Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2018

Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης, Η υποκρισία

«Ὑποκριτά» (Λουκ. 13,15)
Κυριακὴ Ι΄ (Λουκ. 13,10-17)
ΔΕΝ ὑπάρχει, ἀγαπητοί μου, λαὸς χωρὶς θρησκεία. Καὶ κάθε θρησκεία ἔχει τὸ δικό της λατρευτικὸ κέντρο. Οἱ μωαμεθανοὶ ἔ­χουν τὸ τζαμί, οἱ ἑβραῖοι τὴ συναγωγὴ ἢ χά­βρα, οἱ Χριστιανοὶ τὶς ἐκκλησίες. Εἶνε μάλι­στα καθωρισμέ­νη καὶ ἡ ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος ποὺ κάθε θρήσκευμα ἔχει ἀργία γιὰ τὴ λατρεία του· οἱ μωαμεθανοὶ ἔχουν τὴν Παρασκευή, οἱ Ἑβραῖοι τὸ Σάββατο, ἐμεῖς τὴν Κυριακή.
Μὰ γιατί τὰ λὲς αὐτά; θὰ πῆτε. Γιατὶ ἁπλούστατα τὸ εὐαγγέλιο σήμερα ὁ­μιλεῖ γιὰ «συν­αγωγή» (Λουκ. 13,10)· ἔτσι λέγε­ται τὸ κτήριο ὅπου συγκεν­τρώνονται μέχρι καὶ σή­μερα οἱ Ἑβραῖοι κάθε Σάβ­βατο. Τί ἔγινε λοιπὸν ἐκεῖ;
* * *
Πῆγε, λέει, στὴ συναγωγὴ μιὰ γυναίκα ἀπὸ τὸ ἀνώνυμο πλῆθος. Ἦ­ταν ἀνάπηρη. Ἡ σπονδυ­λική της στήλη εἶχε λυγίσει καὶ τὸ κεφάλι της ἄγ­γιζε τὴ γῆ. Ἀπὸ μακριὰ δὲ φαινόταν ἄνθρω­πος· φαινόταν σὰν ζῷο ποὺ βαδίζει μὲ τὰ τέσσερα.
Ὑπάρχει μιὰ πληροφορία, ποὺ ἂν τὴν ἀ­κού­σῃ σήμερα κανένας μον­τέρνος θὰ γελά­σῃ· κι ὅ­μως εἶνε σημαντική. Λέει τὸ εὐαγγέλιο, ὅτι ἡ ἀ­σθένεια τῆς γυναίκας δὲν ὠφείλετο σὲ φυσι­ολο­γι­­κὰ αἴτια, σὲ ἀρ­θριτικὰ λ.χ., ἀλλὰ σὲ ἐπήρεια τοῦ διαβόλου. Διότι πρέ­πει νὰ γνωρίζουμε, ἀγαπητοί, ὅτι ὁ διάβολος δὲν εἶ­νε κάτι φαν­ταστικὸ ἢ ἀ­­στεῖο. Εἶνε πρα­γμα­­τι­κό­της, ὕπαρξις σκοτεινὴ ποὺ ταράζει τὸν κό­σμο. Καὶ θὰ μποροῦσε νὰ κά­νῃ μεγάλο κακό, ἂν ὁ Θεὸς δὲν τὸν συγκρατοῦ­σε. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Χριστὸς μᾶς δίδαξε νὰ προσευχώμαστε· «Μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλ­λὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ» (Ματθ. 6,13).
