Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2018

Λάμπρος Σκόντζος, Γιατί η «Σύνοδος» της Κρήτης δεν είναι Αγία και Μεγάλη

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητοῦ
        Ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης ἀποτέλεσε ἕνα ἐπώδυνο καί δυσθεράπευτο ἄλγος στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἄν καί πέρασαν περισσότεροι ἀπό 28 μῆνες ἀπό τήν  σύγκλησή της, συνεχίζει νά ταλανίζει τό ἐκκλησιαστικό σῶμα, νά προκαλεῖ σκληρές κριτικές, σοβαρές ἔριδες, σχισματικές καταστάσεις, ἀποτειχίσεις, διωγμούς. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά οἱ ὑπέρμαχοί της βαυκαλίζονται, στρουθοκαμηλίζοντας, πώς ἡ σύγκλησή της ὑπῆρξε «μέγα γεγονός» καί πώς οἱ ἀποφάσεις της σημάδεψαν τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία καί αὐτή τήν ἴδια τήν κατοπινή πορεία τῆς Ἐκκλησίας. Ὅτι δῆθεν αὐτή «ἔβγαλε τήν Ὀρθοδοξία ἀπό τήν ἀπομόνωση» καί τήν «ἔκαμε γνωστή στόν σύγχρονο κόσμο» καί «πρόβαλλε τίς ἀξίες της». Ὅτι δῆθεν οἱ ἀποφάσεις της προωθοῦν «τήν καταλλαγή, τή συνύπαρξη καί τήν παγκόσμια εἰρήνη». Ὅτι δῆθεν ὑπῆρξε ἕνα «παγκόσμιο γεγονός», καί οἱ ἀποφάσεις της «σημάδεψαν τήν ἱστορία».
       Τῆς προσέδωσαν μάλιστα καί τήν προσωνυμία: «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος»,  δανειζόμενοι αὐτήν<σζ ἀπό τή συνοδική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀφοῦ μέ αὐτόν τόν προσδιορισμό ὅριζαν οἱ Πατέρες τίς Οἰκουμενικές Συνόδους. Ἄλλωστε, οἱ ὁραματιστές καί οἱ προετοιμάσαντες τήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης αὐτόν τόν στόχο εἶχαν, νά εἶναι ἡ Ἡ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
       Εἶναι ὅμως πραγματικά «Ἁγία» καί «Μεγάλη»; Εἶναι «Σύνοδος», ἡ ὁποία συνεχίζει μέ ἀκρίβεια τήν δισχιλιόχρονη συνοδική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας; Γιά τήν συντριπτική πλειοψηφία τοῦ συνειδητοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, δυστυχῶς, ὄχι! Τά στοιχεῖα, τά ὁποῖα ἀποδεικνύουν ὅτι δέν ὑπῆρξε οὔτε ἅγια, οὔτε μεγάλη, οὔτε σύμφωνη μέ τήν συνοδική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, εἶναι σαφέστατα καί συνταρακτικά. Δέν εἶναι Ἅγια καί Μεγάλη Σύνοδος διότι:
1ον Συγκλήθηκε γιά νά ἐξυπηρετήσει πολιτικές καί γαιοστρατηγικές σκοπιμότητες.
       Οἱ ἔχοντες στοιχειώδη γνώση τῶν σύγχρονων παγκοσμίων πνευματικῶν ἀνακατατάξεων, τῶν γεωπολιτικῶν, γαιωστρατηγικῶν καί οἰκονομικῶν στοχεύσεων ἀπό σκιώδη διεθνῆ κέντρα, εἶναι εὔκολο νά καταλάβουν ὅτι ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης ὑπῆρξε πιστός θεράπων αὐτῶν. Ἡ παγκοσμιοποίηση, ὁ πυρετωδῶς προωθούμενος θρησκευτικός συγκρητισμός, ὁ Οἰκουμενισμός, οἱ πολιτικές, οἱ ὁποῖες ὑπηρετοῦνται ἀπό ἰσχυρά παγκόσμια κέντρα, ὑπῆρξαν κινητήριοι μοχλοί καί ἀρωγοί στήν ὀργάνωση καί πραγματοποίηση τῆς «Συνόδου». Σέ πρόσφατη ὁμολογία του ὁ ἀρχιδιάκονος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου π. Ἰωάννης Χρυσαυγής ἀπεκάλυψε ξεκάθαρα πώς στήν Ἐκκλησία «ἡ πραγματικότητα εἶναι περίπλοκη. Πέρα ἀπό τίς πολύπλευρες θρησκευτικές ἴντριγκες, ὑπάρχουν σκοτεινές γεωπολιτικές ἐπιπτώσεις» (Ὀρθ. Τύπος, φύλ.2234, 9-11-2018).  