Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2018

Στο ένα χέρι το Ευαγγέλιο, στο άλλο το σπαθί

Ο Καποδίστριας ήξερε ότι για να επιβιώσουμε πρέπει να παραμείνουμε Έλληνες και χριστιανοί
«Οι Τούρκοι υποδούλωσαν και διέφθειραν το θνητόν μέρος της Ελλάδος, διά να είπω ούτω· αλλ' η ψυχή της, και δι' εκείνης το πνεύμα του έθνους έμεινε πάντοτε ελεύθερον και ανεξάρτητον καθότι οι ειρημένοι, αφ' ενός μέρους, παίζοντες αδιακόπως τα υλικά συμφέροντα και όλα τα πάθη, άτινα συνακολουθούσαν εκείνα, διήρεσαν, εμόνωσαν, και ώπλισαν τους πατέρας σας, τον ένα κατά του άλλου· αλλ' ούτοι αφ' ετέρου, ηνωμένοι διά της εις Χριστόν και εις την Αγίαν του Εκκλησίαν σταθεράς πίστεώς των, αντέτειναν εις την ολεθρίαν μάστιγα εκείνων, φυλάττοντες αγνάς τας αρχάς και τα ήθη, άτινα μόνα συνιστώσιν εν έθνος διά της ενώσεως ανθρώπων τινών, λέγω την θρησκείαν και δι' εκείνης την γενικήν καταγωγήν του και την εκουσίαν υποταγήν του εις μίαν και την αυτήν πνευματικήν κυριότητα».
Απόσπασμα από επιστολή του Ιωάννη Καποδίστρια προς την προσωρινή διοίκηση της Ελλάδος (Γενεύη, 12 Δεκεμβρίου 1825). Πηγή: Αρχείον Ιωάννου Καποδίστρια, τόμος Ζ', Κέρκυρα: 1986, έκδοση της Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών, σελ. 250.
Στο εναρκτήριο κείμενο διαβάζουμε απόσπασμα από την αρνητική απάντηση του Καποδίστρια στην πρώτη πρόσκληση των προυχόντων να αναλάβει επικεφαλής της κυβέρνησης. Αυτή η επιστολή έφερε επτά υπογραφές, με πρώτη εκείνη του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Ο Καποδίστριας τότε βρισκόταν στην Ελβετία και ανέλαβε να του παραδώσει το γράμμα ο Δημήτριος Περρούκας, ο οποίος όμως ασθένησε και το παρέδωσε με μεγάλη καθυστέρηση στον αποδέκτη του. Ο Καποδίστριας άργησε να απαντήσει ακόμα περισσότερο - ένα έτος. Η απάντησή του ήταν αρνητική. Τον καλούσαν να αναλάβει κάποιοι ονομαστοί και όχι συντεταγμένο πολιτικό όργανο το οποίο θα εξέφραζε το έθνος των Ελλήνων. Στη συνέχεια της Ιστορίας η πρόταση επαναλήφθηκε με τον τρόπο που άρμοζε και στον χρόνο που έπρεπε, και ο μαρτυρικός ηγέτης ανέλαβε να ανθίσει την καμμένη γη και να καρπίσει τον στέρφο τόπο που άφησε στο πέρασμά του ο Ιμπραήμ.
Ο πρώτος Εθνικός Κυβερνήτης του νεότερου ελληνικού κράτους ήταν, χωρίς αμφιβολία, ο πλέον πεπειραμένος διαχειριστής κρατικών υποθέσεων που θα μπορούσε να έχει η πατρίδα. Πέρα από τις ικανότητές του, η προσωπική ακεραιότητά του αλλά και η πνευματική και η συναισθηματική εναρμόνισή του με το υπερσύνολο του Ελληνισμού τον καθιστούσαν ιδανικό για τη συγκεκριμένη θέση. Είχε κατανοήσει το βάθος της απελπισίας και της εξαθλίωσης που άφησαν πίσω τους οι αιώνες που πέρασαν οι Ελληνες εντός του οθωμανικού τάφου, αλλά αντιλαμβανόταν καθ' ολοκληρίαν και συνθετικά, ολιστικά τα ατού του Γένους μας και τις πολιτισμικές ψηφίδες που πρέπει να περιλαμβάνει το σύγχρονο, απελευθερωμένο κράτος για να ευημερήσει.
Ο Καποδίστριας, έχοντας διατελέσει υπουργός Εξωτερικών του Τσάρου, ήταν γνώστης των πολυδαίδαλων και σκοτεινών διαδρόμων που ακολουθούσε ένα πολιτικό σχέδιο ή μία ιδέα μέχρι την υλοποίησή της και τη μεταστοιχείωση της βούλησης σε απτή πραγματικότητα. Διαβάζοντας κάποιος το απόσπασμα της επιστολής του στο κάλεσμα των προυχόντων μπορεί να νομίσει ότι ο Καποδίστριας ήταν... ρομαντικός. Οι φλογερές αναφορές του στον Χριστό, στην Εκκλησία, στα κοινά ήθη και έθιμα ίσως να φαντάζουν «ξεπερασμένες» στους επίμονους και ανοητεύοντες αρνητές της ιστορικής πραγματικότητας.
Το να πιστεύεις στον Θεό, να συνδέεις την καθημερινότητά σου με την Εκκλησία και να κοινωνείς τον πολυχιλιετή πολιτισμό σου είναι ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος που οδηγεί στην εθνική ολοκλήρωση. Οι αποϊερωμένες και απομαγευμένες κοινότητες απρόσωπων, καταναλωτικών όντων καταρρέουν κάτω από το ίδιο το βάρος τους. Δεν υπάρχει τίποτα να τις ενώνει, τίποτα να τις ανυψώνει και ο νόμος της φθοράς εφαρμόζεται με τρομακτική ισχύ επάνω τους. Ο Καποδίστριας ήξερε ότι για να επιβιώσουμε πρέπει να παραμείνουμε Έλληνες και χριστιανοί. Ήταν πεπεισμένος ότι μόνη διαφυγή από τον ηθικό και υλικό τάφο του τουρκισμού ήταν η αντιπαραβολή της δικής μας ταυτότητας, η οποία σμιλεύτηκε φυσιολογικά με την πάροδο των αιώνων.
Φυσικά, στα παραπάνω δεν λησμονεί να προσθέσει και τον πολεμικό παράγοντα. Μαζί με το Ευαγγέλιο χρειάζονταν όπλα και μαχητές για να τα βαστούν. Αναφέρει στη συνέχεια της επιστολής του: «Ισχυρά η Ελλάς δι' εκείνης της απείρου δυνάμεως, διήλθε τέσσαρας αιώνας διαφθοράς και παντοίων άλλων δυστυχημάτων, χωρίς να παύση ποτέ του να σχηματίζη έθνος, και να υποτάσσηται εις τους ιερούς νόμους του θείου νομοθέτου μας· καθότι έχουσα Εκκλησίαν, είχε πνευματικούς ποιμένας, και εστηρίζετο εις τας συμφοράς της διά των παρηγοριών του Ευαγγελίου· σχηματίζουσα δε έθνος, είχεν άνδρας γενναίους εις τα όρη της, διά να την υπερασπίζωνται, ομοίους εις τας νήσους της, διά να την αναδείξουν, εις τον εξευγενισμένον κόσμον πεπαιδευμένους, διά να τη διατηρώσι τας αναφοράς της με την παλαιάν εκείνην Ελλάδα, της οποίας το πνεύμα έφερε το φως των επιστημών εις την Ευρώπην».
Παναγιώτης Λιάκος