Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018

Ρωμηοί Ορθόδοξοι Ελληνοκύπριοι: Ιστορική επισκόπηση των θρησκευτικών οργανώσεων

ΡΩΜΗΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΕΛΛΗΝΟΚΥΠΡΙΟΙ
Ἱστορική ἐπισκόπηση τῶν θρησκευτικῶν ὀργανώσεων
Οἱ θρησκευτικές ὀργανώσεις ἔχουν καί θετική καί ἀρνητική προσφορά.
Ἄς ἀναφέρουμε πρῶτα τήν ἀρνητική προσφορά.
Ἡ ἰδέα τῶν θρησκευτικῶν ὀργανώσεων ξεκίνησε ἀπό τόν φιλόσοφο Ἀπόστολο Μακράκη περί τό 1840-1845. Ξεκίνησε μέ καλό σκοπό, ἀλλά μέ λανθασμένο τρόπο. Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ νέος Θεολόγος λέγει : «Τό καλό, ἄν δέν γίνει μέ καλό τρόπο, τότε παύει νά εἶναι καλό». Ὁ Ἀπόστολος Μακράκης πολέμησε τήν Μασονία, τήν Σιμωνία (δίνω χρήματα, γιά νά πάρω ἀξιώματα) στήν ἐκλογή Ἀρχιερέων στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, καί τήν ἀνηθικότητα, ἀλλά, ἐπειδή βασίστηκε περισσότερο στό ἀμεταμόρφωτο μυαλό του καί στή λογική του καί ὄχι στήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἔπεσε σέ μεγάλες αἱρέσεις. Ἡ βασικότερη ἦταν ὅτι πίστευε στό τρισύνθετο τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖται ἀπό σῶμα, ψυχή καί πνεῦμα, τά ὁποία ἑνώνονται ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα. Ἐπίσης, ὑποστήριξε γιά πρώτη φορά στήν Ἑλλάδα τήν ἀφιερωμένη στόν Χριστό ζωή, χωρίς κάποιος νά εἶναι μοναχός, τό ὁποῖο εἶναι προτεσταντικός εὐσεβισμός.
Ὁ Μακράκης στά 65 του χρόνια παντρεύτηκε μιά μαθήτριά του καί ἀναίρεσε τήν μέχρι τότε ἀφιερωμένη ζωή του. Ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τόν ἀφόρισε τό 1870 ὡς αἱρετικό, καθώς παρέμενε ἀμετανόητος στίς θέσεις του. Ἡ Σύνοδος ὕστερα κάλεσε τούς μαθητές του νά ἀποχωρήσουν ἀπό τήν ὀργάνωση τοῦ Μακράκη καί νά ἀρνηθοῦν τίς θέσεις τους, ἀλλιῶς θά ἀφορίζονταν κι αὐτοί. Ὅλοι οἱ μαθητές του τόν ἐγκατέλειψαν, μέ ἀποτέλεσμα νά παραμείνουν ζωντανά μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Ὅμως, οἱ θεολογικές τους προϋποθέσεις δέν ἄλλαξαν.
Τό 1910 ὁ π. Εὐσέβιος Ματθόπουλος, πνευματικό τέκνο τοῦ Μακράκη, βασιζόμενος στίς ἀπόψεις καί τήν θεολογία τοῦ διδασκάλου του, ἵδρυσε τήν ὀργάνωση «Ζωή». Οἱ βασικές θεολογικές θέσεις τῆς «Ζωῆς» ἦταν :
1) Ἐξωτερική ἱεραποστολή, χωρίς κάθαρση ἀπό τά πάθη, χωρίς φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί χωρίς θέα τοῦ Ἀκτίστου Φωτός.
2) Στεῖρος αὐτόνομος προτεσταντικός ἠθικισμός (κάνω ἠθική ζωή, χωρίς Χριστό καί χωρίς τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος).
3) Ὄχι ὀρθόδοξος μοναχισμός.
