Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2018

π.Θεόδωρος Ζήσης, Ο Β´ Γάμος των εν χηρεία κληρικών και η «Σύνοδος» της Κρήτης

Γράφει ὁ π. Νικόλαος Μανώλης
Πῆγαν νά ξεφύγουν οἱ θεομπαῖχτες, ἀλλά πιάστηκαν στή φάκα, γιατί ἀγαπᾶ ὁ Θεός τόν κλέφτη, ἀγαπᾶ καί τόν νοικοκύρη… “Πονηροί δέ ἄνθρωποι καί γόητες προκόψουσιν ἐπί τό χεῖρον, πλανῶντες καί πλανώμενοι.” (Β΄ Τιμ. γ΄ 13) 
Τό ἄρθρο τοῦ π. Θεοδώρου παρατίθεται καί σέ ἀρχεῖο scribd.

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
Ὁμότιμος Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.
Ο Β´ ΓΑΜΟΣ ΤΩΝ ΕΝ ΧΗΡΕΙᾼ ΚΛΗΡΙΚΩΝ
ΚΑΙ Η «ΣΥΝΟΔΟΣ» ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
Ὕποπτη ἀλλαγή στό κείμενο τήν τελευταία στιγμή
1. Ἀκολουθοῦν τήν ὀλέθρια καί βλάσφημη καινοτομία τοῦ Μελετίου Μεταξάκη (1923)
Αἰφνιδίασε καί ἐξέπληξε ἡ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως στίς ἀρχές Σεπτεμβρίου νά ἐπιτρέψει τόν δεύτερο (β´) γάμο τῶν ἐν χηρείᾳ κληρικῶν, ὡς καί αὐτῶν πού ἐγκαταλείπονται ἀπό τίς πρεσβυτέρες τους. Ἦταν κάτι μή ἀναμενόμενο, διότι παρά τίς προσπάθειες πού κατέβαλαν καθ᾽ ὅλην τήν διάρκεια τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος καί τῶν ἀρχῶν τοῦ εἰκοστοῦ πρώτου κοσμικόφρονες καί οἰκουμενιστικοί ἐκκλησιαστικοί κύκλοι νά ἐπιτραπεῖ ὁ β´ γάμος, αὐτό δέν κατέστη δυνατόν, διότι προσέκρουε στήν Ἁγία Γραφή καί στίς ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Χρειαζόταν μεγάλο θράσος καί ἑωσφορικός ἐγωϊσμός, γιά νά ἀποτολμηθεῖ ἡ βλάσφημη αὐτή ἀγνόηση καί περιφρόνηση τῆς Ἀποστολικῆς καί Πατερικῆς διδασκαλίας καί πράξεως.
Γιά πρώτη φορά αὐτό συνέβη στό λεγόμενο «Πανορθόδοξο Συνέδριο» τῆς Κωνσταντινουπόλεως (10 Μαΐου-8 Ἰουνίου 1923), ὅπου μέ ἐλάχιστο ἀριθμό συμμετοχῶν τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν ἐπετράπη ὁ δεύτερος γάμος τῶν συνεπείᾳ θανάτου χηρευόντων ἱερέων καί διακόνων «ὡς μή ἀντιβαίνων εἰς τό καθόλου πνεῦμα τῆς Εὐαγγελικῆς διδασκαλίας». Ἐπειδή μάλιστα ἐγνώριζαν οἱ καιτονόμοι, μέ πρωτοστάτη τόν μασόνο Οἰκουμενικό Πατριάρχη Μελέτιο Μεταξάκη, ὅτι ἡ ἀπόφασή τους αὐτή ἦταν ἀντίθετη πρός τήν αἰωνόβια συνεχῆ καί σταθερή πράξη τῆς Ἐκκλησίας πού ἀπαγορεύει τόν β´ γάμο, ἐτόλμησαν ἑωσφορικά νά θίξουν τήν ἱερότητα καί τό κῦρος αὐτῆς τῆς πράξεως, τήν ὁποία διεμόρφωσαν ἑκατοντάδες ἁγίων Πατέρων ὑψηλοῦ θεολογικοῦ κύρους καί σοφίας, κοσμικῆς καί χριστιανικῆς, συγχρόνως ὅμως καί διαπνεόμενοι ἀπό ἀληθινή ἀγάπη γιά τήν σωτηρία τῶν χηρευόντων κληρικῶν. Γράφουν λοιπόν στήν ἀπόφασή τους ὅτι «ἡ ἔκπαλαι καί ὑπέρ ἑαυτῆς κανονικάς διατάξεις ἔχουσα σχετική πρᾶξις τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας δέν ἔχει ἄθικτον τήν ἱερότητα καί τό κῦρος ἀναλλοίωτον». Θίγουν λοιπόν τήν ἱερότητα καί τό κῦρος τῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας ἐπί τοῦ σημαντικοῦ αὐτοῦ μέ σωτηριολογικές καί ποιμαντικές ἐπιπτώσεις θέματος καί ἀποφασίζουν ὅτι «ἡ πάλαι ὁρισθεῖσα καί μέχρι τοῦδε κρατοῦσα σχετική πρᾶξις ἐπιδέχεται τροποποίησιν». Ἀπαντώντας μάλιστα καί στό ζήτημα τῆς προτεραιότητας μεταξύ τῶν μυστηρίων γάμου καί ἱερωσύνης, ἡ ὁποία ἐπέβαλε γιά τούς ἐγγάμους πρῶτα νά γίνει ὁ γάμος καί μετά νά ἀκολουθήσει ἡ ἱερωσύνη, καί εἰς τό ἐάν αὐτή ἡ προτεραιότητα εἶναι ἀμετακίνητη, ἄν δηλαδή ἐπιτρέπεται νά προηγηθεῖ ἡ ἱερωσύνη καί νά ἀκολουθήσει ὁ γάμος ἀποφαίνονται ἐκ κοιλίας, χωρίς καμμία ἁγιογραφική καί πατερική ὑποστήριξη, ὅτι δέν ὑπάρχει προτεραιότητα, καί τό ἕνα δέν ἀποκλείει τό ἄλλο: «Ἀμφότερα τά μυστήρια ταῦτα ἀπό τε δογματικῆς καί μυστηριακῆς ἀπόψεως ἐξεταζόμενα δέν ἀποκλείουσιν ἄλληλα»[1].
Τό ἴδιο «Πανορθόδοξο Συνέδριο» ἀσχολήθηκε καί μέ τήν ἡμερολογιακή μεταρρύθμιση, πού ἐπεβλήθη μονομερῶς χωρίς πανορθόδοξη ἀπόφαση καί προκάλεσε διαιρέσεις καί σχίσματα, καί μέ ἄλλες καινοτομίες στήν νηστεία, στήν ἀμφίεση τῶν κληρικῶν κ.ἄ. Προσδιόρισε ἐν πολλοῖς τήν θεματολογία τῆς ἀπό τότε προετοιμαζόμενης «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου», καί ἔγινε ἡ κακιά μήτρα, ἀπό τήν ὁποία προῆλθαν πολλά ἐκτρώματα, αἱρετικά καί σχισματικά[2].
