν ἐκκλησιαστικό χαρακτήρα τῆς Ὀρθοδοξίας σύμφωνα μέ τά ἐκκλησιολογικά τους κριτήρια, καί ἀκόμη καί νά τήν ἀπορρίψουν ἄν αὐτή δέν συνάδει μέ τά κριτήρια αὐτά.  Μέ τήν μή συμμετοχή του στό Π.Σ.Ε. ὡς τακτικό μέλος, ὁ Ρωμαιοκαθολικισμός ἔχει ὑπερασπισθῆ τήν ἀξίωσή του ὡς τῆς «μίας πλήρους Ἐκκλησίας στήν ὁποία πραγματώνεται ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ», καί αὐτό ἀκριβῶς προκειμένου νά μήν χρειασθῆ νά δεχθῆ τήν σχετικοποίηση στήν ὁποία θά τόν ἀνάγκαζε ἡ Διακήρυξη τοῦ Τορόντο. Ἀντ’ αὐτοῦ, ἡ Ρώμη ἐργάζεται ἀποτελεσματικώτατα μέ τά τμήματα τοῦ Π.Σ.Ε. τά ὁποῖα ἀσχολοῦνται μέ τό δόγμα καί τά πρακτικά ζητήματα, ἐξασφαλίζοντας μιά καθολική παρουσία στό Συμβούλιο αὐτό.
Ἡ ἐπικύρωση τῆς «Δήλωσης» ἀπό τήν σύνοδο τῆς Κρήτης
Ἡ ἀνάλυση τῶν τεσσάρων παραγράφων τῆς «Δήλωσης», τίς ὁποῖες παρέθεσε ἡ σύνοδος τῆς Κρήτης στά κείμενά της, θεωρώντας τες ὡς ἔχουσες κεφαλαιώδη σημασία γιά τήν συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στό Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν μᾶς φανερώνουν ὁρισμένα βασικά γεγονότα:
Οἱ τέσσερις παράγραφοι πού παραθέτονται ἀπό τήν σύνοδο τῆς Κρήτης δέν μποροῦν νά θεωρηθοῦν ἀνεξάρτητα ἀπό τό πλαίσιο ὁλόκληρης τῆς «Δήλωσης» καί δέν μποροῦν νά γίνουν ἀποδεκτές ἀγνοώντας τίς ἄλλες.
Παρά τά ὅσα πιστεύουν οἱ ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων οικουμενιστές οἱ ὁποῖοι συμμετέχουν στό Π.Σ.Ε., οἱ τέσσερις προαναφερθεῖσες προϋποθέσεις δέν προσφέρουν καμμία πραγματική ἐγγύηση ὅτι τό Π.Σ.Ε. παραμένει μόνο ἕνας «καταλύτης» τοῦ οἰκουμενιστικοῦ διαλόγου καί δέν θά γίνει ἕνα εἶδος ὑπερ-ἐκκλησίας.
Οἱ προϋποθέσεις πού παραθέτει ἡ σύνοδος τῆς Κρήτης εἶναι αἱρετικές, διότι ἐμπνέονται ἀπό τό ἴδιο πνεῦμα ὅπως τό ὑπόλοιπο κείμενο.
Στίς δεκαετίες πού ἔχουν παρέλθει ἀπό τήν ἔγκριση τῆς Διακήρυξης, οἱ σχέσεις στό πλαίσιο τοῦ Π.Σ.Ε.ἔχουν προχωρήσει πρός ἕναν σκοπό ἀντίθετο πρός αὐτόν πού τόσο ἀποφασιστικά καθορίζεται στήν παράγραφο 3, 1, πάνω στόν ὁποῖο οἱ ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων οἰκουμενιστές θεμελίωσαν ἐπί δεκαετίες τήν συμμετοχή τους στό Π.Σ.Ε. Ἡ ἀναγκαιότητα ὑπέρβασης τῆς «ἐκκλησιολογικῆς οὐδετερότητας» τῆς Δήλωσης ἔχει ἀπαιτηθῆ κατά τά ἀμέσως ἑπόμενα χρόνια, ἀπό τά προτεσταντικά μέλη τά ὁποῖα δέν προσῆλθαν στό Π.Σ.Ε. μόνο γιά νά συζητήσουν μέ τούς Ὀρθόδοξους, ἀλλά γιά νά πραγματοποιήσουν ἐκείνη τήν κοινωνία ἡ ὁποία θά τούς ὁδηγοῦσε σέ αὐτό πού οἱ ἴδιοι θεωροῦν ὡς «ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας».