Ἐκεῖνο ποὺ θαυμάζει κανεὶς στὴ γυναῖκα αὐτὴ εἶνε τοῦτο. Στὴν κατάστασι ποὺ ἦταν, δι­­καιολογεῖτο νὰ μὴν πάῃ στὴ συναγωγή. Ἦ­ταν ἄρρωστη. Ἔπειτα, ἔτσι ὅπως ἐκινεῖτο, θὰ ἦταν ἀντικείμενο χλεύης καὶ εἰρωνείας κα­κῶν παιδιῶν, ποὺ κορο­ϊδεύουν τέτοιους ἀνθρώ­πους. Ἂν λοιπὸν ἀπουσίαζε, ποιός θὰ τὴν κατηγοροῦ­σε;
Συγκινοῦμαι κ᾽ ἐγὼ σήμερα, ὅταν βλέπω στὴν ἐκκλησία ἀ­νάπηρο μὲ καροτσάκι. Ἄλλοι ἔ­χουν πόδια, μποροῦν ν᾽ ἀνεβοῦν καὶ στὸ βου­νό, μὰ στὴν ἐκκλησία δὲν ἔρχονται. Πόδια ἔχει ὁ κόσμος γιὰ τὸ διάβολο, γιὰ τὸ Θεὸ δὲν ἔχει.
Ἡ σακατεμένη αὐτὴ γυναίκα πήγαινε πάν­τα στὴ συναγωγή. Πολλὲς φορὲς εἶχε πάει. Καὶ τί κέρδισε; θὰ πῆτε· ὅλες τὶς φορὲς σακα­τεμένη μπῆ­κε, σακατεμένη βγῆκε. Ναί, ἀλλὰ γιά δὲς τώρα· αὐτὴ τὴ φορὰ βγῆ­κε ὑγιής. Πῶς; Θαῦμα ἔγινε ἐκεῖ στὴ συναγωγή.
Αὐτὴ τὴ φορὰ πῆγε ἐκεῖ ὁ Χριστός! Πήγαινε τακτικὰ ὁ Κύριος στὴ συναγωγή, ὅπως ἐπίσης στὸ ναὸ τοῦ Σολομῶντος. Ἂς τ᾽ ἀκούσουν αὐτὸ οἱ χιλιασταί, ποὺ φωνάζουν «κάτω οἱ ἐκ­κλησίες». Ὁ Χριστὸς πήγαινε στὴ συναγωγὴ καὶ στὸ ναό· αὐτοὶ εἶνε ἀνώτεροι ἀπὸ τὸ Χριστὸ καὶ δὲν θέ­λουν ἐκκλησίες; Ὁ Χριστός, δίνοντας παράδειγμα ἐκκλησιασμοῦ σὲ ὅλους, πῆγε καὶ τότε στὴ συναγωγή, ἡμέρα Σάββατο.
Ἐκεῖ τί ἔκανε; Δίδασκε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἡ γυναίκα αὐτή, ἡ συγκύπτου­σα, ἦταν ὅ­λο αὐτιὰ καὶ μάτια. Ἐν ἀντιθέσει μ᾽ ἐμᾶς, ποὺ ὁ νοῦς μας καὶ ὅταν ἐκκλησιαζώμεθα τρέχει ἔξω, ἐκείνη πρόσεχε τὰ θεϊκά του λόγια.
Ὁ Χριστὸς σὲ μιὰ στιγμὴ τῆς ἔρ­ριξε μιὰ ματιὰ γεμάτη εὐσπλαχνία καὶ εἶπε· Γυναίκα, εἶ­σαι ἐλεύθερη ἀπὸ τὴν ἀ­σθένειά σου. Τότε ἔγινε τὸ θαῦμα. Ἂς μὴ πιστεύ­­ουν οἱ ἄπιστοι· ἐ­μεῖς πιστεύουμε. Ὅ­πως τρέχει γρήγορα ὁ ἠ­λεκτρι­σμὸς καὶ ὁ μαγνητισμός, ἔτσι καὶ πιὸ γρήγορα τρέχει ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ. Ἀμέσως ἔ­τριξαν τὰ κόκκαλά της, ὑψώθηκε ἡ σπονδυλική της στήλη· κι αὐτή, ποὺ ἦταν σὰν τετράποδο, τώρα στάθηκε ὄρθια σὰν κυπαρίσσι!
