Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2018

Κήρυξη της αιρέσεως του Βαρλααμισμού - Νεοβαρλααμισμού από αποθανόντα Αγιορείτη μοναχό

ΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΥ - ΝΕΟΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΑΠΟΘΑΝΟΝΤΑ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ ΜΟΝΑΧΟ
Πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος
Ἐν Πειραιεῖ 24-11-2018
Πρόσφατα (19-11-2018) πραγματοποιήθηκε ἐκδήλωση (μία ἀπό τίς πολλές ἐσχάτως) γιά τόν μακαριστό Γέροντα Ἰωσήφ τόν Βατοπαιδινό στήν Ἱ. Μ. Πατρῶν, ὅπου παρουσιάσθηκε ὁ σχετικός τόμος[1].
Ὁ μακαριστός Γέρων Ἰωσήφ ὁ Βατοπαιδινός ὁ Κύπριος ἔκανε πολλά καλά, ἀλλά ἔκανε καί πολλά κακά, θεολογικά καί πνευματικά. Ἀνάμεσα στά καλά εἶναι ὅτι ἐπάνδρωσε δύο Ἱερές Μονές τοῦ Ἁγίου Ὄρους˙ τήν Ἱερά Μονή Κουτλουμουσίου καί τήν Ἱερά Μονή Βατοπαιδίου. Ὁ ἴδιος καί τά περισσότερα πνευματικά του τέκνα, γενικῶς μποροῦν νά χαρακτηριστοῦν ὀρθόδοξοι, ἀσκητικοί, φιλακόλουθοι, φιλομόναχοι, φιλοπατριῶτες κλπ. Ὁ Γέρων Ἰωσήφ εἶχε δώσει σωστές θεολογικές γραμμές στά περισσότερα καλογέρια του. Ἀνάμεσα στά κακά εἶναι ὅτι σέ ὁρισμένα σημεῖα τῶν προφορικῶν του λόγων κηρύττεται ὁ νεοβαρλααμισμός. Γιά τόν λόγο αὐτόν δέν θά ἔπρεπε νά προωθεῖται ἡ ἁγιοκατάταξη τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Ἰωσήφ τοῦ Βατοπαιδινοῦ, πού ἔχει ἐκφράσει αἱρετικές ἀπόψεις, ἀλλά θά ἔπρεπε νά προωθεῖται ἡ ἁγιοκατάταξη τοῦ μακαριστοῦ ἁγίου Γέροντος Ἰωσήφ τοῦ Ἡσυχαστῆ καί Σπηλαιώτη, ὁ ὁποῖος ἔγινε αἰτία νά ἀνανεωθεῖ καί νά ἀναγεννηθεῖ ὁ Ἁγιορειτικός Μοναχισμός μέσα καί ἔξω ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος, στήν Ἑλλάδα, στήν Κύπρο, στόν Καναδᾶ καί στίς Η.Π.Α.
Παρακολουθήσαμε τό ἡμίωρο βίντεο[2] τῆς προφορικῆς ὁμιλίας τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Ἰωσήφ τοῦ Βατοπαιδινοῦ (1921-2009), πού ἔκανε στήν αἴθουσα συνάξεων τῆς Ἱ. Μ. Μ. Βατοπαιδίου ἐνώπιον κληρικῶν, μοναχῶν καί λαϊκῶν, μέ θέμα : «Τέκνα Θεοῦ γενέσθαι», στό ὁποῖο ἐξηγεῖ τό νόημα τῆς εὐαγγελικῆς ρήσεως : «Ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι»[3]. 
Κατά κοινή ὁμολογία, ἡ προαναφερθεῖσα ὁμιλία εἶναι μία πολύ ὠφέλιμη, πνευματική καί ἐμπειρική ὁμιλία, πού ἀφήνει ἐν πολλοῖς ἀναπαυμένο τόν ἀκροατή. Παρατηρήσαμε, ὅμως, ὅτι σέ κάποιο σημεῖο ἡ ὁμιλία του εἶναι προβληματική. Ὁ μακαριστός Γέρων Ἰωσήφ - ἠθελημένα ἤ ἀθέλητα - κατέθεσε πράγματα, πού ἀφίστανται τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητος καί διδασκαλίας. Στή συνάφεια τοῦ σημείου πού μελετᾶμε, ὁ Γέρων Ἰωσήφ ἀναφέρεται στήν πρακτική μέθοδο τῆς φύλαξης τοῦ νοός ἀπό τόν διασκορπισμό καί τόν μετεωρισμό, πῶς δηλ. νά μήν διασκορπίζεται, νά μήν ἀποσπᾶται, νά μή μετεωρίζεται ὁ νοῦς σέ κοσμικά πράγματα. Πλέον συγκεκριμένα, ἐπί ἕνα περίπου λεπτό - ἀπό τό 19.22 ἕως τό 20.33 – ὁ Γέρων λέγει : «Ὅταν, λοιπόν, ὅπως εἶπα, κρατήσομεν τήν πρακτικήν ἔτσι, ἀνθιστάμενοι στήν ἔννοιαν, στήν κροῦσιν τοῦ παραλόγου, τότε ἀρχίζει ὁ φωτισμός εἰς τόν νοῦ, ξυπνάει ὁ νοῦς καί δέν πλανᾶται εὔκολα στόν ἄσκοπο μετεωρισμό. Ὅταν δέ ἡ Θεία Χάρις αὐτό τό διαπιστώσει, ὅτι ὁ νοῦς αὐτός ἐξύπνησε καί πῆρε τή θέση του σάν πρόσωπο, - ὁ νοῦς εἶναι τό πρόσωπο -, τότε ὑποτάσσεται ἡ Χάρις εἰς τόν νοῦ. Μυστήρια μυστηρίων! Κι ἄλλοτε σᾶς τό εἶπα αὐτό, ἀλλά σᾶς τό εἶπα συγχωνευμένα. Δέν εἶναι παράξενα τοῦτα. Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, πού εἶναι πρόσωπον καί τό κατ' εἰκόνα καί ὁμοίωσιν, εἶναι ὑπεράνω τῆς Χάριτος. Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστος ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, μέσῳ τῆς ὁποίας κατεσκεύασε τά πάντα καί τά διοικεῖ. Ἀλλά, αὐτή εἶναι ἐργαλεῖο, ὁ νοῦς εἶναι πρόσωπον, τόσον τό κατ' εἰκόνα καί ὁμοίωσιν. Γι' αὐτό καί τό φόρεσε ὁ Θεός Λόγος καί τό ἔχει ἀχώριστα στήν αἰωνιότητα τῆς δόξης του, ὁ Πατήρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος».
Εἶναι φανερό ὅτι ἡ παραπάνω τοποθέτηση - ὅσο καλοπροαίρετα κι ἄν ἔγινε - ἔχει τά ἑξῆς σφάλματα : α) ὅτι ὁ νοῦς εἶναι τό πρόσωπο, β) ὅτι ἡ θεία Χάρις εἶναι ἐργαλεῖο, γ) ὅτι ἡ θεία Χάρις ὑποτάσσεται στό νοῦ, καί δ) ὅτι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὑπεράνω τῆς θείας Χάριτος. Οἱ τρεῖς αὐτές ἐσφαλμένες τοποθετήσεις ἀποτελοῦν βεβαίως ἀναβίωση τῆς αἱρέσεως τοῦ Βαρλααμισμοῦ καί Νεοβαρλααμισμό, διότι τέτοιες ἦταν καί οἱ ἀπόψεις τοῦ ἐκ τῆς Δύσεως αἱρετικοῦ, καί οὑμανιστῆ μοναχοῦ Βαρλαάμ Καλαβροῦ.