Μέ τό κείμενο Βάπτισμα - Εὐχαριστία - Ἱερωσύνη (ΒΕΜ) τοῦ 1982, μετονομαζόμενο καί ὡς «τό κείμενο τῆς Λίμα” ἐπιχειρήθηκε ἡ δημιουργία μιᾶς βάσης γιά μιά λειτουργική  καί δογματική προσέγγιση μεταξύ τῶν μελῶν τοῦ Π.Σ.Ε., ἡ ὁποία θά ὁδηγοῦσε στήν ἐπίτευξη τῆς πολυπόθητης ἑνότητος.
Στά χρόνια πού ἀκολούθησαν τήν ἔκδοση αὐτῶν τῶν κειμένων, δημιουργήθηκε μία «λειτουργία τῆς Λίμα», μία οἰκουμενιστική θρησκευτική ἀκολουθία, στήν ὁποία κανείς δέν εἶχε τήν ὑποχρέωση νά συμμετάσχει, ἀλλά ἀναγνωρίστηκε ὡς μία εὐκαιρία γιά πολλές «ἐκκλησίες» νά ἔλθουν σέ εὐχαριστιακή κοινωνία. Ἐκείνη τήν στιγμή, οἱ συμμετέχουσες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἔχουν συνειδητοποιήσει ὅτι οἱ τόσο ἀγαπητές γιά αὐτές ἀρχές τῆς «Δήλωσης», ξεπεράστηκαν καί παραπονέθηκαν ὅτι παραβιάζεται τόσο ἡ ἀρχή σύμφωνα μέ τήν ὁποία τό Π.Σ.Ε. δέν ἐπρόκειτο νά μετατραπῆ σέ ὑπέρ-ἐκκλησία», ὅσο καί ἐκείνη τῆς δυνατότητος μή ἀναγνώρισης τῶν ἄλλων μελῶν ὡς «Ἐκκλησιῶν ὑπό τήν ἀληθῆ καί πλήρη ἔννοιαν τοῦ ὅρου»36. Ἡ ἐν λόγω κατηγορία προκάλεσε τήν δυσαρέσκεια ὁρισμένων προτεσταντικῶν κοινοτήτων, οἱ ὁποῖες δέν δέχονταν νά κάνουν ἕνα βῆμα πίσω στήν μέχρι τότε ἐπιτευχθεῖσα ἑνότητα. Ἡ διαφορά στίς ἀντιλήψεις τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ Προτεσταντισμοῦ περί τῆς Εὐχαριστίας παραμένει ἡ ἴδια, ὅπως καί πρίν ἀπό τήν ἔναρξη τῶν οἰκουμενικῶν διαλόγων: ἡ Ὀρθοδοξία ἀντιλαμβάνεται τήν εὐχαριστιακή κοινωνία ὡς ἕνα ὁρατό σημάδι τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ οἱ Προτεστάντες τήν θεωροῦν μόνον ἕνα μέσο γιά τήν ἐπίτευξη αὐτῆς τῆς ἑνότητος37. Ἄν καί οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἀρνήθηκαν ἐπίσημα νά προβοῦν στήν διακοινωνία, τήν προτεσταντικοῦ τύπου «εὐχαριστιακή φιλοξενία», αὐτή βρῆκε ὀπαδούς καί σέ μερικές Ὀρθόδοξες τοπικές Ἐκκλησίες, ἰδίως ἀπό τήν διασπορά, ὥστε ὑπῆρχαν περιπτώσεις αἱρετικῶν πού γίνονταν δεκτοί στήν Κοινωνία μαζί μέ τούς Ὀρθοδόξους.
Ἡ διάθεση τοῦ Π.Σ.Ε. νά ἀποκτήσει ἐκκλησιολογικά χαρακτηριστικά εἶναι κάπως ἀναμενόμενη, δεδομένου ὅτι αὐτή ἡ ὁρατή ἑνότητα πού ἀναζητοῦν οἱ οἰκουμενιστές πρέπει νά λάβει κάποια μορφή καί ὅτι ἡ ἐπιστροφή ὅλων τῶν αἱρετικῶν στήν Ὀρθοδοξία εἶναι μιά ψευδαίσθηση πού οἱ ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων οἰκουμενιστές παρουσιάζουν σέ ἐμᾶς, τόν πιστό λαό, προκειμένου νά γίνει πιό εὔκολα ἀποδεκτή ἡ συμμετοχή στόν Οἰκουμενισμό. Ὅπως ἀναγνώριζε ὁ Ὀρθόδοξος θεολόγος John Meyendorff, «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπέτυχε στό νά μεταστρέψει ὅλους τούς ἄλλους χριστιανούς στήν μίαν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ»38 (ἡ ἔμφαση τοῦ γράφοντος). Ὁ Meyendorff ἀποδίδει αὐτή τήν ἀποτυχία τῆς ἀποστολῆς τῆς Ἐκκλησίας στήν «ἀδυναμία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας νά ἐκφράσει τό μήνυμά της μέ ἀποτελεσματικό τρόπο, μέ ἀρκετή ἀγάπη, γιά νά κάνει τήν σκληρή ἀλήθεια ἀποδεκτή ἀπό ὅλους ἐκείνους πού δέν τήν γνωρίζουν»39. Στό Ἀνακοινωθέν τῆς Διορθόδοξης Συνάντησης τῆς Θεσσαλονίκης τοῦ 1998 αὐτή η ἀποτυχία ἀποδίδεται σέ ἅλλους παράγοντες: «Μετά ἕνα αἰώνα ὁλόκληρον ὀρθοδόξου συμμετοχῆς εἰς τήν Οἰκουμενικήν Κίνησιν καί παρουσίας ἡμίσεος αἰῶνος εἰς τό Π. Σ. Ἐκκλησιῶν, δέν διαπιστοῦται ἱκανοποιητική πρόοδος εἰς τόν πολυμερῆ μεταξύ τῶν Χριστιανῶν Θεολογικόν Διάλογον. Ἀντιθέτως τό χάσμα μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Προτεσταντῶν γίνεται μεγαλύτερον λόγω τῆς αὐξήσεως ἀναλόγων τάσεων40 ἐν τοῖς κόλποις ὡρισμένων Προτεσταντικῶν Ὁμολογιῶν»41 (ἡ ἔμφαση τοῦ γράφοντος).
Ἕνας πολύ σημαντικός λόγος γιά τόν ὁποῖο ἡ Ὀρθοδοξία ἀπέτυχε στό νά πείσει ὅλους τούς συμμετέχοντες στόν Οἰκουμενιστικό διάλογο νά παραιτηθοῦν ἀπό τήν αἵρεσή τους καί νά ἐπιστρέψουν στήν Ὀρθοδοξία, γεγονός τό ὁποῖο ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιά τήν πραγματοποίηση τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος, ὅπως δηλώνουν οἱ ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων οἰκουμενιστές θεολόγοι, συνίσταται στήν ἀποδοχή τῶν αἱρετικῶν ἀρχῶν στίς ὁποῖες οἰκοδομήθηκε τό Π.Σ.Ε., καί αὐτές καταγράφονται στήν Δήλωση τοῦ Τορόντο. Δεδομένου ὅτι ὅλη ἡ οἰκουμενική προσέγγιση δέν βασίζεται στήν ἐπιθυμία τῶν μελῶν τοῦ Π.Σ.Ε. νά βρίσκονται σέ ἐπικοινωνία μέ τήν Ἀλήθεια ἡ ὁποία εἶναι ὁ Χριστός, ἀλλά σέ ἕνα ἀμιγῶς ἀνθρώπινο φρόνημα, πολιτικοῦ τύπου, τήν «ἐκκλησιολογική οὐδετερότητα», τήν ὁποία οἱ ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων οἰκουμενιστές θεολόγοι θεωροῦν ὡς ἀσπίδα στόν οἰκουμενιστικό διάλογο, αὐτή ἡ προσέγγιση μετατρέπεται σέ ἕνα τεῖχος μπροστά στήν ὀρθόδοξη ὁμολογία τῆς μοναδικότητος τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς.
 Ἡ ἀντιπαραβολή τοῦ Π.Σ.Ε. μέ τήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση ἐπιβάλλεται, καθώς καί οἱ δύο ὀργανισμοί εἶναι μέρος τοῦ ἰδίου σχεδίου παγκοσμιοποίησης γιά τήν ἑνοποίηση τῆς ἀνθρωπότητας, τό Π.Σ.Ε.παρέχοντας μιά θρησκευτικά ἑνοποιημένη ἀνθρωπότητα, ἐνῶ ἡ Εὐρωπαϊκή Ἕνωση παρέχει τό μοντέλο γιά τήν ἐπίτευξη μιᾶς πολιτικά ἑνοποιημένης ἀνθρωπότητας. Πρίν ἀπό δύο δεκαετίες, ὅλοι οἱ εὐρωπαῖοι πολιτικοί μιλοῦσαν προσεχτικά γιά ἕνα ὑπερκράτος, λαμβάνοντας ὑπόψη τά συναισθήματα τῶν ἐθνικιστῶν, λέγοντας ὅτι «ἡ ΕΕ δέν πρόκειται ποτέ νά γίνει ἕνα ὑπερκράτος». Σέ ἀπόσταση λίγων δεκαετιῶν ἡ Συνθήκη τῆς Λισαβόνας ἔθεσε τίς βάσεις ἑνός εὐρωπαϊκοῦ ὑπερκράτους, καί μετά τό Brexit τά σχέδια παραίτησης ἀπό τήν ἐθνική κυριαρχία γιά χάριν ἑνός ὁμοσπονδιακοῦ κράτους συζητοῦνται δημοσίως. Ὅπως ἡ  ὑπόσχεση ὅτι ἡ ΕΕ δέν πρόκειται ποτέ νά γίνει ἕνα ὑπερκράτος, ἀλλά μόνον ἕνας κοινοτικός χῶρος διαλόγου, ἡ «ἐκκλησιολογική οὐδετερότητα» καί ἡ ἐμφατικά διατυπωμένος ἰσχυρισμός τῆς Δήλωσης τοῦ Τορόντο ὅτι τό Π.Σ.Ε. δέν θά γίνει ποτέ μία «ὑπέρ-ἐκκλησία» προσφέρονται ὡς δολώματα στούς Ὀρθοδόξους, κατά μίαν περίοδο χάριτος, κατά τήν ὁποία νά εἶναι διατεθειμένοι νά δεχθοῦν τόν δογματικό, λειτουργικό καί νομοκανονικό μινιμαλισμό, στόν ὁποῖο θεμελιώνεται ἡ οἰκουμενική προσπάθεια ἐπίτευξης τῆς «χριστιανικῆς ἑνότητος».
Γιατί δέχθηκαν οἱ ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων οἰκουμενιστές θεολόγοι τήν «Δήλωση»;
Ὅποιος μελετᾶ τήν «Δήλωση» μένει κατάπληκτος ἀπό τό γεγονός ὅτι οἱ ὀρθόδοξοι συμμετέχοντες στόν οἰκουμενιστικό διάλογο δέχτηκαν ἐκεῖνες τίς τέσσερις ἀρχές, τίς ὁποῖες ἀνέφερε καί ἡ σύνοδος τῆς Κρήτης στήν παράγραφο 19 τοῦ κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», ἀγνοώντας τό ὑπόλοιπο τοῦ κειμένου, τό ὁποῖο εἶναι ἐντελῶς αἱρετικό καί ἐπίσης τό γεγονός ὅτι αὐτές οἱ τέσσερις ἀρχές δέν μποροῦν νά θεωρηθοῦν ἐκτός τοῦ πλαισίου ὅλης τῆς «Δήλωσης».
Οἱ ὑπερασπιστές τῆς συνόδου τῆς Κρήτης συναγωνίζονται στό νά διατείνονται ὅτι ἡ παρ. 19 δέν ἐνέκρινε ὅλες τίς προϋποθέσεις τῆς «Δήλωσης», ἀλλά μόνο τίς τέσσερις πού παραθέτει. Ἔχουμε ἀποδείξει ὅτι καί οἱ τέσσερις ἀρχές πού θεωροῦνται «κεφαλαιώδους σημασίας γιά τήν συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στό Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν» ἔχουν αἱρετικό χαρακτήρα, συμπεριλαμβάνοντας ἐκκλησιολογικές θεωρίες ἐντελῶς διαφορετικές ἀπό τήν θεώρηση τῆς Ὀρθοδοξίας περί Ἐκκλησίας. Ἐπιπλέον, ἡ παράγραφος 19 τοῦ συνοδικοῦ κειμένου κάνει λόγο γιά τίς «προϋποθέσεις» τῆς «Δήλωσης», χρησιμοποιώντας τόν πληθυντικό τοῦ οὐσιαστικοῦ, καί ὄχι μόνο γιά τίς παρατιθέμενες τέσσερις προϋποθέσεις. Ἡ προσυνοδική ἐκδοχή τοῦ κειμένου ἀνέφερε τρεῖς ἀρχές, καί ἡ τελική ἐκδοχή προσέθεσε ἄλλη μία, γεγονός τό ὁποῖο καταδεικνύει ὅτι ὅλες οἱ ἀρχές εἶναι ἀποδεκτές καί ὅτι στό κείμενο ἀναφέρθηκαν μόνο ἐκεῖνες οἱ ὁποῖες χρησίμευαν στήν ἀπόδειξη πού τό κείμενο ἤθελε νά προσφέρει. Οὔτε οἱ θεολόγοι τῆς δεκαετίας τοῦ 1950 οὔτε ἐκεῖνοι τοῦ 2016 δέν ἔκαναν σαφεῖς διευκρινίσεις, ἀπό τίς ὁποῖες νά προκύψει ὅτι οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἀντιτίθενται κατηγορηματικά στίς ἄλλες ἐκκλησιολογικές πού περιλαμβάνει ἡ Δήλωση.
Ἕνας ἐκ τῶν λόγων γιά τόν ὁποῖον δέν συνέβη κάτι τέτοιο εἶναι ἡ πεποίθηση ἐκείνων τῶν θεολόγων ὅτι οἱ ἀρχές τῆς «Δήλωσης» δέν εἶναι τόσο αἱρετικές ὅσο φαίνονται σέ αὐτούς πού ἐμμένουν στήν τήρηση τῶν παραδόσεων καί τῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας. Στό Συνέδριο τῶν Ὀρθοδόξων Θεολογικῶν Σχολῶν, τό ὁποῖο ἔλαβε χώρα τό 1936 ὑπῆρχαν καθηγητές οἱ ὁποῖοι δέν πίστευαν ὅτι δύναται νά συγκληθῆ μιά οἰκουμενική σύνοδος ἐρήμην τῶν δύο τρίτων τῆς Χριστιανοσύνης42. Ἕνας Βούλγαρος καθηγητής πρότεινε τήν σύγκληση μιᾶς «πραγματικά Καθολικῆς συνόδου τῆς ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίας», δηλαδή καί τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν καί τῶν Προτεσταντῶν. Ὁ Ρουμᾶνος καθηγητής Βαλεριάν Σεσάν πρότεινε τήν σύγκληση μιᾶς οἰκουμενικῆς συνόδου στήν ὁποία νά λάβουν μέρος «ὅλοι οἱ βαπτισμένοι Χριστιανοί». Ἡ ἀνάγνωση πολλῶν θεολογικῶν βιβλίων τοῦ τελευταίου αἰώνα μᾶς δείχνει ὅτι οἱ συμμετέχοντες στόν οἰκουμενιστικό διάλογο ὑιοθέτησαν ἐδῶ καί πολύ καιρό τήν γλώσσα τῶν Προτεσταντικῶν καί τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν θεωριῶν, ὅπως τῆς θεωρίας τῶν «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν», τῆς θεωρίας τῶν «κλάδων», τῆς θεωρίας τῶν «δύο πνευμόνων», τῆς «Βαπτιστικῆς θεολογίας», κλπ.
Γιά τόν λόγο αὐτό δέν εἶναι λάθος νά πιστεύουμε ὅτι οἱ συμμετέχοντες στούς διαλόγους τοῦ Π.Σ.Ε. θεολόγοι, ἀντιπρόσωποι τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἀποδέχονται τά ὑπόλοιπα αἱρετικά ἐκκλησιολογικά δόγματα τῆς «Δήλωσης τοῦ Τορόντο». Ὅσοι θέλουν νά παραμείνουν ὅμως Ὀρθόδοξοι δέν μποροῦν νά τό κάνουν αὐτό.
2. Steven Runciman, Marea Biserică în captivitate, μετάφραση Μιχάϊ Σίλβιου Κυρίλα, Ἔκδ. Sofia, Βουκουρέστι, 2012, σελ. 251.