2. Διγλωσσία καί διπλωματία, ἀταίριαστες σέ ποιμένες. Ἀπόκλιση ἀπό τήν κανονική τάξη ὁ β´ γάμος
Εἶναι πάντως χαρακτηριστικό περί τοῦ ὅτι οἱ λαμβάνοντες τίς ἀντιπαραδοσιακές αὐτές ἀποφάσεις ἐκκλησιαστικοί ἡγέτες ἦσαν καιροσκόποι καί διπλωμάτες καί ὄχι ποιμένες, κάλαμοι ὑπό ἀνέμου σαλευόμενοι, προσαρμοστικοί στίς ἀπαιτήσεις τῶν καιρῶν καί τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς, ὅτι λίγο ἐνωρίτερα ὁ Μελέτιος Μεταξάκης, ὡς μητροπολίτης Ἀθηνῶν (1918-1920), εὑρέθηκε πρό συνόδου παραδοσιακῆς καί ὄχι μόνο δέν μπόρεσε νά προχωρήσει τό θέμα, ἀλλά καί προέβαλε τήν παραδοσιακή θέση. Συγκεκριμένα, ὅταν ὁ ἐπίσκοπος Ζίτσης Νικόλαος, τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας, ἦλθε στήν Ἀθήνα καί ἔθεσε ἐνώπιον τῆς Συνόδου στίς 22-4-1920 τό θέμα τοῦ δευτέρου γάμου τῶν κληρικῶν, ἐπειδή ἡ Σερβική Ἐκκλησία ἀντιμετώπιζε μεγάλο πρόβλημα ἀπό τούς ἐν χηρείᾳ κληρικούς καί ἔκλινε ὑπέρ εὐνοϊκῆς ἀποφάσεως, ἤθελε νά ἔχει τήν γνώμη καί τῆς ἰσχυρῆς τότε Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, εὑρέθη πρό τῆς ἑξῆς καταστάσεως. Ὁ μητροπολίτης Μελέτιος μέ δηλώσεις του ἐκφράσθηκε μέ συμπάθεια πρός τούς ἐν χηρείᾳ κληρικούς καί αὐτό ἐνεθάρρυνε τόν Σέρβο μητροπολίτη νά ζητήσει τήν γνώμη τῆς ἑλλαδικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία ὅμως «ὀρθῶς σκεπτομένη καί σοβαρῶς ἀντιμετωπίζουσα τό θέμα ἔκρινεν ὅτι οὕτως ἐσημειοῦτο ἀπόκλισις ἀπό τῆς κεκανονισμένης τάξεως». Τό θέμα ἔπρεπε νά ἀντιμετωπισθεῖ πανορθοδόξως μέ ἐνέργειες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Πάντως καί μέσα στήν Σύνοδο ὁ μητροπολίτης Μελέτιος, μολονότι ἔβλεπε μέ συμπάθεια τό θέμα, προσαρμοσθείς πρός τό παραδοσιακό κλῖμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, εἶπεν ὅτι «ὁ δεύτερος γάμος ὄχι μόνον στερεῖται κανονικοῦ ἐρείσματος ἀλλά φαίνεται προσκρούων εἰς τό ἀποστολικόν "μιᾶς γυναικός ἄνδρα", ἐξ οὗ καί ἡ κανονική τάξις, ἡ μή ἐπιτρέπουσα τό δίγαμον, ὑπό τήν ἔννοιαν πάντοτε ὅτι ἡ διγαμία ἀποτελεῖ ἔλλειψιν, ἡ δέ Ἐκκλησία ἐπιδιώκει τό τέλειον»[3]. Τρία χρόνια ἀργότερα ὡς οἰκουμενικός πατριάρχης καί μέσα σέ διαφορετικό ἀντιπαραδοσιακό κλῖμα, πού ἄρχισε νά καλλιεργεῖται στίς αὐλές τοῦ Φαναρίου ἀπό τόν ὄντως ἐξωτερικά μεγαλοπρεπῆ πατριάρχη Ἰωακείμ τόν Γ´ στίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰῶνος, βρῆκε τόν κατάλληλο χῶρο καί χρόνο γιά νά σπείρει τά ζιζάνια τῶν καινοτομιῶν, πού τά ἐπότισαν καί τά περιποιήθκαν, ἀλλά ἔσπειραν καί νέα, οἱ καινοτόμοι διάδοχοί του Ἀθηναγόρας καί Βαρθολομαῖος, γιά νά ἀνθίσουν καί καρποφορήσουν μετά ἀπό ἕνα αἰώνα στήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης.
3. Ἐκτός ἀπό τήν διγλωσσία καί διπλωματία ἔχομε καί ὕποπτες μεθοδεύσεις στήν σχετική ἀπόφαση τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης
Ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ἀναφερθήκαμε στήν ἀντιφατικότητα, διπλωματία καί διγλωσσία τοῦ Μελετίου Μεταξάκη εὑρίσκεται εἰς τό ὅτι τό ἴδιο ἀκριβῶς συνέβη καί μέ τήν ἐξέταση τοῦ θέματος τοῦ β´ γάμου τῶν κληρικῶν στά πλαίσια τῆς προετοιμασίας καί τῆς λειτουργίας τῆς λεγομένης «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, πού συνῆλθε στήν Κρήτη τόν Ἰούνιο τοῦ 2016. Ἐδῶ μάλιστα ἐκτός ἀπό τήν διγλωσία καί διπλωματία, πού χαρακτηρίζει τά κείμενα τῆς «Συνόδου», παρατηρήθηκε καί κάτι πολύ χειρότερο. Στό τελικό κείμενο τῆς «Συνόδου» «Τό Μυστήριο τοῦ Γάμου καί τά κωλύματα αὐτοῦ» καί στήν σχετική παράγραφο γιά τόν β´ γάμο τῶν κληρικῶν, ἐνῶ μέχρι καί τῆς «Συνόδου» καί σέ ὅλη τή διάρκεια τῆς προετοιμασίας καί τῆς ἐπικαιροποίησης τοῦ κειμένου ἀπαγορευόταν ὁ γάμος τῶν ἐν χηρεία κληρικῶν, διότι «συμφώνως πρός τήν ἰσχύουσαν κανονικήν παράδοσιν (κανών 3 τῆς Πενθέκτης ἐν Τρούλλῳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου) μετά τήν χειροτονίαν, κωλύεται ἡ σύναψις γάμου», περιέργως ἔχει προταχθῆ μία φράση, ἐκ κοιλίας καί αὐτή, χωρίς κανένα ἔρεισμα, ὅπως ἔγινε καί στό «Πανορθόδοξο Συνέδριο» τοῦ Μελετίου Μεταξάκη, ἡ ὁποία ἀποδυναμώνει τή ἀπαγόρευση τῶν κανόνων καί ἀνοίγει τόν δρόμο στό νά ἐπιτραπεῖ ὁ β´ γάμος τῶν κληρικῶν. Ποιός ἐπρότεινε αὐτήν τήν προσθήκη; Ἔγινε εὐμενῶς δεκτή; Ὑπῆρξε συζήτηση; Διατυπώθηκαν ἀντιρρήσεις; Εἶναι μήπως προϊόν λαθροχειρίας καί νόθευσης τοῦ κειμένου μετά τήν ὑπογραφή; Ἦσαν τόσο ἀπρόσεκτοι καί ἀδιάφοροι οἱ συνοδικοί ἐπίσκοποι, ὥστε δέν ἐπρόσεξαν τήν προσθήκη καί ὑπέγραψαν «τυφλοῖς ὄμμασι». Ἄς παρακολουθήσουμε ἀπό τήν ἀρχή τό θέμα καί τήν ἐξέλιξή του, γιατί παρουσιάζει μεγάλο ἐνδιαφέρον, κυρίως ὡς πρός τήν ἀξιοπιστία καί τό κῦρος τῆς «Συνόδου», τήν δυνατότητα ἀποδοχῆς της ἀπό τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί γιά τήν δικαίωση ὅσων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ἀρνήθηκαν νά λάβουν μέρος καί ὅσων ἀπό ἐμᾶς ἀντιδροῦμε γιά τίς πανάθλιες καί ἀντορθόδοξες ἀποφάσεις της.