Οἱ παραπάνω θέσεις ἐπαναλαβάνονται, καί, ὅπως μαρτυρεῖται ἀπό τόν ἴδιο, τά ἔχει διδάξει ἀρκετές φορές. Ἡ ἀναφορά τοῦ Γέροντος Ἰωσήφ Βατοπαιδινοῦ περί ἐπαναλήψεως τῆς αἱρετικῆς αὐτῆς πλάνης σημειώνεται μέ τά ἴδια χαρακτηριστικά λόγια του : «Κι ἄλλοτε σᾶς τό εἶπα αὐτό, ἀλλά σᾶς τό εἶπα συγχωνευμένα. Δέν εἶναι παράξενα τοῦτα», γεγονός τό ὁποῖο δέν ἀφήνει περιθώρια ἰδιοτελοῦς δικαιολόγησης.
Ἀναιρώντας, λοιπόν, τίς παραπάνω κακόδοξες θέσεις τοῦ Γέροντος Ἰωσήφ Βατοπαιδινοῦ, παραθέτουμε τά ὅσα σχετικά ἀναφέρει ὁ ὁμότιμος καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. Αἰδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης στό βιβλίο του μέ τίτλο «Θεολόγοι τῆς Θεσσαλονίκης». Λέγει ὁ π. Θεόδωρος : «Ἡ συζήτηση γιὰ τὴ φύση τοῦ φωτός, ἂν εἶναι ἄκτιστο ἢ κτιστό, συνδέεται μὲ τὸ αἴτημα τῆς θεώσεως καὶ τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, τῆς πραγματικῆς κοινωνίας καὶ μετοχῆς τοῦ Θεοῦ, ἔχει σωτηριολογικὲς ἐπιπτώσεις. Οἱ ἀγῶνες καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἀπέβλεπαν στὸ νὰ διασφαλίσουν στὸν ἄνθρωπο τὴ δυνατότητα νὰ μετέχει τοῦ Θεοῦ, νὰ δείξουν ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνον ἀμέθεκτος καὶ ὑπερβατικός, μία ἀπρόσιτη καὶ ἀνενέργητη οὐσία, ἀλλὰ εἶναι συγχρόνως ἐνδοκοσμικὸς καὶ μεθεκτός, γιατὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχει φύση καὶ οὐσία χωρὶς ἐνέργεια, γιατὶ ὁ Θεὸς εἶναι οὐσία ἐνεργητική, ἔχει ἐνέργειες, ποὺ εἶναι καὶ αὐτὲς θεῖες καὶ ἄκτιστες. Καὶ οἱ ἐνέργειες αὐτὲς τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι θεωρητικὲς συλλήψεις τοῦ νοῦ καὶ διακρίσεις θεολογικές, ἀλλὰ ἁπτὴ πραγματικότητα, τὴν ὁποία παραδειγματικὰ καὶ ἐκφραστικὰ ἐκφράζει τὸ θεῖο φῶς : ‘’Φῶς ὁ Θεὸς οὐ κατ᾽ οὐσίαν, ἀλλὰ κατ᾽ ἐνέργειαν λέγεται’’ [4]. Τὸ ἄκτιστο, αἰώνιο, θεῖο καὶ θεοποιὸ φῶς εἶναι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, γιατὶ τὸ ὄνομα τῆς Χάριτος ἁρμόζει στὶς θεϊκὲς ἐνέργειες, ποὺ μᾶς δίδονται δωρεὰν καὶ ἀπεργάζονται τὸ ἔργο τῆς θεώσεως καὶ τῆς σωτηρίας. Ἐνέργειες καὶ Χάρις καὶ θεῖον φῶς ἐκφράζουν τὸ ἄνοιγμα τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο, τὴ θεϊκὴ συγκατάβαση, γιὰ νὰ μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νὰ γνωρίσει ἐμπειρικὰ τὸ Θεό, νὰ ἀποκτήσει αἴσθηση, ὅραση καὶ γνώση πνευματική, ποὺ εἶναι πολὺ ἀνώτερες ἀπὸ τὴν αἰσθητὴ γνώση, ποὺ ἀποκτοῦμε μέσῳ τῶν αἰσθήσεων, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν διανοητικὴ γνώση, ποὺ ἀποκτοῦμε μέσῳ τοῦ νοῦ, τῶν συλλογισμῶν καὶ τῆς μαθήσεως. Εἶναι ἀδύνατον μέσῳ τῶν αἰσθήσεων καὶ τοῦ νοῦ, μέσω δηλαδὴ κτιστῶν μέσων, νὰ προσεγγίσει κανεὶς τὴν ἄκτιστη θεότητα, ἡ ὁποία γνωρίζεται μόνον μέσῳ τῶν δικῶν της ἐνεργειῶν, διὰ τοῦ θείου καὶ θεϊκοῦ φωτός, τὸ ὁποῖο φωτίζει καὶ καταλάμπει τοὺς ἀξίους καὶ κεκαθαρμένους[5].
Στόν ‘’Ἁγιορειτικὸ Τόμο’’, ποὺ εἶναι ἔργο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, διακρίνει ὁ μύστης αὐτὸς τοῦ φωτὸς καὶ τῆς Χάριτος μὲ πολλὴ σαφήνεια καὶ λεπτομέρεια τρία εἴδη φωτός, τὰ ὁποῖα οἱ ἀμύητοι καὶ ἀτέλεστοι δὲν μποροῦν νὰ διακρίνουν καὶ τὰ συγχέουν. Εἶναι ἐν πρώτοις τὸ αἰσθητὸ φῶς, ποὺ ἀντιλαμβανόμαστε μὲ τὴν αἴσθηση τῆς ὁράσεως· εἶναι ἔπειτα τὸ νοητό, τὸ διανοητικὸ φῶς, τὰ διάφορα νοήματα, ‘’ἡ ἐν νοήμασι κειμένη γνῶσις’’, ποὺ ἀντιλαμβανόμαστε μὲ τὸν νοῦ. Καὶ τὰ δύο εἶναι κτιστὰ φῶτα, ποὺ περιορίζονται καὶ κινοῦνται τὸ καθένα στὸ χῶρο του ἀνάλογα μὲ τὴ φύση του. Ὑπάρχει, ὅμως, καὶ τὸ τρίτο φῶς, τὸ θεῖο φῶς, ἡ ἔλλαμψη τοῦ θεϊκοῦ φωτός, τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι οὔτε αἰσθητό, οὔτε διανοητικό, εἶναι ἄκτιστο καὶ θεϊκό, εἶναι ὁ ὁρατὸς χαρακτὴρ τῆς θεότητος. Τὸ φῶς αὐτό, μολονότι εἶναι ὑπερβατικό, ὑπεραισθητὸ καὶ ὑπερνοητὸ, ἐνεργεῖ μέσῳ τῆς ὁράσεως καὶ τοῦ νοῦ, ὥστε δι᾽ αὐτῶν, ἐκπνευματισμένων καὶ ἀλλοιωμένων, νὰ βλέπουν οἱ ἅξιοι αὐτὰ, ποὺ εἶναι ὑπὲρ νοῦν καὶ ὑπὲρ αἴσθησιν, πέρα δηλαδὴ ἀπὸ τὸν φυσικὸ χῶρο τῶν αἰσθήσεων καὶ τοῦ νοῦ. Εἶναι βασικὸ αὐτὸ τὸ κείμενο γιὰ τὴν κατανόηση τῆς περὶ φωτὸς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου καὶ ἀξίζει νὰ παρατεθεῖ : ‘’Ἄλλου μὲν φωτὸς ὁ νοῦς, ἑτέρου δὲ ἡ αἴσθησις ἀντιλαμβάνεσθαι πέφυκεν· ἡ μὲν γὰρ αἰσθητοῦ καὶ τὰ αἰσθητά, ᾗ αἰσθητά, δεικνύντος, τοῦ δὲ νοῦ φῶς ἐστιν ἡ ἐν νοήμασι κειμένη γνῶσις. Οὐ τοῦ αὐτοῦ τοίνυν φωτὸς ὄψις τε καὶ νοῦς ἀντιλαμβάνεσθαι πεφύκασιν, ἀλλὰ μέχρις ἂν κατ᾽ οἰκείαν φύσιν καὶ ἐν τοῖς κατὰ φύσιν ἐνεργεῖ ἑκάτερον αὐτῶν. Ὅταν δὲ πνευματικῆς καὶ ὑπερφυοῦς εὐμοιρήσωσι χάριτός τε καὶ δυνάμεως, αἰσθήσει τε καὶ νῷ τὰ ὑπὲρ πᾶσαν αἴσθησιν καὶ πάντα νοῦν οἱ κατηξιωμένοι βλέπουσιν, ἵνα, κατὰ τὸν Θεολόγον εἴπωμεν μέγαν Γρηγόριον, ὡς ‘’οἷδε μόνος Θεὸς καὶ οἱ τὰ τοιαῦτα ἐνεργούμενοι’’»[6].
