Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2018

π.Θεόδωρος Ζήσης, "Το τρις εξαμαρτείν..."

Γράφει ὁ π. Νικόλαος Μανώλης
Καυστικό τό ἄρθρο τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, ὁμότιμου καθηγητοῦ τῆς Θεολογίας τοῦ ΑΠΘ γιά τήν ἐκκλησιαστική ἐπικαιρότητα. Ὁ λαός λέει “νά μήν τριτώσει τό κακό” ἀλλά ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδας ὁδεύει ὁλοταχῶς πρός τό «τρίς ἐξαμαρτεῖν»...

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
Ὁμότιμος Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.
 «ΤΟ ΤΡΙΣ ΕΞΑΜΑΡΤΕΙΝ...»
Εἰσαγωγικά
Ἄν «τό δίς ἐξαμαρτεῖν οὐκ ἀνδρός σοφοῦ», κατά τό ἀρχαιοελληνικό λόγιο, πολύ περισσότερο αὐτό ἰσχύει, ὅταν τό λάθος ἐπαναλαμβάνεται γιά τρίτη φορά. Τότε πρόκειται γιά μεγάλο, γιά ἀδικαιολόγητο κακό πού ξεπερνᾶ τήν ρετσινιά τοῦ μή σοφοῦ, τοῦ ἀνοήτου, τοῦ ἀσυνέτου. Γι᾽ αὐτό καί ἀπό τόν λαό ἐπισείεται ὁ κίνδυνος «νά μήν τριτώσει τό κακό».
Στόν ἐκκλησιαστικό χῶρο, δυστυχῶς τά τελευταῖα χρόνια, ἔχει ξεπεραστῆ τό «δίς ἐξαμαρτεῖν»ἀπό τήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, καί ὁδεύουμε ὁλοταχῶς πρός τό «τρίς ἐξαμαρτεῖν», ἄν ἐγκαίρως δέν γίνουν ἀντιληπτές οἱ μεθοδεύσεις, οἱ σχεδιασμοί, οἱ συμμαχίες ἐξωεκκλησιαστικῶν καί ἐκκλησιομάχων κέντρων μέ ἐσωτερικές, ἐντός τῆς Ἱεραρχίας, συνιστῶσες αὐτῶν τῶν κέντρων. Ἄν, πολύ περισσότερο, στά πλαίσια ἑνός ψευδαδελφισμοῦ καί ψευδοσεβασμοῦ, ἀντί νά ὑπάρξει θαρραλέα καί εὐθεία ἀντίδραση πρός τούς ἔσωθεν ὑπονομευτάς, ἐκστομίζονται ἐκφράσεις ἐπαινετικές, σεβασμοῦ καί ἐκτίμησης.
1. Τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν
Συγκεκριμένα ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος σέ δύο περιπτώσεις στάθηκε κατ᾽ ἀρχήν στό ἀπαιτούμενο ὕψος, ἀντάξια τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος καί τῆς ποιμαντικῆς της ἀποστολῆς, καί ἀντέδρασε ὀρθοδόξως σέ ἀντορθόδοξες ἐνέργειες καί μεθοδεύσεις ἐξωεκκλησιαστικῶν καί ἐσωεκκλησιαστικῶν κύκλων. Ἡ πρώτη περίπτωση ἀφορᾶ στό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, τοῦ ὁποίου ἐπιχειρήθηκε καί δυστυχῶς κατορθώθηκε ἡ μεταβολή καί ἡ παραμόρφωση, ἀπό μάθημα ὀρθοδόξου διδαχῆς καί χριστιανικῆς παιδείας, σέ μάθημα θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ καί ἀντίχριστης πολυθρησκειακῆς παιδείας. Αὐτό ἑτοιμαζόταν ἀπό καιρό, πρίν πάρει τά ἡνία τῆς ἐξουσίας ἡ σημερινή ἄθεη κυβέρνηση, πρᾶγμα πού συμβαίνει γιά πρώτη φορά στήν νεώτερη ἑλληνική πολιτική ἱστορία, νά ἔχουμε δηλαδή κυβέρνηση δεδηλωμένων ἀθέων καί ἐκκλησιομάχων. Γιά τόν λόγο αὐτό, ἐπειδή δηλαδή οἱ προηγούμενες κυβερνήσεις δεξιές, κεντρῶες ἤ κεντροαριστερές, δέν ἐπιθυμοῦσαν τήν εὐθεία σύγκρουση μέ τήν Ἐκκλησία, ἀλλά καί μέ τόν λαό, πού στήν πλειονότητά του σέβεται καί ἀγαπᾶ τήν Ἐκκλησία ἤ, ἀλλιῶς, «θρησκεύει», δέν ἀποτόλμησαν νά θίξουν τά ἱερά καί τά ὅσια τῆς παιδείας, τόν ὀρθόδοξο χαρακτήρα τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν. Ἐγνώριζαν ἐπί πλέον ὅτι ἦταν ἀδύνατο καί ἀδιανόητο νά βροῦν συμμάχους καί συνοδοιπόρους μέσα στό σῶμα τῆς Ἱεραρχίας, ἑπομένως θά εἶχαν ἀπέναντί τους καθολικά καί ὁμόφωνα πανίσχυρη ἀντίσταση, πού θά τούς ἐζημίωνε καί πολιτικά.