Ἰδιαίτερα σημαντικό ὑπῆρξε τό ἐνδιαφέρον τῶν Η.Π.Α. γιά τήν ἐπιτυχῆ σύγκλησή της. Ὡς ἀρωγός καί παρατηρητής τῆς κυβερνήσεως τῶν Η.Π.Α. ὑπῆρξε ἡ προσωπική παρουσία τῆς κας Ἐλισάβετ Προδρόμου στίς ἐργασίες τῆς «Συνόδου». Ἀπό τό βιογραφικό της ἀποδεικνύεται πώς «Οἱ ἀκαδημαϊκοί της τίτλοι τῆς ἐπιτρέπουν νά συμμετέχει, καί ἐδῶ εἶναι τό σπουδαιότερο, σέ ἁρμόδιες κυβερνητικές ἐπιτροπές χάραξης πολιτικῆς τῶν ΗΠΑ: Ἀπό τό 2004-2012 ἀντιπρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς Διεθνῶν Θρησκευτικῶν Ἐλευθεριῶν τῆς ἀμερικανικῆς Βουλῆς καί ἀπό τό 2011 ἀναβαθμίστηκε σέ μέλος τῆς ἁρμόδιας ὁμάδας ἐργασίας τοῦ ἀμερικανικοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν μέ ἀντικείμενο «Θρησκεία καί Ἐξωτερική Πολιτική». Μία διπλωμάτης, χωρίς νά εἶναι κάν θεολόγος, ποιά ἁρμοδιότητα μποροῦσε νά ἔχει σέ μία Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας;
      Ρωτᾶ ὁ κάθε ἕνας μας: ποιός ὁ λόγος τοῦ ἰδιαίτερου ἐνδιαφέροντος τῆς κυβερνήσεως τῶν Η.Π.Α. γιά τήν εὐόδωση τῶν ἐργασιῶν τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης; Μήπως γιά τό συμφέρον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας; Γιά τήν ἀποκρυστάλλωση τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος, τήν διακήρυξη: ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή Ἐκκλησία; Ἀσφαλῶς ὄχι! Ἄν ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης εἶχε ὡς ἀποκλειστικό της σκοπό νά λειτουργήσει ὡς γνήσια Σύνοδος, σύμφωνη μέ τήν συνοδική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας,  οὐδέν ἐνδιαφέρον θά ἐκδήλωνε ἡ ὑπερατλαντική ὑπερδύναμη! Ἡ μόνη ἀπάντηση στό ἐρώτημα, εἶναι ὅτι ἡ κυβέρνηση τῶν Η.Π.Α., ἡ «μητρόπολη» τῆς παγκοσμιοποίησης, τῆς «Νέας Ἐποχῆς» καί τῆς «Νέας Τάξεως Πραγμάτων», ἔδειξε ἐνδιαφέρον καί στήριξε τή «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, (ἄν δέν ἐπέβαλε τή σύγκλησή της), διότι αὐτή συγκλήθηκε νά ἐξυπηρετήσει τούς σκοπούς καί τούς στόχους της καί τά συμφέροντά της τά ὁποῖα εἶναι συνδεδεμένα μέ τό παγκόσμιο πανθρησκειακό ὅραμα.  Ἄς μήν ξεχνᾶμε πώς τό ἀντίπαλο δέος τῆς ἐξωτερικῆς ἀμερικανικῆς πολιτικῆς, εἶναι ἡ ὀρθόδοξη Ρωσία καί οἱ «δορυφόροι» της, οἱ ὀρθόδοξες χῶρες τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης καί δέν εἶναι καθόλου τυχαῖο πώς οἱ Τοπικές Ἐκκλησίες Ρωσίας, Γεωργίας, Βουλγαρίας καί Ἀντιοχείας, οἱ ὁποῖες, ὅπως εἶναι γνωστό, ἀνήκουν, καθόλου τυχαῖα, στό «ἀνατολικό μπλόκ», στήν ἐπιρροή τῆς ρωσικῆς πολιτικῆς, δέν ἔλαβαν μέρος στή «Σύνοδο» τῆς Κρήτης. Ἀναμφίβολα, ἡ ἀπουσία τους, πέρα ἀπό τίς σοβαρές διαφωνίες τους, ὡς πρός τή θεματολογία καί τόν τρόπο συγκλήσεως τῆς «Συνόδου», ἔγινε γιά νά μήν γίνουν συμμέτοχοι στίς γεωπολιτικές σκοπιμότητες τῶν δυτικῶν καί εἰδικά τῶν ΗΠΑ! Ἡ Ὀρθοδοξία γι’ αὐτούς εἶναι τό μεγάλο ἐμπόδιο γιά τήν ἐπιβολή τῆς παγκοσμιοποίησης καί γι’ αὐτό ἔπρεπε (καί πρέπει) νά ἀλλάξει πορεία, νά συγχρονιστεῖ μέ αὐτό τό ὅραμα. Καί δυστυχῶς ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης» ἐξυπηρέτησε αὐτόν τόν στόχο.