Σέ ἄλλο σημεῖο τονίζει ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης : «… τὸν δυτικό ‘’διαφωτισμό’’, τὴν ψευδώνυμη ἀναγέννηση, ἐπεχείρησε νὰ μεταφέρει στὴν Ἀνατολὴ τὸν 14ο αἰῶνα ὁ ἐκ Καλαβρίας μοναχὸς Βαρλαάμ. Ἀπέτυχε τότε ἡ Δύση νά ‘’διαφωτίσει’’ τὴν Ἀνατολή, γιατὶ βρέθηκε ἡ μεγάλη μορφὴ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος διέλυσε στὴν κυριολεξία τὴν ἐπιχειρηματολογία τοῦ Βαρλαάμ, προβάλλοντας ἔναντι τοῦ ἰσχνοῦ, τοῦ ἀσθενικοῦ, τοῦ θαμποῦ φωτὸς τῆς ἀνθρωπίνης γνώσεως, τὸν ὑπέρφωτο φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔναντι τοῦ δυτικοῦ ‘’Διαφωτισμοῦ’’, ποὺ στηρίζεται στὸν ἀνθρώπινο λόγο, στὴν ratio, τὸν Ὀρθόδοξο Φωτισμό, ποὺ προσφέρει στοὺς καθαροὺς καὶ ἀπαθεῖς ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ στηρίζεται στὴν αὐτοσοφία καὶ στὴν αὐτοαλήθεια, στὸν ἐνσαρκωθέντα Λόγο τοῦ Θεοῦ. Μερικοὺς αἰῶνες ἀργότερα τά ‘’φωτισμένα ἔθνη τῆς Εὐρώπης’’ θὰ κατορθώσουν μὲ ἕνα νέο Βαρλαάμ, τὸν Ἀδαμάντιο Κοραῆ, νὰ εἰσαγάγουν τὸν κλασσικισμό, τὴν ἀρχαιολατρεία, τὸν Οὐμανισμό, τόν ‘’Διαφωτισμό’’ στὸ χῶρο τῆς ἑλληνικῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐπειδὴ δὲ τώρα ἔχει ἀρχίσει ἡ διαδικασία ἀποβολῆς αὐτῶν τῶν ἐπιρροῶν, ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἀποκτᾶ πρόσθετη σημασία.
Στὸ σύνολο τῆς πατερικῆς γραμματείας δὲν ὑπάρχει συνθετικότερη ἀντιμετώπιση τοῦ προβλήματος γιὰ τὴ στάση ἀπέναντι στὴν ἀνθρώπινη σοφία καὶ γνώση ἀπὸ αὐτὴν, ποὺ βρίσκουμε σὲ δύο λόγους τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, στὸν πρῶτο λόγο τῆς πρώτης τριάδος καὶ στὸν πρῶτο ἐπίσης λόγο τῆς δευτέρας τριάδος τοῦ ἔργου Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων. Εἶναι τὸ ἀπόσταγμα, τὸ καταστάλαγμα τῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τὸ συνάγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀπὸ τὰ κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας. Μερικὲς μόνον ἀπὸ τὶς πολὺ ἐνδιαφέρουσες θέσεις του θὰ καταγράψουμε ἐδῶ. Ἐπιχειρεῖ ν᾽ ἀπαντήσει σὲ ἀνήσυχο ἐρώτημα μοναχοῦ, ὁ ὁποῖος, ἀκούγοντας τὶς θέσεις τοῦ Βαρλαὰμ, ἀντλήφθη ὅτι πρόκειται περὶ διαστρεβλώσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅτι εἰσάγονται στοιχεῖα ξένα πρὸς τὴν ἐμπειρία τῆς Ὀρθοδοξίας. Δὲν μποροῦσε, ὅμως, ὁ ἴδιος νὰ δείξει τὸ ἀσύστατο αὐτῶν τῶν δοξασιῶν καὶ γι᾽ αὐτὸ ζήτησε τὴ βοήθεια τοῦ Γρηγορίου. Ἐξένιζε, πολὺ δικαιολογημένα, ἡ γνώμη τοῦ Βαρλαὰμ καὶ τῶν ὀπαδῶν του ὅτι χωρὶς τὴν ἀνθρώπινη γνώση καὶ σοφία δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ φθάσει στὴν τελειότητα καὶ ἁγιότητα, καί πρέπει γι’αὐτό ἀκόμη καί οἱ μοναχοί νά ἐπιδιώκουν τή γνώση μέχρι τέλους τῆς ζωῆς τους, διότι εἶναι καὶ ἡ ἀνθρώπινη σοφία δῶρο τοῦ Θεοῦ καὶ ταυτίζεται πρὸς τὴν θεία σοφία[7].