4. Στό κενό ἡ ἀπόφαση τοῦ «Πανορθοδόξου Συνεδρίου». Παραμένει ἡ ἀπαγόρευση τοῦ β´ γάμου
Ἡ ἀπόφαση τοῦ «Πανορθοδόξου Συνεδρίου» τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1923 πού ἐπέτρεπε τόν β´ γάμο τῶν ἐν χηρεία κληρικῶν δέν εἶχε καμμία ἐπίπτωση στήν ζωή καί στήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Πανορθοδόξως ἐπικρατοῦσε ἡ θέση ὅτι ὁ β´ γάμος εἶναι ἀπηγορευμένος, διότι δέν εἶναι σύμφωνος πρός τήν κανονική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό ἀποτυπώνεται καί στά συγγράμματα Κανονικοῦ καί Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου ὡς καί σέ γνῶμες καθηγητῶν τῆς Δογματικῆς, στά ὁποῖα ἐνδεικτικῶς θά ἀναφερθοῦμε. Ὁ γνωστός Σέρβος κανονολόγος μητροπολίτης Νικόδημος Μίλας γράφει ὅτι στήν Ἀνατολική Ἐκκλησία «ἰσχύει ὁ ὡρισμένος θεσμός, ὅτι ὁ βουλόμενος ζῆν ὡς ἱερεύς ἐν κοινωνίᾳ γάμου ὀφείλει συνάψαι γάμον πρό τῆς χειροτονίας, διότι μετ᾽ αὐτήν ἀπαγορεύεται ἀπολύτως ὁ γάμος τοῖς ἐκ τοῦ καταλόγου τοῦ κλήρου»[4]. Ὁ καθηγητής Ἰωάννης Καρμίρης ἐξετάζων τόν γάμον ἀπό δογματικῆς πλευρᾶς γράφει: «Διά τοῦτον καί ἄλλους λόγους ἐπεβλήθη ἐν μέν τῇ Δύσει ἡ γενική καταναγκαστική ἀγαμία εἰς πάντας τούς κληρικούς, ἐν δέ τῇ Ἀνατολῇ περιωρίσθη αὕτη μόνον εἰς τούς ἐπισκόπους διά τοῦ δωδεκάτου κανόνος τῆς Πενθέκτης ἐν Τρούλλῳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τοῦ 691, ἐνῶ τοῖς πρεσβυτέροις καί διακόνοις ἐπιτρέπεται πάντοτε ὁ πρό τῆς χειροτονίας γάμος, οὐχί δ᾽ ὅμως καί μετ᾽ αὐτήν»[5]. Ὁ ἔγκριτος κανονολόγος καθηγητής Παν. Παναγιωτᾶκος ἀναφερόμενος στά ἀνατρεπτικά κωλύματα τοῦ γάμου, τά ὁποῖα «κωλύουν ἐπί ποινῇ ἀκυρότητος τόν γάμον» συγκαταλέγει μεταξύ αὐτῶν τήν Ἱερωσύνη καί τήν Μοναχική Κουρά, «ὡς ἐκ τῶν ὁποίων ἀπαγορεύεται ἡ σύναψις γάμου παντί προσώπῳ προσκτησαμένῳ τήν Ἱερωσύνην εἰς πάντα τῆς χειροτονίας βαθμόν ἤ τήν Μοναχικήν Ἰδιότητα ἤ καί ἀμφοτέρας»[6]. Ἀπαριθμεῖ τούς σχετικούς ἀπαγορευτικούς κανόνες τοπικῶν καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὡς καί τά ἄρθρα 1364 καί 1372 τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, πού τήν ἐκκλησιατική ἀπαγόρευση τήν ἐδέχοντο καί ὡς πολιτική, νομική, ὅπως γινόταν καί στό Βυζάντιο. Συγκεκριμένα τό ἄρθρο 1364 προέβλεπε τά ἑξῆς: «Κωλύεται ὁ γάμος κληρικῶν παντός βαθμοῦ καί μοναχῶν τῆς ὀρθοδόξου ἀνατολικῆς ἐκκλησίας». Δυστυχῶς τό 1982 ἡ τότε κυβέρνηση τοῦ ΠΑΣΟΚ ἀνάμεσα στίς ὀλέθριες, ἀντιπαραδοσιακές καί ἀντορθόδοξες ἀλλαγές καί μεταρρυθμίσεις, πού προσέβαλαν αἰώνιες ἀρχές καί ἀξίες τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τῆς Ὀρθοδοξίας καί ὁδήγησαν σταδιακά στήν σημερινή ἠθική καί πνευματική κατάρρευση, κατήργησε τό ἄρθρο αὐτό τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, μέ συνέπεια γιά τήν Πολιτεία, γιά τό Κράτος, ἡ Ἱερωσύνη δέν ἀποτελεῖ κώλυμα γάμου. Μποροῦν ἑπομένως κάποιοι κληρικοί νά τελοῦν πολιτικό γάμο, ἐφ᾽ ὅσον ὁ ἐκκλησιαστικός ἀπογορεύεται ἀκόμη σύμφωνα μέ τήν Εὐαγγελική καί Πατερική Διδασκαλία. Αὐτήν ἀκολουθεῖ καί ὁ καθηγητής τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, μητροπολίτης Τυρολόης καί Σερεντίου Παντελεήμων Ροδόπουλος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὁ ὁποῖος στό σχετικό του σύγγραμμα, τό ὁποῖο ἐδίδασκε ἐπί δεκαετίες στούς φοιτητάς, καί ἔχοντας ὑπ᾽ ὄψιν καί τήν κατάργηση τοῦ ἄρθρου 1364, πού ἐμνημονεύσαμε, ἀπαριθμεῖ τά κωλύματα τοῦ γάμου καί ὡς ἀπόλυτο καί ἀνατρεπτικό κώλυμα μεταξύ ἄλλων ἀναφέρει, ὅπως καί ὁ Παναγιωτᾶκος τήν Ἱερωσύνη καί τήν Μοναχική Κουρά. Γράφει: «Κωλύεται ὁ θρησκευτικός (οὐχί ὁ πολιτικός) γάμος Κληρικῶν παντός βαθμοῦ καί Μοναχῶν τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας»[7]. Καί ὁ ἔγκριτος ἐπίσης καθηγητής τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Κων. Βαβοῦσκος, πού ἐδίδασκε ἐπί ἔτη στήν Νομική Σχολή Ἐκκλησιαστικό Δίκαιο, ἀποφαίνεται ὀρθῶς ὅτι «πανορθόδοξον δίκαιον ἀποτελεῖ ἡ ἀπαγόρευσις τελέσεως δευτέρου γάμου εἰς ἅπαντας τούς λοιπούς κληρικούς»[8], μέ τό «λοιπούς» ἔχει κατά νοῦν τούς ἐπισκόπους γιά τούς ὁποίους ἐπίσης πανορθοδόξως ἰσχύει ἡ ἀγαμία.
5. Στά προσυνοδικά κείμενα παραμένει ἡ ἀπαγόρευση τοῦ β´ γάμου. Παρεμβάσεις τοῦ Ἀθηναγόρα.
Ὅλοι λοιπόν διδάσκαμε καί διδασκόμασταν στίς Θεολογικές καί στίς Νομικές Σχολές ὅτι ἡ Ἱερωσύνη ἀποτελεῖ ἀπόλυτο καί ἀνατρεπτικό κώλυμα τοῦ γάμου καί ὅτι σύμφωνα μέ τήν ἱεροκανονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ἀπαγορεύεται ὁ β´ γάμος τῶν ἐν χηρείᾳ κληρικῶν. Αὐτό ἀποτύπωνε καί τήν διαχρονική συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, πού διαμορφώθηκε ἀταλάντευτα καί ἀκαινοτόμητα στούς αἰῶνες ἀπό φωτισμένους καί ἀξιόπιστους Πατέρες καί Διδασκάλους. Κατά καιρούς βέβαια γράφονταν καί διατυπώνονταν γνῶμες ὄχι μόνον ὑπέρ τοῦ δευτέρου γάμου τῶν ἐν χηρείᾳ κληρικῶν ἀλλά καί ὑπέρ τοῦ γάμου τῶν ἀγάμων κληρικῶν μετά τήν χειροτονία τους. Προκάλεσε πολλές συζητήσεις καί ἀντιδράσεις ἡ γνώμη πού διατυπώθηκε ἀπό τόν πατριάρχη Ἀθηναγόρα, συνεργάτη καί ὁμόφρονα τοῦ Μελετίου Μεταξάκη, ὅτι «Πρέπει νά μποροῦν νά παντρεύονται καί οἱ κληρικοί, γιατί δέν εἶναι νοητό ἕνας κληρικός νά καταδικασθῆ σέ ἰσόβια ἀγαμία, ἐπειδή δέν μπόρεσε νά βρῆ τήν κατάλληλη σύζυγο προτοῦ ἱερωθῆ»[9].
Στήν προετοιμασία πάντως τῆς «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου» μεταξύ τῶν θεμάτων πού ἐπελέγησαν ἐξ ἀρχῆς, ὡς κληρονομιά καί τοῦ «Πανορθοδόξου Συνεδρίου» τῆς Κωνσταντινούπολης τοῦ 1923, ἦταν καί τό θέμα «Κωλύματα Γάμου». Καί ἐπειδή τά περί βαθμῶν συγγενείας πού ἦσαν καθορισμένα ἀπό τούς Ἱερούς Κανόνες ἦταν ἀποδεκτά καί δέν δημιουργοῦσαν προβλήματα, ὑπῆρξαν σκέψεις καί προτάσεις τό θέμα αὐτό νά ἐκπέσει ἀπό τόν κατάλογο τῶν θεμάτων τῆς «Συνόδου», δεδομένου μάλιστα ὅτι τό φλέγον ὄντως θέμα τοῦ δευτέρου γάμου τῶν κληρικῶν, παρά τίς ἀποφάσεις τοῦ «Πανορθοδόξου Συνεδρίου», δέν εἶχε γίνει ἀποδεκτό σχεδόν ἐπί ἕνα αἰώνα στήν ζωή καί στήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία παρέμενε στήν κεκανονισμένη ἐπί αἰῶνες τάξη καί Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
Οἱ ἀρεσκόμενοι ὅμως στίς καινοτομίες φαίνεται ὅτι ἤλπιζαν πώς θά κατόρθωναν καί στό θέμα αὐτό νά ἐπιβάλουν τίς νεωτεριστικές τους θέσεις, ὅπως τίς ἐπέβαλαν καί στό ἐκκλησιολογικό θέμα στό περιβόητο κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», ὅπου τίς αἱρέσεις τίς ὀνόμασαν ἐκκλησίες. Στό προσυνοδικό πάντως κείμενο «Κωλύματα τοῦ γάμου», πού ἑτοίμασε ἡ «Β´ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη» στήν Γενεύη τό 1982 (3-12 Σεπτεμβρίου) τηρεῖται ἡ κανονική παράδοση καί λέγεται ὅτι: «Ἡ Ἱερωσύνη, εἰς οἱονδήποτε τῶν τριῶν αὐτῆς βαθμῶν, ἀποτελεῖ, συμφώνως πρός τήν ἰσχύουσαν κανονικήν παράδοσιν (κανών 3 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου), κώλυμα πρός σύναψιν γάμου». Ἡ προετοιμασία τῆς συνόδου διεκόπη ἐπί δύο καί πλέον δεκαετίες καί λόγω τῶν διαφωνιῶν πού προέκυψαν σέ βασικά θέματα, ὅπως στά θέματα περί τοῦ «Αὐτοκεφάλου» καί τῶν «Διπτύχων», τά ὁποῖα τελικῶς ἐξέπεσαν τοῦ καταλόγου, ἀλλά καί λόγῳ τῆς νέας ἐκκλησιαστικῆς καταστάσεως πού δημιουργήθηκε μετά τήν πτώση τῶν κομμουνιστικῶν καθεστώτων τό 1990. Δέν ἔπαυσαν πάντως οἱ ἐπαφές καί οἱ βολιδοσκοπήσεις, ὥστε νά ἐξακριβωθεῖ ἡ στάση τῶν ἐκκλησιῶν στά φλέγοντα θέματα πού ἐνδιέφεραν τούς ὀργανωτάς καί συντονιστάς, ὥστε στή σύνοδο νά μή συναντήσουν ἀντιδράσεις[10]. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀνταποκρινόμενη σέ ὀχλήσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νά διατυπώσει τήν γνώμη της γιά τόν β´ γάμο τῶν ἐν χηρείᾳ κληρικῶν συνέστησε τό 2004 ἐπιτροπή πρός μελέτην τοῦ θέματος. Ἡ Ἐπιτροπή συγκροτουμένη ἀπό τούς καθηγητάς Σπ. Τρωϊάνο, ἀρχιμ. Χρυσόστομο Σαββάτο, νῦν μητροπολίτη Μεσσηνίας, καί πρωτοπρεσβύτερο Σαράντη Σαράντο, διακεκριμένο κληρικό καί θεολόγο, προσφάτως τότε χηρεύσαντα καί πολύτεκνο, καί κληθεῖσα νά ἐκφράσει τήν γνώμη της περί τοῦ δευτέρου γάμου τῶν ἐν χηρείᾳ καί διαζεύξει κληρικῶν ἀπήντησε ἀρνητικά στήν πρόταση νά ἐπιτραπεῖ ὁ γάμος, καί ὅπως γράφει ὁ π. Σαράντης, «ὁμόφωνα ἀποφάσισε νά μή κάνει δεκτή τήν πρόταση, σύμφωνα μέ τούς ἱερούς κανόνες καί τήν μακρά παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας».
Ἡ γνώμη αὐτή δέν εὐχαρίστησε τούς νεωτεριστάς, γι᾽ αὐτό καί μετά δύο ἔτη τό 2006 ἐπανῆλθε διά νεωτέρου γράμματος πρός τόν ἀρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος ζητώντας τήν γνώμη τῆς Ἑλλαδικῆς Συνόδου. Δυστυχῶς αὐτήν τήν φορά ἡ Σύνοδος τῶν Ἀθηνῶν δέχθηκε «κατ᾽ οἰκονομίαν ἄκραν» τόν δεύτερο γάμο τῶν ἐν χηρείᾳ κληρικῶν. Ἔθετε ὅμως ὡς ἀπαράβατον ὅρον, τόν ὁποῖο δυστυχῶς δέν ἐτήρησεν ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος στήν τελευταία του αἰφνιδιαστική ἀπόφαση, κατά τόν ὁποῖο «τοῦτο δ᾽ ὅλον δύναται νά κυρωθῆ μόνον μετά ὁμόφωνον ἀπόφασιν Πανορθοδόξου Συνόδου, ἐπί τῷ τέλει τῆς κοινῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς ὑφ᾽ ἁπασῶν τῶν ὑπ᾽ οὐρανόν Ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν, τῶν συνηρμοσμένων, ὥσπερ χορδαί κιθάρᾳ, εἰς τήν ἄρρηκτον ἑνότητα τῆς Πίστεως»[11]. Δέν ἔλειψαν μάλιστα καί πρόσωπα τοῦ στενοῦ περιβάλλοντος τοῦ ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, ὅπως ὁ ἀρχιμανδρίτης Ἐπιφάνιος Οἰκονόμου, πού ἀρθρογράφησαν ἐπαινώντας τήν τόλμη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος «νά συζητήσει θέματα καί προβλήματα τά ὁποῖα μέχρι χθές χαρακτηρίζονταν "ταμποῦ" καί νά σταθεῖ ὡς στοργική μητέρα φιλάνθρωπα καί ἀγαπητικά δίπλα σ᾽ ἐκείνους τούς ἐγγάμους ἱερεῖς, πού μένουν μόνοι σέ νεαρή ἡλικία εἴτε λόγῳ χηρείας, εἴτε λόγω ἐγκατάλειψης ἀπό τίς συζύγους τους». Ἐπικαλεῖται ἐπαινετικά ὁ νεαρός τότε κληρικός τίς ἀποφάσεις τοῦ «Πανορθοδόξου Συνεδρίου» τῆς Κωνσταντινούπολης ὑπό τήν προεδρία τοῦ Μελετίου Μεταξάκη καί μᾶς ἐνημερώνει γιά τήν πιό πρόσφατη ἀναφορά στό θέμα πού ἔγινε ἀπό τόν πατριάρχη Ἀθηναγόρα στήν Βιέννη, ὅπου βρέθηκε γιά θεραπεία, ὁ ὁποῖος σέ ἰδιαίτερη συνομιλία μέ τόν δημοσιογράφο Παλαιολόγο εἶπε τά ἑξῆς χαρακτηριστικά: «Οὐδέν μυστήριον ἐμποδίζει ἄλλο μυστήριον. Ἡ ἱερωσύνη δέν ἐμποδίζει τόν γάμον, ὅπως ὁ γάμος δέν ἐμποδίζει τήν ἱερωσύνην διά τούς διακόνους καί ἱερεῖς»[12].
Ὁ π. Σαράντης Σαράντος μετά τήν ἀλλαγή στάσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπέστειλε ἐπιστολή πρός τόν ἀρχιεπίσκοπο κυρό Χριστόδουλο (20-12-2006), στήν ὁποία διερωτᾶται σέ σχέση μέ τήν πρό διετίας γνωμάτευση τῆς Ἐπιτροπῆς εἰδικῶν: «Τί συγκλονιστικό ἄλλαξε ἀπό τότε μέχρι σήμερα, ὥστε νά κάνετε δεκτή τήν πρόταση γιά δεύτερο γάμο στούς ἐν χηρείᾳ (μόνο;) κληρικούς;». Ἐκθέτει δέ στή συνέχεια τούς θεολογικούς καί ποιμαντικούς λόγους, γιά τούς ὁποίους δέν πρέπει νά ἐπιτραπεῖ ὁ δεύτερος γάμος[13].
6. Ἡ ἀπαγόρευση τοῦ β´ γάμου ἔφθασε καί στήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης
Ἡ ἐπιτάχυνση τῆς σύγκλησης τῆς «Συνόδου», ὥστε αὐτή νά συνέλθει τόν Ἰούνιο τοῦ 2016, ἀποφασίσθηκε τόν Μάρτιο τοῦ 2014 στή «Σύναξη τῶν Προκαθημένων» πού συνῆλθε στό Φανάρι. Στήν σύναξη αὐτή ἀποφασίσθηκε νά συσταθεῖ «Εἰδική Διορθόδοξη Ἐπιτροπή», ἡ ὁποία ἀνέλαβε νά ἐπικαιροποιήσει καί νά «βελτιώσει» τά κείμενα πού εἶχαν προετοιμασθῆ ἐνωρίτερα. Ἡ Ἐπιτροπή συνῆλθε καί ἐργάσθηκε, δέν πρόλαβε ὅμως νά ὁλοκληρώσει τό ἔργο της καί ἀπό τά ἐννέα κείμενα πού εἶχαν πρός ἐπεξεργασία γιά τέσσερα δέν ἔγινε καθόλου συζήτηση (Διασπορά, Αὐτοκέφαλο, Αὐτόνομο, Δίπτυχα), ἐνῶ ἀπό τά ὑπόλοιπα πέντε δέν ὑπῆρξε συμφωνία στά δύο, στό ζήτημα τοῦ Ἡμερολογίου καί τῶν Κωλυμάτων τοῦ γάμου, ὅπου περιλαμβανόταν καί τό θέμα τοῦ β´ γάμου τῶν ἐν χηρείᾳ κληρικῶν. Ἔτσι ἡ «Εἰδική Ἐπιτροπή» μέ ἀτελές ἤ ἡμιτελές τό ἔργο της ὁλοκλήρωσε τίς ἐργασίες της στίς 2 Ἀπριλίου τοῦ 2015 καί παρέδωσε τά κείμενα πρός περαιτέρω ἐπεξεργασία στήν «Ε´ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη», πού συνῆλθε τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2015 στήν Γενεύη, καί ἔκλεισε τόν κύκλο τῆς προετοιμασίας τῆς Συνόδου. Ἡ τελική ἔγκριση τῶν προσυνοδικῶν κειμένων ἔγινε τόν Ἰανουάριο τοῦ 2016 σέ νέα «Σύναξη τῶν Προκαθημένων» στήν Γενεύη, στήν ὁποία ἀπό τά δέκα θέματα πού ἀποφάσισε νά ἔλθουν στήν Σύνοδο ἡ «Α´ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη» τῆς Γενεύης τό 1976, τελικῶς παρέμειναν ἕξη, γιατί τελευταία στιγμή ἐξέπεσε καί τό θέμα τοῦ κοινοῦ Ἡμερολογίου, ἐπειδή καί σ᾽ αὐτό τό ἐπεῖγον καί φλέγον θέμα, πού προκάλεσε διαιρέσεις καί σχίσματα, δέν ὑπῆρξε συμφωνία. Ἀνάμεσα πάντως στά θέματα πού ἀπέμειναν περιλαμβάνεται καί τό θέμα τῶν κωλυμάτων τοῦ γάμου, τοῦ ὁποίου διευρύνθηκε τό περιεχόμενο καί ἄλλαξε ὁ τίτλος. Ὁ πρῶτος τίτλος ἦταν «Κωλύματα γάμου», ἐνῶ ὁ τελικός διατυπώθηκε ὡς ἑξῆς: «Τό Μυστήριο τοῦ γάμου καί τά κωλύματα αὐτοῦ».