       Ἰσχυρό ἐνδιαφέρον γιά τήν σύγκληση καί τήν ἐπιτυχῆ ἔκβαση τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης ἔδειξε  καί τό Βατικανό, ἡ παπική διπλωματία καί προσωπικά ὁ «πάπας» Φραγκίσκος, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐκδηλώσει τήν ἐπιθυμία νά παραστεῖ καί ὁ ἴδιος στή «Σύνοδο», ἀλλά, ἐπειδή διέγνωσαν οἱ ἰθύνοντες τῆς «Συνόδου» ὅτι θά δημιουργοῦσε ἀντιδράσεις ἡ παρουσία τοῦ αἱρεσιάρχη, θεώρησαν σκόπιμο νά μήν  παραστεῖ, καί νά δεχτοῦν τίς «θερμές εὐχές» του. Ἀλλά τίθεται τό εὔλογο ἐρώτημα: ποιός ὁ λόγος νά θέλει τό Βατικανό τήν εὐόδωση τῶν ἐργασιῶν τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης; Ἄν αὐτή εἶχε σκοπό νά λειτουργήσει ὡς γνήσια ὀρθόδοξη Σύνοδος καί διεκήρυττε μέ στεντορεία τή φωνή τήν ἀποκλειστικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καί κατεδίκαζε τίς αἱρέσεις καί μαζί τίς δεκάδες παπικές κακοδοξίες καί κατεδείκνυε ὅτι ὁ παπισμός δέν εἶναι ἐκκλησία, καί  θά καλοῦσε τούς αἱρετικούς σέ μετάνοια καί ἔνταξη στήν Ὀρθοδοξία, ὄχι μόνο δέ θά ἐκδήλωνε τό ἐνδιαφέρον του καί τήν συμπαράστασή του σ’ αὐτή, ἀλλά θά τήν σαμποτάριζε! Τή στήριξε, διότι ἤξερε ἐκ τῶν προτέρων, μέσα ἀπό τίς σκοτεινές διασυνδέσεις του μέ τούς μυστικοπαθεῖς διοργανωτές τῆς «Συνόδου», ὅτι αὐτή δέν θά ἦταν γνήσια ὀρθόδοξη Σύνοδος. Ὅτι θά ἐξέφραζε τίς πανθρησκειακές βλέψεις του. Ὅτι θά ἔφερνε πιό κοντά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέ τίς αἱρέσεις. Ὅτι θά λειτουργοῦσε ὦς κακέκτυπο τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου, ἀναγνωρίζοντας τίς αἱρέσεις ὡς «ἐκκλησίες»! Ἄς μήν μᾶς διαφεύγει ἡ λεπτομέρεια, πώς οἱ παπικοί ἐξέφρασαν κατόπιν τήν δυσαρέσκειά τους, ὅταν δημοσιεύτηκαν τά διφορούμενα κείμενα τῆς «Συνόδου» καί δέν ἱκανοποίησαν πλήρως τίς προσδοκίες τους! Καί βέβαια συντάχτηκαν αὐτά, μέ διφορούμενο νόημα, ὄχι ἀπό πεποίθηση, ἀλλά ἀπό ἀνάγκη, ἀπό τή σφοδρή ἀντίδραση τῶν Ὀρθοδόξων.  
2ον Δέν εἶναι ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης Ἅγια καί Μεγάλη, διότι κύριος σκοπός της ὑπῆρξε ἡ «συνοδική» κάλυψη – κατοχύρωση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
     Ὁ πραγματικός σκοπός τῆς συγκλήσεως τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης δέν εἶναι ἄλλος, ἀπό τήν ἐπισφράγιση καί «συνοδική» κατοχύρωση τῶν οἰκουμενιστικῶν ἀνοιγμάτων τῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ 20ου αἰώνα. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἀπό τούς πρώτους καί πλέον ἔνθερμους ὁραματιστές της, ὑπῆρξε ὁ ἀλήστου μνήμης Οἰκουμενικός Πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης καί ὁ μέγας προωθητής τοῦ οἰκουμενισμοῦ, Ἀθηναγόρας. Εἶναι γνωστό πώς τά τολμηρά, ἕως ἀπαράδεκτα, οἰκουμενιστικά ἀνοίγματα τῶν θιασωτῶν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ τοῦ 20ου αἰώνα καί τῶν τελευταίων χρόνων, ἔτυχαν σκληρῆς κριτικῆς ἀπό ὀρθοδόξους καί προκάλεσαν μεγάλες ἀναταράξεις καί γι’ αὐτό ἔπρεπε νά ἀποστομωθοῦν. Νά περιβληθοῦν οἱ ἐπιλογές τους μέ ὀρθόδοξο μανδύα, νά κατοχυρωθεῖ ἡ λεγομένη «Οἰκουμενική Κίνηση» συνοδικά, νά ἀποστομωθοῦν οἱ ἐπικριτές της ἀπό τό κύρος μίας Πανορθοδόξου Συνόδου. Νά δοθεῖ στούς ἀτελέσφορους καί ζημιογόνους γιά τήν Ὀρθοδοξία, θεολογικούς διαλόγους, συνοδική κάλυψη. Νά πεισθεῖ καί νά ἐφησυχάσει τό ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικό πλήρωμα ὅτι δῆθεν ἡ «Οἰκουμενική Κίνηση», στήν οὐσία, οἰκουμενιστική, δέν προδίδει τήν Ὀρθοδοξία, ὅτι δῆθεν εἶναι συμβατή μέ τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία, ὅτι δῆθεν εἶναι μία σύγχρονη ἀναγκαιότητα, ὅτι δῆθεν ἐπιτελεῖ  σπουδαῖο ποιμαντικό ἔργο, τό ὁποῖο ἔχει ὡς στόχο τήν γνωριμία τῆς Ὀρθοδοξίας στούς ἑτεροδόξους, μέ σκοπό τήν προσέλκυσή τους στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἀλλά, ὄπως εἶναι γνωστό, οἱ ἑτερόδοξοι γνωρίζουν τόσο καλά τήν Ὀρθοδοξία, ὅσο γνωρίζουμε καί ἐμεῖς τούς ἑτερόδοξους. Στούς διαλόγους παίζεται ἕνα γελοῖο παιχνίδι, ἕνα «ἀνόσιο παίγνιο» κατά τόν Σεβ. Ἀρχιεπίσκοπο Αὐστραλίας κ. Στυλιανό, γιά χρόνια ἀντιπρόεδρο τῶν διαλόγων, στό ὁποῖο κυριαρχοῦν  ἡ πρόκληση ἐντυπώσεων καί ἡ διπλωματία. Ποιός θά «τουμπάρει» τόν ἄλλον! Στούς ἐδῶ καί τριάντα χρόνους διαλόγους, οὐδείς ἑτερόδοξος, ὡς πρόσωπο, πολλῷ δέ μᾶλλον ὡς «ἐκκλησία», προσῆλθε στήν Ὀρθοδοξία! Ἀντίθετα, ὁ μεγάλος χαμένος εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία, διότι οἱ ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι κάνουν συνεχῶς ὑποχωρήσεις, ἐνῶ οἱ αἱρετικοί συνομιλητές τους παραμένουν ἀμετακίνητοι στίς πλάνες τους καί τό χειρότερο: ἀποθρασύνονται καί γίνονται προκλητικότεροι ἀπό τόν ἐνδοτισμό, τίς ὑποχωρήσεις καί τήν ἀπουσία ξεκάθαρου ὁμολογιακοῦ λόγου ἀπό τούς ὀρθοδόξους. Δέν προβάλλουν τήν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας μέ τόν δυναμισμό πού πρέπει καί δέχονται νά συζητοῦν τίς κακοδοξίες τῶν αἱρετικῶν συζητητῶν τους, ὄχι γιά νά τίς ἀναιρέσουν, ἀλλά γιά νά τίς «κατανοήσουν» ὡς δῆθεν «διαφορετική ἐκκλησιαστική παράδοση», ὅπως λ. χ. ἡ «κατανόηση τοῦ πρωτείου τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης»! Οὐδέποτε κάλεσαν τούς αἱρετικούς σέ μετάνοια καί ἐπιστροφή στήν Ὀρθοδοξία, τήν ἀληθινή Ἐκκλησία, ἀλλά ἐπιστροφή σέ μία ὁμιχλώδη καί ἀκαθόριστη «πίστη τῆς πρώτης χιλιετίας», σάν νά μήν ὑπῆρχαν προβλήματα μέ τούς αἱρετικούς καί θεολογικές διαμάχες καί διαφοροποιήσεις στήν πρώτη χιλιετία! Ἔστω γιά παράδειγμα: τό «πρωτεῖο τοῦ Ρώμης», ἀλλά καί τό φιλιόκβε, δέν προβάλλονταν ὡς ὀρθή πίστη ἀπό τούς δυτικούς στήν πρώτη χιλιετία;
3ον Ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης δέν εἶναι Ἅγια καί Μεγάλη, διότι δέν κατέγνωσε καμιά αἵρεση καί ἀνεγνώρισε, ἐμμέσως, πλήν σαφῶς, ἐκκλησιαστική ὑπόσταση στίς αἱρετικές κοινότητες.
     Στή δισχιλιόχρονη συνοδική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας οἱ Σύνοδοι συγκροτοῦνταν κατά  κύριο λόγο γιά νά ὁριοθετήσουν καί νά περιφρουρήσουν τήν σώζουσα ἀλήθειά της καί δευτερευόντως γιά νά ἐπιλύσουν ἄλλα θέματα. Ἀντίθετα ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης πρωτοτύπησε, δέν συγκλήθηκε γιά νά καταγνώσει καί νά καταδικάσει τήν πληθώρα τῶν συγχρόνων πλανῶν καί ἰδίως τήν παναίρεσή τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία κατατρώγει τίς σάρκες τῆς Ἐκκλησίας. Κατά τή διάρκεια τῶν ἐργασιῶν της δέν ἀκούστηκε κάν ἡ λέξη «αἵρεση». Τό ἀντίθετο μάλιστα, κλήθηκαν ἐκπρόσωποι ὅλων τῶν αἱρέσεων ὡς τιμητικοί παρατηρητές, οἱ ὁποῖοι προσφωνήθηκαν ὡς «ἐκπρόσωποι τῶν ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν»! Οἱ θεοφόροι Πατέρες καλοῦσαν στίς Ἅγιες Συνόδους τούς αἱρετικούς, ὄχι νά τούς τιμήσουν, ἀλλά νά τούς καταδείξουν τίς πλάνες τους, νά τούς ζητήσουν νά μετανοήσουν καί ὅταν αὐτοί ἀρνοῦνταν, τούς ἀναθεμάτιζαν καί τούς ἔδιωχναν.  Ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης, ὅπως ἀνακοινώθηκε ἀπό τά πλέον ἐπίσημα χείλη, συγκλήθηκε μέ ἀπώτερο σκοπό, νά ἀναγνωρίσει τήν «ἐκκλησιαστικότητα» τῶν αἱρετικῶν κοινοτήτων. Νά τίς ἀποχαρακτηρίσει ἀπό αἱρετικές κοινότητες. Μά γίνει μία «Β΄ Βατικάνεια Σύνοδος», ἡ ὁποία, μέ τό γνωστό διάταγμά της περί οἰκουμενισμοῦ, εἶχε ἀναγνωρίσει ὡς «ἐκκλησίες» τίς ἐκτός Παπισμοῦ χριστιανικές κοινότητες. Αὐτό φάνηκε καθαρά ἀπό τό ἀδιέξοδο πού δημιουργήθηκε, κυρίως ἀπό τούς ἐνδοιασμούς τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία εἶχε τήν ἐντολή νά μήν χαρακτηριστοῦν ὡς «ἐκκλησίες» οἱ ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, χριστιανικές κοινότητες. Οἱ ἰθύνοντες τῆς «Συνόδου» ἤθελαν πάσῃ θυσία νά χαρακτηρίσουν τούς αἱρετικούς ὡς «Ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες». Ὡς ἀπόδειξη αὐτοῦ ἀναφέρουμε ξεκάθαρη ὁμολογία τοῦ ἀρχιδιακόνου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου π. Ἰωάννου Χρυσαυγῆ, ὁ ὁποῖος ἀπεκάλυψε πρόσφατα πώς στή «Σύνοδο» τῆς Κρήτης: ἡ Ἐκκλησία ἔμεινε «πεισματικά ἀπρόθυμη νά ἀφήσει τήν ἀρχαία μνησικακία (!!!) … ὅταν ὁ Βαρθολομαῖος δήλωνε ὅτι οἱ ἐπίσκοποι τῆς Συνόδου θά μποροῦσαν νά εἶναι δημιουργικοί στήν περιγραφή τῆς σχέσης της μέ ἄλλες χριστιανικές κοινότητες, δέν θά μποροῦσαν νά τίς χαρακτηρίσουν ὡς αἱρετικές, ἀκολούθησαν ἐπαίσχυντες συζητήσεις…» (Ὀρθ. Τύπος, ἀρ. φύλ.2234, 9-11-2018)! Ἐδῶ βέβαια ὁ ὅρος «ἑτερόδοξος» δέν ἔχει τή σημασία τοῦ αἱρετικοῦ, ἀλλά τοῦ ἔχοντα «διαφορετική πίστη», ὄχι, κατ’ ἀνάγκην, κακόδοξη! Ἀλλά ὅμως ὁ ὅρος «Ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες» περιέχει πλήρη ἀντιφατικότητα, διότι Ἐκκλησία καί ἑτεροδοξία εἶναι ἔννοιες ἀπόλυτα ἀσυμβίβαστες. Ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά εἶναι ἑτερόδοξη καί ἡ ἑτερόδοξη δέν μπορεῖ νά εἶναι Ἐκκλησία!  