Ὅλοι εἶδαν καὶ θαύμασαν. Ὅλοι; Ὄ­χι ὅ­λοι. Ἕνας λυπήθηκε. Ποιός; Ὅταν γίνε­ται ἕνα καλό, ἐκεῖνος ποὺ λυπᾶται εἶνε ὁ σατα­νᾶς καὶ οἱ ἄνθρωποί του. Καὶ ἐδῶ, κοντὰ στὸ σατανᾶ, ἐ­κεῖνος ποὺ στενοχωρέθηκε ἦταν ὁ ἀρ­χισυνάγωγος. Λυπήθηκε. Ἀντὶ νὰ χαρῇ καὶ νὰ δοξά­σῃ τὸ Μεγαλοδύναμο ποὺ ὁ Χριστὸς ἔ­κανε καλὰ μιὰ ἄρρωστη, αὐτός, ἀπὸ φθόνο καὶ ἔχθρα, ἄνοιξε τὸ στόμα του καὶ εἶπε λόγια πικρά. Τί κατάστασι εἶν᾽ αὐτή! λέει· Σάββατο σήμερα, δὲν ἐπιτρέ­­πεται ἐργασία, πῶς ἦρθε αὐτὴ καὶ θεραπεύθηκε;… Νόμιζε, ὅτι τὸ θαῦμα εἶνε ἐρ­γασία· μὰ τὸ θαῦμα δὲν εἶ­νε ἐργασία.
Τὸ ἄ­κουσε αὐτὸ ὁ Χριστὸς καὶ τί εἶπε; Μιὰ λέξι – ἀστροπελέκι· «Ὑποκριτά…»! (Λουκ. 13,15). Τὸν ὠνόμασε ὑποκριτή. Ἔλα ἐδῶ, λέει, ἐ­σὺ ποὺ τὸ λὲς αὐτό. Ἐσὺ δὲν ἔχεις γαϊδουράκι; Σάββατο μέρα δὲν τὸ παίρνεις ἀπὸ τὸ σταῦλο καὶ τὸ πᾷς στὴ βρύση νὰ τὸ ποτίσῃς; Ὅπως λοιπὸν ἐ­σὺ λύνεις τὸ γαϊδουράκι καὶ τὸ πᾷς νὰ τὸ ποτίσῃς, δὲν ἔπρεπε κ᾽ ἐγὼ νὰ λύ­σω καὶ νὰ ἐλευθερώσω μιὰ γυναίκα, ποὺ γιὰ 18 χρόνια τὴν ἔδεσε ὁ διάβολος στὸν πάσσα­λό του; «Ὑποκριτά»! Ἔτσι τὸν ὠνόμασε. Γιατί; Γιατὶ ἄλλα εἶχε στὴν καρδιά του καὶ ἄλλα ἔ­λεγε. Ἔ­κανε τὸ θεοφοβούμενο, μὰ δὲν ἦταν· μέσα του εἶχε μῖσος καὶ φθόνο ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ.
Ὑποκριτὴς ἦταν αὐτὸς ὁ ἀρχισυνάγωγος. Ὑ­ποκριταὶ ἦταν καὶ οἱ γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι, ποὺ ἦταν οἱ πολιτικοὶ καὶ θρησκευτικοὶ ἡγέται τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ. Καὶ γι᾽ αὐτοὺς ὁ Χριστός, ὅπως ἀκοῦμε τὴ Μεγάλη Τρίτη, εἶπε τὰ τρομερὰ ἐκεῖνα «οὐαί»· «Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι ὑποκριταί…» (Ματθ. 23,13 κ.ἑ). Ὁ Κύριος στὸ πρόσωπο τῶν γραμματέων καὶ φαρισαίων καυτηρίασε μιὰ κοινωνικὴ πληγή, ἕνα ἐλάττωμα καὶ ἕνα πάθος, ποὺ συναν­τᾶται σ᾽ ὁλόκληρο τὸν κόσμο· κι αὐτὸ τὸ πάθος, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ ὑποκρισία.