Αὐτό δυστυχῶς ἄλλαξε δραματικά μέ τήν «γιά πρώτη φορά» ἄνοδο τῆς Ἀριστερᾶς στήν ἐξουσία. Ἐκμεταλλεύθηκαν τό ὅτι μέσα στούς θεολογικούς καί ἐκκλησιαστικούς κύκλους εἶχαν ἀναπτυχθῆ φιλικές δυνάμεις, ψευτοπροοδευτικές, οἱ ὁποῖες στό πρόσωπο τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἱερωνύμου, μετά τόν ἀπρόσφορο γι᾽ αὐτές κυρό Χριστόδουλο, βρῆκαν ἄριστο σύμμαχο καί ἐκφραστή. Κατόρθωσαν ἔτσι, παραμερίζοντας τήν «Πανελλήνια Ἕνωση Θεολόγων» καί συνεργαζόμενοι μέ τήν ἐλάχιστη μειονότητα τῶν θεολόγων τοῦ «Καιροῦ» οἱ δύο ὑπουργοί Παιδείας Φίλης καί Γαβρόγλου, ὡς καί μέ μικρή ὁμάδα ἀρχιερέων μέ πρωτοστάτη τόν ἀρχιεπίσκοπο, νά καταργήσουν ἀπό τήν Πρωτοβάθμια καί Δευτεροβάθμια Ἐκπαίδευση τό Ὀρθόδοξο μάθημα καί νά εἰσαγάγουν τήν θρησκειολογική σούπα. Ἡ Ἱεραρχία ἀντέδρασε καί ἐτάχθη ὑπέρ τοῦ ὀρθοδόξου μαθήματος. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος ὅμως, μέ παραπομπές τοῦ θέματος σέ διαλόγους καί ἐπιτροπές καί συμφωνίες μέ τό Ὑπουργεῖο Παιδείας, ἀχρήστευσε τήν ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας «πρός δόξαν» τοῦ συνοδικοῦ συστήματος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, πού διολισθαίνει σιγά-σιγά στόν αὐταρχισμό τοῦ Παπισμοῦ. Κατεβαίνουν δῆθεν οἱ τόνοι γιά τήν ἐπικράτηση εἰρηνικοῦ κλίματος, κερδίζεται χρόνος, ξαναρχίζουν οἱ μυστικές διαβουλεύσεις, παρακάμπτεται ἡ Ἱεραρχία, καί ἡ κυβέρνηση ἀνενόχλητη προχωρεῖ στόν ἀποχριστιανισμό τοῦ μέχρι τώρα χριστιανικοῦ κράτους, ὅπως φανερά καί θεσμικά ἐπιχειρεῖ τώρα νά κάνει μέ τήν πολυσυζητούμενη, ἀλλά προβληματική, συνταγματική ἀναθεώρηση. Τό πρῶτο λάθος τῆς Ἱεραρχίας συνίσταται στό ὅτι ἐπέτρεψε στόν ἀρχιεπίσκοπο καί τούς σύν αὐτῷ νά παραμορφώσουν καί νά καταστρέψουν τό Ὀρθόδοξο μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν.