      Μέ τό 6ο διάταγμα τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης ἀποφασίστηκε πώς ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέν ἔχει τήν αὐτοσυνειδησία ὅτι εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἀλλά ὅμως μέ μία παροιμιώδη διπλωματική καί διφορούμενη φράση, ἀναγνώρισε τήν ἱστορική ὀνομασία τῶν «Ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν» καί Ὁμολογιῶν, ἀφήνοντας ἀνοικτή κάθε ἑρμηνεία σ’ αὐτή. Γενικά χρησιμοποίησε διφορούμενη διπλωματική γλώσσα, ὥστε νά ἱκανοποιεῖ κάθε ἑρμηνεία, εἴτε ὀρθόδοξη, εἴτε αἱρετική, σέ ἀντίθεση μέ τά συνοδικά κείμενα τῆς Ἐκκλησίας, τά ὁποῖα διακρίνει ἡ ἀπόλυτη σαφήνεια, μήν ἀφήνοντας κανένα περιθώριο παρερμηνείας!
Ὁρίστηκε ὅτι εἶναι μέν ἡ Ὀρθοδοξία ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἀλλά ἀναγνωρίζει καί τήν «ἱστορική ὀνομασία Ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν», πού σημαίνει καί ἑρμηνεύεται ὅτι ἀναγνωρίζει, στήν οὐσία, τήν ἱστορική τους πορεία, διότι ἡ ὀνομασία ἑνός ἀντικειμένου σηματοδοτεῖ αὐτή τήν ἴδια τήν ὑπόστασή του. Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος ἀναφέρει γιά τό ἴδιο κείμενο ὅτι «ὑπάρχουν μερικές ἀσάφειες, ὡσάν νά «ἀναγνωρίζονται» καί ἄλλες Ἐκκλησίες, ἐκτός τῆς Μίας, Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Τό δέ Πατριαρχεῖο Ρωσίας χαρακτήρισε τίς ἀποφάσεις της «ἀσαφεῖς καί διφορούμενες διατυπώσεις, κάτι τό ὁποῖο δέν ἐπιτρέπει νά τά θεωροῦμε ὡς ὑποδειγματική ἔκφραση τῶν ἀληθειῶν τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας»! Σέ ἄλλο σημεῖο ὁρίζει μέν τό ἀδιαίρετο τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά δέχεται ἐμμέσως τή διάσπασή της. Σέ ἄλλο σημεῖο δέχεται ἐμμέσως, πλήν σαφῶς, ὅτι ἔχουν καί οἱ αἱρετικοί μυστήρια: κάνοντας λόγο περί «…ἀποσαφηνίσεως τοῦ ὅλου ἐκκλησιολογικοῦ θέματος καί ἰδιαιτέρως
τῆς γενικωτέρας παρ’ αὐταῖς διδασκαλίας περί μυστηρίων, χάριτος, ἱερωσύνης καί ἀποστολικῆς διαδοχῆς… τήν ἀναζήτησιν τῶν κοινῶν στοιχείων τῆς χριστιανικῆς πίστεως». Ὅσον ἀφορᾶ τό ΠΣΕ, δέν γίνεται κάν νύξη ὅτι πρόκειται γιά ἕνωση ἑτερόκλητων αἱρετικῶν ὁμάδων καί κακοδοξιῶν, ἀντίθετα δίνεται ἡ ἐντύπωση ὅτι εἶναι ἕνα εἶδος «εὐλογίας» ἡ συμμετοχή μας σέ αὐτό!  