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος βεβαιώνει τὸν ἀνησυχήσαντα μοναχὸ ὅτι μόνον ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ δημιουργεῖ στὶς καρδιὲς ἀσφάλεια καὶ βεβαιότητα. Μὲ τὸν λόγο δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ἐντοπίσει, νὰ συλλάβει τὰ ὑπὲρ λόγον ἀγαθά. Τοῦ συνιστᾶ νὰ ἀπαντήσει στοὺς συνηγόρους τῶν φιλοσόφων ὅτι μὲ τὶς φιλοσοφικές τους ἀναζητήσεις αὐτὸ, ποὺ κατακτοῦν, δὲν εἶναι ἡ γνώση, ἀλλὰ ἡ ἀγωνία˙ ‘’οὐ μᾶλλον γνῶσιν ἢ ἀγωνίαν ἐκ τούτων ὑμῖν αὐτοῖς περιποιεῖσθε, ὦ βέλτιστοι’’. Δὲν ὑπάρχει φιλοσοφικὴ ἄποψη, στὴν ὁποία νὰ μπορεῖ κανεὶς μὲ σιγουριὰ νὰ στηριχθεῖ, γιατὶ σίγουρα κάποιος ἄλλος φιλόσοφος θὰ τὴν ἔχει ἀνατρέψει, ὅπως ἔδειξαν οἱ Ἕλληνες φιλόσοφοι ‘’διηνεκῶς ἀλλήλους ἀνατρέποντες καὶ ὑπ᾽ ἀλλήλων ἀνατρεπόμενοι’’ [8]. Δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπεῖ νὰ εἰσχωρήσει στὴν Ἐκκλησία, ποὺ ἔχει τὴν δική της φιλοσοφία, τὴν κατὰ Χριστόν, ἡ ἄποψη πὼς τάχα εἶναι ἄναγνοι καὶ ἀτελεῖς ὅσοι δὲν γνωρίζουν φιλοσοφία καὶ ἐπιστῆμες. Ὁ Χριστός, τὸ πρότυπο τῆς χριστιανικῆς τελειότητος, ἦταν ἐντελῶς ἄπειρος στὴν ἀνθρώπινη φιλοσοφία καὶ γνώση. Ἂν ἡ θύραθεν παιδεία συμβάλλει ὄντως στὴν τελειότητα, τότε οἱ Ἕλληνες σοφοὶ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι θεοπτικώτεροι καὶ τελειότεροι τῶν προφητῶν, οἱ ὁποῖοι κλήθηκαν ἀπὸ τὸ Θεὸ στὸ ἀξίωμα αὐτό ‘’ἐξ ἀγροικικοῦ βίου’’, ἀπὸ τοὺς ἀγρούς τους. Ὁ κορυφαῖος τῶν προφητῶν, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων ζοῦσε στὴν ἔρημο, ὅπου δὲν ὑπάρχουν βέβαια σχολεῖα καὶ πανεπιστήμια. Ἀσφαλῶς, ἂν ἦταν ἀπαραίτητο στοιχεῖο τῆς τελειότητος ἡ ἀνθρώπινη σοφία, ὁ Χριστὸς δὲν θὰ ἔλεγε ‘’εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, τὰ ὑπάρχοντα πώλησον, διάδος πτωχοῖς, τὸν σταυρὸν ἆρον, ἀκολουθεῖν ἐμοὶ προθυμήθητι’’, ἀλλὰ θὰ ἔλεγε ‘’τῆς ἔξω σοφίας ἐπιλαβοῦ, σπεῦσον πρὸς τὴν τῶν μαθημάτων ἀνάληψιν, περιποίησαι σεαυτῷ τὴν ἐπιστήμην τῶν ὄντων’’. Θὰ δίδασκε γεωμετρία καὶ ἀστρονομία καὶ τὶς ἄλλες ἐπιστῆμες, γιὰ νὰ διώξει τὸ σκοτάδι τῆς ἀγνοίας. Δὲν θὰ διάλεγε ἀγραμμάτους ψαράδες ὡς μαθητές, ἀλλὰ σοφούς, οὔτε θὰ δίδασκε διὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ὅτι ἡ ἀνθρώπινη σοφία εἶναι μωρία. Ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο, ἔχασε τὴν ἀρχέγονη μακαριότητα, γιατὶ ὑπέκυψε στὸν πειρασμὸ τῆς γνώσεως καὶ δὲν ἀρκέσθηκε στὴν φυλακὴ τῆς καρδίας, στὴν φρούρηση δηλαδὴ καὶ καλλιέργεια τοῦ συναισθηματικοῦ του κόσμου[9].
Ὅπως τότε, ἔτσι καὶ τώρα, καὶ σὲ κάθε ἐποχὴ, ὁ ἄνθρωπος στρέφεται, μὲ ὑποκίνηση τοῦ πονηροῦ, στὴν συνεχῆ, καθ᾽ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς ζωῆς του, ἐνασχόληση μὲ τὴ γνώση, καὶ δὲν μένει ἔτσι καιρὸς νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὴν ἀληθινὴ παιδεία, ποὺ καθαρίζει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὰ πάθη. Θεμέλιο καὶ ἀρχὴ αὐτῆς τῆς κατὰ Χριστὸν φιλοσοφίας εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου γεννᾶται ἡ συνεχής, ἠ ἀδιάλειπτη δέηση πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἡ τήρηση τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν. Μετὰ δὲ τὴν συμφιλίωση καὶ τὴν καταλλαγὴ πρὸς τὸν Θεό, ὁ ἀρχικὸς παιδαγωγικὸς φόβος μεταβάλλεται σὲ ἀγάπη, καὶ ὁ κόπος τῆς προσευχῆς, ἀφοῦ μεταβληθεῖ σὲ τερπνότητα καὶ εὐχαρίστηση, παράγει τὸ ἄνθος τοῦ φωτισμοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθινὴ παιδεία, ὁ ἀληθινὸς ὀρθόδοξος φωτισμός, τοῦ ὁποίου οὔτε τὴν ἀρχή, τὸν φόβο δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ, δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει αὐτὸς, ποὺ ἔχει παραδοθεῖ στὴν ἀγάπη τῆς ματαίας ἀνθρωπίνης φιλοσοφίας, τοῦ ἀνθρωπίνου ‘’Διαφωτισμοῦ’’. Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εὔκολα σκοτίζεται ἀπὸ τὰ πάθη καὶ ὁδηγεῖται κατόπιν στὸ ψεῦδος[10] . Ἡ μόνη ὁδὸς, γιὰ νὰ βρεῖ κανεὶς τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ διατηρήσει τὴν ἀνθρώπινη ἀξία, τὸ κατ᾽ εἰκόνα, εἶναι ἡ ἀποφυγὴ τῆς ἁμαρτίας, ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν, ἡ καλλιέργεια τῆς ἀρετῆς, καὶ ἡ ἐπάνοδος πρὸς τὸν Θεὸ διὰ τῆς εὐχῆς καὶ τῆς ἀληθινῆς θεωρίας. Διότι, ὅπως χαρακτηριστικὰ παρατηρεῖ, ‘’καθαρότητος ἄνευ, κἂν μάθῃς τὴν ἀπὸ τοῦ Ἀδὰμ μέχρι συντελείας φυσικήν φιλοσοφίαν, μωρὸς οὐδὲν ἦττον, ὅτι μὴ καὶ μᾶλλον, ἔσῃ ἢ σοφός’’ [11].
Συνηθίζεται πολὺ στὰ νεώτερα χρόνια τῆς πνευματικῆς ἱστορίας τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, ὅπου ἔχει κυριαρχήσει ὁ κλασικὸς καὶ ὁ δυτικός ‘’διαφωτισμός’’, νὰ γίνεται ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν κυρίως, γιὰ νὰ δικαιολογηθεῖ ἡ στροφὴ στὴ μελέτη τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς σκέψεως. Ἰδιαίτερα μάλιστα γίνεται ἀναφορὰ στὸ ἔργο τοῦ Μ. Βασιλείου Πρὸς τοὺς νέους ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων. Παραθεωρεῖται τελείως ὅτι ὁ Μ. Βασίλειος δίνει πολὺ μικρή, προπαιδευτική, προεισαγωγικὴ μόνο ἀξία στὴν θύραθεν παιδεία. Ἡ χριστιανικὴ παιδεία στηρίζεται ὁλοκληρωτικὰ στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στὴ διδασκαλία τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας˙ αὐτὰ ἀποτελοῦν τὸν κορμό, τὸ κύριο μέρος τῆς ἀληθινῆς σοφίας. Δὲν ἐπιτρέπεται ἐπ᾽ οὐδενία νὰ μείνει κανεὶς καθ᾽ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς ζωῆς του, νὰ γεράσει, στὴ μάθηση τῆς θύραθεν παιδείας. Πρέπει νὰ ντρέπονται, λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὅσοι ἰσχυρίζονται ὅτι πρέπει νὰ μελετᾶ κανεὶς διὰ βίου τὴν ἑλληνικὴ παιδεία, γιὰ νὰ φθάσει στὴν τελειότητα. Ὁ ἴδιος ὁ Μ. Βασίλειος σὲ ἐπιστολὴ του στὸν Εὐστάθιο Σεβαστείας οἰκτίρει τὸν ἑαυτό του, γιατὶ ἀφιέρωσε πολὺ καιρὸ στὴ μάθηση τῆς κοσμικῆς φιλοσοφίας˙ ‘’᾽Εγὼ πολὺν χρόνον προσαναλώσας τῇ μασταιότητι καὶ πᾶσαν σχεδὸν τὴν ἐμαυτοῦ νεότητα ἐναφανίσας τῇ ἀναλήψει τῶν μαθημάτων τῆς παρὰ τοῦ Θεοῦ μωρανθείσης σοφίας, ἐπειδή ποτε, ὥσπερ ἐξ ὕπνου βαθέος διαναστάς, κατεῖδον τὸ ἄχρηστον τῆς σοφίας τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τῶν καταργουμένων, πολλὰ τὴν ἐλεεινήν μου ζωήν ἀποκλαύσας, εὐχόμην μοί τινα χειραγωγίαν’’ [12].
