Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2018

Γρηγόριος ο Αρχιπελαγίτης, Αγιότητα και Αγιοκατάταξη

Στοὺς ἔσχατους αὐτοὺς καιροὺς ποὺ ζοῦμε, ὅπου κοιτάξης, σκιὲς θὰ δῆς καὶ ἀποστροφὴ τοῦ φυσικοῦ καὶ τοῦ καλοῦ. Ἄλλαξε τὸ ὕφος καὶ τὸ ἦθος τῶν ἀνθρώπων καὶ μὲ περισσότερο θάρρος μπορεῖς νὰ περπατᾶς σὲ ἔρημους τόπους, παρὰ ἐκεῖ ποὺ κατοικοῦν ἄνθρωποι. «Εἶδα τὸν ἄνθρωπό μου· εἶδα τὸν Θεό μου.» Αὐτὸ δὲν ἔχει σήμερα καμμιὰ ἰσχύ. Τὸ Παράκλητο Πνεῦμα ὅμως δὲν μᾶς ἀφήνει ἀπαρηγόρητους καὶ αὐτὸ τὸ ζοῦμε μὲ τὴν ἐμφάνιση ἁγίων ἀνθρώπων στὴν ἐποχή μας. Σπεύδουμε τά πλήθη τῶν πιστῶν νὰ ἀσπαστοῦμε τοὺς τάφους τους καὶ νὰ ἀναζητήσουμε τὴν ἀνάβλυση τῶν ἰαμάτων καὶ τὴν κάθαρση τῶν ψυχῶν μας. Πόσα σύγχρονα προσκυνήματα ἔχουμε. Ὀάσεις μέσα στὴν ξηρασία ποὺ περνᾶμε.
Τὴν ἁγιότητα τῶν Ὁσίων αὐτῶν καταγγέλλει πρῶτα ὁ λαός. Αὐτὸς εἶναι τὸ στόμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν φωνή του ἐπισημοποιεῖ ἡ Ἐκκλησία μέσα ἀπὸ τὶς Συνόδους. Πολλοὶ μὲ ρωτοῦνε:
– Τὸ εἶπε ἡ Ἐκκλησία;
– Τὸ διατυμπανίζει ὁ λαός.
Καὶ πολλὲς φορὲς φαίνεται ὅτι βιάζεται καὶ κτίζει ναοὺς καὶ κάνει πανηγύρια. Ὁ λαὸς πάντα πάει μπροστά. Ἔπειτα βέβαια, ὅταν ἔρχεται ἡ Ἐκκλησία καὶ σφραγίζει τὸ θαῦμα τῆς ἁγιότητας, ἐπισημοποιεῖ τὰ τραγούδια ποὺ συνέταξε ὁ λαός, γιὰ νὰ ὑμνήση τὸν πατέρα καὶ τὸν ἅγιο.
Ποιός θὰ πάη σήμερα στὴν Πάρο καὶ δὲν θὰ ἀκούση γιὰ τὰ παλαίσματα, τοὺς ἀγῶνες καὶ τὰ ἀθλήματα τοῦ γέροντος Φιλοθέου; Λυπούμαστε βέβαια ποὺ ἡ ἐπίσημη Ἐκκλησία κωφεύει καὶ δὲν μᾶς δίνει τὴν σφραγῖδα.
Τετάρτη, 29η τοῦ μηνὸς Αὐγούστου, ἡ Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ἐσφράγισε τὴν πίστη τοῦ λαοῦ καὶ ἀναγνώρισε ἐπίσημα τὴν ἁγιότητα τοῦ ὁσίου Ἀμφιλοχίου τοῦ Πατμίου. Ὅσα μέρη τὸν γνώριζαν χτύπησαν πανηγυρικὰ τὶς καμπάνες καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεό, ποὺ εἶδαν τὴν εἰκόνα τοῦ Ἀμφιλοχίου ἀνηρτημένη στὸ προσκυνητάρι. Ὅλα αὐτὰ μᾶς χαροποίησαν πολλά, μᾶς γέμισαν εὐφροσύνη καὶ ὅλοι ἀγαλλομένῳ ποδὶ ψάλλουμε τὸ τροπάριό του, ποὺ τὸ εἴχαμε στὸ σεντούκι μέσα καὶ περιμέναμε νὰ κυματίση ἡ σημαία τῆς ὁσιότητάς του.