Αὐτό πού μᾶς ἐνδιαφέρει ἐδῶ εἶναι ὅτι μέχρι καί τήν τελική ἔγκριση τῶν προσυνοδικῶν κειμένων ἀπό τήν «Σύναξη τῶν Προκαθημένων» τόν Ἰανουάριο τοῦ 2016 ὁ β´ γάμος τῶν ἐν χηρείᾳ κληρικῶν ἀπαγορευόταν, διότι ἡ διατύπωση πού ἔγινε στήν «Β´ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη» τοῦ 1982 παρέμεινε ἀμετάβλητη καί στήν τελευταία «Ε´ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη» (Ὀκτώβριος 2015) καί στήν «Σύναξη τῶν Προκαθημένων» τόν Ἰανουάριο τοῦ 2016. Ἡ διατύπωση αὐτή ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Ἱερωσύνη ἀποτελεῖ συμφώνως πρός τήν ἰσχύουσαν κανονική παράδοσιν (κανών 3 τῆς Πενθέκτης ἐν Τρούλλῳ συνόδου), κώλυμα πρός σύναψιν γάμου»[14]. Ἀπό τίς ἀσήμαντες λεκτικές τροποποιήσεις ἐπισημαίνουμε μόνον ὅτι κακῶς ἀπαλείφθηκε ὁ χαρακτηρισμός τῆς ἐν Τρούλλῳ ὡς οἰκουμενικῆς πού ὑπῆρχε στό κείμενο τοῦ 1982, προφανῶς γιά νά ὑποβαθμισθεῖ ἡ κανονική ἀπαγόρευση.
Μέ αὐτήν λοιπόν τήν διατύπωση ἔφυγε τό κείμενο ἀπό τούς Προκαθημένους καί ἦλθε στήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, καί αὐτήν τήν διατύπωση ἐγνώριζαν προσυνοδικά ὅλες οἱ τοπικές ἐκκλησίες καί ὅσοι ἀρχιερεῖς, λοιποί κληρικοί, μοναχοί καί θεολόγοι ἐνδιαφέρθηκαν νά μάθουν γιά τό τί ἐπρόκειτο νά ἀποφασισθεῖ στήν ψευδοσύνοδο. Γι᾽ αὐτό καί δέν προτάθηκαν ἀλλαγές, ἐφ᾽ ὅσον ἡ διατύπωση ἀκολουθοῦσε τήν σταθερή καί ἀδιάκοπη ἀπαγορευτική θέση τῆς Ἐκκλησίας γιά τόν β´ γάμο τῶν κληρικῶν.
7. Ἀθέμιτη καί ὕποπτη προσθήκη
Οἱ ἀντιπαραδοσιακοί πάντως καινοτόμοι τῆς γραμμῆς Μελετίου Μεταξάκη καί Ἀθηναγόρα δέν ἦσαν εὐχαριστημένοι μέ τήν ἀπαγορευτική διατύπωση τοῦ προσυνοδικοῦ κειμένου, μέ τήν ὁποία ὅλοι συμφωνοῦσαν, ἀφοῦ κανείς δέν ἔκανε τροποποιητική πρόταση. Γι᾽ αὐτό σοφίσθηκαν ἱεροκρυφίως καί ὑπόπτως νά ἀλλάξουν τό κείμενο, ὥστε μελλοντικῶς νά μπορεῖ κανείς νά τό ἐπικαλεσθεῖ ὑπέρ τοῦ β´ γάμου τῶν κληρικῶν. Πρόσθεσαν λοιπόν πρίν ἀπό τήν ἀπαγορευτική τοῦ β´ γάμου διατύπωση, ἄλλη εὐνοϊκή πρόταση, ἡ ὁποία θεολογικά δέν στηρίζεται πουθενά, οὔτε στήν Ἁγία Γραφή οὔτε στήν Κανονική, Συνοδική καί Πατερική Παράδοση, ἀλλά ὁμοιάζει μόνο μέ τίς ἀποφάσεις τοῦ «Πανορθοδόξου Συνεδρίου» τοῦ Μεταξάκη καί τίς γνῶμες τοῦ Ἀθηναγόρα πού παραθέσαμε. Τό κείμενο, ὅπως βγῆκε ἀπό τήν «Ε´ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη» (Ὀκτώβριος 2015) καί ὅπως ἔφυγε ἀπό τήν «Σύναξη τῶν Προκαθημένων» ἀμετάβλητο (Ἰανουάριος 2016) εἶχε ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἱερωσύνη ἀποτελεῖ συμφώνως πρός τήν ἰσχύουσαν κανονικήν παράδοσιν (κανών 3 τῆς Πενθέκτης ἐν Τρούλλῳ συνόδου) κώλυμα πρός σύναψιν γάμου». Τώρα ἀπό τήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, βγῆκε ἀλλαγμένο, παραμορφωμένο, ἀλλά καί ἀντιφατικό καί αὐτοαναιρούμενο. Τό παραθέτουμε: «Ἡ ἱερωσύνη αὐτή καθ᾽ ἑαυτήν δέν ἀποτελεῖ κώλυμα γάμου, ἀλλ᾽ ὅμως συμφώνως πρός τήν ἰσχύουσα κανονικήν παράδοσιν (κανών 3 τῆς Πενθέκτης ἐν Τρούλλῳ Συνόδου) μετά τήν χειροτονίαν κωλύεται ἡ σύναψις γάμου». Ἡ προσθήκη «ἡ ἱερωσύνη αὐτή καθ᾽ ἑαυτήν δέν ἀποτελεῖ κώλυμα γάμου» ἀνοίγει τήν πόρτα γιά νά ἐπιτραπεῖ ὁ γάμος καί στούς ἀγάμους, ἀλλά καί στούς ἐγγάμους κληρικούς πού βρίσκονται σέ χηρεία. Ἀφοῦ ἡ ἱερωσύνη δέν ἀποτελεῖ κώλυμα, μποροῦν νά νυμφεύονται. Μέ ἄλλα λόγια λέγει τά ἴδια πού εἶπε ὁ Ἀθηναγόρας στόν δημοσιογράφο Π. Παλαιολόγο: «Οὐδέν μυστήριον ἐμποδίζει ἄλλο μυστήριο. Ἡ ἱερωσύνη δέν ἐμποδίζει τόν γάμον, ὅπως ὁ γάμος δέν ἐμποδίζει τήν ἱερωσύνην διά τούς διακόνους καί ἱερεῖς». Τό τοῦ Ἀθηναγόρα «ἡ ἱερωσύνη δέν ἐμποδίζει τόν γάμον» ἔγινε στή γλώσσα τοῦ συνοδικοῦ κειμένου «ἡ ἱερωσύνη καθ᾽ ἑαυτήν δέν ἀποτελεῖ κώλυμα γάμου». Πραγματοποιεῖται ἔτσι καί ἡ σχετική ἀπόφαση τοῦ «Πανορθοδόξου Συνεδρίου» τοῦ Μεταξάκη, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ τροποποίηση τῆς ἀπαγορευτικῆς τῶν ἱερῶν κανόνων διατάξεως, ἀφοῦ αὐτή «δέν ἔχει ἄθικτον τήν ἱερότητα καί τό κῦρος ἀναλλοίωτον».