Δὲν βοηθάει ἡ γνώση στὴν καθαρότητα˙ ἀντίθετα δημιουργεῖ τὸ πάθος τῆς ὑπερηφανείας, τῆς φυσιώσεως. Μόνο ἡ ἀγάπη, ποὺ εἶναι κορυφὴ καὶ μεσότης καὶ ρίζα κάθε ἀρετῆς, βοηθάει στὸ νὰ ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος τὸ κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ. Μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ τὸ φυσικὸ δῶρο τῆς γνώσεως μπορεῖ νὰ μεταβληθεῖ σὲ πνευματικό, νὰ γίνει γνώση καινούργια, θεοειδής, ἁγνή, εἰρηνική, ἐπιεικής, εὐπειθής, μεστὴ καρπῶν ἀγαθῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄνωθεν σοφία, ὑποτεταγμένη στὴ σοφία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἄνευ τοῦ ὁποίου ἡ ἀνθρώπινη γνώση χαρακτηρίζεται ὡς κάτωθεν σοφία, ψυχική, δαιμονιώδης, ἀπὸ τὸν ἀδελφόθεο Ἰάκωβο[13].
Ὁ νοῦς βεβαίως δόθηκε στὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ Θεό. Σκοτίσθηκε, ὅμως, ἀπὸ τὰ πάθη, ἀπέτυχε νὰ ὁδηγήσει τὸν ἄνθρωπο στὸ σκοπὸ κάθε φιλοσοφικῆς ἀναζητήσεως, στὴν ἀληθινὴ θεογνωσία, καὶ παρήγαγε γι᾽ αὐτὸ τήν μωρανθεῖσα σοφία, τὴν ἀνόητη σοφία, ποὺ μόνο τὸ ὄνομα τῆς σοφίας ἔχει, χωρὶς νὰ εἶναι ἀληθινή. Ἂν οἱ φιλόσοφοι ἔχουν πεῖ κάτι καλό, αὐτὸ προέρχεται ἀπὸ παρακούσματα, καὶ ὁπωσδήποτε δὲν ἔχει τὸ ἴδιο νόημα, ποὺ ἔχει στὸν Χριστιανισμό. Διότι, ἐκεῖνοι δὲν ἔχουν νοῦν Χριστοῦ, ὅπως οἱ Πατέρες˙ ἡ ὁμοιότης εἶναι τελείως ἐξωτερική, στὴ φράση μόνο, ὄχι στὰ νοήματα˙ ‘’κἄν τις τῶν Πατέρων τὰ αὐτὰ τοῖς ἔξω φθέγγηται, ἀλλ᾽ ἐπὶ τῶν ρημάτων μόνον˙ ἐπὶ δὲ τῶν νοημάτων πολὺ τὸ μεταξύ˙ νοῦν γὰρ οὗτοι, κατὰ Παῦλον, ἔχουσι Χριστοῦ, ἐκεῖνοι δέ, εἰ μή τι καὶ χεῖρον, ἐξ ἀνθρωπίνης διανοίας φθέγγονται»[14] .
Ἡ μεγάλη διαφορά, τὸ μεγάλο χάσμα, ἀνάμεσα στὴν ἀνθρώπινη φιλοσοφία καὶ στὴ θεία σοφία φαίνεται ἀπὸ τὴν καρποφορία τους. Ἄγονος καὶ ἄκαρπος ἡ πρώτη δὲν μπόρεσε οὔτε τοὺς ἴδιους τοὺς φιλοσόφους νὰ ἀνακαινίσει. Ἐνῷ ἡ σοφία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀποδείχθηκε γονιμότατη καὶ πολύτεκνη, διότι μετέθεσε χιλιάδες ἀνθρώπων ἀπὸ τὸ σκότος τῆς ἀγνοίας στὸ θαυμαστὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου. Γιὰ τὴ σωτηρία εἶναι ἀπαραίτητη μόνο ἡ θεία καὶ ὄχι ἡ ἀνθρώπινη σοφία. Χρησιμοποιοῦμε βέβαια μερικὲς φορὲς τὴν κοσμικὴ παιδεία γιὰ ἀποσαφήνιση ἑρμηνευτικὴ τῶν θείων λόγων, εἶναι ὅμως πολὺ εὔκολο νὰ περιπέσουμε σὲ λάθη, ἂν δὲν ἔχουμε τὴν μόνη κλείδα κατανοήσεως τῶν Γραφῶν, τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ ἂν δὲν καθοδηγούμαστε ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ θεόπνευστα κείμενα[15]. Στὸ τέλος τοῦ πρώτου λόγου τῆς πρώτης τριάδος παραθέτει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς κείμενα προγενεστέρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, πάνω στὰ ὁποῖα στήριξε τὴν ἀνάπτυξη τῶν ὅσων εἶπε, στὴ δεύτερη δὲ τριάδα, στὸν πρῶτο ἐπίσης λόγο, ἐλέγχει τὶς σκόπιμες παρερμηνεῖες ὁρισμένων πατερικῶν χωρίων, ποὺ ἔκανε ὁ Βαρλαάμ, γιὰ νὰ κατοχυρώσει τὴν μεγάλη του ἐκτίμηση πρὸς τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία»[16].
Στη συνέχεια, ἄς ἀφήσουμε νά μᾶς μιλήσει αὐθεντικά καί νά μᾶς καθοδηγήσει ὁ μέγας ἐμπειρικός θεολόγος, Προηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὀσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης κυρός Γεώργιος Γρηγοριάτης-Καψάνης περί τῆς σχέσεως νοῦ καί θείας Χάριτος.
Γράφει ὁ ἅγιος Γέρων στό βιβλίο του «Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς˙ διδάσκαλος τῆς θεώσεως» : «Ὁ ὅλος ἄνθρωπος πρέπει νά καθαρισθεῖ, γιά νά γίνει ἄξιος τοῦ θείου φωτός. Τό σῶμα καθαρίζεται μέ τήν ἐγκράτεια. Τό θυμικό καί ἐπιθυμητικό τῆς ψυχῆς μέ τήν ἀγάπη καί ὁ νοῦς μέ τήν προσευχή[17].
Τό παθητικό τῆς ψυχῆς δέν νεκρώνεται, ὅπως ἤθελε ὁ Βαρλαάμ σύμφωνα μέ τίς φιλοσοφικές του προϋποθέσεις, ἀλλά μεταμορφώνεται καί ἐξαγιάζεται. Τό μίσος π.χ. κατά τῶν ἀνθρώπων πρέπει νά μεταποιηθεῖ σέ μίσος κατά τῶν ἔργων τοῦ διαβόλου.
Ὁ κεκαθαρμένος ἀπό τά πάθη καί προσευχόμενος νοῦς ἔχει τώρα τήν δυνατότητα νά ἑνωθεῖ μέ τόν Θεό.
Πῶς, ὅμως, ὁ ἀνθρώπινος νοῦς θά ἑνωθεῖ μέ τόν Πρῶτο καί Ἀρχίφωτο Θεῖο Νοῦ, ὅταν ὁ ἴδιος διαχέεται καί σκορπίζεται ἐκτός ἑαυτοῦ ἐδῶ καί ἐκεῖ καί προσκολλᾶται διά τῶν αἰσθήσεων στά πράγματα;
Πρέπει ὁ νοῦς νά συγκεντρωθεῖ καί νά ἐπιστρέψει στόν ἑαυτό του καί νά ἐπιτηρεῖ τόν ἑαυτό του, ὥστε νά μή μολύνεται ἀπό κακές σκέψεις ἤ νά μήν ἀπασχολεῖται ἀκόμη καί ἀπό καλές σκέψεις, πού ἐμποδίζουν τήν μόνο μέ τόν Θεό ἐνασχόλησή του. Ἔτσι ἐλεύθερος ἀπό κάθε τί, πού δέν εἶναι Θεός, ὑπεραναβαίνοντας ἑαυτόν, θά μπορέσει νά συναντήσει καί συνουσιωθεῖ μέ τόν Θεό.