4) Δαιμονοποίηση τοῦ σαρκικοῦ ἔρωτος. Ὅμως, ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής λέγει περί τοῦ θέματος : «Ἡ σαρκική ἡδονή δόθηκε ἀπο τόν Θεό μετά τήν πτώση τῶν πρωτοπλάστων, γιά νά ἀγαπᾶ ὁ ἄνδρας τήν γυναίκα καί ἀντίστροφα, καί πρός τεκνογονία». Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει : «Ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα, πρίν τή πτώση, ζοῦσαν μέσα στό Ἄκτιστο Φῶς σάν ἄγγελοι, χωρίς σαρκική ἐπιθυμία ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλο». Αὐτό, ὅμως, συνέβαινε ἐντός τῆς παραδείσιας κατάστασης.
5) Ἀπαγορεύεται ἡ δογματική συζήτηση. Συζήτηση μόνο ἠθικολογική καί κοινωνικῆς συμπεριφορᾶς.
6) Ἀπαγορεύεται τά μέλη νά γίνονται Ἐπίσκοποι, γιατί ἤθελαν οἱ θρησκευτικές ὀργανώσεις νά ἀντικαταστήσουν τήν Χριστιανική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
7) Οἱ ὀργανώσεις «Ζωή», «Σωτήρ» καί «Σταυρός» προώθησαν τόν Ἑλληνοχριστιανικό πολιτισμό, δηλαδή τήν ἰδεολογικοποίηση τῆς Ἐκκλησίας (δηλαδή ἡ Ἐκκλησία μετασηματίζεται σέ ἀνθρώπινη ἰδεολογία), τά ὁποία θά ἀναπτύξουμε παρακάτω.
Περί τό 1960 εἴχαμε σχίσμα στήν ὀργάνωση «Ζωή», μέ ἀποτέλεσμα νά γεννηθεῖ ἡ ὀργάνωση «Σωτήρ». Οἱ λόγοι, πού ὁδήγησαν σέ αὐτό το σχίσμα, ἦταν :
1) Ὁ π. Ἠλίας Μαστρογιαννόπουλος, ὁ ὁποῖος ἦταν προϊστάμενος τῆς «Ζωῆς», ἔκανε δύο θετικά πράγματα : α) Εἰσήγαγε τούς Ἁγίους Πατέρες στή θεολογία τῆς «Ζωῆς», καί β) Κάλεσε τόν Δημήτριο Κουτρουμπῆ γιά θεολογικές συζητήσεις καί ὁμιλίες στούς νέους θεολόγους τῆς «Ζωῆς» γιά τήν πατερική καί νηπτική θεολογία (δηλαδή πνευματική ἐγρήγορση καί ὄχι τεμπελιά).
Ὡστόσο, ἄν καί τά παραπάνω ἦταν θετικά, χωρίστηκε θεολογικά καί ἰδεολογικά ἡ ὀργάνωση, διότι μέχρι τότε οἱ περισσότεροι καί παλαιότεροι θεολόγοι τῆς «Ζωῆς» πίστευαν στήν ἰδεολογικοποίηση τοῦ Χριστιανισμοῦ καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Γιά τούς θεολόγους αὐτούς τότε ὁ Χριστιανισμός ἦταν ἡ καλύτερη φιλοσοφία, κοινωνιολογία καί ἀνθρωπολογία. Ὅμως, γιά ἐμᾶς τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς γενικά ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί Θεολογία εἶναι θεία ἀποκάλυψη τοῦ ἐνυποστάτου Θεοῦ Λόγου. Δέν εἶναι κἄν ἀνθρώπινη ὀντολογία. Εἶναι μιά πνευματική πραγματικότητα, πού συγχρόνως εἶναι Θεῖο Μυστήριο, δηλαδή ὑπερβαίνει ὁποιαδήποτε ἀνθρώπινη λογική.
2) Τό 1959 ὑπῆρξαν οἰκονομικά σκάνδαλα, γι’αὐτό διασπάστηκε ἡ ὀργάνωση σέ «Σωτῆρ» καί «Ζωή»[1].      