«Τῇ ἀγάπῃ τοῦ Λόγου ὅλος πυρούμενος, ἐξ ἁπαλῶν σου ὀνύχων ἀφωσιώθης Θεῷ, εὐλαβείας, Ἀμφιλόχιε, θησαύρισμα· ἐπὶ τῷ στήθει Ἰησοῦ ἠξιώθης προσπεσεῖν μετὰ τοῦ Ἠγαπημένου, κἀκεῖθεν ἤντλησας, μάκαρ, θεολογίας ἔνθεα νάματα.»
Δυστυχῶς ὅμως, ἡ διακήρυξη τῆς κατατάξεως τοῦ ὁσίου Ἀμφιλοχίου στὶς δέλτους τῆς Ἐκκλησίας ἔγινε ἀπὸ ἐπίσκοπο, ποὺ οὔτε τὸν συναναστράφηκε οὔτε στὸν δρόμο του περπάτησε. Ἀπὸ μακρόθεν κοίταζε, ἀλλὰ δὲν προσήγγιζε. Γέροντα τὸν ὠνόμασε στὶς ὁμιλίες του, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἀσπάσθηκε τὰ κράσπεδα τῶν ἱματίων του. Οἱ ὁμιλίες του δὲν μᾶς ἐκαρδίωσαν καὶ δυστυχῶς οὐδεὶς εὑρέθη νὰ τὸν σταματήση. Λόγος πομπώδης καὶ δικανικός, ποὺ δὲν εἶχε τίποτε νὰ ἀκουμπήση στὴν καρδιά μας.
Εἶναι κρῖμα ἐμεῖς οἱ κληρικοὶ νὰ προσπαθοῦμε νὰ διδάξουμε τοὺς ἀνθρώπους μὲ κούφια λόγια. Ὁσάκις μαζεύω καρύδια καὶ τὰ βρίσκω κούφια, στενοχωροῦμαι. Βλέπω τὸν θεόρατο κορμὸ τῆς καρυδιᾶς καὶ τὴν οἰκτίρω. Ἔτσι, ἀκούγαμε καὶ τὸν ὁμιλητὴ καὶ ἔσφιγξε ἡ καρδιά μας, ὄχι βέβαια γιὰ τὸν Ὅσιο, ἀλλὰ γιατὶ μᾶς μιλάει γιὰ τὸ μέλι, πόσο νόστιμο εἶναι, χωρὶς νὰ τὸ ἔχει δοκιμάσει ποτέ.
Ποιό ἤτανε τὸ μυστικὸ τῆς ἁγιότητας τοῦ γέροντος Ἀμφιλοχίου; Εἶχε ζήσει τὴν περιφρόνηση τῶν ἀνθρώπων, τῶν συνασκητῶν του, καὶ αὐτὸ τὸν ἔκανε εὐτυχισμένο. Μέσα στὴν καταφρόνια τὸν ἔβλεπες εὐτυχῆ, χαρούμενο, ἀνεπιτήδευτο. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ὑπέμεινε μὲ ὑπομονή, μὲ καρτερία τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, ἀγόγγυστα, ἀκατάκριτα. Οὐδέποτε, ἂν τοῦ λαλούσαμε τὰ ἄσχημα τῶν ἀδελφῶν, συμφωνοῦσε μαζί μας, ἀλλὰ ἔκλινε τὴν κουβέντα: «Ἒ τὸν εὐλογημένο. Ἐγκατάλειψη Θεοῦ ἔπαθε. Κάνετε προσευχή. Ἔχει ἀνάγκη νὰ τὸν καλύψουμε μὲ τὸ πιὸ πολύτιμο βλατίο ποὺ κρατᾶ κάθε ἄνθρωπος στὰ χέρια του.»