Μέ τήν τριπλῆ αὐτή κίνηση, ὁ νοῦς γίνεται τρισσός καί συγχρόνως ἑνιαῖος κατ’ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁπότε καί δεκτικός τῆς Τριαδικῆς ἐλλάμψεως :
Ἄς ἀκούσουμε, ὅμως, τά ἴδια τά λόγια τοῦ θεοφόρου πατρός (ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ) : «Τῆς οὖν καθ’ ἑαυτόν ἐνεργείας γενόμενος ὁ νοῦς, ἥτις ἐστίν ἡ πρός ἑαυτόν στροφή καί τήρησις, δι’ αὐτῆς ὑπεραναβαίνων ἑαυτόν, καί Θεῷ συγγένοιτ’ ἄν»[18]. Τότε «ὡς φῶς αὐτός ἑαυτόν κατά τήν προσευχήν ὁρᾷ καί θείῳ περιλάμπεται φωτί»[19].
Τό Φῶς αὐτό δέν εἶναι τό φυσικό φῶς τοῦ νοῦ, ὅπως νόμιζε ὁ Βαρλαάμ, ἀλλά τό Ἄκτιστο Φῶς, πού τόν περιλάμπει : «Ἴσασι μέν οὖν οἱ πρός τοῦτο θεωρίας ἀναβεβηκότες ὅτι φῶς ὁρῶσιν αἰσθήσει νοερᾷ καί ὅτι τό φῶς τοῦτο ὁ Θεός ἐστι, τῇ ἑνώσει Χάριτι λαμπρύνων ἀπορρήτως τούς μετέχοντας»[20].
Σέ ἄλλο κείμενό του ἀναλύει πληρέστερα τὴν ὕψωσι τοῦ νοῦ πρός τόν Θεό : «Τό νά ἀποκτήσουμε μέσα μας Θεό καί νά γίνουμε καθαρά ἕνα μέ τόν Θεό καί νά ἀναμιχθοῦμε μέ τό καθαρώτατο Φῶς, ὅσο εἶναι δυνατό στήν ἀνθρωπίνη φύση, εἶναι ἀδύνατο, ἐάν ἐκτός ἀπό τήν κάθαρση μέ τήν ἀρετή δέν ἐξέλθουμε ἤ μᾶλλον δὲν ὑψωθοῦμε ἐπάνω ἀπό τόν ἑαυτό μας καί, ἀφοῦ ἐγκαταλείψουμε κάθε αἰσθητό μαζί μέ τήν αἴσθηση καί σηκωθοῦμε ἐπάνω ἀπό λογισμούς καί διανοήσεις καί τίς γνώσεις, πού προέρχονται ἀπό αὐτά, δέν γίνουμε ὁλοκληρωτικά [ἕνα] μέ τήν ἄϋλη καί νοερά ἐνέργεια τῆς προσευχῆς καί ἐπιτύχουμε τήν ἄγνοια ἐκείνη, πού εἶναι ἐπάνω ἀπό τήν γνώση, καί πληρωθοῦμε ἀπό αὐτήν μέ τήν ὑπέρφωτη λαμπρότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὡς βλέποντες τά βραβεῖα τῆς φύσεως τοῦ ἀθανάτου κόσμου»[21].
Ὅταν ὁ καθαρός νοῦς τιμηθεῖ ἀπό τό Φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος, κατά τόν ἅγιο Ἰσαάκ[22], εἰσέρχεται σέ κατάσταση ἀνωτέρα καί τῆς καθαρᾶς προσευχῆς, τήν κατάσταση τῆς ἁρπαγῆς καί ἐκστάσεως.
Κατά τόν ἅγιο Ἰσαάκ, πού ἔχει συμμάρτυρα τόν θεολόγο Γρηγόριο, «καθαρότης ἐστί νοός ἐφ’ ᾗ διαυγάζει ἐν τῷ καιρῷ τῆς προσευχῆς τό φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος, καί τότε ὁ νοῦς ὑπεράνω τῆς προσευχῆς γίνεται, καί οὐ δεῖ καλεῖν ταύτην προσευχήν, ἀλλά τοκετόν τῆς καθαρᾶς προσευχῆς, τῆς διά τοῦ Πνεύματος καταπεμπομένης· οὐδέ προσευχῇ τότε προσεύχεται ὁ νοῦς, ἀλλ’ ἐν ἐκστάσει γίνεται ἐν τοῖς ἀκαταλήπτοις πράγμασι· καὶ αὕτη ἐστίν ἡ ἄγνοια ἡ ὑπερτέρα τῆς γνώσεως»[23].
Συνεχίζει δέ ὁ ἑφάμιλλος τοῦ πρώτου θεολόγου Γρηγορίου, ἅγιος Παλαμᾶς : «Βλέπει βεβαίως ὡς φῶς ἐκεῖνο τό ἀγαπητότατο πράγμα, πού ἀρπάζει τόν νοῦ, τόν κάνει νά ἐξίσταται ἀπό ὅλα καί τόν στρέφει ὁλόκληρο μόνο σ’ αὐτό, εἶναι ἀποκαλυπτικό, ἀλλ’ ὄχι αἰσθητῶν σωμάτων, τό βλέπει νά μήν τελειώνει οὔτε πρός τά κάτω οὔτε πρός τά ἄνω οὔτε πρός τά πλάγια, καί δέν διακρίνει κάποιο τέλος τοῦ φωτός, πού βλέπει καί τόν περιλάμπει, ἀλλά σάν νά ἦταν ἥλιος, πού εἶναι ἀπειροπλάσια λαμπρότερος καί μεγαλύτερος τοῦ σύμπαντος·  στό μέσον δέ βρίσκεται αὐτός, ὄντας ὁλόκληρος ὀφθαλμός˙ κάτι τέτοιο εἶναι ἐκεῖνο [ἡ ἔκσταση]»[24].
Παραπέμπει ἀκόμη ὁ ἅγιος Γρηγόριος στόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή : «Ὁ νοῦς, παριστάμενος ἄμορφος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, δύναται νά δεχθεῖ τήν ἀποτύπωση τῶν θείων τύπων, διά τῶν ὁποίων καί γίνεται ἐμφανής»[25].
Ὅλη αὐτή τήν κίνηση-στάση τοῦ νοῦ πρός τόν Θεό βοηθᾶ ἡ νοερά καρδιακή προσευχή, πού χρησιμοποιεῖ καί τήν εἰσπνοή-ἐκπνοή. Πρόκειται γιά τήν παραδεδομένη ἤδη ἀπό τούς χρόνους τοῦ ἁγίου Γρηγορίου στό Ἅγιον Ὅρος μέθοδο προσευχῆς. Μέ τήν εὐχή : «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» ἤ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν», ὁ νοῦς ἐργάζεται τό ἅγιον ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ καί βοηθεῖται ἔτσι νά μήν περιεργάζεται ὅ,τι δέν εἶναι ὁ Θεός. Τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ γίνεται τροφή τοῦ νοός. Μέ τήν εἰσπνοή, ἐπίσης, κατά τήν ἐκφώνηση τοῦ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ», τό ἐλαφρό κράτημα τῆς ἀναπνοῆς στήν καρδιά καί τήν ἐκφώνηση τοῦ «ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν» κατά τήν ἐκπνοή, διευκολύνεται ἡ συναγωγή καί παραμονή τοῦ νοῦ καί τῆς εὐχῆς στήν καρδιά. Τό σῶμα λαμβάνει κατάλληλη θέση, ὥστε νά διευκολύνεται ἡ εἴσοδος τοῦ νοῦ στήν καρδιά. Ἡ μέθοδος αὐτή, πού χρειάζεται ἄλλωστε καί πεπειραμένο διδάσκαλο, γιά νά διδαχθεῖ, δέν εἶναι ἀναγκαία, ἀλλά βοηθητική καί μάλιστα στούς ἀρχαρίους.