      Εἰδήμονες διαπρεπεῖς θεολόγοι, ἀποφάνθηκαν πώς οἱ ἀποφάσεις τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης εἶναι βαθύτατα διαποτισμένες καί ὑποκρύπτουν τίς αἱρετικές πλάνες, τῆς «ἀοράτου Ἐκκλησίας», τῆς «θεωρίας τῶν κλάδων» καί τῆς «εὐχαριστιακῆς καί βαπτισματικῆς θεολογίας». Δέν εἶναι τοῦ παρόντος νά ἐπεκταθοῦμε σέ λεπτομέρειες.  Ἡ προσπάθεια νά δοθεῖ ἐκκλησιαστική ὑπόσταση στίς αἱρετικές κοινότητες καί ἡ ἐπιμονή νά παρουσιαστεῖ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς «ἐλαφρῶς καλλίτερη» ἀπό αὐτές, φανερώνει περίτρανα αὐτή τήν τραγική παράμετρο! Τό ἀποτέλεσμα ἦταν νά μήν κληθοῦν σέ αὐτή, οἱ αἱρετικοί νά ἐπιστρέψουν στήν Ὀρθοδοξία, τήν ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά νά ἐπιστρέψουν στήν ἀκαθόριστη «πίστη τῆς πρώτης χιλιετίας», τήν ὁποία ὅμως «βλέπουν» οἱ αἱρετικοί, ἀπό τή δική τους σκοπιά, ὅτι δῆθεν δικαιώνει τή δική τους πίστη, ὅπως προαναφέραμε, ὄχι ὅμως τήν πίστη τῶν ἁγίων Συνόδων ὥστε νά συμμορφωθοῦν μέ τίς ἀποφάσεις αὐτῶν, στό ἀπαραχάρακτο «Σύμβολο τῆς Πίστεως».
4ον Δέν εἶναι Ἅγια καί Μεγάλη ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης διότι δέν ἔλυσε κανένα ἀπό τά μεγάλα, χρονίζοντα καί ὀξυμένα προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας.
    Ὁ ἀρχικός κατάλογος θεμάτων πού εἶχε προγραμματιστεῖ νά ἀπασχολήσει τήν «Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθοδοξίας», ὅπως τήν ἀποκαλοῦσαν οἱ ὀργανωτές της, ἄγγιζε τά ἑκατό, ὅμως προϊόντος τοῦ χρόνου ἄρχισε τό «ξήλωμα», ὥστε νά φτάσουν νά συζητηθοῦν μόνο ἕξι, γιά τά ὁποῖα ὅμως δέν πάρθηκε καμιά ἀπόφαση καί ἔμειναν ὡς ἔχουν. Τά συσσωρευμένα προβλήματα τῶν τελευταίων αἰώνων καί χρόνων, δέν ἔτυχαν ἐπίλυσης καί συνεχίζουν νά διαιωνίζονται στήν Ἐκκλησία. Ὁ γάμος καί ἡ νηστεία ἀφέθηκαν ὡς ἔχουν, ἐνῶ γιά τό πρόβλημα τῆς διασπορᾶς δέν ἐλήφθη καμιά ἀπόφαση. Παραθεωρήθηκαν μεγάλα προβλήματα, τά ὁποῖα ταλανίζουν ἐδῶ καί πολλά χρόνια τήν Ἐκκλησία, ὅπως τό ἡμερολογιακό πρόβλημα, τό ὁποῖο ὅμως, παραδόξως, βγῆκε ἀπό τόν κατάλογο, ἐνῶ θά ἔπρεπε νά ἦταν τό πρῶτο καί κύριο θέμα τῆς Συνόδου. Ἄν ἦταν ἀνάγκη νά συγκληθεῖ ἡ Σύνοδος, θά ἔπρεπε νά συγκληθεῖ καί μόνο γιά τό σοβαρότατο ἡμερολογιακό πρόβλημα, τό ὁποῖο διχάζει καί ταλανίζει τήν  Ἐκκλησία ἐδῶ καί ἕναν αἰώνα. Αὐτό δείχνει ὅτι οἱ ἰθύνοντες τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης δέν νοιαζόνταν γιά τά ὑπαρκτά καί μεγάλα προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά γιά νά τούς δοθεῖ ἡ εὐκαιρία νά δώσουν ἐκκλησιαστική ὑπόσταση στούς αἱρετικούς, νά κατοχυρώσουν συνοδικά τήν «Οἰκουμενική Κίνηση», νά ἀπενοχοποιήσουν τά τολμηρά καί ἀνεπίτρεπτα ἀνοίγματα πρός τούς αἱρετικούς, ἐπί ζημία τῆς Ὀρθοδοξίας, νά τήν σύρουν κοντύτερα πρός τούς αἱρετικούς!  