3) Οἱ συντηρητικότεροι θεολόγοι, πού πίστευαν στόν προτεσταντικό εὐσεβισμό, ἔφυγαν ἀπό τήν «Ζωή» καί δημιούργησαν τόν «Σωτῆρα», μέ ἐπικεφαλῆς τόν Π. Τρεμπέλα. Οἱ νέοι θεολόγοι παρέμειναν στή «Ζωή» καί ἀνανέωσαν τήν θεολογία, μέσῳ τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
Ἐπιπρόσθετα στοιχεῖα τῆς ἀρνητικῆς προσφορᾶς τῶν θρησκευτικῶν ὀργανώσεων εἶναι καί τά ἑξῆς :  
1) Λέγει ὁ μεγάλος θεολόγος Ἁγιορείτης π. Θεόκλητος Διονυσιάτης : «Γέμισε ἡ Ἑλλάδα μέ ἀθέους ἀριστερούς κομμουνιστές, ἐξ αἰτίας τῶν παρεκκλησιαστικῶν ὀργανώσεων».
2) Ἡ ἱστορία δείχνει, ὅπως λένε καί οἱ Ἁγιορείτες Πατέρες, ὅτι ἡ λειψανδρία τῶν μοναστηριῶν τήν περίοδο 1910 μέ 1968 ὀφειλόταν στίς θρησκευτικές ὀργανώσεις, ἐξαιτίας τοῦ προτεσταντικοῦ εὐσεβισμοῦ, πού εἶχαν μέχρι καί πρίν τά τελευταῖα τριάντα (30) χρόνια.  
3) Οἱ θρησκευτικές ὀργανώσεις στήριξαν τούς μασόνους ἀξιωματικούς, πού ἔκαναν τό στρατιωτικό πραξικόπημα τῆς 21ης Ἀπριλίου 1967 – 23 Ἰουλίου 1974 στήν Ἑλλάδα. Στήριξαν, ἐπίσης, τόν μασόνο ἀμερικανόφρονα Δημήτριο Ἰωαννίδη, ὑπεύθυνο γιά τό μακελλειό τῆς 17ης Νοεμβρίου 1973 στό Πολυτεχνεῖο Ἀθηνῶν, ἐναντίον τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου κυροῦ Μακαρίου Γ΄, γιά τήν εἰσβολή τῆς Τουρκίας μέ στρατό στήν Κύπρο  στίς 20-22 Ἰουλίου 1974 καί στίς 14-16 Αὐγούστου 1974.
Ὅλα αὐτά ὁδήγησαν τήν νεολαία τῆς Ἑλλάδος τότε, μέχρι καί σήμερα ἐν πολλοῖς, ἀπό ἀντίδραση μακρυά ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τήν ἀπαθῆ ἀγάπη πρός τόν Οἰκουμενικό Ἑλληνισμό.
4) Ἡ Ἑλληνική στρατιωτική χούντα εἶχε ὡς σύνθημα τό 1967-1974 μ.Χ. τό «Ἑλλάς Ἑλλήνων Χριστιανῶν». Ἡ πρώτη ἀντίδραση σέ αὐτό τό σύνθημα προῆλθε ἀπό τόν πρώην πρωθυπουργό τῆς Ἑλλάδος, Γέρο τῆς Δημοκρατίας, Γεώργιο Παπανδρέου, ὁ ὁποῖος εἶπε : «Ἑλλάς Ἑλλήνων Χριστιανῶν Καθολικῶς Διαμαρτυρομένων». Τό σύνθημα «Ἑλλάς Ἑλλήνων Χριστιανῶν» εἶναι νεοειδωλολατρικό, στεῖρος ἠθικισμός καί φασιστικός ἐθνικισμός. Γιατί; Διότι, βάζει σάν σκοπό καί σύνθημα ζωῆς τοῦ Ἔθνους, τό κράτος τῆς Ἑλλάδος, ὡς πρώτου καί μεγαλύτερου θεοῦ γιά ὅλους μας. Δεύτερη θεότητα οἱ Ἕλληνες, οἱ ἄνθρωποι, οἱ ἁμαρτωλοί καί ἀμετανόητοι συνήθως. Καί τρίτη θεότητα, κατώτερη ἀπό τήν Ἑλλάδα καί τούς Ἕλληνες, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὑπηρέτης-δοῦλος τους καί θνητός θεός.