3. Αὐτόθι, σελ. 393.
4. Ἡ Ἐγκύκλιος τῶν Ὀρθοδόξων πατριαρχῶν τοῦ ἔτους 1848 , ἐν Ioan. N. Floca, Canoanele Bisericii Ortodoxe. Note și comentarii, ἀ. ἐ. Σιμπίου, 2005, σσ. 595-598.
5. Αὐτόθι.
6. https://www.google.ro/?gws_rd=cr&ei=b-kAWMWfB8vRsAGO_4SQDA#q= the+ecclesiological+significance+of+councils+of+churches+arie+.
7. Harold C. Fey, A History of the Ecumenical Movement, τόμ. Β’, σελ. 6.
8 Erin Brighman, Sustaining the Hope for Unity: Ecumenical Dialogue in a Postmodern World, σελ. 111.
9. Angelo Maffeis, Ecumenical Dialogue, σελ. 12.
12. John Meyendorff, Catholicy and the Church, Crestwood, NY, St. Vladimir’s Press, 1983, σελ. 10.
13. Rosario La Delfa, Communione ecclesiale e appartenenza: Il senso di una questione ecclesiologica oggi, Cita Nouva, Facolta Teologica di Sicilia, Roma, 2002, σελ. 71.
14. Αὐτόθι, σελ. 73
15. Sfântul Munte Athos, mărturie de veacuri a luptei pentru apărarea dreptei credinţe, Εκδ. «Părinţii Aghioriţi», Sfântul Munte Athos, σελ. 60.
17. https://www.oikoumene.org/en/resources/documents/assembly/2013-busan/ adopted-documents-statements/unity-statement.
19. Αγιου Συμεων Αρχιεπισκοπου Θεσσαλονικησ, Erminia dumnezeiescului simbol al credinţei ortodoxe, Ἐκδ. EIBMBOR, Βουκουρέστι, 2010, σελ. 93.
20. Αγιου Κυπριανου επισκοπου Καρχηδονοσ, Despre unitatea Bisericii, Ἐκδ. EIMBOR, Βουκουρέστι, 2013, σσ. 45-47.
22. Αὐτόθι.
23. Giulio Sembeni, Direttorio ecumenico 1993: sviluppo dottrinale e disciplinare, σελ. 71.
24. Harold C. Fey, ὅπ. παρ., σελ. 16.
27. Ἡ ἰδέα τῆς «κοινωνιολογικῆς» ἀποδοχῆς τῆς ὀνομασίας «ἐκκλησίες» ἀνήκει στὸν θεολόγο Βασίλε Ἰονίτσα, ὁ ὁποῖος δὲν ἐξηγεῖ ὅμως γιατί ἡ ἐπιχειρηματολογία τῆς ὀνομασίας ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὴν παράγραφο 4, 4 τῆς Δήλωσης καὶ ὄχι ἀπὸ τὶς διατάξεις τοῦ γερμανικοῦ Συντάγματος, γιὰ παράδειγμα, στὸ ὁποῖο ὁ ἐν λόγω θεολόγος κάνει ­ἀναφορά.
29. Ἀρχιμ. Καθ. Δρ. Ioan N. Floca, Canoanele Bisericii Ortodoxe. Ὑποση-μειώσεις, σχόλια καὶ ἐπιμέλεια Sorin Joantă, χ. ἔ., Σιμπίου, 2005, ὑποσημείωση 14, σελ. 45.
30. Ὅπ. παρ., σελ. 414.
31. Αὐτόθι.
33. Ἀρχιμ. Καθ. Δρ. Ioan N. Floca, ὅπ. παρ., σελ. 200.
34. Αὐτόθι.
36. Wendell Wills, Eucharist and Ecclesiology: Essays in Honor of Dr. Everett Ferguson, Pickwick Publications, Oregon, 2016 σελ. 42.
37. Αὐτόθι.
38. John Meyendorff, Catholicy and the Church, Crestwood, NY, St. Vladimir’s Press, 1983, σελ. 11.
39. Αὐτόθι.
40. Βλ. ἀνωτέρω, σελ. 2.
42 Καθ. Δρ. V. Ioniţă, Hotărârile întrunirilor panortodoxe din 1923 până astăzi, Ἐκδ. Basilica, Βουκουρέστι, 2013, σελ. 27.