Γιά νά μή θεωρηθεῖ ὅτι καταργεῖται ἡ ἀπαγόρευση, τήν ἄφησαν ἄθικτη στήν ἴδια φραστική περίοδο, συνδέοντάς την μέ τήν εὐνοϊκή πρόταση μέ ἕνα ἀντιθετικό «ἀλλ᾽ ὅμως», εἰς τρόπον ὥστε κατορθώνεται τό ἀκατόρθωτο: Καί νά ἐπιτρέπεται ὁ β´ γάμος τῶν κληρικῶν, ἀφοῦ «ἡ ἱερωσύνη καθ᾽ ἑαυτήν δέν ἀποτελεῖ κώλυμα γάμου» καί νά ἀπαγορεύεται, ἀφοῦ «συμφώνως πρός τήν ἰσχύουσαν κανονικήν παράδοσιν... μετά τήν χειροτονίαν κωλύεται ἡ σύναψις γάμου». Διαλέγετε καί παίρνετε ὅ,τι θέλετε, καί τήν ἄδεια καί τήν ἀπαγόρευση, καί τίκτετε καί παρθενεύετε. Ἡ διγλωσσία, ἡ διπλωματία, ἡ ὑποκρισία καί ἡ ἀντιφατικότητα, πού χαρακτηρίζουν πολλές ἀποφάσεις τῆς «Συνόδου», ὅπως ἔχουν ἐπισημάνει συνοδικοί ἀρχιερεῖς, στό ἀποκορύφωμά τους. Ἡ σαφήνεια καί εὐθύτητα τῶν παλαιῶν ὀρθοδόξων συνοδικῶν ἀποφάσεων, πού ἀκολουθοῦν τό τοῦ Κυρίου «ἔστω δέ ὁ λόγος ὑμῶν ναί ναί, οὔ οὔ· τό δέ περισσόν τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστιν»[15], εἶναι παντελῶς ἄγνωστες καί ξένες στά συνοδικά κείμενα τῆς ψευδοσυνόδου. Ὑπάρχει ὅμως ἐδῶ καί κάτι πολύ χειρότερο, πού ξεπερνᾶ τό θράσος καί φθάνει στά ὅρια τῆς βλασφημίας, εἶναι ὄντως ἐκ τοῦ πονηροῦ, γιατί ἀντιπαραθέτει ἀνθρώπινους ἐπισφαλεῖς λογισμούς, πού δέν ἔχουν κανένα βιβλικό καί πατερικό ἔρεισμα, δηλαδή τό «ἡ ἱερωσύνη δέν ἀποτελεῖ καθ᾽ ἑαυτήν κώλυμα γάμου», πρός τήν ἐπί αἰῶνες σταθερή καί ἀμετάβλητη συνοδική ἀπαγόρευση, κατά τήν ὑποία «συμφώνως πρός τήν ἰσχύουσαν κανονικήν παράδοσιν... μετά τήν χειροτονίαν κωλύεται ἡ σύναψις γάμου». Αὐτό σημαίνει, ὅτι ναί μέν ἰσχύει τώρα ἡ κανονική παράδοση πού ἀπαγορεύει τόν μετά τήν χειροτονία γάμο, ἀλλά αὐτό μπορεῖ νά ἀλλάξει, νά τροποποιηθεῖ, ἀφοῦ ἐμεῖς ἀποφαινόμαστε μεταπατερικῶς, ἀντιπατερικῶς, ἀντικανονικῶς, ἀντορθοδόξως, «ἐκ κοιλίας» ὅτι «ἡ ἱερωσύνη δέν ἀποτελεῖ καθ᾽ ἑαυτήν κώλυμα γάμου».
Ποιά τοπική ἐκκλησία, ποιός προκαθήμενος, ποιός ἐπίσκοπος ἐπρότεινε στήν «Σύνοδο» αὐτήν τήν βλάσφημη ἀλλαγή; Ἔγινε συζήτηση γιά τήν ἔγκριση ἤ ἀπόρριψή της; Ποιοί τήν ὑποστήριξαν καί ποιοί τήν ἀπέρριψαν; Μήπως προστέθηκε ἱεροκρυφίως καί δέν ἔγινε ἀντιληπτή κατά τήν ὑπογραφή τοῦ κειμένου, ὁπότε πρόκειται γιά ὑποκλοπή ἀποφάσεως καί γιά νόθευση τοῦ κειμένου; Μέχρι νά δημοσιευθοῦν τά «Πρακτικά» τῆς «Συνόδου» θά αἰωροῦνται τά ἐρωτήματα αὐτά, ἐκτός καί ἄν εὐαισθητοποιηθοῦν οἱ ὑπεύθυνοι καί δώσουν τίς ἀπαραίτητες πειστικές ἐξηγήσεις. Παραμένει πάντως εὔλογα καί τό σχετικό ἐρώτημα: Γιατί μετά ἀπό δύο χρόνια καθυστερεῖ ἡ ἔκδοση τῶν «Πρακτικῶν»; Μήπως ἡ δημοσίευσή τους θά ἐπιβαρύνει περισσότερο τό φορτισμένο κλῖμα ἐναντίον τῆς «Συνόδου, καί θά φουντώσει τίς ἀντιδράσεις; Ἐλπίζουμε νά μή ἐπιχειρηθεῖ καί ἀλλοίωση τῶν «Πρακτικῶν». Ὁπωσδήποτε αὐτή ἡ ὕποπτη, ἡ μή φανερή ἀλλαγή ἀποτελεῖ ἕνα πρόσθετο σοβαρό πλῆγμα γιά τήν ἀξιοπιστία τῆς ψευδοσυνόδου καί δικαίωση ὅσων ἀγωνίζονται γιά τήν ἀπόρριψη καί καταδίκη της.
8. Σημαντικές μαρτυρίες τοῦ μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου καί τοῦ ἡγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Σταυρονικήτα ἀρχιμανδρίτου Τύχωνος
Ὑπάρχουν πάντως γιά τό θέμα δύο ἀξιόπιστες μαρτυρίες συνοδικῶν μελῶν, ὁ συνδυασμός τῶν ὁποίων δείχνει ὅτι κάτι ὕποπτο συνέβη μέ τό θέμα τοῦ β´ γάμου τῶν ἐν χηρείᾳ κληρικῶν· οἱ μαρτυρίες αὐτές προέρχονται ἀπό τόν μητροπολίτη Ναυπάκτου Ἱερόθεο καί ἀπό τόν ἡγούμενο τῆς Ἱ. Μονῆς Σταυρονικήτα Ἁγίου Ὄρους ἀρχιμανδρίτη Τύχωνα. Ὁ μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος στό ἀποκαλυπτικό ὀγκῶδες βιβλίο του γιά τήν «Σύνοδο», πού ἔχει τίτλο «Ἡ ῾῾Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος᾽᾽ στήν Κρήτη. Θεολογικές καί ἐκκλησιολογικές θέσεις», ἀφιερώνει ἕνα κεφάλαιο στίς δώδεκα παρεμβάσεις πού ἔκανε κατά τήν διάρκεια πού συνεζητοῦντο τά κείμενα. Ἡ ὄγδοη παρέμβασή του ἔγινε κατά τήν συζήτηση τοῦ κειμένου πού μᾶς ἀφορᾶ «Τό μυστήριο τοῦ γάμου καί τά κωλύματα αὐτοῦ», ὅπου παρατηρεῖ τά ἑξῆς: «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δέν πρότεινε στό κείμενο αὐτό κάποια ἀλλαγή, γιατί θεώρησε ὅτι ἔχει γραφῆ σύμφωνα μέ τίς κανονικές διατάξεις καί εἶχε συμβάλει καί ἡ ἴδια σέ αὐτό κατά τίς Προσυνοδικές Πανορθόδοξες Διασκέψεις. Αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ μικτοί γάμοι, δηλαδή οἱ γάμοι μεταξύ Ὀρθοδόξων καί ἑτεροδόξων Χριστιανῶν, ὅπως καί μεταξύ Ὀρθοδόξων καί ἀλλοθρήσκων ἀπαγορεύονται κατ᾽ ἀκρίβειαν ἀπό τούς ἱερούς Κανόνες. Τό ἴδιο ἀπαγορεύεται ὁ δεύτερος γάμος τῶν Κληρικῶν, μετά τήν χηρεία τους»[16]. Μᾶς παραθέτει δέ στή συνέχεια πῶς εἶχε διαμορφωθῆ τό κείμενο στό σημεῖο αὐτό, τό κείμενο δηλαδή πού εἶχε μπροστά του, ὅταν στήν «Σύνοδο» συζητοῦσαν τό θέμα. Τό κείμενο εἶχε ὡς ἑξῆς, ὅπως δηλαδή ἔφυγε ἀπό τήν «Σύναξη τῶν Προκαθημένων», τόν Ἰανουάριο τοῦ 2016: «Ἡ ἱερωσύνη ἀποτελεῖ, συμφώνως πρός τήν ἰσχύουσαν κανονικήν παράδοσιν (κανών 3ος τῆς Πενθέκτης ἐν Τρούλλῳ συνόδου) κώλυμα πρός σύναψιν γάμου». Καί ἐνῶ προβαίνει σέ κάποιες προτάσεις φραστικῆς βελτίωσης, γιά νά γίνει τό κείμενο σέ ἄλλα σημεῖα σαφέστερο, ὡς πρός τό θέμα αὐτό δέν κάνει καμμιά παρατήρηση ἤ σχόλιο, πρᾶγμα πού σημαίνει ὅτι ἡ προσθήκη στό κείμενο, ἡ εὐνοϊκή γιά τόν β´ γάμο τῶν κληρικῶν, δηλαδή τό ὅτι «ἡ ἱερωσύνη καθ᾽ ἑαυτήν δέν ἀποτελεῖ κώλυμα γάμου», δέν ὑπῆρχε στό κείμενο οὔτε προτάθηκε ἀπό κάποιον, ἀκόμη καί ὅταν συνεζητεῖτο τό θέμα στήν «Σύνοδο». Ἄν εἶχε προστεθῆ ἤ ἄν εἶχε προταθῆ, θά τό ἄφηνε ἀπαρατήρητο καί ἀσχολίαστο ὁ προσεκτικός ἱεράρχης; Πότε λοιπόν ἔγινε ἡ ἀλλαγή καί ἡ προσθήκη; Εἰς τό παρασκήνιο τῆς Γραμματείας, καί ἦλθε στό τέλος ἀπαρατήρητα πρός ὑπογραφή;
Τήν ἀλλαγή τοῦ κειμένου τήν ἐπισημαίνει ἀρνητικά καί ὁ ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυρονικήτα ἀρχιμανδρίτης Τύχων, πού ἐκπροσώπησε τό Ἅγιον Ὄρος στήν «Σύνοδο». Μᾶς πληροφορεῖ ὅτι στό κείμενο γιά τά κωλύματα τοῦ γάμου ἔγιναν κάποιες μεταβολές, πού δίνουν τό δικαίωμα νά ὑποπτεθεῖ κανείς ὅτι ἀλλάζει στάση ἡ Ἐκκλησία στό θέμα τοῦ δευτέρου γάμου τῶν κληρικῶν. Δέν μᾶς λέγει βέβαια πότε ἔγιναν αὐτές οἱ μεταβολές, ποιός τίς πρότεινε, ποιοί τίς δέχθηκαν καί ποιοί διεφώνησαν. Ὁ ἴδιος ὡς Ἁγιορείτης ἀντέδρασε γιά τήν ἀθέτηση τῶν Ἱερῶν Κανόνων; Τοῦ ὀφείλουμε πάντως εὐχαριστίες καί συγχαρητήρια, διότι ἀντελήφθη ὅτι κάτι ὕποπτο συσκευάζεται, καί προφητικά διεῖδε αὐτό πού ἔπραξε ἡ σύνοδος τοῦ Φαναρίου, μετά τήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, νά ἐγκρίνει δηλαδή τόν β´ γάμο τῶν ἐν χηρείᾳ κληρικῶν, καταστρατηγώντας τήν σαφῆ ἀπαγόρευση τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Παραθέτουμε ἐπί λέξει ὅσα σχετικά ἔγραψε ὁ ἀρχιμανδρίτης Τύχων σέ «Ἔκθεση», πού ἔστειλε τήν 21η Ἰουλίου 2016 πρός τήν Ἱερά Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, γιά τήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, ἡ ὁποία δημοσιεύθηκε στόν ἔντυπο καί ἠλεκτρονικό τύπο: «Εἰς τά κωλύματα τοῦ γάμου ἐγένοντο ὡρισμέναι μεταβολαί, αἱ ὁποῖαι δέν φαίνεται μέν νά ἐπιφέρουν κάποιαν ἀλλαγήν εἰς τήν ἐπικρατοῦσαν κατάστασιν, δίδουν ὅμως τό δικαίωμα διά ὑποψίαν τινά ἀλλαγῆς τῆς στάσεως τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι τοῦ θέματος τοῦ δευτέρου γάμου τῶν κληρικῶν. Συγκεκριμένως τό 4ο ἐδάφιο, ἐνῶ ἔλεγε ῾῾Ἡ ἱερωσύνη ἀποτελεῖ συμφώνως πρός τήν ἰσχύουσαν κανονική παράδοσιν (κανών 3 τῆς Πενθέκτης ἐν Τρούλλῳ συνόδου) κώλυμα πρός σύναψιν γάμου᾽᾽, διεμορφώθη ὡς ἑξῆς: ῾῾Ἡ ἱερωσύνη αὐτή καθ᾽ ἑαυτήν δέν ἀποτελεῖ κώλυμα γάμου, ἀλλ᾽ ὅμως συμφώνως πρός τήν ἰσχύουσαν κανονικήν παράδοσιν (κανών 3 τῆς Πενθέκτης ἐν Τρούλλῳ συνόδου) μετά τήν χειροτονίαν κωλύεται ἡ σύναψις γάμου᾽᾽. Ἄς ἐλπίσωμεν ὅτι δέν θά χρησιμοποιηθῆ ἡ διατύπωσις αὐτή ἀπό ὁποιονδήποτε διά καταστρατήγησιν τῆς σαφοῦς ἐντολῆς τῶν Ἱερῶν Κανόνων»[17].
9. Κωνσταντινούπολη καί Μόσχα νά ἀναλάβουν τίς εὐθύνες τους
Οἱ ἐλπίδες τοῦ Ἁγιορείτη ἡγουμένου διαψεύσθηκαν παταγωδῶς, καί δέν εἶναι βέβαια ἡ πρώτη φορά πού ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος καταστρατηγεῖ τούς Θείους καί Ἱερούς Κανόνες. Τούς ἐπικαλεῖται μόνον, ὅταν πρόκειται νά κατοχυρώσει τό «πρωτεῖο» τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, λησμονώντας ὅτι πρόκειται περί πρωτείου τιμῆς καί ὄχι ἐξουσίας, ὅτι ἐξακολουθεῖ νά εἶναι πρῶτος μεταξύ ἴσων (primus inter pares), καί ὅτι δέν μπορεῖ νά ἐνεργεῖ τυραννικά χωρίς τήν συναίνεση τῶν ἴσων, ὡς πάπας τῆς Ἀνατολῆς, καί ὅτι σέ κάθε περίπτωση περιφρονώντας τούς Ἱερούς Κανόνες κόβει ὁ ἴδιος τό ὑψηλό κλαδί ἐπάνω στό ὁποῖο ἐκεῖνοι τόν ἀνέβασαν. Κατηγορεῖ τίς τέσσερις ἐκκλησίες πού δέν ἔλαβαν μέρος στήν «Σύνοδο» γιά ἀσυνέπεια, ἐπειδή εἶχαν ὑπογράψει τά προσυνοδικά κείμενα. Ἀλλά καί ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, εἶχε ὑπογράψει προσυνοδικά τήν ἀπαγόρευση του β´ γάμου τῶν κληρικῶν καί ἔκανε τό πᾶν καί κατάφερε νά ἀλλάξει τό κείμενο ὄχι ἐμφανῶς, ἐπί τοῦ ὄρους τῆς Συνόδου, ἀλλ᾽ ἱεροκρυφίως. Καί δέν εἶναι ἡ μοναδική παρόμοια περίπτωση· εἶναι γνωστή ἡ καταγγελία ἱεραρχῶν ὅτι δέν ἐγνώριζαν τά προσυνοδικά κείμενα, καί μόνον ὅταν διαμαρτυρήθηκαν τούς ἐστάλησαν.
Ἀξίζει λοιπόν νά μετέχει κανείς σέ μία σύνοδο, ὅπου τά θέματα δέν συζητοῦνται, ἀλλά συσκευάζονται καί ὅπου «Γιάννης κερνάει καί Γιάννης πίνει». Ποῦ νά φαντασθεῖ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας ὅτι ἡ ἀπαγόρευση τοῦ β´ γάμου τῶν κληρικῶν, πού ὁμόφωνα εἶχε ἀποφασισθῆ σέ ὅλες τίς προσυνοδικές συναντήσεις, θά ἀνατρεπόταν στήν Κρήτη μέ μία ὕποπτη ἀλλαγή τοῦ κειμένου. Ἐξακολουθεῖ νά πιστεύει στήν τελευταία «Δήλωση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας γιά τήν παράνομη εἰσπήδηση τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στό κανονικό ἔδαφος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας», ὅτι στήν Κρήτη ἀποφασίσθηκε ἡ ἀπαγόρευση τοῦ β´ γάμου, χωρίς προφανῶς νά γνωρίζει τήν ὕποπτη προσθήκη στό κείμενο. Ἐπειδή πάντως ἡ ἀπόφαση τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, μιᾶς προέχουσας καί δυνατῆς Ἐκκλησίας, παραμένει στήν τήρηση τῆς διαχρονικῆς καί σταθερῆς παράδοσης τῶν Συνόδων καί τῶν Πατέρων, τήν παραθέτουμε μέ πολλή χαρά, ἐλπίζοντες καί εἰς ἄλλα σοβαρότερα θέματα νά τηρεῖται ἡ ἴδια στάση, καί νά μήν ἀκολουθεῖ τήν Κωνσταντινούπολη στήν ἐπιλεκτική ἐπίκληση τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Λέγει ἡ «Δήλωση» τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας: «Ἰδιαίτερο πόνο προκάλεσε στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας ἡ πρόσφατη ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως περί τοῦ ἀποδεκτοῦ τοῦ δευτέρου γάμου τῶν κληρικῶν. Αὐτή ἡ ἀπόφαση παραβιάζει τούς ἱερούς κανόνες (17ο Ἁγίων Ἀποστόλων, 3ο τῆς Πενθέκτης, 1ο τῆς ἐν Νεοκαισαρείας, 13ο Βασιλείου τοῦ Μεγάλου), καταπατᾶ τήν Πανορθόδοξη συμφωνία καί στήν πραγματικότητα ἀποτελεῖ ἀπόρριψη τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης 2016, τῆς ὁποίας ἀναγνώριση τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως τόσο ἐπίμονα ζητᾶ ἀπό τίς ἄλλες κατά τόπους Ἐκκλησίες»[18].
Δέν θά ἀποφύγουμε παρεμπιπτόντως νά ποῦμε, μιά καί ἡ ἀπόφαση τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, ἀφορᾶ στήν εἰσπήδηση τῆς Κωνσταντινούπολης σέ ξένη ἐκκλησιαστική δικαιοδοσία, στήν Οὐκρανία δηλαδή, ἡ ὁποία ἀναμφισβήτητα ἀποτελεῖ κανονικό ἔδαφος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, ὅτι νιώθουμε καί ἐμεῖς μεγάλο πόνο γιά τό ἐπιχειρούμενο νέο σχισματικό τόλμημα τοῦ πατριάρχου Βαρθολομαίου, ἰδιαίτερα ὅσοι ἐπί ἔτη ἀγωνιζόμαστε νά συγκρατήσουμε τήν παράφορη ὁρμή του στήν κατάλυση καί περιφρόνηση τῶν δογμάτων τῆς Πίστεως καί τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Εὐχόμαστε νά ἐπέλθει ἡ συνεννόηση καί ἡ καταλλαγή ὄχι μόνον γιά τό θέμα τῆς Οὐκρανίας, ἀλλά γιά τό πολύ σοβαρότερο θέμα τῆς καταδίκης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης. Ὁ Θεός βοηθός καί ὑπερασπιστής καί ὄχι οἱ ἄρχοντες καί οἱ πλανητάρχες.

[1]. Βλ. εἰς Πρακτικά καί Ἀποφάσεις τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πανορθοδόξου Συνεδρίου (10 Μαΐου-8 Ἰουνίου 1923). Ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐκ τοῦ Πατριαρχικοῦ Τυπογράφου 1923, σελ. 215-218.
[2]. Περισσότερα βλ. εἰς Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδωρου Ζηση, «Παλαιό καί Νέο Ἡμερολόγιο καί ὁ κοινός ἑορτασμός τοῦ Πάσχα. Γιατί ἀπέσυρε τό φλέγον θέμα ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος;, Θεοδρομία 18 (2016) 264-291. Τό ἴδιο καί στό βιβλίο μας Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος. Πρέπει νά ἐλπίζουμε ἤ νά ἀνησυχοῦμε; Ἐκδόσεις «Τό Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2016, σελ. 179-216.
[3]. Βλ. Αντωνιου Παπαδοπουλου, «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἔναντι ζητημάτων τινων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν Πανορθοδόξου ἐνδιαφέροντος», εἰς τό βιβλίο Του Ιδιου, Μαρτυρία καί διακονία τῆς Ὀρθοδοξίας σήμερα ΙΙ, Ἐκδοτικός οἶκος Ἀδελφῶν Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1998, σελ. 165-173: «Περί τοῦ δευτέρου γάμου τῶν κληρικῶν».
[4]. Νικοδημου Μιλας, Ὀρθοδόξου ἐπισκόπου Ζάρας τῆς Δαλματικῆς, Τό Ἐκκλησιαστικόν Δίκαιον τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, Ἐν Ἀθήναις, Τύποις Σακελλαρίου 1906, σελ. 374.
[5]. Εἰς Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαιδεία 4, 209, λῆμμα «Γάμος» (Δογματική).
[6]. Αὐτόθι 4, 221, λῆμμα «Γάμος» (Καν. - Ἐκκλ. Δίκαιον).
[7]. Παντελεημονσ Ροδοπουλου, Μητροπολίτου Τυρολόης καί Σερεντίου, Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου, Μαθήματα Κανονικοῦ Δικαίου, Ἐκδ. οἶκος Ἀδελφῶν Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1993, σελ. 226-228.
[8]. Κων. Αναστ. Βαβουσκου, Ἐγχειρίδιον Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, Δ´ Ἔκδοσις, ἀναθεωρηθεῖσα καί συμπληρωθεῖσα, Ἐκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 293.
[9]. Βλ. σχετικῶς Αγιορειτου Μοναχου, «Γάμος Κληρικῶν μετά τήν χειροτονίαν», εἰς Ὀρθόδοξος Τύπος, τεῦχος 129 (1970). Ἐπίσης Ηλια Τσακου, Θεολόγου, «Ὁ Γάμος τῶν Κληρικῶν», Ὀρθόδοξος Τύπος, τεῦχος 122 (1970).
[10]. Γιά τίς ἀλλαγές στήν θεματολογία τῆς «Συνόδου» βλ. μνημονευθέν ἔργο μας Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος. Πρέπει νά ἐλπίζουμε ἤ νά ἀνησυχοῦμε;, σελ. 95 ἑ. καί σελ. 148 ἑ.
[11]. Βλ. σχετικῶς: «Γάμος τῶν ἐν χηρείᾳ κληρικῶν. Ἐπιστολή π. Σαράντη Σαράντου πρός τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος», στόν ἱστότοπο ΑΒΕΡΩΦ, δημοσιευθέν ἀπό τήν Φαίη στίς 4 Σεπτεμβρίου 2018. Στήν δημοσίευση ἐπισυνάπτεται καί ἡ ἀπάντηση τοῦ ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου πρός τόν πατριάρχη Βαρθολομαῖο.
[12]. Τό κείμενο τοῦ π. Ἐπιφανίου Οἰκονόμου μᾶς ἔγινε γνωστό ἀπό δημοσίευσή του στόν ἱστότοπο ΑΒΕΡΩΦ ἀπό τήν Φαίη. Τό παραθέτει μετά ἀπό βίντεο, ὅπου δίνει ἐνδιαφέρουσα καί ἀποκαλυπτική συνέντευξη γιά τήν θετική στάση τοῦ πατριάρχου Βαρθολομαίου ἔναντι τοῦ β´ γάμου τῶν κληρικῶν πρό τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης, ὁ ἀρχιδιάκονος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί ἐπί κεφαλῆς τοῦ Γραφείου Τύπου τῆς «Συνόδου π. Ιωαννης Χρυσαυγης. Ὁ τίτλος τῆς Φαίη γιά τό θέμα εὑρηματικός: «Δεύτερος γάμος κληρικῶν - λίγο Κανόνες, λίγο κρασί, λίγο θάλασσα καί τ᾽ ἀγόρι μου!» Ἡ διαδικτυακή πηγή τοῦ ἄρθρου τοῦ π. Ἐπιφανίου εἶναι ἡ ἑξῆς: http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/ commitees/press/epifanios/epifanios_text5.htm
[13]. Βλ. γιά τήν ἐπιστολή στήν ὑποσημ. 11.
[14]. Βλ. τό κείμενο εἰς: Συνοδικά ΧΙΙΙ. Ε´ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψις. Σαμπεζύ 10-17 Ὀκτωβρίου 2015. Πρακτικά-Κείμενα, Ὀρθόδοξον Κέντρον Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, Σαπεζύ-Γενεύη, 2016, σελ. 335.
[15]. Ματθ. 5, 37.
[16]. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ιεροθεου, Ἡ «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος», στήν Κρήτη, Θεολογικές καί ἐκκλησιολογικές θέσεις, Ἱερά Μονή Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας), 2018, σελ. 367 ἑ.
[17]. Βλ. ὁλόκληρο τό κείμενο τῆς «Ἐκθέσεως» τοῦ ἡγουμένου μεταξύ ἄλλων καί στόν «Ὁρθόδοξο Τύπο», φ. 2132/23.09.2016.
[18]. Ἡ «Δήλωση» υἱοθετήθηκε ἀπό τήν ἔκτακτη συνεδρία τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας στίς 14 Σεπτεμβρίου 2018 (Πρακτικά Ν. 69). Βλ. Ρωσική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Τμῆμα Ἐξωτερικῶν Ἐκκλησιαστικῶν Σχέσεων. Εἰδήσεις-Διορθόδοξες Σχέσεις - Δήλωση Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας γιά τήν παράνομη εἰσπήδηση τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στό κανονικό ἔδαφος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας. 14.09.2018 18:21.