Οἱ θεολόγοι, φιλόσοφοι, πολιτικοί, νομικοί κλπ ἐπιστήμονες καί πνευματικοί καθοδηγητές, ἐξομολόγοι καί κατηχητές τῶν θρησκευτικῶν ὀργανώσεων «Ζωή», «Σταυρός», «Σωτήρ», ἐφηῦραν καί ὑπεστήριξαν ὡς τήν καλύτερη φιλοσοφία, ἠθικολογία καί πολιτικοθρησκευτική ἰδεολογία, τήν ὀνομασθεῖσα ἀπό αὐτούς ἰδέα τοῦ «Ἑλληνοχριστιανικοῦ Πολιτισμοῦ». Τί ἀκριβῶς σημαίνει ὁ ὅρος «Ἑλληνοχριστιανικός πολιτισμός»;
Ἐπεξηγεῖ ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος : Ἑλληνοχριστιανικός πολιτισμός σημαίνει ὅτι «παίρνω στοιχεία τοῦ ἑλληνισμοῦ, ὁρισμένα στοιχεία τοῦ χριστιανισμοῦ ὡς φιλοσοφικό σύστημα καί συνθέτω ἕνα νέο φιλοσοφικό, πολιτικό καί θρησκευτικό σύστημα».
Ἑλληνοχριστιανικός πολιτισμός σημαίνει ὅτι παίρνουμε ὁρισμένα καλά στοιχεῖα ἀπό τόν ἀρχαῖο καί νεώτερο Ἑλληνισμό καί ὁρισμένα καλά στοιχεῖα ἀπό τόν Χριστιανισμό καί τήν Ὀρθοδοξία, καί κατασκευάζουμε ἕνα νέο, δικό μας, ἀνθρωποκεντρικό, πεπτωκότα, θνησιμαῖο στό τέλος, ἀνθρωπισμό, πολιτισμό, πνευματικότητα, πολιτικοθρησκευτικό σύστημα, πιστεύοντας ὅτι ἔτσι θά ἀντιμετωπίσουμε καλύτερα, ἀποτελεσματικότερα καί σχεδόν νικηφόρα, τήν ἀθεΐα, τήν νεοειδωλολατρεία, τίς αἱρέσεις, τόν στεῖρο ἠθικισμό, τόν ἀριστερογενῆ ἐθνομηδενισμό καί τόν ναζιστικό ἐθνικισμό. Ὅμως, ὁ ἀνθρωπισμός δέν ἀντιμετωπίζεται μέ ἕναν ἄλλο ἀνθρωπισμό, δικό μας κατασκεύασμα κι αὐτό, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀνθρωπισμοί.
Ἐμεῖς, ὡς Ἁγιορεῖτες και φιλαγιορεῖτες Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί καί μοναχοί, ἀκολουθῶντας τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη καί τόν π. Ἐπιφάνιο Θεοδωρόπουλο, εἴμαστε ἐναντίον τοῦ Ἑλληνοχριστιανικοῦ πολιτισμοῦ, πού δημιούργησαν οἱ θεολόγοι τῆς ὀργάνωσης «Ζωή». Διότι, ὅλα αὐτά εἶναι ἀνθρώπινα μεταπτωτικά κατασκευάσματα. Ἐμεῖς πιστεύουμε στήν Ἑλληνορθόδοξη Παράδοση, Ζωή, Πολιτισμό, Θεολογία, Πνευματικότητα, τήν ἁγία δηλαδή Ρωμηοσύνη μας. Τί σημαίνει αὐτή;
Σημαίνει ὅτι πρῶτο μέγεθος στήν γῆ καί τόν οὐρανό εἶναι ἡ Ἁγία Τριάδα, ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός, ἡ Θεοτόκος Μαρία, οἱ Ἅγιοι καί τό Ἅγιον Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Ὅλοι αὐτοί προσέλαβαν πρίν δύο χιλιάδες (2.000) χρόνια τήν ἀνθρώπινη φύση καί τήν φύση τοῦ ἀρχαίου καί νεοτέρου Ἑλληνισμοῦ, ἀπέβαλαν μόνο τήν ἀθεΐα, τήν εἰδωλολατρεία καί τίς αἱρέσεις. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προσέλαβε τόν Ἑλληνισμό, τόν βάπτισε στήν ἁγία κολυμβήθρα της, τόν μετεμόρφωσε μέ τήν ἄκτιστη θεία Χάρη καί τόν θέωσε, τόν ἕνωσε μέ τόν Ἅγιο Τριαδικό Θεό μας γιά πάντα, γιά ὅλους τούς αἰῶνες. Εἶναι ἡ πρόσληψη τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ ἀπό τόν σεσαρκωμένο Θεό Λόγο Χριστό, ἡ μεταμόρφωση τοῦ Ἑλληνισμοῦ μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ἡ θέωσή του.
Ἑπομένως, οἱ θρησκευτικές ὀργανώσεις ἔδωσαν λανθασμένη ἀνθρωπολογία, ἠθικολογία, κοινωνιολογία, φιλοσοφία, πολιτική, θρησκευτικολογία, παιδεία, ἐπιστημονική μέθοδο και γνωσεολογία. Ἔχουμε τήν ἐντύπωση ὅτι ὁ νεοβαρλαμισμός, ὡς συνέχεια τῆς αἱρέσεως τοῦ Βαρλααμισμοῦ, δυτικοῦ σχολαστικισμοῦ, ἀριστοτελισμοῦ, νεοπλατωνισμοῦ, παπισμοῦ καί προτεσταντισμοῦ, ἀνεβίωσε γιά ἕνα μεγάλο χρονικό διάστημα, ἀπό τό 1830 μέχρι σήμερα, πότε μέ ἔντονο τρόπο καί πότε ὑποχωρῶντας, μπροστά στήν νηπτική, πατερική, ἀποστολική, προφητική, μυστική θεολογία καί πνευματικότητα καί μπροστά στήν ἄκτιστη θεία Χάρη τῆς Ἁγίας Τριάδος, πού βιώνεται ἀληθινά, μυστικά, πραγματικά, προφητικά καί μέ πνευματική διάκριση, μέσα στήν Μία, Ἁγία, Καθολική (οἰκουμενική) καί Ἀποστολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τήν Μόνη Ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ.
«Μείζων πασῶν ἀρετῶν ἐστίν ἡ διάκρισις». Μεγαλύτερη ἀπό ὅλες τίς ἀρετές εἶναι ἡ πνευματική, καί ὄχι ἡ κοινωνική ἤ ἡ οἰκονομική, διάκριση. Διάκριση σημαίνει ἐπίγνωση τῶν ἁμαρτιῶν μας καί τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἀλάνθαστη πνευματική αἴσθηση τοῦ ὄντως ἀγαθοῦ (τοῦ Χριστοῦ) καί φωτισμός τῶν σκοτεινῶν, κεκρυμμένων σημείων τῶν ἄλλων ἀνθρώπων ἀπό τήν θεία ἄκτιστη Χάρη τῆς Ἁγίας Τριάδος[2].
Ὁ νεοβαρλααμισμός, συγκεκαλυμμένα, πέρασε κάποτε, μέχρι καί πρίν ἀπό τριάντα χρόνια, ἀπό τό 1830 – 1988 μ.Χ., μέσα στήν θεολογία, πνευματικότητα καί ζωή τῶν θρησκευτικῶν ὀργανώσεων τῆς Ἑλλάδος. Ὅπως, ὁ νεοβαρλααμισμός συνεῖχε καί συνέχει μέχρι σήμερα, ἀπό τό 1341 μ.Χ., τόν Παπισμό, τόν Προτεσταντισμό, σέ μερικά σημεῖα καί τόν Μονοφυσιτισμό, Μονοενεργητισμό, Μονοθελητισμό. Μήπως δέν γνωρίζουμε ὅτι ὁ ἕβδομος (7ος) Πρόεδρος τοῦ προτεσταντικοῦ λεγομένου «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν», δηλ. αἱρέσεων, ἦταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας κ. Ἀναστάσιος Γιαννουλᾶτος, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀπό τά κυριότερα καί δυνατότερα στελέχη τῆς ὀργανώσεως θεολόγων «Ζωή»; Μήπως δέν εἶναι μέγας οἰκουμενιστής ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς κ. Δημήτριος Τρακατέλλης, βασικό στέλεχος τῆς ὀργανώσεως θεολόγων «Ζωή»; Μήπως μερικοί θεολόγοι τῆς ὀργανώσεως «Ζωή» δέν ἦταν ἤ εἶναι ἡγούμενοι στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπως οἱ οἰκουμενιστές Ἀρχιμανδρῖτες π. Βασίλειος Γοντικάκης, προηγούμενος στίς Ἱ. Μονές Σταυρονικήτα καί Ἰβήρων, π. Τύχων, ἡγούμενος τῆς Ἱ. Μ. Σταυρονικήτα, π. Ἀλέξιος, ἡγούμενος τῆς Ἱ. Μ. Ξενοφῶντος καί π. Πέτρος, ἡγούμενος τῆς Ἱ. Μ. Διονυσίου; Καί τελος, δέν εἶναι νεοβαρλααμίτης αἱρετικός ὁ κ. Χρῆστος Γιανναρᾶς, καθηγητής Θεολογίας καί Φιλοσοφίας τῆς Παντείου Σχολῆς, πού διετέλεσε σημαντικό καί δυναμικό στέλεχος τῆς ὀργανώσεως θεολόγων «Ζωή»;
Ἀπό σφοδρή βέβαια ἀντίδραση, ὁ κ. Χρῆστος Γιανναρᾶς ἔφυγε ἀπογοητευμένος καί πικραμμένος ἀπό τήν «Ζωή», καί ἀπό ἄκρος καί στεῖρος ἠθικιστής, ἔγινε ἀνήθικος καί αἱρετικός νεονικολαΐτης θεολόγος καί φιλόσοφος, ὅπως βεβαιώνει ὁ μακαριστός ἅγιος Γέρων π. Θεόκλητος Διονυσιάτης στά τέσσερα (4) ἀντιαιρετικά βιβλία, πού ἔγραψε ἐναντίον τῆς θεολογίας καί φιλοσοφίας τοῦ νεονικολαϊτισμοῦ τοῦ κ. Χρήστου Γιανναρᾶ. Ὁ κ. Γιανναρᾶς ἔγραψε ἕνα βιβλίο, τό «Καταφύγιο Ἰδεῶν»[3], ὅπου περιγράφει προσωπικές, οἰκογενειακές, ἐκπαιδευτικές, θεολογικές, ἐκκλησιαστικές και ἄλλες ἀναμνήσεις ἀπό τήν ζωή του, ἀπό μικρός μέχρι τό 2000 μ.Χ. Ἀπό τό βιβλίο του «Καταφύγιο Ἰδεῶν» φαίνεται ὅτι  ἀντέδρασε σφοδρά, μέ πεῖσμα, μέ ἱεραποστολικό ζῆλο οὐ κατ’ἐπίγνωσιν, ἐναντίον τῶν θρησκευτικῶν ὀργανώσεων θεολόγων. Ὅμως, ἀπό τότε μέχρι σήμερα δέν ἀπαλλάχθηκε ἀπό τόν θρησκευτικό, ὀργανωσιακό, προτεσταντικό, στεῖρο εὐσεβισμό τῶν ὀργανώσεων «Ζωή», «Σωτήρ», «Σταυρός» κλπ. Μπορεῖ νά χαρακτηρισθεῖ ἡ θεολογία καί ἡ φιλοσοφία τοῦ κ. Χρήστου Γιανναρᾶ νεοβαρλααμισμός, οἰκουμενισμός, προτεσταντικός εὐσεβισμός, ἀριστοτελισμός μέ στοιχεῖα νεοπλατωνισμοῦ καί νεονικολαϊτισμοῦ.