* * *
Μεγάλο πάθος, μεγάλη κακία. Στὴν οἰκογέ­νεια, στὴν καθημερινὴ ζωή, στὴν ἐκπαίδευσι, στὸν δημόσιο βίο, στὸν κόσμο διεθνῶς, ἀκόμα καὶ μέσα στὴν ἐκκλησία, ὑπάρχει ὑποκρισίαΘὰ σᾶς παρουσιάσω μερικὲς εἰκόνες ὑπο­κρι­τῶνσυγχρόνων ὑποκριτῶν, ποὺ εἶνε ἀντίγρα­φα τοῦ ὑποκριτοῦ τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου.
⃝    Ἕνας ὑποκριτὴς εἶνε ὁ ἄντρας. Τὸν βλέπεις; Ἔδωσε ὅρκο· μικρὸ εἶν᾽ αὐτό; Ὡρκίστη­κε στὴ γυναῖκα του ἐπισήμως, ἐνώπιον Θεοῦ, ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων, ὅτι· Ἐγὼ θὰ ἔχω μό­νο ἐ­σέ­να καὶ καμμία ἄλλη! Αὐτὸ τὸν ὅρ­κο ἔδωσε. Καὶ ὅμως ὑποκρίνεται. Ἐκτὸς ἀ­πὸ τὴ γυναῖκα του δημιουργεῖ σχέσεις καὶ μὲ ἄλ­λες. Αὐτὸς λοι­πὸν ποὺ ἀπατᾷ τὴ γυναῖκα του εἶνε μέγας ὑ­­πο­κριτής. Ἀλλὰ καὶ ἡ γυναίκα, ποὺ ἔδωσε τὸν ἴ­διο ὅρκο, νὰ μείνῃ πιστὴ στὸν ἅγιο δεσμὸ τοῦ γάμου, καὶ δημιουργεῖ σχέσεις μὲ ἄλλους καὶ ἀπατᾷ τὸν ἄντρα της, εἶνε μεγάλη ὑποκρί­τρια. Νά ἡ ὑποκρισία μέσ᾽ στὸ σπίτι.
⃝    Ὁ ἄλλος σοῦ κάνει τὸ φίλο, ἐκδηλώνει ἐν­δι­αφέρον, κ᾽ ἐσὺ νομίζεις ὅτι εἶνε εἰλικρινής. Ἀλ­λὰ ἔρχεται στιγμὴ ποὺ ἔχεις ἀνάγκη, καὶ τό­τε σ᾽ ἐγκαταλείπει· ἀποδεικνύεται ὑποκριτής.
⃝    Ὑποκριτὴς εἶνε κ᾽ ἐκεῖνος ποὺ κάνει τὸν πα­τριώτη καὶ λέει μεγάλα λόγια ὅτι ἀγαπάει τὴν Ἑλλάδα. Ἔρχεται ὅμως ἡ ὥρα ποὺ δείχνει πὼς δὲν ἀγαπάει τὴν πατρίδα· ἀγαπάει μόνο τὸ πορτοφόλι του, τὰ ὑλικά του συμφέροντα.
⃝    Ἡ ὑποκρισία φτάνει καὶ στὶς διεθνεῖς σχέσεις. Ἐὰν σήμερα ὁ κόσμος κινδυνεύῃ, κιν­δυνεύει ἀκριβῶς ἀπὸ τὴν ὑποκρισία. Στὸν Ο.Η.Ε. συνεχῶς μιλοῦν περὶ εἰρήνης καὶ τὰ πρακτικὰ τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν εἶνε γεμᾶτα ἀπὸ τὴ λέ­ξι «εἰρήνη»· ἐν τούτοις ὑποκρίνονται. Στὰ χεί­λη ἔχουν τὴν εἰρήνη· στὴν καρδιὰ ἔχουν τὸν πόλε­μο. Τὰ μεγάλα κράτη ἑτοιμάζονται πυρε­τω­δῶς γιὰ ἕνα τρίτο παγκόσμιο πόλεμο, ποὺ θὰ εἶνε ὁ «Ἁρμαγεδὼν» τῆς Ἀποκαλύψεως (16,16).