2. Ἡ ψευδοσύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου
Ἡ ἴδια παράκαμψη καί ἀγνόηση τῆς Ἱεραρχίας σημειώθηκε καί στήν λεγόμενη «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, πού συνῆλθε στήν Κρήτη τόν Ἰούνιο τοῦ 2016. Εἶχε προηγηθῆ σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (24-25 Μαΐου 2016), στήν ὁποία συζητήθηκαν ὅλα τά θέματα πού ἐπρόκειτο νά ἀπασχολήσουν μετά ἀπό ἕνα μήνα τήν «Σύνοδο», καί ὁμοφώνως εἶχαν προταθῆ οὐσιαστικές διορθώσεις στά ἑτοιμασθέντα προσυνοδικά κείμενα, οἱ ὁποῖες, ἄν ἐγίνοντο δεκτές, θά ἐμείωναν καί θά ἐλαχιστοποιοῦσαν τίς ἀντιδράσεις ἐναντίον τῆς ψευδοσυνόδου, θά ἀπέτρεπαν πολλές ἀπό τίς ἀποτειχίσεις καί τίς διακοπές μνημόνευσης τῶν ἐπισκόπων, καί λόγῳ τοῦ κύρους καί τῆς θεολογικῆς ἐπιρροῆς, πού ἀσκεῖ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί ἐπί ἄλλων τοπικῶν ἐκκλησιῶν, θά παρεμπόδιζαν τό νά λάβει ἡ «Σύνοδος» καθαρά οἰκουμενιστικό αἱρετικό χαρακτήρα. Ἡ Ἱεραρχία ἦταν ἀπόλυτα βέβαιη καί πεπεισμένη γιά τόν ὀρθόδοξο χαρακτήρα τῶν προτάσεών της καί μέ διθυραμβικό τόνο σέ «Ἐγκύκλιο» πού ἀπεστάλη ἀπό τήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο καί διαβάσθηκε σέ ὅλους τούς Ἱερούς Ναούς (2-6-2016) διαβεβαίωνε ὅτι αὐτές ἦσαν «οἱ τελικές ἀποφάσεις» γιά τά προσυνοδικά κείμενα, σύμφωνες μέ τήν«διδασκαλία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων καί μέ σεβασμό στό Συνοδικό πολίτευμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Ἀνέθεσε μάλιστα τήν ὑποστήριξη τῶν ἀποφάσεών της στόν ἀρχιεπίσκοπο Ἱερώνυμο. Εἶναι γνωστό τί ἔπραξε ὁ ἀρχιεπίσκοπος στήν Κρήτη. Μέ μυστικές καί ἐκεῖ διαβουλεύσεις πείσθηκε ἤ πιέστηκε νά ἀγνοήσει, νά μή στηρίξει, τίς ἀποφάσεις τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, πού ἦσαν τελικές, καί ὡς πρόεδρος ἑνός συνοδικοῦ σώματος τό ἀχρήστευσε καί τό ὑποκατέστησε, ἀνοίγοντας ἔτσι μέ τήν συνεργία του τούς ἀσκούς τοῦ Αἰόλου, τό πλῆθος τῶν ἀντιδράσεων, ἐναντίον τῶν ἀποφάσεων τῆς ψευδοσυνόδου, ἰδιαίτερα μέ τό νά ὀνομασθοῦν οἱ αἱρέσεις ἐκκλησίες. Παρέκαμψε ἔτσι καί ἀχρήστευσε γιά δεύτερη φορά, μετά τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, τίς ἀποφάσεις τῆς Ἱεραρχίας, ἡ δέ Ἱεραρχία, γιά δεύτερη φορά ἔκανε τό λάθος νά μή ἐμμείνει στίς ληφθεῖσες ὀρθές ἀποφάσεις της. Γιά τήν ψευδοσύνοδο μάλιστα τῆς Κρήτης ἀνήρεσε τόν ἑαυτό της καί τίς «τελικές» ἀποφάσεις της καί ἐκάλυψε τόν ἀρχιεπίσκοπο σέ νέα σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τόν Νοέμβριο τοῦ 2016, πάλι μέ ἐπιτροπές καί ἀστήρικτες δικαιολογίες, ἐπί ζημίᾳ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καί σκανδαλισμῷ τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας.