Ἀφοῦ ποτὲ δὲν τὸν εἶδες νὰ μετανίζη μέχρι τὰ βαθιά του γεράματα, δὲν τὸν παρατήρησες ὅτι τὰ μάτια του ἦταν πάντοτε βουρκωμένα ὅταν λειτουργοῦσε, δὲν τὸν ἀπήλαυσες νὰ προσφέρη τὴν φιλοξενία καὶ τὴν ἐλεημοσύνη τόσο ἁπλόχερα, ποὺ οἱ πλησίον του διερωτῶντο «Τί τοῦ ἔμεινε μετὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ δοσίματα;», ἀφοῦ δὲν ξέρεις τὰ πατήματά του, γιατί πλησιάζεις τὸ ὄρος νὰ τὸ ἀνεβῆς καὶ νὰ ἀνεβάσης κι ἐμᾶς;
Ζοῦσε τὴν ἀκτημοσύνη καὶ τὴν φτώχεια ὅπως τὰ ὑποσχέθηκε στὴν μοναχική του κουρά. Δύο πράγματα ἄκουγες νὰ ψιθυρίζη: τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ» καὶ «ἀδελφοί μου, ὑπάρχει χρεία ὑπομονῆς». Ὁ λόγος του ἦταν μετρημένος· οὔτε ὑπερβολὲς ἔλεγε οὔτε ὁράματα καὶ προφητεῖες. Δίδασκε μὲ τὴν παρουσία του ὅσα σπάνια ἀκοῦμε ἀπὸ ἀνθρώπους. Ἐκεῖνο ποὺ τὸν διέκρινε περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους Γέροντες ἦταν ἡ εὐλάβεια. Σὲ ὅλη του τὴν ζωὴ σέβιζε καὶ μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους. Ἔφυγε πλήρης ἔργων ἀγαθῶν.
Ἂν μᾶς ἔδινε ὁ ὁμιλητὴς ἔστω καὶ κάτι μικρὸ ἀπὸ τὴν ζωή του, θὰ φεύγαμε ὅλοι μὲ πολλὲς ἀναμνήσεις. Τώρα, ἀκούσαμε τὸ μαγγανοπήγαδο νὰ γυρίζη, ἀλλὰ δὲν ἀνέβαζε στὶς σέσουλες νερό. Μακάρι νὰ βρεθῆ αὐτὸς ποὺ θὰ μᾶς δώση τὴν δροσιὰ τῶν λόγων καὶ τῆς ζωῆς τοῦ ὁσίου Ἀμφιλοχίου. Μακάρι νὰ μὴ τσιγγουνευθῆ ὁ Θεὸς νὰ στέλνη σὲ μᾶς, ἐδῶ σ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμο ποὺ ζοῦμε, ἄνθη μυρίπνοα.
Αὐτὰ ποὺ γράφω, δὲν τὰ ἔγραψα ἀπὸ τὴν Πάτμο, ἀλλὰ ἀπὸ ἕνα ἐρημητήριο ποὺ βρίσκεται στοὺς πρόποδες τοῦ ὄρους Βερτίσκου. Στάθηκα μακριά, γιατὶ φοβήθηκα τὸν ἑαυτό μου ὅτι θὰ χαλάσω τὴν γιορτή… Ἀπὸ ᾽δῶ, φωνάζω καὶ μόνον ὁ Ὅσιος μὲ βλέπει καὶ μὲ ἀκούει. Στοὺς πόνους μου, αὐτὸν ἐπικαλοῦμαι. Αὐτὸς εἶναι ἡ συντροφιά μου καὶ ἡ παρηγορία μου.
Ταῖς τοῦ ὁσίου Ἀμφιλοχίου πρεσβείαις, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.
Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης