Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2018

Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης, Ο θάνατος του αμετανόητου

«Ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη» (Λουκ. 16,22)
Κυριακὴ Ε΄ Λουκᾶ (Λουκ. 16,19-31)
Ακούσατε, ἀγαπητοί μου, τὴν παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου; Τί βάθος, τί ὕ­ψος νοημάτων! Ἑπτὰ λόγους ἐξεφώνησε ἐ­πάνω σ᾽ αὐτὴν ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος.
Ἕνας βαθύπλουτος ζοῦσε μὲ κάθε πολυτέ­λεια. Κατοικοῦσε σὲ μέγαρο μὲ πλῆ­θος ὑπηρέ­τες. Ξόδευε γιὰ τὸν ἑαυτό του ὅσα θὰ ἔφτα­ναν νὰ ζήσῃ μιὰ κωμόπολις. Ἀλλ᾿ αὐτός ―ὅ­πως καὶ οἱ σημε­ρινοὶ ὅμοιοί του– δὲν ἐν­δι­αφερόταν γιὰ φτωχούς, «καρφὶ δὲν τοῦ καιγόταν».
Πόσα χρόνια κράτησε ἡ ζωή του; Δὲ μᾶς λέει ἡ παραβολή. Ἀλλ᾿ ὅσο κι ἂν κράτησε, ἦρ­­θε τέλος ὁ κακὸς ἐπισκέπτης, ὁ θάνατος. Σὲ μιὰ στιγμὴ βρέ­θηκε γυμνός, τρέμοντας σὰν φύλλο, στὸν ἄλλο κόσμο, ποὺ δὲν τὸν εἶχε καθό­λου σκεφτῆ. «Πόσο πλανήθηκα!», θὰ εἶπε. Καὶ τί δὲν θά ᾽δινε νὰ γυρί­σῃ πάλι στὴ γῆ καὶ νὰ ζήσῃ διαφορετικά! Πλάστηκε γιὰ νὰ ζήσῃ σὰν ἄνθρωπος, κι αὐτὸς ἔ­ζησε σὰν ζῷο, σὰν ἕνας χοῖρος.
«Ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη» (Λουκ. 16,22). Ἡ παραβολὴ μᾶς δίνει ἀφορμὴ νὰ ποῦμε λίγες λέξεις γιὰ τὸ θάνατο, καὶ μάλιστα τὸ θάνατο ἐκείνων ποὺ ὄχι μόνο ζοῦν ἁμαρτωλὰ ἀλ­λὰ καὶ μένουν ἀμετανόητοι μέχρι τέλους.
* * *
Ἡ ὥρα τοῦ θανάτου, ἀγαπητοί μου, ἡ στιγμὴ ποὺ ἡ συμβίωσι ψυχῆς καὶ σώματος διακόπτε­ται καὶ ἡ ψυχὴ ἀποχωρίζεται καὶ πηγαίνει στὸν κόσμο τῆς αἰωνιότητος, μοιάζει μὲ τὴν ὥρα ποὺ συγγενεῖς καὶ φίλοι ἀποχαιρετοῦν στὴν προκυμαία κάποιον δικό τους ποὺ ταξιδεύει γιὰ χώρα μακρινή. Σὲ λίγο καὶ τὸ ὑπερωκεάνιο θὰ φαίνεται σὰν μιὰ τελεία στὸν ὁρίζοντα, ποὺ κι αὐτὴ τέλος θὰ σβήσῃ. Κανείς ὅμως δὲν ἀμφιβάλλει ὅτι ὁ φίλος ποὺ ἔφυγε ζῇ· ζῇ καὶ ταξιδεύει, γιὰ νὰ φθάσῃ στὴ νέα γῆ.
Ἡ σκέψι τοῦ ταξιδιώτη τώρα συγκεντρώνε­ται ἀλλοῦ. Τί ἆραγε θὰ συναν­τήσῃ ἐ­κεῖ; Ποιοί θὰ βγοῦν νὰ τὸν προϋπαν­τήσουν; Θὰ βρῇ εὐ­χάριστη διαμονή; Ἢ μήπως μόλις ἀποβιβασθῇ θ᾿ ἁπλωθῇ γύρω του ἐρημιὰ καὶ ἀπομόνωσι; Κάπως ἔτσι νιώθει κ᾽ ἐκεῖνος ποὺ φεύγει γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Τα­ράζεται μόλις φανῇ ὁ θάνατος. Φόβος συνέχει τὴν ψυ­χὴ καὶ τοῦ ὁσίου καὶ δικαίου ἀ­κόμη, μήπως κατὰ τὴν λεπτομε­ρῆ ἔ­ρευνα τοῦ βίου του δὲν βρεθῇ ἐν τάξει.
Νά ἕνας ἅγιος, ὁ ἅγιος Ἱλαρίων. Ἀπὸ 15 χρο­νῶν ἦταν στὴν ἔρημο. Ἔ­ζησε μὲ μετάνοια 6 δεκαετίες καὶ πλέον. Νηστεύον­τας, προσ­ευχό­μενος, μελετώντας, σκληραγω­γώντας τὴ σάρκα, ἤλπιζε στὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου. Κι ὅμως, ὅταν ἔ­φθασε ἡ στιγμὴ νὰ κλείσῃ τὰ μάτια, φώναξε· «Βγές, ψυχή μου· τί φοβᾶ­σαι; γιατί διστάζεις; Σχεδὸν ἑβδομήντα χρόνια ὑπηρετεῖς τὸν Κύριο· ἀκόμη ἔχεις λόγο νὰ φοβᾶσαι;».
Κι ἂν ὁ δίκαιος καὶ ὅσιος αἰσθανόταν ἔτσι, ποιά ἆραγε νὰ εἶνε ἡ ψυχολογικὴ κατάστασι τοῦ ἁμαρτωλοῦ ποὺ πεθαίνει, ἐκείνου ποὺ ἔ­ζησε μὲ φαυλότητα καὶ δὲν μετανόησε; Ἐὰν ὁ δίκαιος «μόλις σῴ­ζεται, ὁ ἀσεβὴς καὶ ἁμαρτω­λὸς ποῦ φανεῖ­ται;» (Παρ. 11,31. Α΄ Πέτρ. 4,18). Ἡ ὥρα τοῦ θανάτου, γιὰ ὅποιον στὴ ζωὴ πάτησε ἐπὶ πτωμά­των, εἶνε τρομερή. Ὁ θάνατος μοιάζει μὲ καται­γίδα, ποὺ ἔρχεται καὶ ξερριζώνει ἕ­να ὑπερήφα­νο δέντρο ποὺ ἅπλωνε τὰ κλαδιά του παντοῦ.
Ἂς ἀναφέρουμε ἕνα τέτοιο θάνατο. Ἀνοίγουμε τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Ἔτος 538 π.Χ.. Στὴ Βαβυλῶ­να, τὴ μεγάλη πόλι, βασίλευε ὁ Βαλτάσαρ. Αὐτὸς κάποτε ἔκανε συμπόσιο στοὺς ἀ­ξιωματούχους του. Ἡ μουσικὴ ἔπαιζε, ὅλοι ἔ­τρωγαν κ᾽ ἔπιναν, τὸ κρασὶ ἔτρεχε ἄφθονο. Σὲ μιὰ στιγμὴ ὁ Βαλτάσαρ διατάζει νὰ φέρουν τὰ ἱερὰ σκεύη, ποὺ εἶχε ἁρπάξει ὁ πατέρας του ὁ Ναβουχοδονόσορ ἀπὸ τὸ Ναὸ τῶν Ἰεροσολύ­μων. Καὶ τὰ χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ ἐκεῖνα ποτή­ρια, ποὺ ἦταν ἀφιερωμένα στὸ Θεὸ γιὰ τὴ λατρεία του, τώρα βεβηλώνονται, γίνον­ται κρασοπότη­ρα, ἀπ᾽ τὰ ὁποῖα πίνουν ὅλοι, ἐνῷ ἀντηχοῦν πορνικὰ τραγούδια, γέλια καὶ καγχασμοί.
Ἀλλὰ ξαφνικὰ κεραυνός! Ὅλα ἀλλάζουν. Ὁ Βαλτάσαρ τρέμει, τοῦ πέφτουν τὰ ποτήρια, τὰ γόνατά του παραλύουν, τὸ πρόσωπό του γίνεται ὠχρό. Κάτι τρομακτικὸ εἶδε. Στὴν ἐ­πιφάνεια τοῦ ἀπέναντι τοίχου ἕνα χέρι κινή­θηκε ἀστραπιαῖα, ἔγραψε τρεῖς ἄγνωστες λέξεις κ᾽ ἐξαφανίστηκε. Ὁ Βαλτάσαρ ἀγωνιᾷ. Ζη­τάει τὴν ἐξήγησι τοῦ φαινομένου καὶ ὑπόσχε­ται μεγάλες ἀμοιβές. Ἀλλὰ κανένας μάγος καὶ σοφὸς δὲν μπορεῖ νὰ λύσῃ τὸ μυστήριο.
Τέλος ἔρχεται ὁ προφήτης Δανιὴλ καὶ τοῦ ἀποκαλύπτει· «Βασιλιᾶ, ὁ πατέρας σου ἵδρυσε ἀπέραντη αὐτοκρατορία κι ὅλοι τὸν ἔτρεμαν. Μὰ δὲν ἐδόξασε τὸ Θεό. Ὑπερηφανεύ­τηκε, γι᾿ αὐτὸ ἔπεσε. Κ᾽ ἐσύ, ἀντὶ νὰ σωφρονισθῇς ἀπ᾽ αὐτό, ἀκολούθησες τὰ ἴχνη του, καὶ ἡ ἀσέβειά σου προχώρησε πιὸ πέρα. Βεβήλωσες τὰ ἱερὰ σκεύη. Γι᾿ αὐτὸ ἦρθε πάνω σου ἡ ὀργὴ τοῦ Κυ­ρίου. Τὸ χέρι ποὺ εἶδες ἦ­ταν ἀπ᾽ τὸ Θεό. Οἱ 3 λέξεις ἦταν ἡ καταδικαστική σου ἀπόφασι· «μα­νή, θεκέλ, φάρες» (Δαν. 5,25-28). Δηλαδή· μετρήθηκες, ζυγίστηκες, καὶ βρέθηκες λειψός. Δὲν σῴζεσαι πιά. Τὸ βασίλειό σου θὰ διαλυθῇ. Ἀπόψε θὰ σκοτωθῇς». Κι ὅπως εἶπε ὁ Δανιὴλ ἔτσι καὶ ἔ­γινε. «Ἐν αὐτῇ τῇ νυκτί», λέει ἡ Γραφή, «ἀνῃ­ρέθη Βαλτάσαρ ὁ βασιλεὺς ὁ Χαλδαίων» (ἔ.ἀ. 5,30).
* * *
Αὐτή, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ εἰκόνα τοῦ ἀσεβοῦς ποὺ πεθαίνει. Καὶ αὐτὴ τὴν τραγικότητα παρουσιάζουν μὲ μικρὲς παραλλαγὲς τὴν ὥρα τοῦ θανάτου ὅλοι οἱ διῶκτες τῆς πίστεως. Ἂν θέλετε παραδείγματα, ἀνοῖξτε τὴν Ἱστορία. Ἐ­κεῖ θὰ δῆτε πῶς πέθανε ὁ Ἡρῴδης ποὺ σκότωσε τὰ νήπια· πῶς ὁ Νέρων, ποὺ ἄλειφε τὰ σώματα τῶν Χριστιανῶν μὲ εὔφλεκτες ὗλες καὶ τοὺς ἔκαιγε σὰν λαμπάδες. Διαβάστε ἐπίσης πῶς πέθαναν ὁ Δέκιος, ὁ Δομετιανός, ὁ Αὐ­ρήλιος, ὁ Μαξιμιανός, ὁ Γαλέριος, ὁ Μαξέν­τι­ος, ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης ποὺ πεθαίνον­τας φώναξε «Νενίκηκάς με, Ναζωραῖε!». Ὁ Λα­κτάντιος, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους συγγραφεῖς, ἔ­γραψε βιβλίο, στὸ ὁποῖο περιγράφει τὸ τραγικὸ τέλος τῶν διωκτῶν τοῦ Χριστιανισμοῦ.
Πόσο δίκιο ἔχει ἡ Γραφὴ ποὺ λέει «Θάνατος ἁμαρτωλῶν πονηρός» (Ψαλμ. 33,22)! Ναί, κακὸς ὁ θάνατος τῶν ἁμαρτωλῶν. Ὄχι τόσο γιατὶ σκο­τώνονται ἄγρια –κατὰ τὸ λόγο τοῦ Κυρίου «Πάν­τες οἱ λαβόντες μάχαιραν ἐν μαχαίρᾳ ἀποθανοῦνται» (Ματθ. 26,52)–, ὅσο γιατὶ ἡ ἀνάμνησις τῶν κακουργημάτων τους, ποὺ περνοῦν σὰν ταινία ἀστραπιαῖα ἀπὸ τὸ νοῦ τῶν ἑτοιμοθανάτων, εἶ­νε σκορπιὸς ποὺ κεντᾷ, φλόγα ποὺ καίει.
Καὶ ἂν ἀκόμη ὁ ἀσεβὴς κι ἀμετανόητος ἁ­μαρτωλὸς πεθάνῃ μέσα σὲ πλούτη καὶ εὐτυχία, μὴ βλέπετε τὸ πρόσωπό του· παρὰ τὴ φαι­νομενικὴ ἠρεμία, τρικυμία ταράζει τὸ ἐσωτερικό του. Δὲν μπορεῖ τότε πιὰ νὰ γελάσῃ καὶ νὰ εἰρωνευθῇ ὅποιον θὰ πῇ τὶς λέξεις «Θεός», «αἰωνιότης», «κρίσις», «ἀνταπόδοσις».
Ἐμπρὸς στὸ θάνατο κι ὁ μεγαλύτερος ἄπιστος συγκλονίζεται καὶ διερωτᾶται· «Μήπως ἐ­κεῖνα ποὺ κορόιδευα εἶνε πραγματικότητες;». Μοιάζει μ᾽ ἐκεῖνον ποὺ κοιμήθηκε τὴ νύχτα σὲ προεξοχὴ ἀπόκρημνου βράχου καὶ μόλις ξημέρωσε εἶδε ἔντρομος τὸ βάραθρο, στὸ ὁποῖ­ο μὲ μιὰ μικρὴ μετακίνησι θὰ γκρεμιζόταν…
Γιὰ τὸν περιβόητο Βολταῖρο, ποὺ σατίριζε τὴν χριστιανικὴ θρησκεία, λένε ὅτι οἱ τελευταῖες στιγμές του ἦταν τραγικές. Φώναζε συνεχῶς, ἀπευθυνόμενος σὲ ἀόρατους ἐχθρούς· «Φύγετε μακριά μου, φύγετε· ἐσεῖς εἶστε ἡ αἰ­τία τῆς καταστάσεως ποὺ βρίσκομαι τώρα…. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ἰησοῦς Χριστός!». Σηκωνόταν ἀπ᾽ τὸ κρεβάτι καὶ ἔτρεμε σὰ νά ᾽ταν ἕτοιμος νὰ πέσῃ στὸ χάος. Ὁ γιατρός του ἔλεγε, ὅτι ὅλοι οἱ ἄπιστοι θά ᾽πρεπε νὰ βρίσκων­ται ἐκεῖ, νὰ δοῦν πῶς βγαίνει ἀπ᾽ τὸ σῶμα μία ψυχὴ ποὺ ἀσέβησε στὴν Θεότητα.
* * *
Ζητῶ συγγνώμη, ἀγαπητοί μου, ποὺ σᾶς ἐν­ώχλησα μὲ τὴν ἰδέα τοῦ θανάτου. Ἀλλὰ τί νὰ γίνῃ, καθῆκον ἐκτέλεσα. Ὡς ὑπηρέτης τοῦ βα­σιλέως Χριστοῦ, σᾶς ὑπενθύμισα ἐκεῖνο ποὺ ὁ ὑπηρέτης τοῦ Φιλίππου ὑπενθύμιζε σ᾽ αὐτὸν κάθε πρωί· «Φίλιππε, μέμνησο ὅτι θνητὸς εἶ», νὰ θυμᾶσαι πὼς εἶσαι θνητός – κι ὁ Φίλιππος δὲν εἶχε φωτισθῆ ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου.
Σὲ κάθε στιγμὴ νὰ θυμᾶστε, πὼς εἶστε θνητοί. Τὰ μνήματα σᾶς φωνάζουν· «Ἐκεῖ ποὺ εἶ­στε σήμερα ἐσεῖς, ἤμασταν κάποτε κ᾽ ἐμεῖς. Κι ὅπου εἴμαστε σήμερα ἐμεῖς, θά ᾽ρθετε αὔ­ριο κ᾽ ἐσεῖς». Συμβουλευθῆτε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἑτοιμάστε τὰ ἐφόδια, τὶς ἀποσκευές σας.
Καὶ ἐπιτρέψτε μου νὰ σᾶς ρωτήσω· εἶστε ἐν τάξει ἀπέναντι τοῦ Κυρίου; Θέλετε νὰ πεθάνετε ὅπως εἶστε σήμερα; Τί λέτε; δὲν ἔχετε κρυφὰ ἁμαρτήματα, ποὺ πρέπει νὰ τὰ ἐξομολογηθῆτε; Δὲν ἔχετε κάνει ἀδικίες, ποὺ πρέ­πει νὰ ἐπανορθώσετε; Δὲν ἔχετε παραλείψεις, ποὺ πρέπει τὸ συντομώτερο νὰ ἐκτελέσετε;
Θέλω ἀπόψε νὰ κατακλιθῆτε ἀνήσυχοι, ἐ­ρευνώντας τὰ ἐρωτήματα αὐτά. Ἡ ἀνησυχία αὐτὴ εἶνε ἁγία. Γιατὶ θὰ ὁδηγήσῃ στὴ σωτηρία. Ἔτσι θὰ πραγματοποιηθῇ καὶ σ᾽ ἐσᾶς ἡ εὐχὴ τῆς Ἐκκλησίας μας· «Χριστιανὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν, ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα, εἰρη­νικὰ καὶ καλὴν ἀπολογίαν τὴν ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ αἰτησώμεθα» (θ. Λειτ.).
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Γραπτὴ ὁμιλία, ἡ ὁποία μεταδόθηκε ἀπὸ τὸν ῾Ραδιοφωνικὸ Σταθμὸ Λαρίσσης τὸ 1949