⃝    Ὑποκριταὶ ὅμως ἐμφανίζονται καὶ στὸ χῶρο τῆς θρησκείας. Ποιοί εἶν᾽ αὐτοί, ποὺ τὸ στόμα τους στάζει μέλι, ἀλλὰ ἡ καρδιά τους ἔχει δηλητήριο; Εἶνε οἱ χιλιασταί. Στὴ γλῶσσα ἔ­χουν τὸν Ἰεχωβᾶ, ὅπως λένε· ἀλλὰ μέσ᾽ στὴν καρδιά τους ἔχουν τὸ διάβολο.
Παντοῦ λοιπὸν ὑποκρισία. Ὁ ὑποκριτὴς μοιά­ζει μὲ τὸ ἑρπετὸ ποὺ λέγεται χαμαιλέων. Αὐτὸ δὲν ἔχει ἕνα χρῶμα· ἀλλάζει πολλὰ χρώματα. Σὲ χωράφι πράσινο γίνεται πράσινος, σὲ χωράφι μὲ στάχυα τὸ καλοκαίρι γίνεται κίτρινος, σὲ χωράφι μὲ κρίνους γίνεται ἄσπρος, σὲ χωράφι μὲ παπαροῦνες γίνεται κόκκινος. Ὅλα τὰ χρώματα ἀλλάζει. Ἔτσι κι ὁ ὑποκριτής. Καμουφλάρεται. Ὅλοι δυστυχῶς καμουφλάρον­ται. Ποιός τολμᾷ νὰ παρουσιαστῇ ὅπως εἶνε; Ἄλλοι δυστυχῶς εἴμεθα καὶ ἄλλοι φαινόμεθα.
* * *
Σᾶς παρακαλῶ, ἀγαπητοί μου, νὰ προσπαθή­σουμε νὰ ἀποβάλουμε τὴ μάσκα τῆς ὑποκρι­σίας. Ὄχι νὰ φαινώμεθα εὐσεβεῖς, ἀλλὰ νὰ εἴ­μεθα εὐσεβεῖς· ὄχι νὰ φαινώμεθα πιστοὶ στὴν οἰ­κογένειά μας, ἀλλὰ καὶ νὰ εἴμεθα.
Ὁ Χριστὸς μισεῖ τὴν ὑποκρισία περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη κακία. Νὰ γίνουμε εἰλικρινεῖς. Τὸ «ναὶ ναὶ» καὶ τὸ «οὒ οὔ» (Ματθ. 5,37). Ἔτσι μᾶς θέλει ὁ Κύριος.
Ἂν ῥυθμίσουμε ἔτσι τὴ ζωή μας, θὰ εἴμεθα πραγματικὰ Χριστιανοὶ καὶ θὰ ἔχουμε τὴν εὐλογία τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος τίποτα ἄλλο δὲν καυτηρίασε τόσο ὅσο τὴν ὑποκρισία. Γι᾽ αὐτὸ τὸν ἀκοῦμε σήμερα νὰ λέῃ τὴν φοβερὰ λέξι «Ὑποκριτά»! Καὶ ὑπάρχει φόβος αὐτὴ τὴ λέξι νὰ τὴν ἀκούσουμε κ᾽ ἐμεῖς τὴν φοβερὰ ἡμέρα τῆς κρίσεως. Ὃ μὴ γένοιτο.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Τριάδος Πτολεμαΐδος τὴν 4-12-1977.