Ὁ Δυτικός Βαρλαάμ εἶχε ἀντίθετες ἀπόψεις ὡς πρός τό θέμα αὐτό. Δέν μποροῦσε νά ἐννοήσει πῶς ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, πού ταξιδεύει ἐκτός αὐτοῦ, εἶναι δυνατόν νά συγκεντρωθεῖ στόν ἑαυτό του καί μάλιστα μέσα στό σῶμα. Κατά τήν πλατωνική ἄλλωστε ἀντίληψη, τό σῶμα εἶναι φυλακή τῆς ψυχῆς. Γιά τό Εὐαγγέλιο, ὅμως, καί τήν Ὀρθοδοξία τό σῶμα μας εἶναι ναός τοῦ ἐν ἡμῖν Ἁγίου Πνεύματος καί μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Τήν Χάρη λαμβάνουμε μέσα μας μέ τά ἅγια Μυστήρια καί ἅρα μέσα μας μποροῦμε νά δοῦμε τό Ἄκτιστο Φῶς.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος διευκρίνισε ὅτι ὁ νοῦς μας ἔχει οὐσία καί ἐνέργειαἩ οὐσία τοῦ νοῦ συνυφασμένη μέ τό σῶμα ἔχει ὡς κέντρο-ὄχημα τήν καρδιά. Ἡ ἐνέργεια τοῦ νοῦ εὑρίσκεται στόν ἐγκέφαλο. Ἄρα, ἡ κυκλική κίνηση τοῦ νοῦ δέν κάνει τίποτε ἄλλο, παρά νά ἐπαναφέρει τήν ἐνέργεια τοῦ νοῦ στήν οὐσία του καί ἔτσι νά ἑνοποιεῖ τόν νοῦ καί τόν ἄνθρωπο καί νά τόν βοηθᾶ νά ἐγκαθιστᾷ στό κέντρο τῆς ὑπάρξεώς του τόν Χριστό. Καρδιακή προσευχή σημαίνει προσευχή τοῦ ὅλου ἀνθρώπου ἐκ βαθέων του, ἐκ βάθυτάτου κέντρου του, τῆς καρδιᾶς.
Τήν καρδιά διεκδικοῦν οἱ δαίμονες. Τήν καρδιά ζητεῖ καί ὁ Θεός. «Υἱέ μου, δός μοι σήν καρδίαν». Ὅταν στή καρδιά ἐνοικήσει τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ, ἡ θεία Χάρις δηλαδή, τότε ὁ ὅλος ἄνθρωπος ἁγιάζεται , φωτίζεται, θεώνεται»[26].
«Μετά τόν κάπως ἐκτενῆ πρόλογο (τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Τόμου), ὁ ἅγιος (Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς) σέ ἕξι προτάσεις (μικρά κεφάλαια) θά ἀναφερθεῖ στίς πλάνες τῶν Βαρλααμιτῶν καί θά τίς ἀναιρέσει. Κάθε ἕνα ἀπό τά μικρά αὐτά κεφάλαια ἀρχίζει μέ τό «Ὅστις».
Τό τρίτο «ὅστις» ἀναφέρεται σέ ἐκείνους, πού ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι Μασσαλιανοί, ὅσοι λέγουν ὅτι ὁ νοῦς ἑδρεύει στήν καρδιά ἤ στόν ἐγκέφαλο.
Σύμφωνα μέ τήν πατερική καί νηπτική ἀνθρωπολογία, ἡ οὐσία τοῦ νοῦ εἶναι στήν καρδιά, ἀλλά ἡ ἐνέργειά του εἶναι στόν ἐγκέφαλο[27]. Ἡ προσευχή, πού γίνεται στήν καρδιά, ὅταν ἡ ἐνέργεια τοῦ νοῦ ἐπιστρέφει σ’ αὐτήν, εἶναι ἡ τελεία προσευχή.
Ἡ ἄσκηση νά συγκεντρώσουμε τόν νοῦ μας, νά τόν ἀπαλλάξουμε ἀπό κάθε διάχυση καί διασκορπισμό καί νά τόν βυθίσουμε στήν καρδιά, ὁδηγεῖ στήν ἀληθινή προσευχή. Ἔτσι, ἡ προσευχή μας δέν εἶναι κάτι τό διανοητικό μόνο, ἀλλά προσευχή τοῦ ὅλου ἀνθρώπου ἀπό τό κέντρο του, τήν καρδιά, ἑνωμένη μέ τόν νοῦ»[28].

[1] Παρουσίαση τοῦ τόμου «Γέρων Ἰωσήφ Βατοπαιδινός» στήν Πάτρα, 18-11-2018, https://www.romfea.gr/diafora/25142-parousiasi-tou-tomou-geron-iosif-batopaidinos-stin-patra, Παρουσίαση στήν Πάτρα τοῦ τόμου : «Γέρων Ἰωσήφ Βατοπαιδινός», 22-11-2018, http://i-m-patron.gr/παρουσιαση-στην-πατρα-του-τομου-γερω/, «Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός (1.7.1921 – 1.7.2009)» - Παρουσίαση τοῦ τόμου στήν Πάτρα (ΒΙΝΤΕΟ) 23-11-2018, https://www.vimaorthodoxias.gr/vivlia-ekdiloseis/geron-iosif-vatopaidinos-1-7-1921-1-7-2009-parousiasi-tou-tomou-stin-patra-vinteo/
[2] Σχ. βλ. ΜΟΝΑΧΟΣ ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΣ, Βίντεο ὁμιλίας μέ θέμα : «Τέκνα Θεοῦ γενέσθαι», https://www.vatopedi.gr/videoposts/tekna-theou-genesthe/ καί https://www.pemptousia.gr/video/tekna-theoῦ-genesthe/.
[3] Ἰω. 1, 12.
[4] ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Κατὰ Ἀκινδύνου, PG. 150, 823.
[5] Τοῦ ἰδίου, Ὑπὲρ τῶν Ἱερῶς Ἡσυχαζόντων 1, 3, 19, Συγγράμματα 1, 430· «Ἐνοῦσθαι δὲ αὐτῷ καὶ ὁρᾶν οὐ δύνανται, ἂν μή, διὰ τῆς τῶν ἐντολῶν φυλακῆς ἑαυτοὺς καθάραντες τῇ ἀπειλικρινημένῃ καὶ ἄϋλῳ προσευχῇ τὸν νοῦν ἀπασχολήσαντες, τὴν ὑπερφυᾶ δύναμιν τῆς θεωρίας δέξωνται». Αὐτόθι 1, 3, 21, Συγγράμματα 1, 431 : «Τότε γὰρ ὡς ἀληθῶς ὁ ἄνθρωπος πνεύματι, ἀλλ᾽ οὐχὶ νῷ, οὐδὲ σώματι ὁρᾷ».
[6] Τοῦ ἰδίου, Ἁγιορειτικὸς Τόμος 6, Συγγράμματα 2, 575-576. Σχ. βλ. ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, Θεολόγοι τῆς Θεσσαλονίκης, ἐκδ. Παλίμψηστον, Θεσ/κη 2013, σσ. 154-156.