5ον Ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης δέν ὑπῆρξε Ἅγια καί μεγάλη, διότι καταφρόνησε μέ τόν πλέον προκλητικό τρόπο τήν συνοδική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
     Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ μορφή τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης ξένισε καί τούς ἴδιους τούς ἰθύνοντες καί διοργανωτές της, οἱ ὁποῖοι δέν μποροῦσαν νά βροῦν χαρακτηρισμούς γι’ αὐτήν, κορυφαῖοι ἱεράρχες, προσπάθησαν νά τήν ὁρίσουν, χωρίς ἀποτέλεσμα. Ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης δέν ὑπῆρξε ἀκόλουθος «τῶν ἁγίων Πατέρων», ἀλλά ὡς κάτι τό πρωτόγνωρο γιά τόν συνοδικό θεσμό τῆς Ἐκκλησίας. Διατηρήθηκε μία ἀπίστευτη μυστικότητα ὅσον ἀφορᾶ τά προσυνοδικά κείμενα, τά ὁποῖα δόθηκαν στή δημοσιότητα, λίγους μῆνες πρίν, ὕστερα ἀπό πιέσεις τῶν Πατριαρχείων Ρωσίας καί Γεωργίας. Τί ἤθελαν στ’ ἀλήθεια νά κρύψουν ἀπό τό λαό τοῦ Θεοῦ; Τί ἔχει νά κρύψει ἡ Ἐκκλησία ἀπό τό ἐκκλησιαστικό σῶμα; Ἡ ἀπίστευτη αὐτή μυστικότητα δέν προκαλεῖ στόν καθένα σκανδαλισμό, τήν δικαιολογημένη ὑποψία, ὅτι σέ αὐτή σχεδιάζονται πράγματα πού δέν ἐκφράζουν τό φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας; Καταφρόνησε μέ ἀπίστευτη ἀσέβεια τήν συνοδική παράδοση, εἰσάγοντας νέα καινοφανῆ συνοδική διαδικασία, ἀντιγράφοντας πιστά τήν Β΄ Βατικανή Σύνοδο (1963-1965). Θέσπισε τήν ἀντιπροσωπευτικότητα καί ἀφαίρεσε τό δικαίωμα σέ ὅποιον ἐπίσκοπο ἤθελε νά συμμετάσχει σ’ αὐτή. Θέσπισε τήν μία ψῆφο, αὐτή τοῦ προκαθημένου, ἀνεξάρτητα ἀπό τούς ψήφους τῶν μελῶν τῆς ἀντιπροσωπείας. Καταπάτησε τήν ὁμοφωνία στίς ἀποφάσεις, ὄπως εἶχε συμφωνηθεῖ, διότι διέγνωσαν οἱ ἰθύνοντές της σοβαρά ἐμπόδια στήν θεσμοθέτηση τῶν στόχων τους. Ἀλλά ὑπάρχουν καί χειρότερα: ἀγνοήθηκαν οἱ μή ὑπογράφοντες ἐπίσκοποι κυρίως γιά τό ἄρθρο 6, καί ἀκόμα χειρότερα: στήν περίπτωση τῶν Κυπρίων ἐπισκόπων, ὅσων δέν ὑπέγραψαν τό ἐπίμαχο αὐτό ἄρθρο, ὑπέγραψε ἀντ’ αὐτῶν ὁ ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου, χωρίς τή συγκατάθεσή τους! Δέν δόθηκε ἐπίσης ἡ δυνατότητα νά παρακολουθήσει ὁ πιστός λαός τίς ἐργασίες τῆς Συνόδου, διά τῶν συγχρόνων τεχνικῶν μέσων (τηλεόραση, διαδίκτυο). Πρός τί αὐτή ἡ μυστικοπάθεια; Τί ἤθελαν νά κρύψουν ἀπό τό λαό τοῦ Θεοῦ; Ἡ ἀπάντηση εἶναι εὐνόητη: ἤξεραν ὅτι εἶχαν ἀπέναντί τους τό λαό τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἡ «Σύνοδός» τους δέν ἐξέφραζε τό ἐκκλησιαστικό πλήρωμα! Περιφρονήθηκε καί παραβιάστηκε ἡ ἐντολή τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, νά μήν δοθεῖ ἐκκλησιαστικότητα στίς αἱρετικές κοινότητες. Ἡ ἑλληνική Ἀντιπροσωπεία δέν ὑπερασπίστηκε μέ σθένος αὐτή τήν ἐντολή, ἀλλά τήν καταπάτησε δεχόμενη τόν ὅρο «Ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες»! Συζητήθηκαν κείμενα, τά ὁποῖα δέν εἶχαν τύχει τῆς ὁμοφωνίας κατά τίς προσυνοδικές διασκέψεις. Κοντολογίς: τέτοιες καταστάσεις μᾶς ἔχει διασώσει ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία μόνο ἀπό τίς ληστρικές συνόδους τοῦ παρελθόντος! Ἔγιναν ἐπίσης καί ἀκόμη χειρότερα στή «Σύνοδο», σύμφωνα μέ ὁμολογίες ἐπισκόπων, πού ἦταν παρόντες σ’ αὐτή: ἀκούστηκαν ὕβρεις καί ἀπαξιωτικοί χαρακτηρισμοί σέ ὅσους ἀρνοῦνταν νά ἐνδώσουν στίς ἀποφάσεις της.
6ο Δέν εἶναι Ἅγια καί Μεγάλη ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης καί οὔτε οἰκουμενική, διότι αὐτοί οἱ ἴδιοι οἱ συντελεστές της δέν σεβάστηκαν καί δέν ἐφαρμόζουν τίς ἀποφάσεις της.