3. Ἡ συμφωνία ἀρχιεπισκόπου καί πρωθυπουργοῦ γιά τήν ἐκκλησιαστική περιουσία καί τήν μισθοδοσία τῶν κληρικῶν
Θά ἐπαναληφθεῖ ἆραγε τό ἴδιο γιά τρίτη φορά καί μέ τό ἀνακῦψαν θέμα ἀπό τήν συμφωνία μεταξύ τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἱερωνύμου καί τοῦ πρωθυπουργοῦ Τσίπρα γιά τήν ἐκκλησιαστική περιουσία καί τήν μισθοδοσία τῶν κληρικῶν, ἡ ὁποία προκάλεσε γιενικευμένη ἀντίδραση τῶν Ἱεραρχῶν, πρός τιμήν τους, καί δικαιολογημένη ἐπανάσταση καί ἐξέγερση τῶν κληρικῶν-ἐφημερίων, οἱ ὁποῖοι ἐκδιώκονται ἀπό τό ἑνιαῖο μισθολόγιο τοῦ Δημοσίου σέ ἕνα ἀβέβαιο καί ἀπροσδιόριστο μισθολογικό καί συνταξιοδοτικό καθεστώς, γιά ἐξυπηρέτηση κομματικῶν προεκλογικῶν στόχων; Οἱ πρῶτες ἐκρηκτικές καί σεισμικές ἀντιδράσεις ἀνάγκασαν τόν ἀρχιεπίσκοπο νά ὑποχωρήσει καί νά ἰσχυρισθεῖ ὅτι δέν πρόκειται γιά τελική συμφωνία ἀλλά γιά«πρόθεση συμφωνίας», ἡ ὁποία θά ἔλθει στήν Ἱεραρχία, ὥστε ἐκεῖ νά ὁριστικοποιηθεῖ. Καί συνῆλθε ὄντως ἡ Ἱεραρχία τήν περασμένη Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου, ἐκτάκτως, ὅπου ὁ ἀρχιεπίσκοπος εἰσέπραξε τήν κατακραυγή τοῦ σώματος, διότι ἐν ἀγνοίᾳ ὅλων καί ἐν κρυπτῷ προέβη στήν σύναψη μιᾶς ἐπιζήμιας γιά τήν Ἐκκλησία συμφωνίας, ἑτεροβαροῦς, πρός ὄφελος τοῦ Κράτους. Ἡ ἱεραρχία οὐσιαστικῶς ἀκύρωσε τήν συμφωνία, ἡ ὁποία ὅριζε ὅτι γιά νά ἔχει ἰσχύ, πρέπει νά τηρηθοῦν ὅλοι οἱ ὅροι της, καί ἑπομένως, ἀφοῦ ἕνας ἐκ τῶν βασικῶν ὅρων της, ἡ ἔξωση τῶν κληρικῶν ἀπό τό ἑνιαῖο μισθολόγιο δέν γίνεται δεκτός ἀπό τή μία πλευρά, καταπίπτει ὅλη ἡ συμφωνία. Ὅριζε τό ἀκροτελεύτιο, ὑπ᾽ ἀριθμ. 15, σημεῖο τῆς συμφωνίας: «Οἱ παραπάνω δεσμεύσεις τῶν δύο μερῶν θά ἰσχύουν ὑπό τήν προϋπόθεση τήρησης τῆς συμφωνίας στό σύνολό της». Στό σημεῖο τρία (3) διελάμβανε ἡ συμφωνία τήν πρωτοφανῆ στήν ἱστορία τῶν ἐργασιακῶν σχέσεων ρύθμιση, πού ἀφοροῦσε δέκα χιλιάδες κληρικούς: «Τό Ἑλληνικό Δημόσιο καί ἡ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζουν ὅτι οἱ κληρικοί δέν θά νοοῦνται στό ἑξῆς ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι καί ὡς ἐκ τούτου διαγράφονται ἀπό τήν Ἑνιαία Ἀρχή Πληρωμῶν». Ἡ Ἱεραρχία ἔκρινε ὀρθῶς ὅτι τό πιό κρίσιμο σημεῖο τῆς «συμφωνίας», τό μεῖζον, ἦταν ἡ μισθοδοσία τῶν κληρικῶν, γι᾽ αὐτό καί μόνον αὐτό ἔκρινε ὅτι ἦταν ἐκτός συζητήσεως, ἦταν κόκκινη γραμμή γιά τήν Ἐκκλησία, καί τό ἔθεσε ἐκτός πλαισίου διαβούλευσης καί διαλόγου, ὄρθωσε τεῖχος στήν ἐπιχειρούμενη «καταδολίευση» καί«παγίδευση» τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως χαρακτήρισε ἐπιτυχῶς τίς ἐπιδιώξεις τῶν κυβερνώντων ὁ μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Σεραφείμ. Ἀπό τά τρία σημεῖα τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἱεραρχίας τά δύο πρῶτα δίνουν χρόνο στόν ἀρχιεπίσκοπο καί στήν κυβέρνηση νά συνεχίσουν τόν διάλογο, τώρα βέβαια ὄχι ἐν κρυπτῷ καί πίσω ἀπό τίς πλάτες τους, ἀλλά μέ ἐπιτροπές ἱεραρχῶν, ἐμπειρογνωμόνων καί τῶν ἴδιων τῶν διωκομένων ἐφημερίων, καί πέραν αὐτῶν ὑπό τήν αἵρεση καί ἔγκριση καί πάλιν τῆς ἱεραρχίας. Ἑπομένως φαίνεται κατ᾽ ἀρχήν νά ἀποκλείεται ὁ αἰφνιδιασμός, ὅπως ἐπιχειρήθηκε μέ τήν συμφωνία, πού ἐπί πολλά ἔτη κρατιόταν μυστική καί ἑπτασφράγιστη, ὅπως ἡ ἴδια παραδέχεται: «Μετά ἀπό ἕναν πολυετῆ καί εἰλικρινῆ διάλογο μεταξύ Πολιτείας καί Ἐκκλησίας, κ.τ.λ.». Πάντως τό σημεῖο τρία (3) τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἱεραρχίας, τεθέν ἐκτός διαλόγου καί διαπραγμάτευσης, φαίνεται νά βάζει ταφόπλακα στήν συνολική συμφωνία ἀρχιεπισκόπου καί πρωθυπουργοῦ. Λέγει τό κείμενο ὅτι ἡ Ἱεραρχία ἀποφασίζει: «1..2..3. Νά ἐμμείνει στό ὑφιστάμενο καθεστώς μισθοδοσίας τῶν Κληρικῶν καί τῶν λαϊκῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος».