[7] Τοῦ ἰδίου, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 1, 1, ἐρώτησις, Π. ΧΡΗΣΤΟΥ 1, 359 : «Ἐπειδὴ τοίνυν ἤκουσα λεγόντων δεῖν μεταδιώκειν τὴν ἔξω σοφίαν καὶ τοὺς μονάζοντας, ὡς ἄνευ ταύτης οὐκ ἐνὸν ἀγνοίας καὶ ψευδῶν ἀπαλλαγῆναι δοξασμάτων, κἂν εἰς ἀπάθειαν ἀφίκηταί τις ἄκραν, οὐδὲ τελειότητός τε καὶ ἁγιότητος ἐπιλαβέσθαι, εἰ μὴ πανταχόθεν τὸ εἰδέναι συλλέξει, μάλιστα δὲ τῆς καθ᾽ Ἕλληνας παιδείας, Θεοῦ γὰρ καὶ αὕτη δῶρον τῶν προφήταις καὶ ἀποστόλοις δι᾽ ἀποκαλύψεως δεδομένων ὁμοίως...».
[8] Αὐτόθι 1, 1, 1-2, Π. ΧΡΗΣΤΟΥ 1, 361.
[9] Αὐτόθι, 1, 1, 4-6, σσ. 363-367.
[10] Αὐτόθι, 1, 1, 3, σσ. 367-368.
[11] Αὐτόθι, 1, 1, 3, σ. 363.
[12] Αὐτόθι, 1, 1, 8-9 σσ. 368-369. Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, Ἐπιστολὴ 223, PG 32, 824 AB.
[13] Αὐτόθι, 1, 1, 9, σσ. 370-371.
[14] Αὐτόθι, 1, 1, 11-12, σσ. 373-375. Βλ. καὶ 1, 1, 19, σ. 383 : «Οὕτω τοίνυν καὶ ὁ τῶν ἔξω φιλοσόφων νοῦς δόμα θεῖον, ἔμφυτον ἔχων τὴν ἔμφρονα σοφίαν, παρατραπεὶς δὲ ταῖς ὑποβολαῖς τοῦ πονηροῦ εἰς μωρὰν καὶ πονηρὰν καὶ ἄνουν, ὡς προϊσταμένην τοιούτων δογμάτων, μετεποίησε σοφίαν».
[15] Αὐτόθι 2, 1, 4-6, σσ. 468-470.
[16] Σχ. βλ. ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, Θεολόγοι…, σσ. 134-139.
[17] ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ,Ὑπέρ τῶν Ἱερῶς Ἡσυχαζόντων 1, 2, ἐν Γρηγορίου Παλαμᾶ ἔργα, ΕΠΕ, Θεσ/κη 1982, τ. 2, σ. 122, στίχ. 15 κ.ἑ.
[18] Τοῦ ίδίου, Ὑπέρ τῶν Ἱερῶς Ἡσυχαζόντων 1, 3, ἔνθ’ἀνωτ., σ. 246, στίχ. 12.
[19] Ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 164, στίχ. 30.
[20] Ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 200, στίχ. 6.
[21] Ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 238, στίχ. 11 κ. ἑ. «Θεόν δ’ ἐν ἑαυτῷ κτήσασθαι καὶ Θεῷ καθαρῶς συγγενέσθαικαὶ τῷ ἀκραιφνεστάτῳ φωτί κραθῆναι, καθ’ ὅσον ἐφικτόν ἀνθρωπίνῃ φύσει, τῶν ἀδυνάτων ἐστίν, εἰ μὴ πρός τῇ δι’ἀρετῆς καθάρσει καί ἡμῶν αὐτῶν ἔξω, μᾶλλον δέ ὑπεράνω, γενοίμεθα, καταλιπόντες μέν πᾶν ὅ,τι τῶν αἰσθητῶν μετά τῆς αἰσθήσεως ὑπεραρθέντες λογισμῶν καὶ διανοιῶν καὶ τῆς διὰ τούτων γνώσεως, ὅλοι δέ γενόμενοι τῆς ἀΰλου καί νοερᾶς κατά τήν προσευχήν ἐνεργείας καί τυχόντες ὑπέρ τήν γνῶσιν ἀγνοίας καί πλησθέντες ἐν αὐτῇ τῆς τοῦ πνεύματος ὑπερφαοῦς ἀγλαΐας, ὡς ἀθανάτου κόσμου γέρα φύσεως ἀοράτως καθορᾶν»
[22] ΟΣΙΟΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ, Ἀσκητικά, ἐκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσ/κη 1997, σ. 140, στίχ. 7.
[23] ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Ὑπέρ τῶν Ἱερῶς Ἡσυχαζόντων 1, 3, ἔνθ’ἀνωτ. σ. 194, στίχ. 30 κ. ἑ.
[24] Ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 196, στίχ. 5. «Τό γοῦν ἁρπάσαν ἐκεῖνο καί τόν νοῦν ἐκστῆσαν πάντων καὶ πρὸς ἑαυτό ὅλον ἐπιστρέψαν, θυμηρέστατον τι χρῆμα, φῶς οἷον ὁρᾷ ἀποκαλυπτικόν μέν, ἀλλ’ οὐκ αἰσθητῶν σωμάτων, μήτε μέντοι πρός τά κάτω περαινόμενον, μήτε προς τά ἄνω, μητ’ ἐπί τά πλάγια, καί πέρας ὅλως οὐχ ὁρᾷ τοῦ ὁρωμένου καί περιλάμποντος αὐτόν φωτός, ἀλλ’ ὥσπερ ἄν εἴ τις ἦν ἥλιος ἀπειροπλασίως λαμπρότερός τε καί μείζων τοῦ παντός· μέσονδ’ ἔστηκεν αὐτός, ὤν ὅλος ὀφθαλμός· τοῦτόν τι ἐστιν ἐκεῖνο».
[25] Ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 236, στίχ. 13. «Καρδία καθαρά ἐστίν ἡ παντάπασιν ἀνείδεον παραστήσασα τόν νοῦν τῷ Θεῷ καί μόνοις τοῖς αὐτοῦ ἕτοιμον ἐνσημαίνεσθαι τύποις, δι’ὧν ἐμφανής πέφυκε γίνεσθαι».
[26] ΑΡΧΙΜ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΗΣ – ΚΑΨΑΝΗΣ, Προηγούμενος Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, «Τά κτιστά φῶτα τοῦ κόσμου καί τό Ἄκτιστο Φῶς τοῦ Χριστοῦ κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ», ἐν  Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς διδάσκαλος τῆς θεώσεως, ἐκδ. Ἱερά Μονή Ὀσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 2000, σσ. 20-25. https://www.hristospanagia.gr/?p=7435
[27] ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Ἁγιορειτικός Τόμος…. ἐν Φιλοκαλίᾳ, ἔκδ. ΑΣΤΗΡ, Α.Ε. Παπαδημητρίου, Ἀθῆναι, 1976, σ. 27.
[28] ΑΡΧΙΜ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΗΣ – ΚΑΨΑΝΗΣ, «Ἡ Μοναχικὴ ζωὴ κατὰ τὸν Ἁγιορειτικό Τόμο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ», ἐν  Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς διδάσκαλος τῆς θεώσεως, ἐκδ. Ἱερά Μονή Ὀσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 2000, σσ. 96, 98. http://www.hristospanagia.gr/?p=8307. Σχετικά μέ τόν μακαριστό Γέροντα Ἰωσήφ τόν Βατοπαιδινό, μπορεῖ κανείς νά διαβάσει τά κριτικά ἄρθρα τοῦ Κυπρίου Θεολόγου κ. Βασιλείου Χαραλάμπους, τίς τοποθετήσεις τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου κ. Χρυσοστόμου Β΄, καθώς καί τό ἐξαίρετο βιβλίο τοῦ Ὀσιολογιωτάτου Μοναχοῦ Ἰλαρίωνος Σταυροβουνιώτου μέ θέμα : «Κριτικός σχολιασμός τοῦ βιβλίου ‘’Γέρων Ἰωσήφ Βατοπαιδινός’’ στά σημεῖα πού συνδέονται μέ τήν Ἱερά Μονή Σταυροβουνίου.