     Ἡ παρωδία της φαίνεται ἀπό τό γεγονός ὅτι οἱ πρῶτοι πού καταπατοῦν τίς ἀποφάσεις της εἶναι αὐτοί πού τίς προώθησαν καί τίς ψήφισαν σέ αὐτή. Μέ τό ἄρθρο 6 ὁρίστηκε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τήν «ἱστορική ὀνομασία τῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν καί ὁμολογιῶν». Ἀλλά οἱ ἴδιοι, συνεχίζουν κάνουν λόγο γιά «ἀδελφές ἐκκλησίες», στίς συναλλαγές τους μέ τούς αἱρετικούς, ἀποδίδοντας ξεκάθαρα ἐκκλησιαστική ἰδιότητα στίς αἱρέσεις. Ψήφισαν τό σχετικό ἄρθρο γιά τήν ἱερότητα τοῦ Γάμου, ἀλλά ἔρχεται ἐκ τῶν ὑστέρων τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί καθιερώνει τό δεύτερο γάμο τῶν Κληρικῶν! Διερωτώμεθα: Τό 2016, ὅταν συγκλήθηκε ἡ «Σύνοδος» τοῦ Κολυμβαρίου, δέν ὑπῆρχε τό πρόβλημα τοῦ δευτέρου Γάμου τῶν κληρικῶν; Γιατί δέν τό ἔθεσε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο γιά συζήτηση καί λήψη συνοδικῆς ἀπόφασης; Ἡ ἐκ τῶν ὑστέρων καθιέρωσή του ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη δέν ἀποτελεῖ κατάφορη περιφρόνηση τῆς «Συνόδου» καί τῶν ἀποφάσεών της, τίς ὁποῖες θέλει νά ἐπιβάλλει στούς ἄλλους;  
7ον Δέν εἶναι τέλος Ἅγια καί Μεγάλη, διότι ὄχι μόνον δέν ὑπηρέτησε τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἔγινε πρόξενος πρωτοφανῶν ἐρίδων, ἀποτειχίσεων, σχισμάτων, μέ ἀποκορύφωμα αὐτό τοῦ οὐκρανικοῦ
Ἄν ἡ «Σύνοδός» τοῦ Κολυμβαρίου εἶχε συγκληθεῖ νά λύσει τά μεγάλα προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας, θά ἐπιλαμβάνόταν καί γιά τή συνοδική καί ἀποτελεσματική λύση τῶν ὑπαρχόντων σχισμάτων. Τό σχίσμα τῆς Οὐκρανίας δέν προέκυψε μετά τή «Σύνοδο», ἀλλά ὑπάρχει ἐδῶ καί εἴκοσι χρόνια. Ἀλλά ἀντί νά θεραπεύσει τά ἤδη ὑπάρχοντα σχίσματα, δημιούργησε νέα, τεράστια, ὅπως αὐτό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, μετά τήν μονομερῆ, ἀπό μέρους του, ἀπόφαση χορήγησης αὐτοκεφαλίας στή σχισματική «ἐκκλησία» τῆς Οὐκρανίας. Τέλος, γιά οἰκονομία χρόνου ἀναφέρουμε πώς οἱ ἀποφάσεις της ἀναφέρονται στήν ὑπεράσπιση  ἀλλότριων ἤ καί ἀντίθετων μέ τήν Ἐκκλησία θεμάτων, ὅπως  ἡ βιοηθική, ἡ νεολαία, ἡ οἰκονομία, ὁ  καταναλωτισμός, ἡ ἐπιστημονική ἔρευνα, τά μέσα ἐνημερώσεως, ἡ οἰκολογία, οἱ γενετικές ἀλλαγές. Ἀκόμα: ἡ παγκόσμια εἰρήνη, ἡ κατάληψη ἐδαφῶν,  καί τό χειρότερο: ἡ ὑπεράσπιση γενικά τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου, ὁ ἀποχαρακτηρισμός γενικά ὅλων τῶν θρησκειῶν ἀπό τό στοιχεῖο τοῦ μίσους καί τοῦ φονταμενταλισμοῦ, ἡ ἀνάγκη γιά τούς διαθρησκειακούς διαλόγους, γιά τήν δῆθεν «ἀνάπτυξιν ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης, εἰς τήν προώθησιν τῆς εἰρήνης καί τῆς καταλλαγῆς». Ἐπιδιώχτηκε προκλητικά ἡ ὑπεράσπιση τῶν θρησκειῶν τοῦ κόσμου, αὐτά τά πλέον ἐμφανῆ στοιχεῖα τοῦ πτωτικοῦ κόσμου, καί τό πλέον ἀπαράδεκτο: «τσουβαλιάστηκε» ἡ Ἐκκλησία στίς θρησκεῖες τοῦ κόσμου, λογίστηκε μία ἀπό τίς «καλές θρησκεῖες», γεγονός, πού φανέρωσε περίτρανα τόν πανθρησκειακό στόχο τῆς συγκλήσεως τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης!
     Σεβαστοί πατέρες καί ἀγαπητοί ἀδελφοί
     Στή σύντομη αὐτή εἰσήγησή μου προσπάθησαν νά παραθέσω συνοπτικά τά στοιχεῖα ἐκεῖνα, τά ὁποῖα ἀποδεικνύουν ξεκάθαρα ὅτι ἡ «Σύνοδος» τῆς Κρήτης δέν ὑπῆρξε οὔτε Ἅγια, οὔτε Μεγάλη, οὔτε κάν Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἕνα κοσμικοῦ τύπου σόου, μία φιέστα μέ ἐκκλησιαστικό ἐπικάλυμμα. Ἕνα ὀδυνηρό σύμπτωμα στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, μέ φοβερά ἐπακόλουθα. Τί μέλει γενέσθαι; Νά προετοιμασθεῖ μία νέα Σύνοδος, ἀληθινά ὀρθόδοξη, ἡ ὁποία θά ἀκυρώσει τίς ἀποφάσεις τῆς ψευδοσυνόδου τοῦ Κολυμβαρίου καί νά ἐξετάσει, ἄν ἀπαιτεῖται νά ἐπιβληθοῦν ἐκκλησιαστικές κυρώσεις σέ ὅσους ἀσχημόνησαν σέ αὐτή, καί καταστρατήγησαν τή διχιλιόχρονη συνοδική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Νά λύσει ἁγιοπαραδοσιακά καί ἁγιοπατερικά τά μεγάλα καί ὀξυμένα προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας, τά ὁποῖα ἡ ψευδοσύνοδος τοῦ Κολυμβαρίου «θυσίασε» πρός χάριν γεωπολιτικῶν, γαιωστρατηγικῶν καί οἰκουμενιστικῶν σκοπιμοτήτων. Ἔχουμε λοιπόν ἐπιτακτικό χρέος ὅλοι μας, κληρικοί, μοναχοί καί λαϊκοί, νά ἀγωνιστοῦμε, γιά νά θεραπεύσουμε τά ἐπώδυνα καί δυσκόλως ἰάσιμα τραύματα καί ἄλγη στό σῶμα τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας, πού κατέφερε ἡ «Σύνοδος» τοῦ Κολυμβαρίου!    
Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