Ὁ κ. Χρῆστος Γιανναρᾶς ἐπηρέασε χιλιάδες ἀνθρώπους καί πτυχιούχους Θεολογικῶν Σχολῶν, ὅπως τούς π. Βασίλειο Θερμό, π. Σταῦρο Κοφινᾶ, π. Ἀδαμάντιο Αὐγουστίδη, π. Φιλόθεο Φάρο, κ. Σωτήρη Γουνελᾶ, κ. Ἀθανάσιο Παπαθανασίου καί ἄλλους θεολόγους, φιλολόγους καί φιλοσόφους, κυρίως μέσῳ τῶν πολλῶν βιβλίων, πού ἔγραψε, φιλοσοφῶντας θεολογικά καί θεολογῶντας φιλοσοφικά. Παλαιότερα, ἀπό τό 1960 ὡς τό 1972, ἐπηρέασε τό περιοδικό καί τά βιβλία τῶν ἐκδόσεων «Σύνορο». Μετά, ἀπό τό 1980 ἕως σήμερα, ἐπηρέασε κυρίως τό περιοδικό «Σύναξη» καί τήν ἐφημερίδα «Καθημερινή» Ἀθηνῶν. Παραμένει, ὅμως, ἀμετανόητος, πεισματικά κολλημένος στήν φιλοσοφία, τίς ἰδέες καί τίς αἰρέσεις του. Ὁ Θεός νά τόν φωτίσει, νά τόν ἐλεήσει, νά τόν βοηθήσει νά μετανοήσει καί νά ζητήσει συγγνώμη ἀπό ὅλους ἐκείνους, πού ὁδήγησε στήν πλάνη, τήν αἵρεση καί τήν παράνομη ἰκανοποίηση τῶν ἐγωϊστικῶν παθῶν τους καί ἀπό τόν Χριστό, τήν Θεοτόκο Μαρία, τούς Ἁγίους καί τούς Ἁγιορείτες Πατέρες, πού τόν συμπαθοῦν ἀκόμη, καί ἀπό αὐτούς, πού δέν τόν θέλουν, ἐπειδή κατέστρεψε πολλές ψυχές.
 Ἄς ἀναφέρουμε τώρα τήν θετική προσφορά.
1) Ἄν οἱ θρησκευτικές ὀργανώσεις δέν ἔκαναν τόσο ἀγῶνα ἐναντίον τῆς ἀθεΐας, τῆς ἀνηθικότητος, τῆς σιμωνίας, δηλ. τοῦ παράνομου καί ἀνήθικου χρηματισμοῦ, τώρα ἡ Ἑλλάδα θά ἦταν ἀπ’ἄκρου εἰς ἄκρον ἀφελληνισμένη καί ἀπορθοδοξοποιημένη.
2) Οἱ θρησκευτικές ὀργανώσεις ἔχουν κάνει ἐθνικούς ἀγῶνες ὑπέρ πίστεως καί πατρίδος, ὑπέρ βωμῶν καί ἐστιῶν, ὑπέρ ἱερῶν καί ὁσίων.
3) Οἱ θρησκευτικές ὀργανώσεις ἔχουν ἀλλάξει τά τελευταῖα τριάντα (30) χρόνια. Ἔχουν εἰσαγάγει τήν νηπτική καί πατερική θεολογία καί παράδοση μέσα στίς ὀργανώσεις «Ζωή», «Σταυρός», «Σωτήρ» κλπ., δέν πολεμοῦν τόν μοναχισμό καί τούς ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους, γράφουν βιβλία μέ πατερικές παραπομπές καί κείμενα, δέν κατηγοροῦν τόν ὀρθόδοξο κλῆρο, εἰσήγαγαν τήν Βυζαντινή Μουσική καί Ὑμνολογία στίς συγκεντρώσεις, στά Κατηχητικά Σχολεῖα καί στίς Χριστιανικές τους κατασκηνώσεις.