Ἐπίλογος
Ἐπειδή πάντως καί στό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν καί στήν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου ἡ Ἱεραρχία πῆρε σωστές ἀποφάσεις, ἀλλά παρά ταῦτα ὁ ἀρχιεπίσκοπος βρῆκε τρόπους νά τίς παρακάμψει, ἐξευτελίζοντας τό συνοδικό σύστημα διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἰσότητα τῶν συνεπισκόπων του, κατά τά παπικά αὐταρχικά πρότυπα, πού τελευταῖα ἐπιχωριάζουν ἐπικίνδυνα στά ἀνώτερα κλιμάκια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, χρειάζεται ἐπαγρύπνηση καί διαρκής φρούρηση τοῦ κάστρου τῆς Ἐκκλησίας, διότι ὅπως σωστά παρετήρησε κληρικός, μέλος τοῦ «Ἱεροῦ Συνδέσμου Κληρικῶν Ἑλλάδος» (ΙΣΚΕ), τά κάστρα δέν πέφτουν χωρίς βοήθεια ἀπό μέσα. Ἡ ἐχθρότητα τῶν ἀθέων κομμουνιστικῶν καθεστώτων ἐναντίον τῶν κληρικῶν, πού ἄφησαν πίσω τους πλῆθος Χριστιανῶν ἱερομαρτύρων καί μαρτύρων, ἐκδηλώνεται τώρα ἤπια μέ τήν μισθολογική σφαγή τῶν κληρικῶν, ἀλλά δέν πρέπει νά ἐπιτρέψουμε νά ἐπιτύχει. Ὡς πρός τούς ἱεράρχες μας, μερικῶν ἐκ τῶν ὁποίων ἀναγνωρίζουμε τό κατά πρόθεσιν ὀρθόδοξο φρόνημα, τούς παρακαλοῦμε νά μή διολισθαίνουν κατά παραχώρηση σέ ἀντορθόδοξες καί ἐκκλησιομαχικές κατευθύνσεις. Διότι, ἄν «τό δίς ἐξαμαρτεῖν οὐκ ἀνδρός σοφοῦ», τότε «τό τρίς καί πολλάκις ἐξαμαρτεῖν ἀνδρῶν ἀσόφων, ἀσυνέτων, δουλοπρεπῶν καί ὀσφυοκαμπτῶν». Ἡ Ἐκκλησία χρειάζεται θαρραλέους ὀρθίους ἐπισκόπους καί κληρικούς, μέ προδρομικό, χρυσοστομικό καί στουδιτικό ἦθος.
Ὁ ἀρχιεπίσκοπος καί ὁ πρωθυπουργός, πού ὑπέστησαν συντριπτική καί ἐξευτελιστική ἧττα στήν σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς περασμένης Παρασκευῆς, φαίνεται πώς δέν κατάλαβαν τί συνέβη. Διότι τό μέν Μέγαρο Μαξίμου πείσμωσε καί ἰσχυρίζεται ὅτι «Τό καθεστώς τῆς μισθοδοσίας τῶν ἐκκλησιαστικῶν λειτουργῶν ἀποτελεῖ -σέ κάθε περίπτωση- εὐθύνη καί ἀπόφαση τῆς Πολιτείας», ὁ δέ ἀρχιεπίσκοπος ἐξακολουθεῖ τήν δουλοπρεπῆ καί ἄσοφη στάση του «χαιρετίζοντας μέ ἱκανοποίηση τήν δήλωση τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ γιά τήν ὁμόφωνη ἀπόφαση τῆς ἔκτακτης Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος». Θά ἐπιτρέψει ἡ Ἱεραρχία νέες καταδολιεύσεις καί παγιδεύσεις τῆς Ἐκκλησίας;