Πιστεύουμε ὅτι ἡ ἰδανική λύση γιά τό θέμα τῶν ὀργανώσεων εἶναι, ὅπως ὑποστήριξε ὁ μακαριστός Προηγούμενος τῆς Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης κυρός Γεώργιος Γρηγοριάτης-Καψάνης, ἀλλά καί ὁ νέος Ἅγιος Παΐσιος ὁ Καππαδόκης και Ἁγιορείτης, νά ὁδεύσουν σέ μία ἐκκλησιολογική κατεύθυνση, δηλαδή νά γίνουν ἐκκλησιαστικά κοινόβια μέσα στίς πόλεις, ὅπως τόν καιρό τῆς ἁγίας Ρωμηοσύνης - Ρωμανίας - Χριστιανικῆς Ὀρθοδόξου Ρωμαιοελληνικῆς Αὐτοκρατορίας (330-1453 μ.Χ.), πρᾶγμα τό ὁποῖο ἤδη γίνεται σιγά-σιγά. Νά ἀποβάλλουν ὅλα τά ἀρνητικά τους στοιχεῖα, νά ἐνστερνισθοῦν τήν ἁγιοπατερική παράδοση καί νά συνασπίσουν ὅλες τους τίς δυνάμεις ἐναντίον τῆς παναιρέσεως τοῦ διαχριστιανικοῦ καί διαθρησκειακοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1) ΑΡΧΙΜ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ Ι. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ, Ἄρθρα, Μελέται, Ἐπιστολαί, τ. Α΄. ἔκδ. Β΄, Ἀθήνα 1986, σελ. 11-78.
2) Τοῦ ἰδίου, Ὑποθῆκες Ζωῆς, ἔκδ. Ἱερό Ἡσυχαστήριο Κεχαριτωμένης Θεοτόκου, ἔκδ. 15η, 2007, σελ. 234-235.
3) π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ, Ρωμηοσύνη, Ρωμανία, Ρούμελη, ἔκδ. Πουρναρᾶ - ἀφῶν Κυριακίδη, ἔκδ. 3η, Θεσ/κη 2002.
4) Τοῦ ἰδίου, ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ρωμαῖοι ἤ Ρωμηοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας; τ. 1, Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Τριάς Α΄, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ - ἀφῶν Κυριακίδη, Θεσ/κη 1991.
5) Δ. Γ. ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΗΣ, Ἡ Χάρις τῆς Θεολογίας, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 1995.
6) ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, Καταφύγιο Ἰδεῶν (μαρτυρία), ἐκδ. Ἴκαρος, ἔκδ. 5η, Ἀθήνα 2000.
7) ΜΟΝΑΧΟΣ ΔΑΝΙΗΛ ΔΑΝΙΗΛΑΙΟΣ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ, Κτίτωρ τοῦ Ἱεροῦ Κελλιοῦ «Ἅγιοι Ἀθωνῖτες Πατέρες», Οἱ πεπλανημένες αἱρετικές δοξασίες τοῦ φιλοσόφου Ἀποστόλου Μακράκη, Κατουνάκια, Ἅγιον Ὄρος.
8) Ἐγχειρίδιον - Ἀλληλογραφία π. Ἰωάννου Ρωμανίδη καί Π. Ν. Τρεμπέλα, ἐπιμέλεια ἐκδόσεως π. Γεώργιος Μεταλληνός, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2009.  

[1] Σχ. βλ. ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, Καταφύγιο ἰδεῶν, ἐκδ. Ἴκαρος, ἔκδ. 5η, Ἀθήνα 2000.
[2] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑÏΤΗΣ, Κλίμαξ, κείμενο-μετάφραση-σχόλια, ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς 1978.
[3] ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, Καταφύγιο ἰδεῶν